Πέμπτη, 9 Ιουνίου 2011

Προσφυγικό ζήτημα: η αποκατάσταση της πραγματικότητας

του Πολυμερη Βογλη

alt

Το 1922 ανακαλεί εικόνες και αφηγήσεις βίας, πόνου και δυστυχίας: οι σφαγές, ο ξεριζωμός 1,5 εκατομμυρίου Ελλήνων, η άφιξη στην Ελλάδα, η εξαθλίωση των προσφύγων, και μετά το προσφυγικό «θαύμα». Κοινοί τόποι, όπου διασταυρώνονται χωρίς όμως να συμπίπτουν μνήμη και ιστορία.

Η θέση του 1922 στην ελληνική ιστοριογραφία είναι ιδιαίτερη. Ηδη, από τον Μεσοπόλεμο έχει μελετηθεί κυρίως η εκστρατεία του ελληνικού στρατού στη Μικρά Ασία και η τραγική κατάληξή της και λιγότερο οι άνθρωποι που υπέστησαν τις συνέπειες της ήττας, οι πρόσφυγες. Οι πρόσφυγες αντιμετωπίστηκαν ως ένα νομικό πρόβλημα (ιδιαίτερα μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών) και βέβαια ένα τεράστιο κοινωνικό ζήτημα και πολύ λιγότερο ως ένα θέμα ιστορικής έρευνας. Για δεκαετίες αυτοί που ασχολήθηκαν με την ιστορία και την κουλτούρα των προσφύγων ήταν οι ίδιοι οι πρόσφυγες και τα σωματεία τους, και πολύ λιγότερο οι ιστορικοί και οι κοινωνικοί επιστήμονες. Αυτή η ιδιόμορφη συνθήκη επηρέασε τη θέση που έχουν τόσο το 1922 όσο και οι πρόσφυγες στη σύγχρονη ιστορική κουλτούρα. Μια θέση στην οποία πρωταγωνιστικό ρόλο παίζει η καλλιέργεια της προσφυγικής ταυτότητας και μνήμης και λιγότερο η ιστορική γνώση και κατανόηση. Η συλλογική μνήμη, όμως, δημιουργεί ένα παρελθόν το οποίο δεν συμπίπτει πάντα με την ιστορική πραγματικότητα.


Για παράδειγμα, είναι κοινός τόπος η αναφορά στη «μακραίωνη παρουσία του ακμάζοντος Ελληνισμού στη Μικρά Ασία». Ο Χάρης Εξερτζόγλου παρουσιάζει μια αρκετά πιο σύνθετη εικόνα. Τα σημαντικά αστικά κέντρα των μικρασιατικών παραλίων τα οποία έχουμε συνήθως στο μυαλό μας (Σμύρνη, Αϊβαλί, κ.λπ.) εμφανίζουν μια σημαντική αύξηση του ελληνορθόδοξου πληθυσμού μόλις κατά τον 19ο αιώνα, η οποία τροφοδοτείται από την εσωτερική μετανάστευση αλλά και τη μετανάστευση από τον ελλαδικό χώρο. Παράλληλα την ίδια εποχή αλλάζει και η ταυτότητα αυτού του πληθυσμού. Η χριστιανική ορθόδοξη κοινότητα (που περιέκλειε μια μεγάλη πολιτισμική και γλωσσική πολυμορφία) σταδιακά μετατράπηκε σε μια εθνική κοινότητα κάτω από την επίδραση των ιδεολογιών του εθνικισμού που εκείνη την εποχή σαρώνουν τα Βαλκάνια, όπως και την υπόλοιπη Ευρώπη. Επίσης εάν απομακρυνθούμε από τα μεγάλα αστικά κέντρα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και στραφούμε στην ύπαιθρο, θα διαπιστώσουμε ότι οι ταυτότητες ήταν αρκετά πιο ρευστές.

Αυτό που πάντα «ξεχνιέται» στις αφηγήσεις για το 1922 είναι η άλλη πλευρά, οι μουσουλμάνοι που υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν την ελληνική επικράτεια. Η Αθανασία -Μαρίνα Τσέτλακα εξετάζει την περίπτωση των ελληνόφωνων μουσουλμάνων της δυτικής Μακεδονίας. Επρόκειτο για χριστιανούς που είχαν ασπαστεί μια ιδιαίτερη εκδοχή της μουσουλμανικής θρησκείας, τον μπεκτασισμό. Ενώ ήθελαν να παραμείνουν στην Ελλάδα, συμπεριλήφθηκαν στους «ανταλλάξιμους» και όταν έφτασαν στην Τουρκία περιθωριοποιήθηκαν λόγω της γλώσσας και των ιδιαίτερων θρησκευτικών πρακτικών τους. Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτοί, όπως και όλοι οι υπόλοιποι μουσουλμάνοι πρόσφυγες από την Ελλάδα, τέθηκαν στο περιθώριο και της τουρκικής ιστοριογραφίας. Οι τούρκοι ιστορικοί, όπως δείχνει η Ayse Ozil σε ένα πολύ διαφωτιστικό κεφάλαιο, προτίμησαν να ασχοληθούν με την κατασκευή ενός ένδοξου παρελθόντος: ο στρατός συνεγείρει το ταπεινωμένο τουρκικό έθνος εναντίον των χριστιανών και ειδικά των Ελλήνων που «πρόδωσαν» την εμπιστοσύνη και την ανοχή που τους είχαν δείξει οι Οθωμανοί. Η συγγραφέας αποδομεί ένα - ένα τα συστατικά στοιχεία αυτής της κατασκευής. Ο «στρατός» ήταν κατά ένα μέρος άτακτοι, το «τουρκικό έθνος» ήταν μια νεωτερική κατασκευή, η οποία μάλιστα στηρίχθηκε σε προνεωτερικά στοιχεία (θρησκεία), ενώ η «ανοχή» ήταν μόνο η μια όψη του νομίσματος, η άλλη ήταν οι διακρίσεις και η ένταση (π.χ. μποϊκοτάζ κατά των Ελλήνων και των προϊόντων τους).

Ολοι οι συγγραφείς του τόμου υπογραμμίζουν ότι η χρήση του όρου «πρόσφυγες» μάλλον συσκοτίζει την πραγματικότητα καθώς αναφερόμαστε σε έναν τεράστιο αριθμό ανθρώπων που έχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ τους, πολιτισμικές, κοινωνικές, ταξικές και άλλες. Κατ' αρχάς, ο όρος αναφέρεται σε ομάδες ανθρώπων που φτάνουν στην Ελλάδα σε διαφορετικές χρονικές στιγμές (δεκάδες χιλιάδες πριν από το 1922) και υπό διαφορετικές συνθήκες. Ο Δημήτρης Σταματόπουλος κάνοντας μια «ανθρωπογεωγραφία της καταστροφής» εξετάζει τις διαφορετικές συνθήκες κάτω από τις οποίες οι Ελληνες υποχρεώνονται να εγκαταλείψουν την πρώην Οθωμανική Αυτοκρατορία, συνθήκες που εν πολλοίς εξαρτώνται από την πορεία του ελληνοτουρκικού πολέμου. Οσοι βρέθηκαν στο επίκεντρο των συγκρούσεων θα πληρώσουν βαρύ τίμημα σε σφαγές και διώξεις, ενώ άλλοι (π.χ.στην Καππαδοκία) θα υποχρεωθούν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάννης. Στη συνέχεια, η εγκατάστασή τους στην Ελλάδα θα ακολουθήσει διαφορετικές διαδρομές. Ο Κώστας Κατσάπης υπενθυμίζει ότι το ελληνικό κράτος θα δώσει προτεραιότητα στην αποκατάσταση των αγροτών προσφύγων, ενώ δεν θα δείξει την ίδια μέριμνα για τους πρόσφυγες που θα εγκατασταθούν στις πόλεις, οι οποίοι σε μεγάλο βαθμό θα αφεθούν στην τύχη τους. Η ίδια η προσφυγική ταυτότητα θα προκύψει όχι μόνο από την εμπειρία του ξεριζωμού αλλά και από τις τριβές που θα δημιουργηθούν με τους γηγενείς λόγω πολιτισμικών διαφορών, πολιτικής συμπεριφοράς κ.ά.

alt

ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΑ ΝΕΑ, 4-6-2011


Πέμπτη, 24 Μαρτίου 2011

Προσφυγικά χωρίς ελπίδα

της Μαριαννας Τζιαντζη

alt


Προσφυγικό σπίτι, αληθινό. Ελα να το δεις και θα μείνεις άφωνος», λέει μια γιαγιά στον Σταύρο Θεοδωράκη και τον οδηγεί στο σπίτι της, στα Προσφυγικά της Θήβας. Τα μικρά δωμάτια αστράφτουν από καθαριότητα και νοικοκυροσύνη. Κεντημένο πετσετάκι στον δίσκο, με το γλυκό κίτρο κρύο νερό. Ούτε ίχνος μιζέριας κι εγκατάλειψης.

Ομως, αυτό το σπίτι είναι η εξαίρεση. Οι περισσότερες από τις 400 κατοικίες του προσφυγικού συνοικισμού βρίσκονται σε άθλια κατάσταση: αποχετεύσεις που στάζουν, ξηλωμένοι σοβάδες, ακόμα και στέγες από καρκινογόνο αμίαντο, όπως είδαμε στους «Πρωταγωνιστές» (Mega). Ελάχιστοι ο Ελληνες, όμως πάμπολλοι είναι οι Ινδοί, οι Πακιστανοί, οι Αλβανοί, οι Ρουμάνοι, οι Βούλγαροι που δουλεύουν στα εργοστάσια ή στα χωράφια. Και οι δουλειές διαρκώς λιγοστεύουν.

Κάποτε ο συνοικισμός αυτός ήταν το καμάρι της πόλης, το «Μικρό Παρίσι» της. Βιοπάλη, φτώχεια, αλλά και μεράκι, γλέντια, νόστιμα φαγητά, τραγούδια. Εδώ γεννήθηκε η Χαρούλα Αλεξίου, εδώ η γιαγιά της τραγουδούσε αμανέδες σαν αηδόνι. Ομως, τα πετρόχτιστα σπίτια άρχισαν να καταρρέουν και οι κληρονόμοι τους, οι απόγονοι των προσφύγων, εγκαταστάθηκαν σε διαμερίσματα στη Θήβα.

                                                  alt

Σπίτια και άνθρωποι οι πρωταγωνιστές της εκπομπής. Σπίτια με πλούσιο παρελθόν και με θλιβερό παρόν και άνθρωποι με ζόρικο παρόν και αβέβαιο μέλλον. Η κάμερα μπαίνει σε αρκετά σπίτια. Κάποια είναι στοιχειωδώς οργανωμένα (όταν εκεί κατοικεί οικογένεια), όμως στα περισσότερα, όπου στοιβάζονται μόνο άνδρες μετανάστες, τα έπιπλα έχουν καταργηθεί ώστε να δημιουργηθεί περισσότερος χώρος για ύπνο. Ούτε πλυντήριο ούτε ψυγείο. Και για φαγητό, πίτες φτιαγμένες με νερό και αλεύρι. Μόνο η τηλεόραση μένει στο γυμνό δωμάτιο. Κάποιοι παλιοί μετανάστες έχουν κάπως ενσωματωθεί. Μιλάνε ελληνικά, τα παιδιά τους πηγαίνουν σχολείο και τους αρέσει η τηλεοπτική «Πάτι».

Αγνωστος, ρευστός ο πληθυσμός των Προσφυγικών. Το καλοκαίρι, με τις αγροτικές εργασίες, μπορεί να φτάσει τις 5-6.000. Υπάρχουν όμως και χειρότερα, μια εγκαταλελειμμένη φαρμακαποθήκη, ενάμισι χιλιόμετρο έξω από τη Θήβα, μια τσιμεντένια σπηλιά όπου έχει καταφύγει ένας άγνωστος αριθμός Aφγανών. Δίχως ρεύμα, δίχως νερό. Σκοτάδι, κρύο, πείνα.

Ξανά πίσω στα Προσφυγικά. Ρημαγμένα σπίτια, όπου κάποτε ανθούσε η ελπίδα για μια καλύτερη ζωή και τώρα αγκομαχά η ελπίδα για επιβίωση. Διαφορετικά τα κύματα της ιστορίας που έσκασαν εδώ, αλλά όχι πολύ διαφορετικά τα όνειρα που πλέχτηκαν κάτω από τις ίδιες στέγες σε διαφορετικές εποχές. Ομως τώρα οι στέγες στάζουν, βουλιάζουν, απειλούν να πλακώσουν τους «τυχερούς» που δεν μένουν σε σπηλιές.

Πόσα σπίτια είναι ετοιμόρροπα και πόσα μπορούν να συντηρηθούν, πόσα είναι καταπατημένα, πόσα νοικιάζονται με τον μήνα και πόσα με «κεφαλιάτικο»; Ποιος και πώς μπορεί να κάνει κάτι; Η εκπομπή δεν έδωσε απαντήσεις, όμως μας έδωσε μια εικόνα την οποία πολλοί μέχρι χθες αγνοούσαμε.

ΠΗΓΗ: εφημ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 24-3-2011


Σάββατο, 20 Φεβρουαρίου 2010

Τα ουτοπικά μονοπάτια ενός αναρχικού ανθρωπισμού

Ο κοινωνικός εκσυγχρονισμός ως πηγή δημιουργίας των ανθρώπινων απορριμμάτων

image

ΖΙΓΚΜΟΥΝΤ ΜΠΑΟΥΜΑΝ, Σπαταλημένες ζωές. Οι απόβλητοι της νεωτερικότητας, ΜΤΦΡ.: ΜΑΡΚΟΣ ΚΑΡΑΣΑΡΙΝΗΣ  ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΠΑΝΤΕΛΗΣ Ε. ΛΕΚΚΑΣ «ΚΑΤΑΡΤΙ», ΣΕΛ. 216

Ο 81χρονος Ζίγκμουντ Μπάουμαν, Πολωνός εβραϊκής καταγωγής, είναι ομότιμος καθηγητής Κοινωνιολογίας στα Πανεπιστήμια του Λιντς και της Βαρσοβίας, μελετητής και κριτικός της μετανεωτερικής κοινωνίας, της μονόπλευρης οικονομικής παγκοσμιοποίησης, αλλά κι ένας στρατευμένος διανοούμενος υπέρ των κοινωνικών και των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Η ατομική του ιστορία είναι συναρπαστική. Μαχητής της πολωνικής αντίστασης, συμμετείχε στις φιλοσοβιετικές δυνάμεις, όχι μόνο γιατί ήταν κομμουνιστής, αλλά και γιατί στις δυνάμεις της φιλοαγγλικής αντίστασης είχαν εμφιλοχωρήσει ισχυρά θρησκόληπτα και αντισημιτικά στοιχεία. Υποδέχτηκε με ελπίδα την επικράτηση των κομμουνιστικών δυνάμεων, αλλά σύντομα απογοητεύτηκε, και μετά τη σοβιετική εισβολή στην Τσεχοσλοβακία κατέφυγε αρχικά στο Τελ Αβίβ και στη συνέχεια στην Αγγλία.

Σε όλη την πνευματική του διαδρομή ακολουθεί τα δύσβατα και «ουτοπικά» μονοπάτια ενός αναρχικού ανθρωπισμού, παρ' όλο που έχει επηρεαστεί άμεσα και από τη μαρξική σκέψη. Ο Μπάουμαν διατυπώνει μια ιδιόμορφη κοινωνιολογική σκέψη, γιατί αυτό που τον ενδιαφέρει δεν είναι πώς λειτουργούν οι ανθρώπινες σχέσεις μέσα στα δομικά συστήματα, αλλά κυρίως πώς βιώνουν οι άνθρωποι τις σχέσεις τους μέσα στα συστήματα και πώς οι παγκόσμιες στρατηγικές κυριαρχίας έχουν άμεσο αντίκτυπο στις ιδιωτικές πτυχές των ανθρώπινων σχέσεων.

Ο Μπάουμαν αντιμετωπίζει με καχυποψία και κριτικό τρόπο την εκσυγχρονιστική πορεία των νεότερων κοινωνιών. Στο στόχαστρό του δεν συμπεριλαμβάνονται απλώς οι επιπτώσεις της παγκοσμιοποίησης, αλλά και η εκσυγχρονιστική λογική τους. Κατά τη γνώμη μας, αποτελεί το σπουδαιότερο Ευρωπαίο εκπρόσωπο της κριτικής του εκσυγχρονισμού ή, με άλλα λόγια, είναι ο Ευρωπαίος Λιούις Μάμφορντ. Ο εκσυγχρονισμός, σύμφωνα με αυτούς τους δύο υψηλού επιπέδου στοχαστές, αντικατέστησε την έκλυτη και απειθάρχητη ιστορία με μια ιστορία λογικά σχεδιασμένη και πειθαρχημένη. Βεβαίως τα όρια ανάμεσα στην κριτική του εκσυγχρονισμού και στην απόρριψη της νεωτερικότητας είναι πολύ δυσδιάκριτα. Αυτό οδηγεί ακόμα και στοχαστές τέτοιου επιπέδου να μετατρέπουν πολλές φορές την επιθυμητή κριτική σε συντηρητικό νοσταλγισμό. Αλλά αν στοχαστές τέτοιου επιπέδου συγχέουν πολλές φορές αυτά τα όρια, τότε οι άκριτοι θαυμαστές τους κινδυνεύουν να εγκλωβιστούν σε ιδεολογικά μοντέλα προνεωτερικής σκέψης.

image

Οι συνθήκες παραγωγής ανθρώπινων απορριμμάτων αποτελούν τον πυρήνα του παρουσιαζόμενου βιβλίου, γύρω από τον οποίο αναπτύσσεται μια συνολική κριτική των επιπτώσεων της παγκοσμιοποίησης. Ο συγγραφέας υποστηρίζει πως η μετάβαση από την κοινωνία των παραγωγών (πρώτη νεωτερικότητα) στη σύγχρονη καταναλωτική κοινωνία (δεύτερη ή ρευστή νεωτερικότητα) ή αλλιώς η διαδικασία του εκσυγχρονισμού έχει ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα τη μετατροπή των «υπεράριθμων» και «περιττών ανθρώπων» σε απορρίμματα. Στην πρώτη νεωτερικότητα οι κοινωνίες είχαν τη διέξοδο της φυγής προς τις αποικίες, προς τις λεγόμενες «ουδέτερες ζώνες» ή τα «ακυβέρνητα εδάφη». Σε μεταγενέστερη φάση οι κοινωνίες, μέσω του κράτους πρόνοιας, παρείχαν τα απαραίτητα μέσα επιβίωσης στους «περιττούς» (τροφή, στέγη, προστασία). Η ιδέα του κράτους πρόνοιας εξέφραζε την ανάγκη κοινωνικοποίησης των ατομικών κινδύνων, τον περιορισμό των οποίων καλούνταν να αναλάβει το κράτος. Σημαντική στιγμή στην παραγωγή των ανθρώπινων απορριμμάτων αποτελεί η εγκατάλειψη αυτής της ιδέας.

image

Ο συγγραφέας όμως δεν εστιάζει την κριτική του μόνο στις συνέπειες της παραγωγής των απορριμμάτων, αλλά και στις κοινωνικές συνθήκες που παράγουν «περιττούς ανθρώπους» με σπαταλημένες, άχρηστες ζωές. Γι' αυτό και δεν μένει στην κριτική των αποτελεσμάτων, αλλά διεισδύει και στην κριτική του καταναλωτισμού ως κυρίαρχης ιδεολογίας που παράγει τέτοια αποτελέσματα. Με γλαφυρότητα τονίζει πως «δύο είδη φορτηγών φεύγουν καθημερινά από τα εργοστάσια - το ένα προς τις αποθήκες και τα πολυκαταστήματα και το άλλο προς τις χωματερές». (σελ. 49)

Στις κοινωνίες της παραγωγής (πρώτη νεωτερικότητα) ο δυνητικός παραγωγός γινόταν αποδεκτός ως μελλοντικός καταναλωτής, ενώ στις κοινωνίες του παγκοσμιοποιημένου καταναλωτισμού κανένας δυνητικός καταναλωτής δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Ο μόνος καταναλωτής που υπάρχει είναι ο καταναλωτής της παρούσας στιγμής. Για τον κόσμο της κατανάλωσης δεν υπάρχει πλέον ο τρισδιάστατος χρόνος. Το παρόν είναι η μοναδική διάσταση του χρόνου. Επειδή όμως δεν υπάρχουν πλέον εδάφη για αποστολή των μη καταναλωτών ή αλλιώς των «περιττών», η μόνη λύση είναι η εναπόθεσή τους στη χωματερή των ανθρώπινων αποτυχιών.

Παράλληλα, εκτός από τον έναν χρόνο, οι κοινωνίες έχουν και έναν μόνο σκοπό. Ο συγγραφέας με πολύ εύστοχο τρόπο δείχνει πως στην πρώτη νεωτερικότητα ήταν ο σχεδιασμός που δημιουργούσε τους περιττούς, ενώ στη ρευστή εποχή μας τη θέση του δημιουργού ανθρώπινων απορριμμάτων καταλαμβάνει η έλλειψη μόνιμων σκοπών. Ένας μόνος σκοπός υπάρχει, και αυτός κινούμενος, ο σκοπός της κατανάλωσης.

Η διαχείριση των απορριμμάτων που παράγει η εγκατάλειψη του κράτους πρόνοιας και η ικανότητα και αποτελεσματικότητα στην αποκομιδή των ανθρώπινων απορριμμάτων αποτελούν τις προϋποθέσεις επιβίωσης της σύγχρονης κοινωνίας. Τα μέσα αυτής της επιβίωσης είναι οι σκουπιδιάρηδες, «αυτοί οι αφανείς ήρωες της νεωτερικότητας» (σελ. 50).

Το όριο όμως μεταξύ «χρήσιμων προϊόντων» και «απορριμμάτων» δεν είναι φυσικό, είναι κοινωνικό. Οι ελίτ χαράσσουν αυτό το όριο (Κρίστοφερ Λας), ενώ οι υπάλληλοι της υπηρεσίας μετανάστευσης και οι υπεύθυνοι «ποιοτικού ελέγχου» καλούνται να το διαφυλάξουν. Η κυνικότητα αυτής της διαδικασίας είναι τέτοια που προσφάτως έκπληκτοι ακούσαμε σε ένα διαφημιστικό για ένα ντοκιμαντέρ του «National Geographic» για τους φύλακες των θαλάσσιων συνόρων, να παρουσιάζονται αυτοί οι ανθρωποδιώκτες ως σωτήρες ζωών. «Σώζοντας ζωές» ήταν ο τίτλος του ντοκιμαντέρ.

image

Για τον Μπάουμαν οι ανθρωπιστικές και πολιτισμικές συνέπειες της λειτουργίας των ανθρώπινων χωματερών συμπυκνώνονται σε δύο τεράστια προβλήματα. Πρώτον, δεν υπάρχουν πλέον τόποι για την κατάθεση των ανθρώπινων απορριμμάτων. Οι περιττοί παραμένουν εντός του συστήματος και έτσι μονιμοποιείται η περιθωριοποίησή τους. Το δεύτερο ανεπίλυτο πρόβλημα είναι η περιπλάνηση των εκατομμυρίων μεταναστών και προσφύγων στους δρόμους που ακολουθούσε παλαιοτέρα ο «πλεονάζων πληθυσμός».

Ο τρόπος διαχείρισης των ανθρώπινων απορριμμάτων αποτελεί τον καλά φυλαγμένο κωδικό, η γνώση του οποίου αποκαλύπτει τη γύμνια και την ευθραυστότητα των ανθρώπινων σχέσεων. Ο διωγμός των μεταναστών, στο όνομα της ασφάλειας, είναι το μόνο πράγμα που εγγυάται στους απαραίτητους και άμεσους καταναλωτές το σύγχρονο κράτος. Αυτό ακολουθεί πολιτική υποκατάστασης των πραγματικών πολιτικών πρόνοιας, στο όνομα της μόνης υποτίθεται δυνατής πολιτικής, που είναι η ασφάλεια (το σημερινό όνομα της αστυνόμευσης). Μια πολιτική που βεβαίως στηρίζεται και στην παθητικότητα όσων δεν κάνουν την παραμικρή ενέργεια για να της αντισταθούν. Πόσες φορές, όταν βρισκόμαστε στα αεροδρόμια, δεν περνούν από μπροστά μας αλυσοδεμένοι άνθρωποι, που το μόνο τους αμάρτημα ήταν πως θέλησαν να βρουν κάπου αλλού έναν τόπο για να ζήσουν ως άνθρωποι και όχι ως απορρίμματα και η μοναδική μας αντίδραση είναι να γυρίσουμε αλλού το βλέμμα ή να εκφράσουμε, στην καλύτερη περίπτωση, τον αποτροπιασμό μας. Ως πότε οι πολίτες θα αδιαφορούν για την κοινωνική αναλγησία ενός κράτους τέρατος;

Βιβλία σαν αυτό του Μπάουμαν συμβάλλουν στην αφύπνιση συνειδήσεων. Διαφορετικά είναι πιθανόν η παγκόσμια νεωτερικότητα να πνιγεί στα ίδια της τα σκουπίδια. Γιατί, όπως εύστοχα τονίζει αυτός ο κριτικός της κοινωνικής αναλγησίας, η τοξικότητα αυτών των σκουπιδιών όλο και αυξάνει.

Στα τελευταία του έργα, όπως είναι το παρουσιαζόμενο και το η «Ρευστή αγάπη», ο συγγραφέας στηρίζεται λιγότερο στην αυστηρότητα του επιστημονικού λόγου και χρησιμοποιεί περισσότερο λυρικούς και ρομαντικούς τόνους. Υπάρχουν όμως στιγμές που ο λυρισμός μετατρέπεται σε μελόδραμα, γεγονός που λειτουργεί αρνητικά και περιορίζει το εύρος του κυρίαρχου ανθρωπιστικού και αντιεξουσιαστικού μηνύματος.

 
Τα βιβλία του Μπάουμαν απαιτούν αναγνώστες με γερά νεύρα, γιατί ο κόσμος που περιγράφουν δεν οδηγεί προς την κόλαση των άλλων, είναι ο ίδιος κόλαση. Αυτή όμως η αντιμετώπιση των σύγχρονων προβλημάτων εμπεριέχει και ιδιαίτερους κινδύνους. Η ισορροπία μεταξύ της καταγραφής των προβλημάτων, των προτάσεων μεταρρύθμισης του κόσμου και της δαιμονοποίησης των παγκόσμιων εξελίξεων είναι ιδιαίτερα επισφαλής. Αν κανείς δεν προσέξει, μπορεί να πέσει στην παγίδα της μεταφυσικής και ρομαντικής ερμηνείας της πορείας του παγκόσμιου γίγνεσθαι, ως μιας πορείας που οδηγεί συνεχώς προς τα πίσω. Αυτό όμως αντιφάσκει στο όραμα μιας παγκόσμιας ανατροπής του κόσμου της εμπράγματης εξάρτησης.

 ΠΗΓΗ: εφημ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ,ένθετο  ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 13/10/2006


Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2010

Η βιομηχανία της μνήμης

του Αντώνη Λιάκου, καθηγητή Ιστορία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών


alt


Γιατί οι Σέρβοι, οι Κροάτες, και οι Βόσνιοι Μουσουλμάνοι συμβουλεύονται να ξεχάσουν το παρελθόν τους ώστε να συμβιώσουν ειρηνικά, ενώ πρέπει να διατηρούμε τη μνήμη των γερμανικών εγκλημάτων του πολέμου; Και τι πρέπει να κάνουν οι Ιρλανδοί, οι Κύπριοι, οι Κούρδοι, οι Πόντιοι και οι Αρμένηδες, οι Ισπανοί και οι Ελληνες με θύματα στον Εμφύλιο, οι Νοτιοαφρικανοί; Να ξεχνούν ή να θυμούνται;

Η καλλιέργεια της μνήμης ή της λήθης είναι προφανώς ένα ζήτημα ηθικό, πολιτικό και βέβαια ιστορικό. Οσο και αν φαίνεται παράξενο, ο λόγος περί μνήμης απέκτησε ένταση και πυκνότητα τις τελευταίες δεκαετίες συνοδεύοντας το πρακτικό και θεωρητικό ενδιαφέρον για τις ταυτότητες. Η μνήμη θεωρείται ο πυρήνας της ταυτότητας.

Δεν ήταν όμως πάντα έτσι. Η εποχή που καθοδηγήθηκε από τις βασικές ιδέες του Διαφωτισμού, και επομένως από την ιδέα της προόδου, έδινε έμφαση στην ιστορία και όχι στη μνήμη. Το πρόβλημα ήταν η απελευθέρωση από το παρελθόν. Η ιστορία επομένως αποσκοπούσε στην εκλογικευμένη ανασυγκρότησή του. Γι' αυτό βασίστηκε στη διαμεσολάβηση της μνήμης από έννοιες καθολικές. Η ιστορία ως μορφή γνώσης τοποθετεί τη βιωμένη ή παραδομένη εμπειρία στην ανάλυση των δομών μιας κοινωνίας και των αιτιωδών συναφειών που υπόκεινται στην εξέλιξή της. Αν αντικείμενο της μνήμης είναι το παρελθόν, της ιστορίας είναι ο ιστορικός χρόνος.

Αν όμως η ιστορία ανέδειξε τον ιστορικό ως διαμεσολαβητή ανάμεσα στο παρελθόν και στο παρόν, αυτός ο διαμεσολαβητής δεν ήταν ουδέτερος ή ανιδιοτελής. Η ιστορία υπηρέτησε το εθνικό κράτος στην ανάδυσή του, τις άρχουσες ελίτ και την ομοιογενοποίηση των κοινωνιών. Σε αυτή τη διαδικασία λειτούργησε επιλεκτικά. Ορισμένες περίοδοι και ορισμένες εμπειρίες αναδείχτηκαν. Αλλες αποσιωπήθηκαν ή απλώς δεν ανασύρθηκαν από τη σιωπή και την καταφρόνηση. Την ιστορία την γράφουν οι νικητές. Αλλά και οι ηττημένοι εκδικούνται.

alt


Σε αυτή την εκδίκηση οφείλεται και η ανάδειξη της μνήμης. Γιατί αν οι κατώτερες τάξεις, οι καταπιεσμένοι λαοί και οι κοινωνικές ομάδες δεν διαθέτουν την πολυτέλεια των αρχείων και της καταγραφής, έχουν τους δικούς τους τρόπους να διατηρήσουν την αξιοπρέπειά τους, να εκφράσουν την αντίστασή τους, να συντηρήσουν την ελπίδα της χειραφέτησης. Αν οι νικητές είχαν την ιστορία, οι νικημένοι απαντούσαν με τη μνήμη. Αν οι ναζί κατέστρεψαν τα τεκμήρια στα στρατόπεδα εξόντωσης, τα θύματα που επέζησαν είχαν τις προσωπικές τους μαρτυρίες. Και αν η επίσημη ιστορία είχε εξαφανίσει την παρουσία τους, τα θύματα των διώξεων, όπως στη Ρωσία, απαντούσαν περισυλλέγοντας τις θρυμματισμένες τους μνήμες.

Η μνήμη απαντούσε στην αρχειακή τεκμηρίωση της ιστορίας με τη δικαιωματική παρρησία του επιζήσαντος, στην εμβρίθεια της ανάλυσης με τη συναισθηματική φόρτιση του υποκειμενικού βιώματος, με τη μαρτυρία, τα αδιαμεσολάβητα κατάλοιπα.

alt


Αλλά η αθωότητα των πραγμάτων δεν διατηρείται. Γιατί η μνήμη εργαλειοποιήθηκε. Το Ολοκαύτωμα έγινε κρατική ιδεολογία στο Ισραήλ και πυροδότησε μια βιομηχανία μνήμης. Τα εθνικιστικά και μειονοτικά κινήματα χρησιμοποίησαν τον αποσπασματικό και συναισθηματικό λόγο περί μνήμης ως ιδεολογία διεκδίκησης και ακύρωσης της μνήμης του γείτονά τους. Οι αποεδαφοποιημένες σύγχρονες διασπορές αντικατέστησαν την αγάπη για την πατρίδα με την προσκόλληση στη μνήμη. Καθώς η μεταβίβαση της μνήμης από γενιά σε γενιά αδυνάτισε, τη θέση της κατέλαβε η εμπρόθετη καλλιέργεια της μνήμης.

Σε αυτή τη διαδικασία η λήθη φαίνεται να έχει χάσει τα δικαιώματά της. Και όμως, χωρίς λήθη ο κόσμος θα μας ήταν αφόρητος. Η υπερμνησία είναι εξίσου τραυματική με την αμνησία. Αλλωστε η λήθη βρίσκεται στις προϋποθέσεις της πολιτικής στις πιο πρωταρχικές της μορφές, εκεί που υπερβαίνει την άμεση και φυσική αντεκδίκηση, για να ρυθμίσει ειρηνικά τη συμβίωση. Τα παραδείγματα των αμνηστιών στην αρχαία Αθήνα δείχνουν μια επιδέξια διαχείριση της μνήμης και της λήθης. Ο Ερνέστος Ρενάν έγραφε (στο «Τι είναι ένα έθνος;», 1882) πως «η λήθη είναι ουσιαστικός παράγων για τη δημιουργία ενός έθνους».

Στην πραγματικότητα η λήθη έχει χάσει τα δικαιώματά της αλλά όχι την παρουσία της. Και είναι ενδεχομένως αυτή η μουλωχτή παρουσία της λήθης που κάνει προβληματική, τουλάχιστον ηθικά, την αναφορά στη μνήμη. Λ.χ., αναφερόμαστε στην ιστορική μνήμη στην Ελλάδα, και συνήθως ο λόγος γίνεται για τις «χαμένες πατρίδες» στη Μικρασία. Ξεχνάμε όμως ότι πάνω από μισό εκατομμύριο μουσουλμάνοι, πολλοί από αυτούς ελληνόφωνοι, άφησαν «χαμένες πατρίδες» στα Βαλκάνια. Ποιος θυμάται ότι η Θεσσαλονίκη είναι μια χαμένη πατρίδα για τους Εβραίους, είτε γι' αυτούς που χάθηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης είτε για εκείνους που έφυγαν σε άλλους τόπους; Και όταν αναφερόμαστε στο Ολοκαύτωμα και ο νους μας πάει μόνο στους Εβραίους, ξεχνάμε τους Τσιγγάνους, τους Σλάβους, τους κομμουνιστές, τους ιεχωβάδες και τα άλλα θύματα.

Επιλεκτικότητα της μνήμης; Αναπόφευκτα. Παρ' όλα αυτά, όμως, υπάρχουν κάποιες σταθερές δεσμευτικές αρχές με βάση τις οποίες μπορούμε να θυμόμαστε και να λησμονούμε; Δύσκολη απάντηση. Γιατί οι κατανομές της λήθης και της μνήμης αποτελούν περιοχές που οι εξουσίες με ζήλο διεκδικούν ως ζωτικό ιδεολογικό χώρο. Εξάλλου η πολιτική των ταυτοτήτων δεν σκοπεύει σε καθολικές αρχές, αλλά το αντίθετο· στην ιδιαιτερότητα.

Παρ' όλα αυτά, και καθώς η μνήμη συνδέεται με τη δικαιοσύνη, θα μπορούσαμε να συζητήσουμε την εξής αρχή: Δικαιοσύνη προς τα θύματα του παρελθόντος σημαίνει δικαιοσύνη προς τα θύματα του παρόντος. Π.χ., μνημονεύουμε τη Μικρασιατική Καταστροφή όχι μόνο για να θυμηθούμε τους δικούς μας ξεριζωμένους, αλλά και τους ξεριζωμούς τους σημερινούς, τα καραβάνια των προσφύγων που διασχίζουν σύνορα.

alt


Η ανάμνηση της προσφυγιάς και της μετανάστευσης θα αφήσει ανεπηρέαστη τη στάση μας απέναντι στους σημερινούς πρόσφυγες Αλβανούς, Ρωσοπόντιους κ.ά.; Μνημονεύουμε τα θύματα του ναζισμού για να σκεφτούμε τους παροξυσμούς του ρατσισμού που και σήμερα υπάρχει. Αν όμως είχαμε μάθει να θυμόμαστε ότι και οι Τσιγγάνοι ήταν αντικείμενο της ναζιστικής εξόντωσης, δεν θα απελαύνονταν με τόση ευκολία από τη σημερινή Γερμανία. Αν είχαμε ακούσει ότι όσοι για θρησκευτικούς λόγους αρνούνταν τη στράτευση βρήκαν τον θάνατο στα ίδια στρατόπεδα, θα δείχναμε ενδεχομένως μεγαλύτερη ευαισθησία για τους σημερινούς αντιρρησίες συνείδησης. Και όλα αυτά δεν αφορούν περιθωριακές ομάδες αλλά τη δημοκρατικότητα της κοινωνίας.

Επιστρέφοντας επομένως στο αρχικό ερώτημα, το πρόβλημα δεν είναι το τι πρέπει να θυμόμαστε και τι να ξεχνάμε αλλά το πώς. Ο τρόπος προσέγγισης της μνήμης. Θα πρέπει όμως να γίνει σαφές ότι εδώ προσεγγίζουμε τις ηθικοπολιτικές πλευρές του διλήμματος μνήμη / λήθη. Οι ιστοριογραφικές και επιστημολογικές πλευρές, δηλαδή η μνήμη / λήθη ως εγγραφή του ιστορικού αρχείου στο σώμα μιας κοινωνίας, έχουν διαφορετικές παραμέτρους.

Δεν θα ήθελα πάντως να κλείσω το άρθρο αυτό χωρίς μια τιμητική αναφορά στον υποδειγματικό και ευαίσθητο τρόπο που αντιμετώπισε τη μνήμη το θεατρικό έργο «Κοινός λόγος» της Ελλης Παπαδημητρίου, από το Θέατρο του Νέου Κόσμου. Θα άξιζε να διδαχθεί και φέτος.

ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 14 Σεπτεμβρίου 1997

Profile

georgkod ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΩΔΩΝΑΚΗΣ
Mυτιλήνη
Το προφίλ μου

ΕΠIΣΚΕΠΤΕΣ ΤΩΡΑ
ΠΟΙΕΙΝ: ΤΟ ΡΑΔΙΟΦΩΝΟ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ

Related Posts with Thumbnails