Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2012

Πώς διδάσκεται η μεταπολεμική Iστορία στο σχολείο

Ιστορικοί μίλησαν για το θέμα σε συζήτηση στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών


Πώς διδάσκεται η μεταπολεμική Iστορία στο σχολείο
Μέλη του Δημοκρατικού Στρατού σε φωτογραφία εποχής - το τραύμα του Εμφυλίου έχει μικρή αναφορά στα σχολικά βιβλία, εκτιμούν ιστορικοί


της Λαμπρινής Κουζέλη

Η διδασκαλία της πρόσφατης Ιστορίας στο σχολείο πάσχει. Τα σχολικά εγχειρίδια αποσιωπούν ή διαστρεβλώνουν όψεις της ιστορικής πραγματικότητας. Ο σχολικός ιστορικός λόγος συχνά υπακούει σε μια ρυθμιστική λογική της Ιστορίας που εξυπηρετεί εθνικές σκοπιμότητες. Μεγάλα δράματα της Ιστορίας, τα οποία αφορούν άμεσα τους μαθητές και τις οικογένειές τους, όπως οι αναγνωρίσεις των γενοκτονιών, δεν έχουν βρει τη θέση τους στα σχολικά εγχειρίδια και ο δάσκαλος είναι άοπλος για τη διδασκαλία τους στις σύγχρονες εθνικά μεικτές τάξεις.

Μεγάλες αλλαγές που έχουν διαμορφώσει τον κόσμο στον οποίο ζούμε σήμερα δεν θεωρούνται καν Ιστορία και δεν βρίσκουν ανταπόκριση στη σχολική τάξη, αφήνοντας τους μαθητές χωρίς εφόδια για να κατανοήσουν ιστορικά την πραγματικότητα που τους περιβάλλει. Αυτές ήταν ορισμένες από τις διαπιστώσεις που διατυπώθηκαν σε συζήτηση για τη διδασκαλία της μεταπολεμικής Ιστορίας μέσα από τα σχολικά βιβλία, την Τετάρτη, στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, στην οποία συμμετείχαν ο
Αντώνης Λιάκος, καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ο Βασίλης Παναγιωτόπουλος, ομότιμος διευθυντής ερευνών στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, ο Χάγκεν Φλάισερ, καθηγητής Νεότερης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και ο Ιάσονας Χανδρινός, υποψήφιος διδάκτορας Νεότερης και Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, με τον συντονισμό της δημοσιογράφου Αριστοτελίας Πελώνη.

Τραγική χαρακτήρισε τη διδασκαλία της Ιστορίας στο σχολείο ο νεότερος ιστορικός του πάνελ, ο 28χρονος Ιάσονας Χανδρινός, υπογραμμίζοντας με έμφαση:
«Έζησα στο πετσί μου ένα σύστημα εκπαιδευτικό το οποίο υπάρχει ακόμη και είναι ένα σύστημα που δεν έχει εκπαιδευτικό στόχο».

«Είναι δύσκολη η παρουσία της σύγχρονης ιστορίας στο σχολείο διότι μπαίνουν προβλήματα κοινωνικής διαπάλης η οποία διαβρώνει το πεδίο ειρήνης που θα πρέπει να είναι το σχολείο»
, εξήγησε ο βετεράνος ιστορικός Βασίλης Παναγιωτόπουλος, συμπληρώνοντας πως «αποδεικνύεται τελικά ότι ο χώρος της ιστορικής παιδείας δεν είναι χώρος αρμονικής συμβίωσης ούτε καν ένας χώρος κοινωνικής ανακωχής αλλά πεδίο μάχης όπου οι αντίπαλοι στρατοί κατεβαίνουν πάνοπλοι για να επικρατήσουν.

Η Εκκλησία διεκδικεί τον ρυθμιστικό της ρόλο, αυτόν που έχασε σταδιακά μετά την έξοδο των ευρωπαϊκών κοινωνιών από τον πνευματικό μεσαίωνα. Οι προοδευτικές δυνάμεις προσπαθούν να καθαγιάσουν τα πάθη της Αριστεράς μέσα από την ένταξή τους στη σχολική ύλη ενώ οι δυνάμεις της συντήρησης, σε συμμαχία με το ιδεολογικό έκτρωμα ενός νεόκοπου αντιιμπεριαλιστικού πατριωτισμού, προσπαθούν να υπερασπιστούν και να επιβάλουν τις πιο λαϊκιστικές και τις πιο αντιεπιστημονικές εκδοχές της ελληνικής Ιστορίας».
Πώς υπερβαίνουμε αυτή τη δυσκολία; Με τη δημιουργία μίας διδακτικής ενότητας, πρότεινε ο κ. Παναγιωτόπουλος, όπου η γεωγραφία, ο σύγχρονος πολιτισμός και η σύγχρονη Ιστορία θα αποτελέσουν ένα σύγχρονο γνωστικό πεδίο, ένα σύνολο το οποίο χωράει πολλά πράγματα, ώστε να βοηθηθεί ο μαθητής.

Στη συζήτηση αναφέρθηκαν συχνά τα μεγάλα γεγονότα του 20ού αιώνα που συγκλόνισαν τον κόσμο, ο Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος, ο κομμουνισμός, οι ανταλλαγές πληθυσμών, η αντιαποικιακή εξέγερση, οι γενοκτονίες. Τις σιωπές, τις απουσίες και τις διαστρεβλώσεις στην παρουσίαση αυτών των μεγάλων ιστορικών γεγονότων της πρόσφατης Ιστορίας σχολίασε ο Χάγκεν Φλάισερ σε μια συγκριτική παρουσίαση, φέρνοντας παραδείγματα από εγχειρίδια διαφόρων ευρωπαϊκών σχολικών παραδόσεων. Έτσι, όταν αφηγούνται τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο, τα ρωσικά εγχειρίδια εμμένουν στην εικόνα του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου της Σοβιετικής Ένωσης, όπως και τα βιβλία στη Λευκορωσία και στην Ανατολική Ουκρανία, ενώ σε άλλες χώρες της πρώην ΕΣΣΔ οι σοβιετικοί παρουσιάζονται όχι ως απελευθερωτές αλλά ως δυνάστες της Βαλτικής.


Άλλο παράδειγμα: Για πολλά χρόνια θέμα ταμπού ήταν για τους Γάλλους η κυβέρνηση του Βισύ και μόλις τα 10 τελευταία χρόνια μπήκε ο δωσιλογισμός στη Γαλλία στα σχολικά βιβλία. Αντιστοίχως, μικρή είναι η αναφορά στον δωσιλογισμό και στα ελληνικά βιβλία -επισήμανε ο αυστριακός ιστορικός, ο οποίος διαμένει στην Ελλάδα εδώ και 35 χρόνια- όπως και στην τραυματική εμπειρία του Εμφυλίου. Το παρελθόν διχάζει λοιπόν, τόσο στο εσωτερικό ενός έθνους όσο και σε επίπεδο διακρατικό, και αιτία διχασμού αποτελούν όχι μόνο η συνολική οπτική την οποία υιοθετούν οι συγγραφείς των σχολικών βιβλίων για την προσέγγιση του παρελθόντος αλλά και μεμονωμένα γεγονότα, όπως για παράδειγμα, ποιος ακριβώς είπε το «ΟΧΙ» του 1940.


«Μοιραζόμαστε και την Ιστορία και την κληρονομιά της σε αυτό το κοινό σπίτι που είναι η Ευρώπη»
, κατέληξε ο κ. Φλάισερ, ο οποίος ανέφερε ότι πολλές χώρες έχουν κοινές επιτροπές για τη σύνταξη σχολικών βιβλίων. «Δεν μιλάμε για απόκρυψη γεγονότων της πραγματικότητας, αλλά κάθε πράγμα έχει δύο πλευρές», επισήμανε, κάνοντας λόγο για ένα πρότυπο δείγμα μιας τέτοιας συνεργασίας, για ένα βιβλίο Ιστορίας της Γ΄Λυκείου που διδάσκεται προαιρετικά στη Γερμανία και στη Γαλλία. Γραμμένο από κοινού από γάλλους και γερμανούς ιστορικούς, το βιβλίο πραγματεύεται τα κρισιμότατα για τις σχέσεις των δύο χωρών χρόνια από το τέλος των ναπολεόντειων πολέμων το 1815 ως τέλος του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου το 1945 -χρόνια τα οποία περιλαμβάνουν τρεις πολέμους μεταξύ των δύο χωρών- και αποτελεί τεράστιο βήμα προς την κατεύθυνση μετακίνησης των προσβλητικών καταλοίπων ενός διχαστικού παρελθόντος.

Τα σχολικά εγχειρίδια δεν είναι το Α και το Ω σήμερα γιατί η ιστορική πληροφορία φτάνει από ποικίλες πηγές, υποστήριξε ο Αντώνης Λιάκος: από τον δάσκαλο, από την οικογένεια, αλλά κυρίως από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα και τα νέα τεχνολογικά μέσα, το διαδίκτυο και τη Wikipedia. Mε όλο αυτό το υλικό της εξωσχολικής Ιστορίας
«ο κάθε μαθητής μπορεί να φτιάξει μια ready-made ιστορία». Το ζήτημα όμως δεν είναι πλέον η εύρεση της πληροφορίας, αλλά η διαχείρισή της. «Μεγάλα δράματα της ιστορίας, τα οποία απασχολούν τα παιδιά και τις οικογένειές τους, την τηλεόραση και τον Τύπο, ελάχιστα απασχολούν τα σχολικά βιβλία», παρατήρησε ο ομιλητής, φέρνοντας για παράδειγμα τη γενοκτονία των Αρμενίων. «Οι συζητήσεις για αυτά τα θέματα φτάνουν στα παιδιά. Το ζήτημα είναι πώς το σχολείο θα βοηθήσει τον μαθητή να αναπτύξει εργαλεία για να χειριστεί όλη αυτή την πληροφορία γνωσιακά, ψυχολογικά και συναισθηματικά», επισήμανε ο κ. Λιάκος.

Ζητούμενα της ιστορικής έρευνας των τελευταίων δεκαετιών, όπως η μνήμη και η δικαίωση, η αναγνώριση και η ταυτότητα, η παγκοσμιοποίηση και η κρίση, θα πρέπει επίσης
«να βρουν τον τρόπο τους μέσα από μια σχολική εκπαίδευση η οποία παραμένει γραφειοκρατική και αγκυλωμένη σε ένα είδος ιστορίας όπως αυτή ήταν η πολιτική ιστορία πριν από μερικές δεκαετίες». Τι γίνεται σε πρωτοπόρα σχολεία ή σε χώρες όπου αρχίζει και ανοίγει αυτή η διαδικασία; «Δουλεύουν και με το ιστορικό μυθιστόρημα, τις ταινίες, το ντοκιμαντέρ, τη μαρτυρία», για να αποκαταστήσουν μια συναισθηματική σχέση ανάμεσα στο παρόν και στο παρελθόν, μια σχέση που τη χρειαζόμαστε, είναι κι αυτός ένας από τους λόγους που αναπαράγουμε την Ιστορία.

«Υπάρχουν όμως και μεγάλα ζητήματα που δεν μπαίνουν καν στην έννοια της Ιστορίας, δεν αντιλαμβανόμαστε ότι αποτελούν Ιστορία. Το πρώτο και μεγάλο από αυτά είναι η ιστορία της τεχνοεπιστήμης»
, συνέχισε ο κ. Λιάκος. «Δεν έχουμε συνειδητοποιήσει πώς άλλαξε ο κόσμος στο β΄ μισό του 20ού αιώνα τουλάχιστον σε δύο παραδειγματικούς τρόπους, στην ιατρική και στην ψηφιακή τεχνολογία, και τι αλλαγές συνεπάγονται οι εξελίξεις σε αυτούς τους χώρους. Οι εξελίξεις στην ιατρική για παράδειγμα, η οποία ξεφεύγοντας από το δίπολο υγεία-αρρώστια ασχολείται πλέον με τη βελτιστοποίηση των ανθρώπινων οργανισμών, έχουν επιπτώσεις στην οικονομία, στην κοινωνική ασφάλιση, στα ασφαλιστικά ταμεία, στον τρόπο με τον οποίο συγκροτείται η ζωή». Θα πρέπει να αναρωτηθούμε αν η σχολική Ιστορία, όπως είναι σήμερα, βοηθά τον μαθητή να κατανοήσει τη σύγχρονη ζωή.

«Θα πρέπει να καταλάβουμε τη σχολική ιστορία όχι ως δεοντολογία αλλά ως ένα πεδίο στο οποίο υπάρχουν μεν αντιπαραθέσεις, οι οποίες όμως θα πρέπει να γίνονται επάνω σε ένα υπόβαθρο»
κατέληξε ο κ. Λιάκος. «Για να γίνει αποτελεσματική η αλλαγή της Ιστορίας στο σχολείο θα πρέπει το υπόβαθρο αυτό να εγκαταλείψει την παλιά γεγονοτολογική ιστορία και να εγκολπωθεί μια ιστορία μεγάλων αλλαγών που να καθιστά τη γνώση αντικείμενο της ίδιας της εξέλιξης». Ή, όπως το διατύπωσε πολύ παραστατικά αργότερα, απαντώντας σε ερώτηση του ακροατηρίου, «Η αναισθησία [η νάρκωση] είναι πολύ πιο σημαντική από ό,τι ήταν ο Γαμβέτας» ως ιατρική πρακτική που αποτελεί βασική τομή στη νεότερη Ιστορία. «Μια τέτοια Ιστορία είναι η μεγάλη πρόσκληση για τη σημερινή εκπαίδευση, αν θέλουμε αυτή να παρακολουθεί τις ανάγκες των σύγχρονων ανθρώπων. Για να καταλάβουν τις αλλαγές που βρίσκονται μπροστά τους θα πρέπει να καταλάβουν τι είδους Ιστορία έχουν αυτές οι αλλαγές», συνέχισε ο ιστορικός καταλήγοντας: «
Διαφορετικά, αφενός θα ανοίγει το χάσμα με τις ανάγκες των νέων ανθρώπων -οι οποίοι θα αναζητούν σε διαφορετικά πεδία βοήθεια για να προσανατολιστούν στη σύγχρονη εποχή- αφετέρου οι συζητήσεις για τα μεγάλα ζητήματα θα γίνονται ερήμην της Ιστορίας».

ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 10-2-2012


Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2012

Η ιστορία της Ελλάδας είναι ιστορία δανείων


Η επικαιρότητα της πρότασης Μέρκελ για την οικονομική επιτροπεία μέσα από την αναδρομή στην πτώχευση του 1893 και στον Διεθνή Οικονομικό Ελεγχο. Προδημοσίευση από το νέο βιβλίο του Γιώργου Ρωμαίου

Η ιστορία της Ελλάδας είναι ιστορία δανείων
Ο Χαρίλαος Τρικούπης «πλήρωσε» τη χρεοκοπία του 1893 με την κατά κράτος ήττα τους στις εκλογές του Απριλίου του 1895: δεν εξελέγη καν βουλευτής

Αμέσως μετά τη χρεοκοπία του 1893, η κυβέρνηση Τρικούπη ξεκίνησε τις δύσκολες, δίχως αμφιβολία, διαπραγματεύσεις με τους αντιπροσώπους των χωρών που είχαν επηρεαστεί στον μεγαλύτερο βαθμό από την αδυναμία πληρωμής των ελληνικών εξωτερικών δανείων. Ομως τον Αύγουστο του 1894, όταν ο συμβιβασμός που είχε συνάψει η κυβέρνηση Τρικούπη με τους ξένους αντιπροσώπους τέθηκε στο συμβούλιο των άγγλων ομολογιούχων, αυτοί τον απέρριψαν, με την αιτιολογία ότι η Ελλάδα ήταν σε θέση να προσφέρει καλύτερες εγγυήσεις και όρους, καθώς και ότι η πτώχευσή της ήταν «δόλια», άποψη που αναπαραγόταν συνεχώς από μεγάλης κυκλοφορίας βρετανικές εφημερίδες και περιοδικά, όπως οι Φαϊνάνσιαλ Τάιμς και ο Εκόνομιστ.

Ανάλογες απόψεις εξέφρασαν και οι γάλλοι ομολογιούχοι, ενώ οι Γερμανοί, οι οποίοι, αν και κατείχαν το μικρότερο ποσοστό του ελληνικού χρέους από τους Αγγλους και τους Γάλλους, εμφανίζονταν ιδιαίτερα αδιάλλακτοι απέναντι στην Ελλάδα και αρκετοί αξιωματούχοι, αλλά και έντυπα, ζητούσαν να χρησιμοποιηθεί το ελληνικό εξωτερικό χρέος ως μοχλός για την αύξηση της επιρροής της Γερμανίας στην Ελλάδα και την Ανατολική Μεσόγειο γενικότερα.

Αλλαγή κυβέρνησης


Στις εκλογές του Απριλίου του 1895 ο Χαρίλαος Τρικούπης ηττήθηκε κατά κράτος (δεν εξελέγη καν βουλευτής και αποχώρησε για τη Γαλλία όπου και πέθανε ένα χρόνο αργότερα) και πρωθυπουργός αναδείχθηκε εκ νέου ο Θεόδωρος Δηλιγιάννης, το έτερον ήμισυ του εξασθενημένου, ωστόσο, πρώτου ελληνικού δικομματισμού.
Αν και ο Δηλιγιάννης, όντας στην αντιπολίτευση, είχε χαρακτηρίσει τη στάση πληρωμών της κυβέρνησης Τρικούπη πράξη «άτοπον και αν όχι ονειδιστικήν» και είχε υποστηρίξει, σε επιστολή του προς τις πρεσβείες των τριών ξένων Δυνάμεων, πως ο συμβιβασμός με τους δανειστές «ήτο καθήκον προς την Πατρίδα και τον Βασιλέα, όπερ επέβαλλεν ου μόνον το συμφέρον του κράτους και της κοινωνίας, αλλά και η τιμή του ελληνικού λαού». Εντούτοις, όταν ξεκίνησε, ως πρωθυπουργός πια, τις διαπραγματεύσεις με τους ξένους αντιπροσώπους για την επίτευξη ενός νέου συμβιβασμού, αρνήθηκε επανειλημμένως να υποχωρήσει σε καίρια ζητήματα. Κι αυτό γιατί φοβόταν τόσο την πίεση από το εσωτερικό του κόμματός του όσο και την κοινή γνώμη που είχε λάβει ξεκάθαρη θέση εναντίον των ξένων Δυνάμεων.

Ο Δηλιγιάννης δήλωσε στη Βουλή πως δεν υπήρξε συμφωνία καθώς τα μέτρα που πρότειναν οι ξένοι αντιπρόσωποι των τριών Δυνάμεων θα οδηγούσαν, αργά ή γρήγορα, σε νέα πτώχευση και θα απειλούσαν την εθνική κυριαρχία της χώρας. Η άρνηση συμβιβασμού της κυβέρνησης Δηλιγιάννη, στάση η οποία επρόκειτο να διαρκέσει καθ' όλη τη διετή περίπου θητεία της, προκάλεσε τον εκνευρισμό των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων, αλλά και αρνητικά για την Ελλάδα σχόλια στον ευρωπαϊκό Τύπο.


Το τηλεγράφημα που δεν έφτασε

Η τοποθέτηση, όμως, τον Οκτώβριο του 1896, του Στέφανου Στρέιτ στη διοίκηση της Εθνικής Τράπεζας, ο οποίος αντικατέστησε τον Παύλο Καλλιγά, είχε αρχίσει να μεταλλάσσει κάπως το κλίμα. Ο Στρέιτ, διπλωμάτης και καθηγητής Διεθνούς Δικαίου, ήταν το κατάλληλο πρόσωπο για να χειριστεί την υπόθεση του δημοσίου εξωτερικού χρέους και η παρουσία του έδωσε νέα πνοή στις διαπραγματεύσεις.

Υστερα από αμοιβαίες υποχωρήσεις στις διαπραγματεύσεις που επαναλήφθηκαν στο Παρίσι, στις 18 Φεβρουαρίου 1897, ο Στρέιτ κατάφερε να επιτύχει έναν συμβιβασμό. Αμέσως μετά την επίτευξη του συμβιβασμού, ο Στρέιτ έστειλε πρώτα ένα τηλεγράφημα αποδοχής των συμβιβαστικών προτάσεων προς τους δανειστές και αμέσως μετά έσπευσε να στείλει ένα ακριβές αντίγραφο προς τον πρωθυπουργό Δηλιγιάννη. Ωστόσο, αυτό το αντίγραφο δεν θα έφτανε ποτέ στην Αθήνα.


Οι «ατυχείς» χειρισμοί Δηλιγιάννη


Οπως αποδείχθηκε λίγο αργότερα, εκείνο τον Φεβρουάριο του 1897, η Ελλάδα είχε χάσει τη μοναδική ευκαιρία να επιτύχει έναν αμοιβαίο συμβιβασμό. Οι ατυχέστατοι χειρισμοί της ελληνικής κυβέρνησης στο κρητικό ζήτημα, οι τυχοδιωκτικοί χειρισμοί της εθνικιστικής οργάνωσης της «Εθνικής Εταιρείας», η άρνηση της επικύρωσης της συμφωνίας του Στρέιτ και η αναμενόμενη έκβαση του «ατυχούς» ελληνοτουρκικού πολέμου του Απριλίου - Μαΐου του 1897, επρόκειτο να καταδικάσουν τις όποιες πιθανότητες είχε η Ελλάδα να επιτύχει έναν αξιοπρεπή, δημοσιονομικά και ηθικά, συμβιβασμό με τους ξένους δανειστές. Ο σκληρός Διεθνής Ελεγχος ήταν πλέον προ των πυλών και η Ελλάδα είχε χάσει κάθε διαπραγματευτικό χαρτί σε αυτό το δημοσιονομικό «μπρα-ντε-φερ» με τις ξένες Δυνάμεις.


Η επιβολή του Διεθνούς Ελέγχου

Στα τέλη Οκτωβρίου του 1897, δηλαδή λίγο μετά τη συνθήκη της Κωνσταντινούπολης και την ντε φάκτο απόφαση της επιβολής του Διεθνούς Ελέγχου στην Ελλάδα, απόφαση που η Ελλάδα δεν μπορούσε να αμφισβητήσει, μετέβησαν στην Αθήνα αντιπρόσωποι των ξένων Δυνάμεων που θα συμμετείχαν στην επιβολή του ελέγχου (Αγγλία, Γαλλία, Ιταλία, Γερμανία, Ρωσία και Αυστρία) για να οριστικοποιήσουν τις λεπτομέρειες και τις τεχνικές εκκρεμότητες του ελέγχου. Μεταξύ αυτών ήταν και ο γνωστός Εδουάρδος Λω, ως αντιπρόσωπος της Αγγλίας. Από την πλευρά της Ελλάδας, τις διαπραγματεύσεις θα διεξήγαγε ο Στέφανος Στρέιτ, υπουργός Οικονομικών πια της κυβέρνησης Αλ. Ζαΐμη, η οποία είχε αντικαταστήσει την κυβέρνηση Δημητρίου Ράλλη που είχε πέσει λόγω του περιεχομένου της Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης.


Το νομοσχέδιο στη Βουλή

Στα τέλη του Ιανουαρίου 1898 οι ξένοι δανειστές και η ελληνική κυβέρνηση έφτασαν σε συμβιβασμό και σε συμφωνία για τις λεπτομέρειες του νομοσχεδίου το οποίο θα έπρεπε να υπερψηφιστεί από τη Βουλή εντός του Φεβρουαρίου. Πράγματι, στις 19 Φεβρουαρίου, ο υπουργός Οικονομικών Στ. Στρέιτ υπέβαλε στη Βουλή το νομοσχέδιο του Διεθνούς Ελέγχου.


Την επομένη, κατά τη διάρκεια της οποίας συνεχίστηκε η συζήτηση για την ψήφιση του νομοσχεδίου του Διεθνούς Ελέγχου, ο Στρέιτ αναφέρθηκε στις δυσκολίες που αντιμετώπισε ως υπουργός Οικονομικών στις διαπραγματεύσεις με τους ξένους αντιπροσώπους, ενώ τόνισε και την προκατάληψη και την έλλειψη εμπιστοσύνης που διακατείχε τη στάση των ευρωπαϊκών δυνάμεων απέναντι στην Ελλάδα (στάση που θυμίζει σε πολλά σημεία την καχυποψία των Ευρωπαίων απέναντι στην ελληνική κυβέρνηση το 2010 και το 2011).


Η υπερψήφιση του νομοσχεδίου


Στο τέλος της αγόρευσής του και πριν από την ψήφιση του νομοσχεδίου ο υπουργός Οικονομικών Στρέιτ προειδοποίησε τους βουλευτές πως, αν η ελληνική Βουλή απέρριπτε και δεν υπερψήφιζε το νομοσχέδιο, ακόμη και κάποιο μεμονωμένο άρθρο, τότε οι ξένες κυβερνήσεις δεν θα ενέκριναν την παροχή δανείου προς τη χώρα.
Τα στελέχη του ΔΟΕ έφθασαν στην Αθήνα στις αρχές Απριλίου του 1898. Η Επιτροπή αποτελούνταν από τους Λο (Βρετανία), Τροϊάνσκι (Ρωσία), Νομπίλι (Ιταλία), Μουροάρ (Γαλλία), Βίγκλερ (Γερμανία) και Οπενχάιμερ (Αυστρία). Μία από τις πρώτες ενασχολήσεις της Επιτροπής Ελέγχου ήταν η οργάνωση της εγκατάστασης της επιτροπής και η επιλογή των γραφείων της και του προσωπικού. Αξίζει να τονιστεί ότι στις συνεδριάσεις της Επιτροπής δεν είχε δικαίωμα παρουσίας ή συμμετοχής ο έλληνας υπουργός Εξωτερικών.


Από τις εκδόσεις Πατάκη κυκλοφορεί επίσης το βιβλίο του Γιώργου Ρωμαίου «Η περιπέτεια του κοινοβουλευτισμού την Ελλάδα».

ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 5-2-2012


Τρίτη, 17 Ιανουαρίου 2012

«Και αν μας λείψη η εξωτερική επικουρία, δεν υπάρχει φόβος να καταστραφώμεν»

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος στο «Ελεύθερο Βήμα» 80 χρόνια πριν - Ο τότε πρωθυπουργός γράφει για την κατάσταση και το μέλλον της χώρας λίγο πριν την πτώχευση του 1932 και τις πιθανές συνέπειές της


του Γ.Π.Μαλούχου


alt


Αν και πάρα πολλά διαφέρουν, επίσης πολλά παραπέμπουν έντονα στο σήμερα - πάντως, η πτώχευση του 1932 είναι από κάθε άποψη η πιο «κοντινή» στις σημερινές συνθήκες από κάθε άλλη που γνώρισε η Ελλάδα. Ηταν ακριβώς πριν από ογδόντα χρόνια, τον Ιανουάριο του 1932, όταν ο τότε πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος προετοιμαζόταν για μια καθοριστικής σημασίας περιοδεία στη Ρώμη, το Παρίσι και το Λονδίνο με σκοπό να πετύχει την οικονομική στήριξη της Ελλάδας που ήταν έτοιμη να καταρρεύσει υπό το βάρος του χρέους προς τους ξένους ομολογιούχους.

Το ταξίδι του Βενιζέλου, που πραγματοποιήθηκε το τελευταίο δεκαήμερο του Ιανουαρίου, τελικά, δεν έφερε αποτελέσματα. Οι τρεις πρωτεύουσες αρνήθηκαν το δανεισμό. Την ίδια στιγμή, οι επιπτώσεις του Κραχ του 1929 δεν άφηναν περιθώρια για ανάλογες ενέργειες προς τις ΗΠΑ, ενώ η Γερμανία προετοιμαζόταν ήδη για τη δική της πτώχευση κυρίως λόγω των αποζημιώσεων του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.


Λίγο αργότερα, τον Απρίλιο του ίδιου έτους, το θέμα της Ελλάδας είχε πλέον παραπεμφθεί στην Κοινωνία των Εθνών που συνεδρίαζε στη Γενεύη, όπου επίσης ταξίδεψε ο Βενιζέλος, χωρίς πάλι να πετύχει ευνοική για τη χώρα απόφαση στο αίτημά του για πενταετή καθυστέρηση πληρωμών και διεθνές δάνειο 50 εκ. δολαρίων. Ηταν η τελευταία προσπάθεια...


Η πτώχευση


Η άρνηση που εισέπραξε η Ελλάδα στη Γενεύη οδήγησε τελικά σε κυβερνητική κρίση με την παραίτηση του υπουργού Οικονομικών Γεωργίου Μαρή στις 22 Απριλίου και την ανάληψη του υπουργείου από τον Κυριάκο Βαρβαρέσο, ο οποίος, λίγο μετά, στις 21 Μαίου, κήρυξε τη χώρα σε πτώχευση. Πέντε μέρες αργότερα, η κυβέρνηση Βενιζέλου πέφτει και σχηματίζεται κυβέρνηση Αλέξανδρου Παπαναστασίου.


Εν τω μεταξύ, στις 20 Μαρτίου 1932, το «Ελεύθερον Βήμα» δημοσιεύει το αναδημοσιευόμενο εδώ κείμενο του Ελευθερίου Βενιζέλου σχετικά με το ζήτημα. Σε αυτό, ο πρωθυπουργός περιγράφει τις προσπάθειές του στην Ευρώπη, καλεί σε σχηματισμό οικουμενικής κυβέρνησης αλλά, το κυριότερο, κατακεραυνώνει, από την πρώτη κιόλας φράση του, το κλίμα ηττοπάθειας της εποχής, εκτιμώντας ότι, τελικά, «και αν μας λείψει η εξωτερική επικουρία, δεν υπάρχει φόβος να καταστραφώμεν», ενώ εξηγεί και το γιατί: το κείμενο του Ελευθερίου Βενιζέλου παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον και η ανάγνωσή του εισφέρει διαστάσεις του προβλήματος και πολιτικές απόψεις που, ειδικά σήμερα, παρά τις πολύ μεγάλες διαφορές των εποχών και των συνθηκών, αξίζει όσο ποτέ να διαβαστούν με πολύ μεγάλη προσοχή.


Ο Βενιζέλος δικαιώθηκε


Η πτώχευση τελικά επήλθε. Ομως, στην ουσία, τα πιο σοβαρά προβλήματα, εντοπίστηκαν στη συρρίκνωση του τραπεζικού τομέα με το κλείσιμο πολλών τραπεζών μέχρι τα τέλη του έτους. Στο γενικότερο όμως πλαίσιο, οι εξελίξεις σε πολύ μεγάλο βαθμό δικαιώνουν τον Βενιζέλο: ήδη από το 1933, η οικονομική δραστηριότητα στην Ελλάδα καταγράφει αύξηση 6%, η οποία το 1935 εκτινάσσεται στο 13,5%. Οσο για τα αποθεματικά της Τράπεζας της Ελλάδος, από 7,5 εκατομμύρια δολάρια που ήταν κατά την περίοδο της πτώχευσης, φτάνουν στα 44,7 εκατομμύρια δολάρια μόλις μέσα σε δύο χρόνια, το 1934. Και η νομισματική κυκλοφορία από το 1932 μέχρι το 1939 υπεδιπλασιάζεται, για να ξεπεράσει τα 9 δις δολάρια τη χρονιά πριν η Ελλάδα μπει στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.


Η Ελλάδα, όπως προέβλεψε ο Βενιζέλος, δεν διαλύθηκε τελικά από την πτώχευση του '32, ενώ η κοινωνία γρήγορα ορθοπόδησε και πάλι, αν και η υπόθεση της διαχείρισης του χρέους κάθε άλλο παρά τελειώνει εκεί: αυτό εξακολουθεί να είναι το βασικό θέμα της χώρας και έχει «καταπιεί» σειρά από κυβερνήσεις μέχρι και το 1936, όταν ο Ιωάννης Μεταξάς έρχεται στην εξουσία.


Από τον Βενιζέλο στον Μεταξά: χρέος, παλινόρθωση, δικτατορία


Η άνοδος του Μεταξά στην πρωθυπουργία δεν γίνεται τον Αύγουστο, όπως πολλοί πιστεύουν, αλλά στα τέλη Απριλίου, έχοντας λάβει 241 ψήφους κατά τη σχετική διαδικασία στη Βουλή. Ο κύριος λόγος που η Βουλή του έδωσε αυτή την εξουσία με πίεση των ανακτόρων και με έκτακτες αρμοδιότητες, ήταν ακριβώς το χρέος και ιδίως ότι τα μεγάλα κόμματα, έπειτα από σχεδόν τέσσερα χρόνια που ανεβοκατέβαιναν κυβερνήσεις, δεν είχαν πια καμία διάθεση να αναλάβουν τις σχετικές ευθύνες...


Ο Μεταξάς προτάθηκε από τον βασιλιά για πρωθυπουργός μετά τον θάνατο του Δεμερτζή στην κυβέρνηση του οποίου ήταν αντιπρόεδρος και υπουργός Αμύνης. Εν τω μεταξύ,, είχε πεθάνει και ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Όπως ο ίδιος ο Μεταξάς έχει γράψει στα απομνημονεύματά του, ο βασιλιάς, που μόλις πριν από λίγους μήνες είχε επιστρέψει στην Ελλάδα και είχε αναλάβει και πάλι το θρόνο, είχε σαν κύριο μέλημά του την ικανοποίηση του Συμβουλίου των Ομολογιούχων και της αγγλικής κυβέρνησης που τους στήριζε. Μάλιστα, σε γράμμα του προς τον Ελληνα πρέσβη στο Λονδίνο, αναφέρει ότι είχε υποστεί τέτοια πίεση από το θρόνο για το θέμα, που λίγο έλλειψε να παραιτηθεί από πρωθυπουργός! Τόσο η παλινόρθωση του 1935 όσο και η επιβολή της δικτατορίας του 1936, έχουν άμεση διασύνδεση με το χρέος, περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο γεγονός της δημόσιας ζωής του τόπου εκείνη την περίοδο.


Ο Μεταξάς κυβέρνησε κοινοβουλευτικά από τον Μάιο μέχρι τον Ιούλιο και στις 4 Αυγούστου κήρυξε δικτατορία. Σε όλο αυτό το διάστημα από τον Απρίλιο μέχρι τις αρχές Αυγούστου, χρειάστηκε να προσφύγει σε διατάγματα, για τα οποία είχε την εν λευκώ εξουσιοδότηση της Βουλής που είχε μόνη της αναστείλει τις λειτουργίες της. Αλλωστε, στις αγορεύσεις της συνεδρίασης της παροχής ψήφου εμπιστοσύνης, υπήρξαν έντονες φωνές που προσπαθούσαν να πείσουν το σώμα ότι θα έπρεπε να αποφύγει τον «ακρωτηριασμό» ή την «αυτοκτονία» της δημοκρατίας, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Ο Αγγλος πρέσβης στην Αθήνα, καλούσε με αναφορές του το Λονδίνο και το Συμβούλιο των Ομολογιούχων να δεχθούν τις ρυθμίσεις που πρότεινε ο Μεταξάς, φτάνοντας να πει ότι «αν έρθουν οι πολιτικοί δεν θα σας δώσουν πεντάρα» ...;


Από τη δικτατορία στον πόλεμο


Στις 20 Αυγούστου, μόλις δύο εβδομάδες αργότερα από την επιβολή της δικτατορίας, ο Μεταξάς επισκέπτεται τον βασιλιά Γεώργιο Β στην Κέρκυρα, όπου φιλοξενούσε τον Εδουάρδο τον Η της Αγγλίας, για να τους ανακοινώσει ότι η κυβέρνησή του συμφώνησε τελικά με το Συμβούλιο των Ομολογιούχων για τη ρύθμιση του χρέους.


Όμως, το κλίμα ευφορίας που επικράτησε στη συνάντηση της Κέρκυρας, δεν κράτησε πολύ. Το θέμα, παρά την επίτευξη συμφωνίας, τελικά, δεν έληξε, καθώς, το 1937, το Συμβούλιο των Ομολογιούχων ζήτησε και νέα διαπραγμάτευση. Τελικά, μόνον η έλευση του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, που επίσης η έκρηξή του είχε πίσω της μεταξύ άλλων και το μέγα ζήτημα της γερμανικής χρεοκοπίας με κύρια αιτία τις πολεμικές αποζημιώσεις του Πρώτου Παγκοσμίου, ήταν εκείνη που στάθηκε ικανή να θέσει οριστικά το πρόβλημα του χρέους σε δεύτερη μοίρα ...;

ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 16-1-2012


Κυριακή, 8 Ιανουαρίου 2012

Μέρες του ’30 στην πολιτική

του Πασχου Mανδραβελη


Στις αρχές της δεκαετίας του '30 ο κόσμος χανόταν και η Ελλάδα πάλευε στα μανιασμένα κύματα της διεθνούς οικονομικής κρίσης. Ομως, όπως γράφει ο Μαρκ Μαζάουερ, στο βιβλίο του «Η Ελλάδα του Χίτλερ», το πολιτικό σύστημα της χώρας για άλλα ανησυχούσε: «Στη Βουλή (σ.σ. μετά τη χρεοκοπία του 1932) το πολιτειακό ζήτημα παρέμεινε ο άξονας γύρω από τον οποίο στρέφονταν όλα τα υπόλοιπα. Ενώ όμως ο πολιτικός κόσμος της Αθήνας συζητούσε εάν έπρεπε να επιτραπεί στον εξόριστο από το 1923 βασιλιά Γεώργιο να επιστρέψει, λίγο ασχολούνταν με την έντονη κοινωνική και οικονομική κρίση που μάστιζε τη χώρα. Στην Πελοπόννησο οι σταφιδοπαραγωγοί εξεγείρονταν, ξήλωναν τις σιδηροδρομικές γραμμές, έκαιγαν δημόσια κτίρια διαμαρτυρόμενοι για την απουσία κρατικής στήριξης. Απεργίες στη βιομηχανία σάρωσαν τη χώρα από την Καλαμάτα ώς την Καβάλα...».

Επεβλήθη η δικτατορία του Μεταξά, η χώρα πέρασε την Κατοχή με τρομακτικές ανθρώπινες και οικονομικές απώλειες, αλλά οι πολιτικοί δικαίωσαν τον αφορισμό του διανοούμενου κομμουνιστή Δημήτρη Γληνού ότι «τίποτε δεν λησμονούν από τις παλιές κακές τους συνήθειες και τίποτε δεν διδάσκονται από τις νέες πραγματικότητες». Αυτό το πιστοποιεί και ο Βρετανός απεσταλμένος κατά τη διάρκεια της Κατοχής Κρίστοφερ Γουντχάους, ο οποίος το 1948 σημείωνε στο βιβλίο του «Το Μήλον της Εριδος», πως «Λαϊκοί και Φιλελεύθεροι επανεμφανίσθηκαν στην σκηνή χωρίς σχεδόν να έχουν διευρύνει τη μεταξύ τους κατανόηση ή πλουτίσει την πείρα τους ύστερα από μια περίοδο δικτατορίας και κατοχής από το 1936 έως το 1944... Ο σκληρός πυρήνας και των δύο κομμάτων δεν έκαμε τίποτε άλλο από το να επαναλάβει το 1945 τη διένεξη από το σημείο που είχε μείνει το 1936».

«Ο Αθηναίος πολιτικός», σημειώνει ο Γουντχάους, «σπάνια είναι σε θέση να πει ποιο είναι το κοινωνικό (σ.σ. πολιτικό) πρόγραμμα του κόμματός του, επειδή ελάχιστα κόμματα έχουν τέτοιο πράγμα· η διένεξη γύρω από τις εσωτερικές υποθέσεις της χώρας περιορίζεται στο πολιτειακό».

«Οι ιδεολογικές διαφορές», συμπληρώνει ο Μαζάουερ, «δεν ήταν αυτό που χώριζε τους βενιζελικούς από τους αντιβενιζελικούς και δεν είχαν προωθήσει τη δημόσια συζήτηση στα πραγματικά ζητήματα που αντιμετώπιζε η χώρα· στο πρόβλημα των προσφύγων, στην αγροτική μεταρρύθμιση, στην ανάπτυξη της βιομηχανίας και στην ανάγκη νομοθεσίας περί κοινωνικής ασφάλισης. Τα κύρια κόμματα δεν είχαν ρίζες στη βάση, εκτός από εκείνους που εξασφαλίζονταν από τους προσωπικούς τους δεσμούς· και ακόμη κι αν οι ρίζες αυτές προχωρούσαν βαθιά, ήταν αδύναμες. Από τη στιγμή που ένας πολιτικός έχανε την επιρροή του στην κορυφή, κινδύνευε να δει τους πελάτες και τους οπαδούς του να στρέφονται αλλού για βοήθεια».

«Επειδή πολλές από τις σπουδαιότερες θέσεις στη διοίκηση και στην εκτελεστική εξουσία, που εμείς στην Αγγλία τις λέμε "μόνιμες", στην Ελλάδα αλλάζουν χέρια με κάθε κυβερνητική μεταβολή», επισήμανε ο Γουντχάους, «ο μέσος πολιτικός ενδιαφέρεται περισσότερο να εξασφαλίσει μια "προστασία" για τον εαυτό του και την οικογένειά του, παρά να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα των ψηφοφόρων της χώρας του... (και αυτό) δεν τον εμποδίζει να μιλάει μέχρι Δευτέρας Παρουσίας για προβλήματα που ενδιαφέρουν τον ίδιο στην πραγματικότητα».

Αυτή ήταν η πολιτική κατάσταση της χώρας πριν από ογδόντα χρόνια. Κάθε ομοιότητα με τη σημερινή δεν είναι καθόλου συμπτωματική.

ΠΗΓΗ: εφημ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 7-1-2012


Τρίτη, 3 Ιανουαρίου 2012

Η ματωμένη Πρωτοχρονιά το 1942


Πλήθος μηνύματα ηγετών συμμαχικών χωρών εξήραν τη μαχητικότητα και το φρόνημα του ελληνικού λαού
Η ΅ατω΅ένη Πρωτοχρονιά του 1942
«Το Ελληνικόν Εθνος κατεδικάσθη υπό του εχθρού εις θάνατον από ασιτίαν» τόνιζε στο πρωτοχρονιάτικο μήνυμά του ο πρωθυπουργός Εμμανουήλ Τσουδερός από το Λονδίνο


της Φωτεινής Τομαή *


Εβδομήντα χρόνια πριν, ακριβώς σαν σήμερα, παραμονή Πρωτοχρονιάς του 1942, δεκάδες ευχετήρια μηνύματα ηγετών συμμαχικών κρατών προς την εξόριστη ελληνική κυβέρνηση, αλλά και διαγγέλματα προς τον δοκιμαζόμενο ελληνικό λαό που ζούσε έναν απ' τους φρικτότερους χειμώνες, γεννούν αισθήματα θαυμασμού για το μεγαλείο του φρονήματος, την αξιοπρέπεια και τη μαχητικότητα με την οποία στάθηκε απέναντι στους κατακτητές του. Σε δύσκολες εποχές όπως αυτή που διανύουμε, η συλλογική μας μνήμη μπορεί, εκτός από το να διδάσκει, ακόμη και να θεραπεύει, να γεννά ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο...

«Αποτελεί κεφάλαιον εθνικής υπερηφανείας ο τρόπος με τον οποίον ο ελληνικός λαός εδέχθη και φέρεται προς τους κατακτητάς. Αναγκασθείς να υποκύψη εις την υλικήν βίαν, παρέμεινε ψυχικώς ελεύθερος και ακατάβλητος» έγραφε στην πολυσέλιδη έκθεσή της λήγοντος του έτους 1941 η ελληνική πρεσβεία στην Αγκυρα. Και παρακάτω, αναφερόμενη «...εις την βαθείαν ψυχικήν διάστασιν που ο Ελλην διαδηλοί και η οποία υπάρχει μεταξύ αυτού και του κατακτητού», σημείωνε: «Η υπέροχος υποδοχή την οποία έκαμεν ο ελληνικός λαός εις το σύνθημα (της Νίκης) V, η αστραπιαία του διάδοσις, οι μύριοι τρόποι οι οποίοι επενοήθησαν δια να το θέσουν υπό τα όμματα των Γερμανοϊταλών είναι κεφάλαιον το οποίον όταν γνωσθή εις όλας του τας λεπτομερείας, θα ρίψη νέον φως επί του ψυχικού θάρρους του Ελληνος...».

Ωστόσο, από νωρίς ήδη τόσο η ένδοξη ελληνική αντίσταση σε όλα τα μέτωπα με τελευταία και κορυφαία τη Μάχη της Κρήτης όσο και του απλού κόσμου των αμάχων, ακόμη και των μικρών παιδιών που, καίτοι λιμοκτονούσαν και θερίζονταν από ασθένειες, δεν συμβιβάζονταν αλλ' αντιστέκονταν με κάθε τρόπο και μέσο στους κατακτητές, είχε γίνει γνωστή κυρίως μέσω των ραδιοφωνικών σταθμών στο εξωτερικό. Ο θαυμασμός των Συμμάχων αντικατοπτρίζεται κάλλιον παντός άλλου στα πρωτοχρονιάτικα μηνύματα των ξένων ηγετών παραμονές Πρωτοχρονιάς του 1942. Από δελτίο του BBC με ημερομηνία 30 Δεκεμβρίου 1941 διαβάζομε:


«Μεταξύ των Πρωθυπουργών των Συμμάχων Κυβερνήσεων και του Ελληνος Πρωθυπουργού κου Τσουδερού αντηλλάγησαν θερμά ευχετήρια τηλεγραφήματα επί τω Νέω Ετει. Ο κος Τσώρτσιλ ετηλεγράφησεν εκ Ουασιγκτώνος παρακαλών τον κον Τσουδερόν να δεχθή τας καλυτέρας ευχάς του δι' εαυτόν και δια τον γενναίον λαόν της Ελλάδος. Ο Πρωθυπουργός της Αυστραλίας και αρχηγός του Εργατικού Κόμματος κος CURTIN ετηλεγράφησεν εκφράζων τας προσωπικάς ευχάς του και τας ευχάς της Κυβερνήσεώς του και του λαού της Αυστραλίας προς τον Πρωθυπουργόν μας και δι' αυτού προς τον Βασιλέα των Ελλήνων και το Ελληνικόν Εθνος, και διαδηλών την ένθερμον πίστιν του ότι η Σταυροφορία των ελευθέρων εθνών θα κατορθώση ταχέως να ανατρέψη τας δυνάμεις του Κακού. Ο Πρωθυπουργός της Νέας Ζηλανδίας κος FRASER αποστέλλων τας ευχάς του εκφράζει την ολόψυχον συμπάθειαν και τον θαυμασμόν της Κυβερνήσεως και του λαού της Νέας Ζηλανδίας προς τον γενναίον Ελληνικόν λαόν, ο οποίος δοκιμάζεται σήμερον υπέρ της ελευθερίας και του πολιτισμού.

Ο Πρωθυπουργός του Καναδά κος MACKENZIE KING, εκφράζων πρώτον τας ευχάς της Κυβερνήσεώς του προς τον Πρωθυπουργόν, τον Βασιλέα τα μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου και τον Ελληνικόν λαόν, προσθέτει: "Διαβεβαιώσατε τον Βασιλέα των Ελλήνων ότι ο Καναδάς ενθυμείται πάντοτε την ηρωϊκήν αντίστασιν του Ελληνικού έθνους και ότι οι Καναδοί είναι ακωλύτως ηνωμένοι με τον Ελληνικόν λαόν εν τη αποφάσει να πράξουν παν το κατά δύναμιν δια την υπεράσπισιν, την διαφύλαξιν και την αποκατάστασιν της ελευθερίας".

Ο Στρατηγός DE GAULLE ευχόμενος εις τους Ελληνας δια το Νέον Ετος, προσθέτει: Η ελευθέρα Γαλλία είναι υπερήφανος ότι είναι σύντροφος του ευγενούς Ελληνικού έθνους εις τον αποφασιστικόν αγώνα εναντίον των δυνάμεων της βίας".

Τηλεγραφήματα απέστειλαν επίσης προς τον κον Τσουδερόν ο Πρωθυπουργός του Βελγίου, της Ολλανδίας, ο στρατηγός Σίμοβιτς, Πρωθυπουργός της Γιουγκοσλαβίας και ο κος Μπένες, Πρόεδρος της Τσεχοσλοβακίας».

Στον ίδιο φάκελο (1941-1942 Θ/4, 21) ο αναγνώστης εντοπίζει ευχετήρια μηνύματα του Οικουμενικού Πατριάρχη Βενιαμίν (... «Χάρις Χριστού αναδείξει επί τέλλοντα νέον ενιαυτόν λυτρωτικήν, ειρηνόδωρον, κοσμοπαντοπληρή αποκατάστασιν ελευθερίας δικαίου»), του αμερικανού προέδρου Ρούζβελτ, του προέδρου της Ελβετικής Ομοσπονδίας, του Πατριάρχη Αλεξανδρείας Χριστόφορου, του ύπατου αρμοστή της Ν. Ζηλανδίας στρατηγού Sir Bernard Freyberg, του προέδρου του Συμβουλίου των Σοβιέτ Ιωσήφ Στάλιν ( «...Εκφράζω την πεποίθησιν περί της τελικής συντριβής του ημετέρου κοινού εχθρού και της αναγεννήσεως της ανεξαρτησίας του»), του προέδρου της Συρίας, του Αρχιεπισκόπου Πάφου Λεοντίου, δεκάδων ελληνικών κοινοτήτων στο εξωτερικό, διανοουμένων Ελλήνων που ζούσαν εκτός Ελλάδος, επιχειρηματιών (Μποδοσάκη), αποστράτων κ.ά.


Ανάμεσα σε πλήθος εγγράφων του οικείου φακέλου ξεχωρίζουν τα εμπνευσμένα διαγγέλματα του πρωθυπουργού Εμμανουήλ Τσουδερού από το Λονδίνο προς τον χειμαζόμενο λαό (ΑΠ 5647) και τις Ενοπλες Δυνάμεις (ΑΠ 5671):


«Αγαπητοί μου Συμπατριώται, Το 1941, ένα από τα μεγαλύτερα αλλά και σκληρότερα έτη της ελληνικής ιστορίας, παρήλθε. Κατά το έτος αυτό, η Ελλάς, κατάφορτος από νέαν δόξαν, μετά αγώνας επικούς που επροκάλεσαν τον θαυμασμόν όλης της οικουμένης, είδε το έδαφός της να καταπατήται ολόκληρον από τους εισβολείς, τους νικημένους Ιταλούς, τους μηχανοκινήτους Γερμανούς και τους λαφυραγωγούς Βουλγάρους που όπισθεν των άλλων, ήλθαν σαν κοράκια και τσακάλια να τραφούν με σάρκας ελληνικάς. Χιλιάδες Ελλήνων εθανατώθησαν από τους κατακτητάς, τα ελληνικά αγαθά και η παραγωγή ανηρπάγησαν, το Ελληνικόν Εθνος κατεδικάσθη υπό του εχθρού εις θάνατον από ασιτίαν, και το ακόμη χειρότερον ο λαός μας ωθείται εις ηθικήν συντριβήν.

Ο εχθρός όμως δεν θα κατορθώση να εκτελέση την οικτράν του απόφασιν. Παρά τας συμφοράς και τας στερήσεις, ο ελληνικός λαός ίσταται πάντοτε όρθιος, αδάμαστος, ανίκητος ψυχικώς, και αγωνίζεται δια να φέρη την μεγάλην ημέραν της εθνικής απολυτρώσεως».

Και προς τους ένστολους: «Γενναίοι φρουροί της Πατρίδος, η στιγμή της δράσεως είναι κοντά μας και η δόξα σας περιμένει. Εύχομαι το 1942 να είναι νικηφόρον και να επαναφέρη όλους εις την γλυκειά πατρίδα γεμάτους δόξαν και κομιστάς της ελευθερίας».


Ο «ΔΟΤΟΣ» ΤΣΟΛΑΚΟΓΛΟΥ

Το «ΟΧΙ» το είπε ο λαός!

Το ύπουλο χτύπημα που δέχθηκε η χώρα από τη φασιστική Ιταλία και συμπλήρωσε ο κατά τα άλλα θαυμαστής του αρχαιοελληνικού πολιτισμού Αδόλφος Χίτλερ συνάντησε έναν λαό ενωμένο σαν γροθιά να πολεμάει τον εχθρό από το Αλβανικό μέτωπο ως το τελευταίο χωριό της Κρήτης. Και ενώ τόσο ο βασιλιάς όσο και η κυβέρνηση τον είχαν αφήσει στην τύχη του εγκαταλείποντας τη χώρα, ο δοτός «πρωθυπουργός» του Χίτλερ στρατηγός Τσολάκογλου φέρεται, σύμφωνα με το υπ. αριθμ. 3 πολυσέλιδο Δελτίο Πληροφοριών που σταθερά συνέτασσε στη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής η ελληνική πρεσβεία στην Αγκυρα, να χρέωνε στον βασιλιά το ηρωικό «ΟΧΙ» των Ελλήνων που μάλιστα δεν δίσταζε να αποκαλεί «ηλίθιο»!. Γράφει η έκθεση επί λέξει αναφερόμενη σε όσα καταλόγιζε ο Τσολάκογλου στον Γεώργιο: «Δεν μας ήκουσες όταν προπαρασκεύαζες και εσκηνοθέτεις ένα πόλεμον, όστις ουδέν πλεονέκτημα ηδύνατο να αποφέρη εις την Ελλάδα. Και δεν μας ήκουσες ούτε όταν είπες το ηλίθιον, ασυνείδητον και γελοίον "ΟΧΙ" και ήγαγες την Ελλάδα εις τον πόλεμον». Εναν πόλεμο που, όμως, πλήρωσε ο ελληνικός λαός με το αίμα του, εκείνος που πράγματι είπε το ΟΧΙ και έμεινε μόνος να υπερασπίζεται Θερμοπύλες...


* Η κυρία Φωτεινή Τομαή είναι ιστορικός, πρεσβευτής σύμβουλος Α' στο υπουργείο Εξωτερικών.

ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 31-12-2011


Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2012

1912 Οταν άλλαξε ο χάρτης της Βαλκανικής


100 ΧΡΟΝΙΑ από τους Βαλκανικούς Πολέμους


της Χριστίνας Κουλούρη *


alt

Στις 27 Οκτωβρίου 1912 η Θεσσαλονίκη παραδόθηκεστον ελληνικό στρατό. Την επόμενη ημέρα ο διάδοχος Κωνσταντίνος εισήλθε θριαμβευτικά στην πόλη, επικεφαλής των ελληνικών στρατευμάτων. Ο πόλεμος εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από τους βαλκάνιους συμμάχους (Ελλάδα, Σερβία, Βουλγαρία και Μαυροβούνιο) είχε κηρυχθεί μόλις πριν από περίπου τρεις εβδομάδες, στις 5 Οκτωβρίου. Υστερα από πολλές διακυμάνσεις, κρίσεις και διπλωματικές αμφιταλαντεύσεις, το περίφημο «Ανατολικό Ζήτημα» γύρω από την τύχη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας θα λυνόταν με τα όπλα, στα πεδία των μαχών.

Η Ελλάδα αλλάζει
Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι ξαναχάραξαν τον χάρτη της Βαλκανικής Χερσονήσου. Τότε ιδρύθηκε το ανεξάρτητο αλβανικό κράτος. Η Σερβία προσάρτησε το Κόσοβο, το Νόβι Παζάρ και μέρος της Μακεδονίας. Ενα άλλο μέρος της απέκτησε εξάλλου η Βουλγαρία (την ονομάζει Μακεδονία του Πιρίν), ενώ η Ρουμανία πήρε τη Νότια Δοβρουτσά. Για την Ελλάδα οι Βαλκανικοί Πόλεμοι υπήρξαν το μεγαλύτερο πολεμικό έπος μετά την Ελληνική Επανάσταση.

Υστερα από περίπου έναν αιώνα αλυτρωτικών οραμάτων και συνακόλουθων απογοητεύσεων, οι ελληνικές νίκες στους Βαλκανικούς Πολέμους αποτέλεσαν την πρώτη πραγμάτωση της Μεγάλης Ιδέας, με κατάκτηση μάλιστα και όχι με παραχώρηση όπως το 1881, και ενίσχυσαν την εθνική αυτοπεποίθηση. Για τους δυτικούς παρατηρητές ωστόσο οι Βαλκανικοί Πόλεμοι χαρακτηρίστηκαν από αγριότητες και ωμότητες που οδήγησαν στην ταύτιση της περιοχής με το στερεότυπο της ενδημικής βίας. Από τότε, κάθε παράγωγο των Βαλκανίων παρέπεμπε στην εντός της Ευρώπης βαρβαρότητα. Τι οδήγησε λοιπόν στη βαλκανική σύρραξη του 1912-13; Πώς βλέπουμε σήμερα, εκατό χρόνια μετά, τους Βαλκανικούς Πολέμους και πώς τους ερμηνεύουμε; Ποιες ήταν επίσης οι συνέπειές τους για την Ελλάδα, τα Βαλκάνια και την Ευρώπη; Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι είχαν προετοιμαστεί πολύ νωρίτερα, μέσα από την άνοδο των αντίπαλων βαλκανικών εθνικισμών και τη σταδιακή παρακμή της πολυεθνικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι ευρωπαϊκές δυνάμεις είχαν ακολουθήσει σταθερά, από τις αρχές του 19ου αιώνα, την πολιτική της διατήρησης του status quo στη Γηραιά Ηπειρο ώστε να αποφευχθεί ένας ευρωπαϊκός πόλεμος. Ο διπλωματικός ανταγωνισμός μεταξύ τους για την κυριαρχία στα οθωμανικά εδάφη ταλαντευόταν ανάμεσα σε δύο εναλλακτικές λύσεις του λεγόμενου «Ανατολικού Ζητήματος»: τη διατήρηση ή τον διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ωστόσο, οι ιστορικές εξελίξεις δεν ήταν εφικτό να ελεγχθούν. Η μεγαλύτερη ανατολική κρίση του1875-1878 έληξε με το Συνέδριο του Βερολίνου, όταν έγιναν ανεξάρτητα κράτη η Σερβία, η Ρουμανία και το Μαυροβούνιο.


Τότε εξάλλου αποφασίστηκε και η προσάρτηση στην Ελλάδα της Θεσσαλίας και της Αρτας, παρ' όλο που η χώρα δεν είχε μετάσχει σε πολεμικές επιχειρήσεις (1881). Η αντίστροφη μέτρηση για τα ευρωπαϊκά εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας είχε ξεκινήσει.


Η Μεγάλη Ιδέα
Το ελληνικό βασίλειο «ασφυκτιούσε» μέσα στα στενά του σύνορα. Ιδρυμένο από το 1830 στο νοτιότερο άκρο της Βαλκανικής Χερσονήσου, σχεδίαζε την εδαφική του επέκταση προς τα βόρεια ως μοναδικός κληρονόμος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η Μεγάλη Ιδέα, παρά τα πολλά της πρόσωπα και τις διαφορετικές εκδοχές της, ήταν πρωτίστως ένα αλυτρωτικό σχέδιο. Παρόμοιες «μεγάλες ιδέες» δεν θα αργήσουν εξάλλου να επεξεργαστούν και τα υπόλοιπα βαλκανικά έθνη, διεκδικώντας οθωμανικά εδάφη. Σχεδόν αναπόφευκτα, τα επεκτατικά βαλκανικά σχέδια αλληλοεπικαλύπτονταν στον χάρτη και προοιωνίζονταν την τελική σύγκρουση.

Εν τούτοις οι αλυτρωτικές βλέψεις της Ελλάδας είχαν καταρρεύσει στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897. Στην αρχή του 20ού αιώνα, στην Ελλάδα υπήρχε μια διάχυτη αίσθηση αποτελμάτωσης. Κρητικό και Μακεδονικό αποτελούσαν τα κρίσιμα - και άλυτα - ζητήματα της εξωτερικής πολιτικής. Στο εσωτερικό, το ανερχόμενο κοινωνικό ζήτημα σε συνδυασμό με την οικονομική κατάσταση (πτώχευση, σταφιδική κρίση, Διεθνής Οικονομικός Ελεγχος) επέτεινε ένα γενικευμένο κλίμα δυσφορίας, που κατευθυνόταν εναντίον των κομμάτων, του Στέμματος και της Αυλής. Αποκορύφωση της κρίσης υπήρξε το στρατιωτικό κίνημα στο Γουδί το 1909, το οποίο λειτούργησε ως καταλύτης για μια σειρά επαναστατικών αλλαγών. Το γεγονός ότι ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος κάλεσε έναν σχετικά άγνωστο στην Ελλάδα κρητικό πολιτικό, τον Ελευθέριο Βενιζέλο, να αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας άνοιξε ένα νέο κεφάλαιο στην ελληνική ιστορία. Με την ηγεσία του Βενιζέλου θα πραγματοποιηθεί και ο αστικός εκσυγχρονισμός και ένα μεγάλο μέρος των αλυτρωτικών οραμάτων. Στο τέλος των Βαλκανικών Πολέμων, θα έχει αυξηθεί κατά 80% ο πληθυσμός και κατά 90% η έκταση του ελληνικού κράτους.


Η ελληνική νίκη στους Βαλκανικούς οφειλόταν βεβαίως στην επένδυση που είχε γίνει στον στρατό και στον στόλο τα προηγούμενα χρόνια.


Παρά τον αριθμητικά μικρό στρατό ξηράς που παρέταξε η Ελλάδα τον Οκτώβριο του 1912 (μόλις 120.000 άνδρες), κατόρθωσε να προελάσει γρήγορα, εξαιτίας και του γεγονότος ότι το νότιο μέτωπο ήταν χαμηλής προτεραιότητας για την οθωμανική στρατιωτική διοίκηση σε σχέση με το μέτωπο της Θράκης, όπου πολεμούσε η Βουλγαρία. Καθοριστικής σημασίας ήταν εξάλλου οι νίκες του ελληνικού στόλου στο Βόρειο Αιγαίο, όπου πρωταγωνιστούσαν το θωρηκτό «Αβέρωφ» και ο υποναύαρχος Π. Κουντουριώτης. Με το τέλος του Α' Βαλκανικού Πολέμου, που επικύρωσε η Συνθήκη Ειρήνης του Λονδίνου (17 Μαΐου 1913), η Ελλάδα είχε κατακτήσει την Ηπειρο, μεγάλο μέρος της Μακεδονίας και τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου.Η Κρήτη επίσης μπορούσε πλέον να ενωθεί με την Ελλάδα. Εν τούτοις ο πόλεμος δεν είχε τελειώσει.

Ο δεύτερος Βαλκανικός Πόλεμος
Στις 16 Ιουνίου του 1913 η Βουλγαρία επιτέθηκε εναντίον των σερβικών και των ελληνικών δυνάμεων. Η «Πρωσία της Ανατολής», όπως την ονόμαζαν τότε, ήταν δυσαρεστημένη από την ουσιαστική απώλεια της Μακεδονίας, η οποία αποτελούσε κεντρικό στόχο των βουλγαρικών αλυτρωτικών οραμάτων. Στον Β' Βαλκανικό Πόλεμο απέναντι στη Βουλγαρία θα παραταχθούν όλοι οι παλιοί της σύμμαχοι, μαζί τώρα με την Οθωμανική Αυτοκρατορία και τη Ρουμανία.

Ενώ λοιπόν η βαλκανική σύρραξη είχε αρχικά ξεκινήσει- και παρουσιαστεί -ως ένας αγώνας ανάμεσα στα χριστιανικά έθνη και στη μουσουλμανική Οθωμανική Αυτοκρατορία, στην πορεία ο πολιτικός πραγματισμός ανέτρεψε τις αναμενόμενες συμμαχίες και η Ελλάδα βρέθηκε να πολεμά στο πλευρό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εναντίον της Βουλγαρίας. Ο νέος πόλεμος κράτησε μόλις έναν μήνα, ήταν όμως πολύ αγριότερος και πιο αιματηρός από τον προηγούμενο. Χωριά ολόκληρα κάηκαν μαζί με τους άμαχους κατοίκους τους, αιχμάλωτοι εκτελέστηκαν, δεκάδες χιλιάδες έγιναν πρόσφυγες, πρακτικές εθνοκάθαρσης ακολουθήθηκαν με έναν φανατισμό που προκάλεσε βαθιά τραύματα στους πληθυσμούς των εμπόλεμων περιοχών και στιγμάτισε τα Βαλκάνια απέναντι στη Δυτική Ευρώπη. Η Βουλγαρία πλήρωσε τον τυχοδιωκτισμό των ηγετών της με πλήρη κατάρρευση. Με επέμβαση των ευρωπαϊκών δυνάμεων, ο πόλεμος τελείωσε με την υπογραφή της Συνθήκης του Βουκουρεστίου (Ιούλιος 1913).


Το νέο τοπίο
Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι δημιούργησαν νέα δεδομένα στη Βαλκανική Χερσόνησο. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε κυριολεκτικά ακρωτηριαστεί, ενώ η Βουλγαρία αναγκάστηκε να συμβιβαστεί με την απόκτηση της Δυτικής Θράκης. Νικήτριες του πολέμου ήταν η Ελλάδα και η Σερβία, που είχαν αυξήσει εντυπωσιακά τα εδάφη τους. Εν τούτοις οι Βαλκανικοί Πόλεμοι άφησαν αρκετές εδαφικές εκκρεμότητες, γιατί οι μεγαλοϊδεατισμοί παρέμεναν σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό ανικανοποίητοι. Το στοιχείο αυτό καθόρισε την πολιτική των βαλκανικών κρατών ως το ξέσπασμα του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, ο οποίος ξεκίνησε άλλωστε στα Βαλκάνια μόλις έναν χρόνο μετά τη λήξη του Β' Βαλκανικού Πολέμου.Οι νικητές των Βαλκανικών συντάχθηκαν με τις δυνάμεις της Αντάντ, ενώ οι ηττημένοι με τις Κεντρικές Δυνάμεις.

ΑΠΟ ΤΟΝ ΔΙΧΑΣΜΟ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ
Στην Ελλάδα, οι νίκες των Βαλκανικών Πολέμων επισκιάστηκαν από τον Διχασμό που ακολούθησε ανάμεσα στον Βενιζέλο και στον Κωνσταντίνο και εν τέλει από τη Μικρασιατική Καταστροφή.

Γι' αυτόν τον λόγο παρατηρείται η παραδοξότητα οι Βαλκανικοί Πόλεμοι να μην αποτελούν αυτοδύναμο ή αυτοτελές γεγονός για τη μετέπειτα ελληνική ιστοριογραφία, αλλά να εντάσσονται ως ένα επεισόδιο σε μια μακρά σειρά γεγονότων που ξεκινά με την ήττα στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 και καταλήγει στη Μικρασιατική Καταστροφή το 1922.


Στην πορεία που οδηγεί από την πρώτη ήττα της Μεγάλης Ιδέας στην οριστική της ήττα, οι Βαλκανικοί Πόλεμοι εγγράφηκαν ως η στιγμή της ευφορίας. Στην ουσία όμως εγκαινίασαν μια περίοδο δεκαετούς πολεμικής δοκιμασίας, που το τραγικό τέλος της επισκίασε την επική της έναρξη. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, οι Βαλκανικοί Πόλεμοι σηματοδοτούν την τελική φάση αποσύνθεσης των πολυεθνικών αυτοκρατοριών προς όφελος των εθνών-κρατών.


Την τύχη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ακολούθησαν, τα αμέσως επόμενα χρόνια, η Ρωσική Αυτοκρατορία και η Αυστροουγγαρία. Με το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, δεν είχε αλλάξει μόνο ο χάρτης των Βαλκανίων αλλά και ολόκληρης της Ευρώπης.


* Η κυρία Χριστίνα Κουλούρη είναι καθηγήτρια Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.


ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 31-12-2011


Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2011

Τι ακριβώς συνέβη με τους Αρμένιους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας;

Οκτώ ερωτήσεις και απαντήσεις για τη φοβερή ανθρωπιστική καταστροφή

alt


Η Τουρκία, θεωρώντας εαυτήν «κληρονόμο» του Μεγάλου Ασθενούς του 19ου αιώνα, δηλαδή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στο τελευταίο στάδιο της ύπαρξής της, επιμένει και σήμερα ότι δεν έγινε γενοκτονία των χριστιανών Αρμενίων από τους Οθωμανούς την εποχή του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Ακολουθούν οκτώ ερωτήσεις και απαντήσεις για αυτή τη φοβερή ανθρωπιστική καταστροφή, μια μαύρη σελίδα στις ρωσο-οθωμανικές συγκρούσεις της εποχής.

Τι ακριβώς συνέβη ;

Ολοι συμφωνούν ότι εκατοντάδες χιλιάδες Αρμενίων πέθαναν όταν οι Οθωμανοί Τούρκοι τους απέλασαν μαζικά από τις εστίες τους στην ανατολική Ανατολία προς τις ερήμους της Συρίας και αλλού, το 1915-16. Σκοτώθηκαν ή υπέκυψαν σε λιμοκτονία και ασθένειες. Ο συνολικός αριθμός των νεκρών αμφισβητείται. Οι Αρμένιοι λένε ότι 1,5 εκατομμύριο άνθρωποι πέθαναν. Η Τουρκική Δημοκρατία κάνει λόγο για 300.000 νεκρούς. Σύμφωνα με ανεξάρτητους ερευνητές (του International Association of Genocide Scholars) τα θύματα «ήταν περισσότερα από ένα εκατομμύριο».

Τι αποκαλείται γενοκτονία;

Το άρθρο υπ. αρ. 2 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τη Γενοκτονία (Δεκέμβριος 1948) ορίζει ότι γενοκτονία υφίσταται «όταν εκτελούνται πράξεις με σκοπό την καταστροφή, εν όλω ή εν μέρει, μιας εθνικής, εθνοτικής, φυλετικής ή θρησκευτικής ομάδας».

Επρόκειτο για συστηματικές δολοφονίες;

Η αμφισβήτηση για το αν επρόκειτο για γενοκτονία βασίζεται στο ερώτημα της προμελέτης, δηλαδή σε ποιο βαθμό οι θάνατοι των Αρμενίων ήταν μεθοδευμένοι. Πολλοί ιστορικοί, πολλές κυβερνήσεις και οι Αρμένιοι πιστεύουν ότι υπήρξε μεθόδευση. Αλλά κάποιοι μελετητές το αμφισβητούν. Οι τουρκικές Αρχές δέχονται ότι έγιναν θηριωδίες, αλλά ισχυρίζονται ότι δεν υπήρξε συστηματική προσπάθεια για τον αφανισμό των χριστιανών Αρμενίων. Η Τουρκία λέει ότι πολλοί αθώοι μουσουλμάνοι Τούρκοι επίσης σκοτώθηκαν μέσα στην αναταραχή του πολέμου.

Ποιο ήταν το πολιτικό περιβάλλον της εποχής ;

Οι Νεότουρκοι - το κίνημα των αξιωματικών που κατέλαβε την εξουσία το 1908 - έλαβε σειρά μέτρων κατά των Αρμενίων ενώ η Οθωμανική Αυτοκρατορία κατέρρεε από τις αλεπάλληλες ήττες στα πεδία των μαχών. Οι Νεότουρκοι, που αυτοαποκαλούντο «Επιτροπή για την Ενωση και την Πρόοδο», μπήκαν στον πόλεμο στο πλευρό της Γερμανίας το 1914. Η τουρκική προπαγάνδα της εποχής παρουσίαζε τους Αρμένιους σαν «σαμποτέρ» και φιλορωσική «πέμπτη φάλαγγα». Οι Αρμένιοι θεωρούν την 24η Απριλίου 1915 ως την ημέρα έναρξης της εις βάρος τους γενοκτονίας. Τότε η οθωμανική κυβέρνηση συνέλαβε περίπου 50 Αρμένιους διανοούμενους και ηγέτες αρμενικών κοινοτήτων. Αργότερα εκτελέστηκαν όλοι. Οσοι Αρμένιοι υπηρετούσαν στις οθωμανικές ένοπλες δυνάμεις αφοπλίστηκαν και εκτελέστηκαν. Αρμένικες περιουσίες κατασχέθηκαν.

Συνελήφθη και λογοδότησε ποτέ κανείς;

Ορισμένοι ανώτεροι οθωμανοί αξιωματούχοι δικάστηκαν στην Τουρκία το 1919-1920 σε σχέση με τις θηριωδίες. Ενας τοπικός διοικητής, ο Μεχμέτ Κεμάλ, εκρίθη ένοχος και απαγχονίσθηκε για τους θανάτους Αρμενίων στην περιοχή Γιοζγκάτ της κεντρικής Ανατολίας. Ηδη η κυβερνητική τριανδρία των Νεότουρκων - οι αποκαλούμενοι «τρεις πασάδες» - είχε διαφύγει στο εξωτερικό. Δικάστηκαν και καταδικάστηκαν ερήμην σε θάνατο. Ιστορικοί αμφισβητούν την δικονομική διαδικασία και την ποιότητα των στοιχείων που παρουσιάστηκαν στο ακροατήριο, ενώ εκτιμούν ότι οι τουρκικές Αρχές επιθυμούσαν απλώς να τηρήσουν τα προσχήματα απέναντι στους νικητές Συμμάχους.

Σήμερα ποιοι αναγνωρίζουν τις διώξεις των Αρμενίων ως γενοκτονία και ποιοί όχι;

Η Αργεντινή, το Βέλγιο, ο Καναδάς, η Γαλλία, η Ιταλία, η Ρωσία και η Ουρουγουάη είναι μερικές από τις πάνω από 20 χώρες που έχουν επίσημα αναγνωρίσει την γενοκτονία. Σε ανάλογη αναγνώριση έχουν προχωρήσει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και η Υποεπιτροπή του ΟΗΕ για την Παρεμπόδιση των Διακρίσεων εις βάρος των Μειονοτήτων. Η Βρετανία, οι ΗΠΑ και το Ισραήλ πειλαμβάνονται στις χώρες που χρησιμοποιούν διαφορετική ορολογία για να περιγράψουν τα γεγονότα. Η σημερινή διαμάχη Τουρκίας - Γαλλίας για το ζήτημα ξεκίνησε το 2006, όταν και τότε το γαλλικό Κοινοβούλιο επιχείρησε να υιοθετήσει την ποινική δίωξη των αρνητών της γενοκτονίας των Αρμενίων. Τότε ο σχετικός νόμος δεν προχώρησε και η Αγκυρα είχε διακόψει τις στρατιωτικές της σχέσεις με το Παρίσι. Τον Μάρτιο του 2010 η Τουρκία ανακάλεσε για διαβουλεύσεις τον πρεσβευτή της στην Ουάσιγκτον, όταν επιτροπή του αμερικανικού Κογκρέσου δέχτηκε, με μικρή πλειοψηφία, τον όρο γενοκτονία. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα επέβαλε να μην αποκτήσει νομική ισχύ η σχετική απόφαση

Τι πολιτικές συνέπειες είχε η διαμάχη για την αναγνώριση;

Οι μαζικοί θάνατοι των Αρμενίων στις αρχές του 20ου αιώνα θεωρούνται αφετηρία της σύγχρονης αρμενικής ιστορίας, συνεκτικός δεσμός και σταθερό σημείο αναφοράς της αρμενικής διασποράς, που είναι από τις μεγαλύτερες στον πλανήτη. Στην Τουρκία η δημόσια συζήτηση για το ζήτημα καταπνίγεται. Το άρθρο 301 του τουρκικού Ποινικού Κώδικα - για την «προσβολή της τουρκικότητας» - έχει χρησιμοποιηθεί για να προσαχθούν σε δίκη επιφανείς διανοούμενοι που ρίχνουν το φως της δημοσιότητας στους μαζικούς θανάτους των Αρμενίων. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται ο κάτοχος του βραβείου νομπέλ λογοτεχνίας Ορχάν Παμούκ και ο αρμενικής καταγωγής μετριοπαθής δημοσιογράφος Χραντ Ντινκ, ο οποίος δολοφονήθηκε από νεαρό τούρκο εθνικιστή το 2007 και ακολούθησε ογκώδης διαδήλωση εκατοντάδων χιλιάδων στην Κωνσταντινούπολη με σύνθημα «Είμαστε όλοι Αρμένιοι». Η δίκη του δολοφόνου και των ηθικών αυτουργών, μισαλλόδοξων ένοπλων ακροδεξιών από την Τραπεζούντα, δεν έχει ολοκληρωθεί. Η αναγνώριση της γενοκτονίας των Αρμενίων δεν περιλαμβάνεται στους όρους για την ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση.

Παραμένουν παγωμένες οι σχέσεις Τουρκίας - Αρμενίας;

Μετά από δεκαετίες εχθρότητας, έχουν σημειωθεί κάποια μικρά βήματα προσέγγισης. Το 2009 Τουρκία και Αρμενία (το κράτος που προέκυψε από την ανεξαρτησία της πρώην Σοβιετικής Αρμενίας) υπέγραψαν συμφωνία για αποκατάσταση των διπλωματικών τους σχέσεων και άνοιγμα των κοινών τους συνόρων. Ομως η συφωνία δεν έχει ακόμη επικυρωθεί από τα κοινοβούλια των δύο κρατών και η Αγκυρα καταγγέλλει το Ερεβάν ότι επιδιώκει να αλλάξει τους όρους της συμφωνίας. Ενας παράγων που περιπλέκει τα πράγματα είναι η αμοιβαία καχυποψία ως προς την επίσης «παγωμένη» σύγκρουση στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ. Η Τουρκία στηρίζει το Αζερμπαϊτζάν στη διαμάχη για την κυριαρχία στην περιοχή, έναν θύλακο αρμενικού πληθυσμού στο εσωτερικό του Αζερμπαϊτζάν, αρμένικο «τρόπαιο» από πολεμικές συγκρούσεις της δεκαετίας του 1990, στα πρώτα χρόνια μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ενωσης.

ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 24-12-2011


Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2011

Ποια Ελλάδα καταρρέει;

τoυ Βλάση Αγτζίδη*

alt

Λίγα μόλις χρόνια μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες, οπότε οι Ελληνες -τουλάχιστον οι ελίτ αυτής της χώρας- έζησαν με πάθος το παραμύθι της Σταχτοπούτας, η σκληρή πραγματικότητα έστρεψε τη δημόσια συζήτηση στην ακριβώς αντίθετη φορά. Η παγκόσμια οικονομική κρίση, παράλληλα με την κρίση του ενιαίου νομίσματος, οδήγησε την ελλαδική κοινωνία σε μια πρωτοφανή κρίση και δυσανεξία. Εφερε παράλληλα στην επιφάνεια όλες τις δομικές δυσπλασίες του νεοελληνικού κρατικού εγχειρήματος. Ετσι η Ελλάδα αναδείχθηκε σε ιδιαίτερο και μοναδικό φαινόμενο στην Ευρώπη, καταλύτη μεγάλων αρνητικών αλλαγών.

Ποιες όμως είναι εκείνες οι παράμετροι που οδήγησαν την Ελλάδα σε μια τόσο δυσμενή θέση; Είναι μόνο η μεταπολιτευτική διαχείριση που μετέτρεψε το κράτος σε θεραπαινίδα των κομματικών μηχανισμών; Μήπως υπάρχουν βαθύτερες αιτίες, που ανάγονται στον τρόπο που συγκροτήθηκε η Ελλάδα ως έθνος-κράτος και απλώς επιδεινώθηκαν από την πρόσφατη διαχείριση;

Η ελληνική παλιγγενεσία, η δεύτερη μεγάλη αντιαπολυταρχική ευρωπαϊκή επανάσταση μετα τη Γαλλική, οδήγησε στη δημιουργία του νεαρού ελληνικού κράτους το 1830. Ομως, τα γεωγραφικά όρια του νεαρού εθνικού κράτους απείχαν πολύ από τα όνειρα των προοδευτικών διαφωτιστών που ονειρεύτηκαν και σχεδίασαν την Επανάσταση.

Το έθνος-κράτος ήταν μια νέα πολιτειακή μορφή που εμφανίστηκε μετά τη Γαλλική Επανάσταση και εξέφραζε την άνοδο των αστικών στρωμάτων στην εξουσία, ενάντια στους παλιούς φεουδάρχες και αριστοκράτες. Στην ελληνική, όμως, περίπτωση, το έθνος-κράτος δημιουργήθηκε σε μια περιοχή απ' όπου απουσίαζαν πλήρως τα αστικά στρώματα. Δηλαδή, οι κοινωνικές εκείνες δυνάμεις που αντιστοιχούσαν στη νέα πολιτειακή μορφή. Τα εδάφη που αποτέλεσαν το έδαφος του ελεύθερου κράτους βρίσκονταν στην καθυστερημένη περιφέρεια της αυτοκρατορίας από την οποία αποσχίστηκαν. Τα μεγάλα αστικά κέντρα, όπου ζούσε και αναπτυσσόταν δημιουργικά ο ελληνισμός, βρέθηκαν εκτός των συνόρων.

Εντός των συνόρων, οι παραγωγικές δυνάμεις ήταν ελάχιστα ανεπτυγμένες, όπως και οι υπόλοιπες προϋποθέσεις που ήταν απαραίτητες για τη λειτουργία ενός έθνους-κράτους. Βασικό χαρακτηριστικό στην εξέλιξη της ελλαδικής κοινωνίας θα είναι η απουσία σημαντικών αστικών στρωμάτων. Ετσι το κράτος θα συγκροτηθεί στη βάση προαστικών, πατριαρχικών σχέσεων. Οι πραγματικές δομικές αδυναμίες θα οδηγήσουν σε μια ιδεολογική «υπερ-αναπλήρωση» βασισμένη στην αρχαιοελληνική ανάκληση, στην αναβίωση ενός νεκρού παρελθόντος ως αντιστάθμισμα στην υπαρκτή πολιτισμική ταυτότητα των εξωελλαδικών ελληνικών κέντρων. Παράλληλα, θα εδραιωθεί μέσω της αυτοαναγνώρισης η ιδεολογία της «μητρόπολης» ως συναίσθημα υπεροχής.

Ειδικά μετά την καθιέρωση του Συντάγματος του 1844, τα ισχυρά από την προεπαναστατική εποχή τοπικά συμφέροντα των προεστών και των φεουδαρχών θα καταλάβουν πλήρως και ολοκληρωτικά την εξουσία στο βασίλειο, θα επηρεάσουν αποφασιστικά τη μοναρχία, θα εδραιώσουν έναν πελατειακό κοινοβουλευτισμό και θα οδηγήσουν στην ανάπτυξη ενός παλαιοελλαδικού τοπικισμού, που στις κρίσιμες εποχές της Ιστορίας θα έχει μοιραία συμβολή στις εξελίξεις. Το γεγονός αυτό θα οδηγήσει σε υπερ-λειτουργία του κρατικού μηχανισμού, με αποτέλεσμα τη δημιουργία ισχυρών δεσμών μεταξύ ελεύθερης αγοράς και κρατικής-κομματικής λειτουργίας. Η πολιτισμική ενοποίηση του πληθυσμού και η δημιουργία μηχανισμών λειτουργίας που αντιστοιχούσαν στη νέα πολιτειακή μορφή απορρόφησαν τις δραστηριότητες των νέων ελίτ, κρατικοδίαιτων σε μεγάλο βαθμό, που αναπτύχθηκαν.

Σε αντίθεση με την κοινωνική εξέλιξη εντός του ελληνικού βασιλείου, ως απόρροια του Τανζιμάτ και του Χάτι Χουμαγιούν -δηλαδή της οθωμανικής περεστρόικα-, οι Ελληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας θα αναπτυχθούν ραγδαία καθ' όλο το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Θα αναπτύξουν αξιοσημείωτα αστικά στρώματα, που μαζί με τους Αρμένιους και, λιγότερο, τους Εβραίους θα αποτελέσουν την οθωμανική αστική τάξη, την οποία θα επιχειρήσουν επιτυχημένα, από το 1908, να εξοντώσουν οι νεότουρκοι εθνικιστές. Ετσι, η μοναδική ελληνική αστική τάξη που διαμορφώθηκε ιστορικά και είχε χαρακτηριστικά που αντιστοιχούσαν στην ευρωπαϊκή τυπολογία, βρισκόταν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Οι εξελίξεις στην Ελλάδα και η πολιτική που θα επιλεγεί στις αρχές του 20ού αι. θα καθοριστούν από τις ενδοοθωμανικές εξελίξεις, την εμφάνιση ενός μιλιταριστικού εξτρεμιστικού τουρκικού εθνικισμού και την ήττα των μεταρρυθμιστικών οθωμανικών δυνάμεων. Η άνοδος στην εξουσία των μεταρρυθμιστικών δυνάμεων που ήταν συσπειρωμένες γύρω από τον Βενιζέλο εγγυόταν εν μέρει τη συμμετοχή του ελληνισμού στις κοσμογονικές αλλαγές που σύντομα επρόκειτο να έρθουν.

Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και οι μεταπολεμικές διευθετήσεις με τη Μικρασιατική Εκστρατεία υπήρξαν η μοναδική ευκαιρία αναίρεσης της αρχικής γενετικής αντινομίας. Η ενσωμάτωση των περιοχών όπου ζούσε και δρούσε η ακμαία ελληνική αστική τάξη και βρισκόταν στον άξονα Κωνσταντινούπολης-Σμύρνης, θα οδηγούσε στην αποκατάσταση μιας φυσιολογικής κοινωνικής δομής στο ελληνικό έθνος-κράτος.

Η αποτυχία του εγχειρήματος, που επί της ουσίας υπονομεύτηκε συνειδητά από τις κυρίαρχες ελίτ, σφράγισε αμετάκλητα τη μορφή της ελληνικής κοινωνίας.

* Ο κ. Βλάσης Αγτζίδης είναι ιστορικός.

ΠΗΓΗ: εφημ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 18-12-2011


Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2011

Το ερωτηματολόγιο της Ιστορίας

του Δ. Παπαγγελή, καθηγητή του τμήματος Φιλολογίας στο Αριστοτέλειο Παν/μιο Θεσσαλονίκης


alt

Θα μπορούσαμε να φανταστούμε ότι τη συλλογική μας μοίρα την ορίζει ο συνδυασμός των Ναι και των Οχι με τα οποία απαντάμε στο ερωτηματολόγιο της Ιστορίας - η οποία, αν δεχόταν να γραφτεί «κατόπιν ωρίμου σκέψεως», θα μας επέτρεπε να τη φιλοτεχνήσουμε με μια σειρά από δημοψηφίσματα. Ευτυχώς ή δυστυχώς, τούτη η χάρη δεν μας δίνεται. Και αυτό που μας δίνεται, συνήθως σε καιρούς δύσκολους και μήνες οργισμένους, είναι η ευκαιρία να κάνουμε τον απολογισμό για τις καταφάσεις και τις αρνήσεις που, καθώς το λέει και ο ποιητής, θα μας καταβάλλουν σε όλη τη ζωή μας. Και με τη συνειρμική ευκαιρία της εθνικής Επετείου, ας μιλήσουμε, έτσι σκόρπια, για κάποια Οχι που θα έπρεπε να έχουμε πει, που δεν είπαμε και που πάσα ανάγκη είναι να πούμε από δω και πέρα.

Δεν είπαμε, και πρέπει να πούμε, Οχι στον πολύμορφο δαίμονα της εφησυχάζουσας αυταρέσκειας: είναι αυτός που, ντυμένος κάποτε κλασικό χιτώνα και χλαμύδα, μας έκανε να πιστεύουμε ότι τα ομόλογά μας δεν είναι εγγυημένα από το νεοελληνικό δημόσιο αλλά από το ολύμπιο δωδεκάθεο, και ότι αυτά που μας «χρωστάνε» οι άλλοι μεταφορικά είναι πολύ περισσότερα από, και κατά κάποιο τρόπο ανταλλάξιμα με, αυτά που χρωστάμε εμείς στους άλλους κυριολεκτικά και είναι αυτός ο ίδιος δαίμονας που, άλλοτε παίζοντας τον «Καραγκιόζη καταφερτζή» και άλλοτε το μπεγλέρι της σύγχρονης μαγκιάς, λιμπιζόταν Ολυμπιακούς την ώρα που σκάρωνε «Greek statistics».


Δεν είπαμε, και πρέπει να πούμε, Οχι στην ιδεοληπτική ρητορική που για χρόνια έκανε την «προοδευτικότητα» αν-ιστορικό απολίθωμα και μουσειακό έκθεμα και με τον τρόπο αυτό απάλλαξε τους εγχώριους «προοδευτικούς» από την υποχρέωση της πολιτικής-ιδεολογικής επιμόρφωσης και της διά βίου μάθησης.


Δεν είπαμε, και πρέπει να πούμε, Οχι στις σαρωτικές απλουστεύσεις και γενικεύσεις του ιδιωτικού και δημόσιου λόγου που, ανέκαθεν αλλά ιδιαίτερα τον τελευταίο καιρό, μας εθίζουν όλο και περισσότερο στο να βλέπουμε τον οποιονδήποτε πολιτικό, δημοσιογράφο, δημόσιο υπάλληλο ή πανεπιστημιακό ως νομοτελειακή ενσάρκωση συλλογικής ενοχής και φαυλότητας.


Δεν είπαμε, και πρέπει να πούμε, Οχι στη σχιζοφρενική και αποδεδειγμένα αντιπαραγωγική παλινδρόμηση ανάμεσα στην καχύποπτη, και συχνά ξενοφοβική, ευκολία με την οποία κατασκευάζουμε σενάρια συνωμοσίας σε βάρος της εθνικής μας αξιοπρέπειας και στην, άλλοτε ανομολόγητη και άλλοτε υποσυνείδητη, προσδοκία της έξωθεν και άνωθεν σωστικής παρέμβασης.


Δεν είπαμε, και πρέπει να πούμε, Οχι τόσο στους άτυπους όσο και στους θεσμικά κατοχυρωμένους μηχανισμούς πληροφόρησης και αξιολόγησης που καλλιεργούν και διαχέουν στην κοινωνία την κουλτούρα του «φαίνεσθαι», της σοβαροφάνειας και της επικοινωνιακής τσαχπινιάς - μηχανισμούς που λειτουργούν ανακυκλωτικά με όσους (οργανικούς«δημιουργούς» και ανόργανους «διανοουμένους») αναγνωρίζονται απλώς επειδή τυγχάνουν αναγνωρίσιμοι και που εγκλωβίζουν την κοινή αντίληψη ανάμεσα στο «είσαι ό,τι δηλώσεις» και στο «είσαι ό,τι σε δηλώσουν».


Δεν είπαμε, και πρέπει να πούμε, Οχι στις παραπλανημένες, μισαλλόδοξες και συχνά κακόβουλες μειονότητες του εκπαιδευτικού χώρου που, δογματικά και αδιακρίτως, έχουν επικηρύξει κάθε είδους εκπαιδευτική διαδικασία και ερευνητική δραστηριότητα ως ιδιοτελή διακονία σε «αλλότρια» συμφέροντα - το «κούρεμα» της γνώσης θα συνεχίσει να μας πονάει και να μας υπονομεύει ακόμη και αν κάποτε αρχίσει η ανατρίχωση μετά το άλλο «κούρεμα».


Δεν είπαμε, και πρέπει να πούμε, Οχι στην τραγικά εκπρόθεσμη και μικρονοϊκή ρητορική του πολιτικού ο οποίος ερμηνεύει αυτό που ζει σήμερα η κοινωνία μας αποκλειστικά με όρους κομματικής ευθύνης του «άλλου».


Δεν είπαμε, και πρέπει να πούμε, Οχι στη βολική θυμοσοφία της εθνικής «αυτοκριτικής» του τύπου «εμείς δε θα γίνουμε ποτέ άνθρωποι» και «αυτό το κράτος δεν πρόκειται να αλλάξει ποτέ», όχι μόνο επειδή μια συχνά δικαιολογημένη απογοήτευση δεν πρέπει να γίνεται άλλοθι παραλυτικής αδράνειας αλλά κυρίως επειδή ως κοινωνία, και συγκριτικά με άλλες προχωρημένες κοινωνίες, διαθέτουμε (ακόμη) ικανά αποθέματα θετικής ενέργειας, πηγαίας,κάποτε χαρισματικής, κοινωνικότητας και γνήσιας αγάπης για εκείνους που έρχονται για να παραλάβουν από εμάς.

ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 29-10-2011


Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2011

Συλλογική αντίσταση και ατομική αυτοθυσία

της Χριστίνας Κουλούρη, καθηγήτριας Νεώτερης & Σύγχρονης Ιστορίας στο Πάντειο Παν/μιο


alt

Οι Ελληνες είναι ίσως ο μοναδικός λαός που γιορτάζει ως εθνικό σύμβολο το «Οχι». Μια λέξη που παραπέμπει αυτομάτως στην ελληνική άρνηση στο ιταλικό τελεσίγραφο τον Οκτώβριο του 1940 και που εορτάζεται ως η δεύτερη σημαντικότερη εθνική επέτειος. Ως προς αυτό δεν υπάρχει διαφωνία. Υπάρχει όμως διαφωνία ως προς το ποιος πραγματικά είπε το «Οχι». Εξαιτίας του εμφυλίου πολέμου και της ταραχώδους πολιτικής ζωής στη μεταπολεμική Ελλάδα, η αφήγηση των πολεμικών και διπλωματικών γεγονότων, της Κατοχής και της Αντίστασης γινόταν σχεδόν πάντα υπό το πρίσμα των πολιτικών και ιδεολογικών επιλογών του γράφοντος. Το ίδιο συνέβη και με το «Οχι»: για άλλους το «Οχι» το είπε ο Μεταξάς και για άλλους ο λαός.

Ξεκινώντας από αυτή την παρατήρηση, μπορούμε να στοχαστούμε πάνω σε μια σειρά ζητήματα: πρώτον, ποια είναι η σημασία του «Οχι» ως διαχρονικής στάσης για το ελληνικό έθνος· δεύτερον, αν υπάρχουν και άλλα «Οχι» που συγκροτούν ένα είδος εθνικής συνέχειας και, τρίτον, ποιος είναι αυτός που λέει (ή που θεωρείται ότι λέει) το «Οχι» σε κάθε ιστορική συγκυρία. Μέσα από αυτές τις σκέψεις μπορούμε να αναλογιστούμε εν τέλει και τι μπορεί να σημαίνει σήμερα το «Οχι» ή τι θα θέλαμε να σημαίνει. Θα ήταν δηλαδή η αυτονόητη συνέχεια μιας παλαιάς ιστορίας;


Τη νύχτα της 28ης Οκτωβρίου 1940 ο Ιωάννης Μεταξάς, απορρίπτοντας το ιταλικό τελεσίγραφο, αναδείχθηκε εθνικός «ήρωας» της επίσημης Ιστορίας. Η άρνησή του απέναντι στον επίδοξο κατακτητή της Ελλάδας εντάχθηκε στη σειρά των ηρωικών αγώνων που στο εθνικό φαντασιακό συναρθρώνουν την εποποιία του Εθνους ανά τους αιώνες. Σύμφωνα λοιπόν με αυτή την ερμηνεία, το «Οχι» το είπε ο Μεταξάς. Μετά την πτώση της δικτατορίας των συνταγματαρχών ωστόσο, στο κλίμα της Μεταπολίτευσης και μέσω της υπόρρητης ή και σαφούς σύνδεσης της πρόσφατης με την παλαιά δικτατορία, η πράξη αυτή του Μεταξά χαρακτηρίστηκε «καπρίτσιο της Ιστορίας». Πράγματι, φαινόταν παράξενο ότι ένας δικτάτορας με φασίζουσα ιδεολογία και σύμβολα εμπνευσμένα από τη χιτλερική Γερμανία και την Ιταλία του Μουσολίνι επέλεξε να αντιταχθεί στον Αξονα. Γι' αυτόν τον λόγο επεκράτησε η άποψη ότι το «Οχι» το είπε ο ελληνικός λαός. Η ερμηνεία αυτή συνδέθηκε με την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης και την ένταξή της στην εθνική ιστορία. Αλλοτε λοιπόν το «Οχι» το λένε οι ηγέτες και άλλοτε οι λαοί. Και, πάντως, όποιος και να το πει, οι επίγονοι έχουν τη δυνατότητα να το ερμηνεύσουν κατά το δοκούν.


Απρόσωπο ή προσωποποιημένο, το «Οχι» έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά: δηλώνει την αντίσταση ή την εξέγερση εναντίον ξένων κατακτητών ή καταπιεστικής εξουσίας. Σημαίνει «δεν παραδίδομαι», «δεν σκύβω το κεφάλι», και παραπέμπει στις αξίες της ελευθερίας, της αξιοπρέπειας και της υπερηφάνειας. Δεν υπάρχει αμφιβολία. Ολοι μας θέλουμε να μπορούμε να πούμε «όχι», είτε αυτό αφορά ατομικές επιλογές είτε συλλογικές πράξεις. Η ικανότητα να λέμε «όχι» σημαίνει θάρρος, ανδρεία, αυτοπεποίθηση.


Σε εθνικό επίπεδο, οι ήρωες του «Οχι» είναι πολλοί, ακόμη κι αν δεν χρησιμοποίησαν ποτέ τη συγκεκριμένη λέξη. Τους αναγνωρίζουμε στα πρόσωπα των αγωνιστών του '21 και στο σύνθημα «Ελευθερία ή θάνατος»· στην απεγνωσμένη αυτοθυσία του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου· στο Κούγκι και στο Αρκάδι. Ωστόσο αρχετυπική για τη σειρά των ηρώων που αντιστέκονται είναι η περίπτωση του Λεωνίδα και των τριακοσίων του. Αν υπάρχει ένα αντίστοιχο του «Οχι» μέσα στην Ιστορία, αυτό είναι χωρίς αμφιβολία το «Μολών λαβέ». Το ενδιαφέρον είναι ότι όλοι αυτοί οι «ήρωες του Οχι» (αν μπορούμε να κατασκευάσουμε μια τέτοια κατηγορία) δεν ήταν ήρωες που νίκησαν κυριολεκτικά αλλά μόνο ηθικά. Είναι μια από τις γνωστές ειρωνείες της Ιστορίας ότι, λέγοντας το «Οχι», θυσίασαν τη ζωή τους και έχασαν τη μάχη. Δεν ανταμείφθηκαν με μια νίκη. Και η Ελλάδα εξάλλου κατακτήθηκε το 1941, παρά το «Οχι» της έναν χρόνο πριν. Εν τούτοις, είναι το ίδιο το τραγικό τέλος που ενισχύει την ηθική αξία της άρνησης και εξυψώνει όποιον την εκφέρει.
«Και περισσότερη τιμή τους πρέπει / όταν προβλέπουν (και πολλοί προβλέπουν) / πως ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος, / κ' οι Μήδοι επί τέλους θα διαβούνε».

Ολα τα «Οχι» της Ιστορίας αναφέρονται ωστόσο σε ένοπλη αντίσταση και εξέγερση. Τι σημαίνει να λέει κάποιος «Οχι» σε περίοδο ειρήνης; Αν χρησιμοποιήσουμε τη μεταφορά του πολεμικού «Οχι», ένα ειρηνικό «Οχι» θα σήμαινε επίσης ικανότητα αντίστασης στη στέρηση της ελευθερίας και της δημοκρατίας, απεμπόληση της νωθρότητας του κομφορμισμού, και εν τέλει αυτοθυσία για την υπεράσπιση ηθικών αξιών. Με άλλα λόγια, το «Οχι» έχει πάντα κάποιο υλικό κόστος, μικρό ή μεγάλο, στο όνομα του ηθικού οφέλους. Επομένως, το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσον η ελληνική κοινωνία σήμερα έχει την ικανότητα να συσπειρωθεί για να υπερασπιστεί μείζονες ηθικές αξίες και τι είναι έτοιμη να θυσιάσει στο όνομα αυτών των αξιών. Το εγχείρημα αυτό είναι πολύ πιο σύνθετο από το «Οχι» της 28ης Οκτωβρίου. Ante portas δεν είναι ο φασιστικός στρατός και ο «εχθρός» έχει σήμερα χαμαιλεόντεια χαρακτηριστικά. Γι' αυτό και διαφορετικές πολιτικές και κοινωνικές ομάδες βλέπουν αλλού η καθεμία το πρόσωπό του. Το «Οχι» έχει κατακερματιστεί και δεν γράφεται πλέον με κεφαλαία γράμματα.

ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 29-10-2011


Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2011

Μυθοπλασίες

του Νάσου Βαγενά, καθηγητή της Θεωρίας και Κριτικής της Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Στην προηγούμενη επιφυλλίδα μου (7 Αυγούστου) σχολιάζοντας εκείνο το είδος της ιστοριογραφίας που θάλλει ιδιαίτερα σήμερα στον τόπο μας το χαρακτήριζα έκθεση θεωρητικών ιδεών. Χαρακτηρισμός ήπιος, αν σκεφτούμε ότι τις ιδέες αυτές η εν λόγω ιστοριογραφία τις εφαρμόζει σε ένα πεδίο τα ουσιώδη ιστορικά στοιχεία του οποίου παραβλέπει, αν δεν αγνοεί. Θα σχολιάσω ένα ακόμη δείγμα αυτής της ιστοριογραφίας, για την οποία θα ήταν ακριβέστερος ο χαρακτηρισμός μυθοπλασιακή. Διαβάζουμε: «Κανείς δεν διανοήθηκε να γράψει ιστορία του ελληνικού έθνους πριν από τη συγκρότηση του ελληνικού εθνικού κράτους» (Α. Λιάκος, «Το Βήμα», 6.3.2005).

Η παραπάνω βεβαιότητα είναι τόσο εσφαλμένη ώστε να αναρωτιέται κανείς πώς είναι δυνατόν να διατυπώνεται από έναν ιστορικό· πολλώ μάλλον όταν ο ιστορικός αυτός δηλώνει όχι μόνο ότι δεν υπάρχει ιστοριογραφία για το ελληνικό έθνος πριν από τη συγκρότησή του ως κράτους, αλλά και ότι γνωρίζει την ίδια τη σκέψη των πριν από το 1830 ανθρώπων ως προς αυτό. Διότι υπάρχει και πριν από το 1830 στον ελληνικό χώρο - ήδη από τα μέσα του 18ου αιώνα - μια συζήτηση περί εθνικής ιστοριογραφίας, γενικότερα, αλλά και περί ελληνικής - που αντανακλά ανάλογες συζητήσεις του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού - όπως και υπάρχουν ιστορίες του ελληνικού έθνους που γράφονταν και που γράφτηκαν.


Ακριβέστερα: Υπάρχουν τρεις κατηγορίες ανθρώπων που διαψεύδουν το περιεχόμενο του παραπάνω χωρίου:


1) Οσοι όχι μόνο διανοήθηκαν αλλά και έγραψαν ιστορία του ελληνικού έθνους πριν από τη συγκρότηση του ελληνικού εθνικού κράτους.


2) Οσοι διανοήθηκαν να γράψουν.


3) Οσοι είναι πιθανότερο να διανοήθηκαν παρά να μη διανοήθηκαν.


Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν οι Ι. Δονάς Πασχάλης, το βιβλίο του οποίου Επιστολή απολογητική (1793 στα ιταλικά, ελλην. μτφρ. 1802) περιέχει μιαν «Επιτομήν βραχυτάτην της ιστορικής περιόδου των Ελλήνων», που είναι μια σύνοψη της ιστορίας του ελληνικού έθνους από την αρχαία εποχή ως το τέλος του 18ου αιώνα· ο Ι. Ρίζος Νερουλός, του οποίου η Histoire moderne de la Grece (1828) είναι ιστορία του ελληνικού έθνους από την εποχή των Σταυροφοριών ως το 1828· ο Ι. Καποδίστριας που συνεργάστηκε (το 1823) στη συγγραφή της Histoire του Νερουλού· ο Κ. Κούμας, που η Νεωτάτη Ιστορία του περιέχει (με τίτλο «Ελληνες») μιαν ιστορία του ελληνικού έθνους από την πτώση της Κωνσταντινούπολης ως την ίδρυση του ελληνικού εθνικού κράτους (δημοσιεύθηκε το 1832 αλλά «έγινε διανοητή» αρκετά χρόνια πριν)· και οι εξής ξένοι που δημοσίευσαν ιστορία του νεοελληνικού έθνους: Rabbe (1824), Raffenel (1825), Villemain (1825) και Carrel (1825).


Τη δεύτερη κατηγορία αποτελούν ο Ι. Μοισιόδαξ, ο οποίος διενοείτο μιαν «Ιστορίαν της Ελλάδος (όταν λέγω Ελλάδα, εννοώ όλας τας διασποράς των Ελλήνων), η οποία διηγείται την κατάστασιν οπού έλαβε μετά την άλωσιν» (1761)· ο Γρ. Παλιουρίτης, που στην Επιτομήν της Ιστορίας της [αρχαίας] Ελλάδος (1807), την οποία δημοσίευσε «ως απαρχήν», γράφει ότι «δεν θα ήτον ανωφελές αν ακολουθείτο το τοιούτον [βιβλίον] έως τας ημέρας μας διά να έχωμεν μίαν Ιστορίαν του Γένους μας ευσύνοπτον μεν, εντελή δε»· ο Δ. Αλεξανδρίδης, που συμπληρώνει τη μετάφρασή του της Ιστορίας της [αρχαίας] Ελλάδος του Goldsmith με έναν δικό του τόμο της βυζαντινής ιστορίας (1807), επισημαίνοντας την ανάγκη να γραφεί και «η παρούσα του ημετέρου γένους ιστορία», δηλαδή την ανάγκη μιας πλήρους ιστορίας του ελληνικού έθνους από την αρχαιότητα ως το 1807· ο Ι. Κοκκώνης που, γράφοντας (το 1818) μια Συνοπτική [αρχαία] Ελληνική Ιστορία, προστρέχει στη βοήθεια του Κ. Οικονόμου, ο οποίος τον συμβουλεύει να «ερανισθή συνοπτικώς όλην την ιστορίαν του Ελληνικού έθνους απ' αρχής μέχρι σήμερον».


Την τρίτη κατηγορία συνθέτουν όσοι ασχολήθηκαν θεωρητικά με την ιστοριογραφία και ερανίστηκαν - ή δεν ερανίστηκαν - ιστορία του αρχαίου ελληνικού έθνους· όσοι ερανίστηκαν ιστορία του αρχαίου ελληνικού έθνους αλλά δεν ασχολήθηκαν θεωρητικά με την ιστοριογραφία· και αρκετοί άλλοι: Ενας που πιστεύει ότι υπάρχει εθνική ιστοριογραφία (όπως λ.χ. ο Δ. Καταρτζής, 1787) ή που συμπιλεί (Γ. Σακελλάριος, 1796) ή μεταφράζει (Β. Παπαευθυμίου, 1807) ιστορία των αρχαίων Ελλήνων, τους οποίους θεωρεί προγόνους του, ενώ συγχρόνως στοχάζεται θεωρητικά (Σ. Κονδός, 1819· Ν. Πολυαίνης, 1820) ή αγωνίζεται για το «δικαίωμα των Ελλήνων να συστήσωσι έθνος ελεύθερον και ανεξάρτητον» (Γρ. Κωνσταντάς, 1791, 1828) είναι πιθανότερο να έχει διανοηθεί να γράψει ιστορία του ελληνικού έθνους παρά να μην έχει διανοηθεί.


Προσπαθώντας να εξηγήσει κανείς πώς ένας καθηγητής της Νεότερης Ιστορίας και της Ιστορίας της Ιστοριογραφίας είναι δυνατόν να γράφει ένα χωρίο σαν κι αυτό που σχολίασα, οδηγείται αναγκαστικά στο συμπέρασμα της «θεωριακής τύφλωσης»: του άκριτου θαυμασμού προς το θεωρητικό σχήμα, που τυφλώνει με τη λάμψη του. Καθώς ενστερνίζεται περιπαθώς εκείνες από τις νεότερες θεωρίες που υποστηρίζουν ότι δεν υπάρχει έθνος (παρά μόνο «πολιτισμική κοινότητα») πριν από τη συγκρότηση εθνικού κράτους, ο εν λόγω ιστορικός είναι φυσικό να πιστεύει ακόμη και ότι είναι αδύνατον να περάσει από το μυαλό μιας κοινότητας ανθρώπων της προκρατικής της εποχής ότι μπορεί να αποτελούν έθνος.

ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 9-10-2011


Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2011

Η Ιστορία που δεν διδάσκει

του Κων/νου Σβωλόπουλου, Ακαδημαϊκού

Είναι μεθοδολογικά και πραγματιστικά παραπλανητική η άποψη ότι η Ιστορία επαναλαμβάνεται σε κάθε περίπτωση. Πέρα από τον κίνδυνο της σύναψης με τις τρέχουσες ρευστές συγκυρίες, μεταβάλλοντας την ιστορική επιστήμη σε θεραπαινίδα της σύγχρονης πολιτικής, είναι επιστημονικά επιβεβαιωμένο ότι είναι αδύνατον να επαναληφθούν όσες πράξεις διαπράχθηκαν κατά το παρελθόν ή όσες πραγματικές καταστάσεις τις υπαγόρευσαν. Το γεγονός όμως αυτό δεν αίρει τη δυνατότητα να επιχειρηθεί η περιγραφή ορισμένων καταστάσεων που επαναλαμβάνονται - θετικών ή αρνητικών. Θα εστιάσουμε την προσοχή μας στις τελευταίες.

Η Ελλάδα, πρώτον, μια απλή μονάδα στη διεθνή σκακιέρα, είναι εύλογο να υφίσταται ό,τι συνεπάγεται η αυξημένη επιρροή από τους περισσότερους και τους περισσότερο ισχυρούς στο διεθνές γίγνεσθαι. Η διαπίστωση αυτή δεν συνιστά αξιολογική κρίση αλλά μαρτυρεί την επίγνωση μιας αμείλικτης πραγματικότητας, όπου βασίστηκαν κατά το παρελθόν οι κατ' εξοχήν κορυφαίοι ηγέτες της χώρας προκειμένου να πραγματώσουν τις επιδιώξεις και τους οραματισμούς τους. Η μοιραία αυτή αλληλεξάρτηση συντρέχει, εξάλλου, κατά μείζονα λόγο όταν - όπως κινδυνεύει να συμβεί σήμερα - ο λιγότερο ισχυρός παραβαίνει ρητές διεθνείς δεσμεύσεις του.


Δεύτερον, η πρώιμη υιοθέτηση και η ευρεία εφαρμογή της δημοκρατικής αρχής είναι επίτευγμα διαχρονικό των νεότερων Ελλήνων. Η αίσθηση όμως του ορθολογισμού υποχωρεί συχνά στις απαιτήσεις μιας πολιτικά παράλογης συναισθηματικής αντίδρασης - τάση που ευνοεί τη δημαγωγία και τον λαϊκισμό. Η αντίδραση αυτή ενισχύεται, εξάλλου, ειδικά στις μέρες μας, υπό την επίδραση ατόμων και μεθόδων ελαστικής συνείδησης και περιορισμένης ευθύνης.


Αποτελεί, τρίτον, πόρισμα ασφαλές από τη μελέτη της νεότερης ελληνικής Ιστορίας ότι η ομοψυχία πάνω σε δοκιμασμένες δημοκρατικές προϋποθέσεις και διαδικασίες επιδρά θετικά ενώ, αντίθετα, ο διχασμός οδηγεί σε αποτελέσματα καταστροφικά: η αναφορά στον Πρώτο και τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο είναι, μεταξύ άλλων, εξόχως αποκαλυπτική. Πώς να χαρακτηριστεί η προσπάθεια, σήμερα, για την επάνοδο της χώρας σε καθεστώς διαίρεσης; Είναι αυτονόητα σοβαρή η παράβαση οποιουδήποτε από αυτούς τους κανόνες. Πρόσφατα, όμως, τείνουν να καταπατηθούν και οι τρεις! Χρειάζεται, άραγε, άλλη μείζων απόδειξη ότι η Ιστορία δεν διδάσκει;

ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 25-9-2011


Κυριακή, 21 Αυγούστου 2011

Ουτοπία

Γλώσσα και Ιστορία, οι δύο ακρογωνιαίοι λίθοι Παιδείας.

Και όταν λέμε γλώσσα εννοούμε τη μια και ενιαία ελληνική γλώσσα. Αποτελεί μάλλον έλλειψη σοφίας να προσηλώνεται κανείς πεισματικά σε μια και μόνο μορφή της, περιφρονώντας αυτό τον αμύθητο πλούτο, το θησαυρό που έχει στη διάθεσή του. «Εγώ δεν ξέρω να υπάρχει παρά μια γλώσσα, η ενιαία γλώσσα, η ελληνική. Το να λες, ακόμη σήμερα, ουρανός ή θάλασσα ή ήλιος ή σελήνη ή άνεμος, όπως τα έλεγαν η Σαπφώ κι ο Αρχίλοχος, δεν είναι μικρό πράγμα. Είναι πολύ σπουδαίο. Επικοινωνούμε κάθε στιγμή μιλώντας, με τις ρίζες μας. Τις ρίζες μας που βρίσκονται εκεί, στα αρχαία», υποστηρίζει, με το γνώριμο στόμφο του, ο Ελύτης.

Είναι η γλώσσα που ο Κικέρων ήθελε να διαλέγονται οι θεοί: «ει θεοί διαλέγονται τη των Ελλήνων γλώττη χρώνται». Η γλώσσα, που διδάσκεται στα πανεπιστήμια της Εσπερίας και σ' άλλες κρασπεδικές γωνιές του κόσμου από τα πρωτότυπα των αρχαίων, η γλώσσα-καταφύγιο σε κάθε Αρμαγεδδώνα, κατά τον διαχρονικό και πάντα επίκαιρο Αρκάδα ιστορικό Πολύβιο: «εν καιροίς χαλεποίς μέμνησο της γλώσσης». Η γλώσσα, που δίχως τις ρίζες της πολλές γλώσσες (κυρίως η αγγλική) θα ήταν εντελώς διαφορετικές, καθώς κι ο πανανθρώπινος πολιτισμός.

Τούτη τη γλώσσα καταντήσαμε πλοίο ξυλάρμενο, που θαλασσοδέρνεται στα αβαθή και τελματώδη, προσκρούοντας επικίνδυνα σε υφάλους της «αρωγής» και «ευδοκίμησης», του «Μανόλη» και «Εμμανουήλ». Οταν μια κοινωνία παρακμάζει, το πρώτο θύμα της η γλώσσα. Γνωρίζετε, βέβαια, το «γαμάτος» (σύγχρονος δημοφιλής υπερθετικός του «καλός»). Γαμάτο αυτοκίνητο, γαμάτος ηθοποιός, δάσκαλος κ.λπ. Κατανοούμε, βέβαια, το γεγονός πως η γλώσσα είναι ζωντανός οργανισμός, που στο αέναο σεργιάνι του σαγηνεύεται, ερωτεύεται, παντρεύεται, γεννά και ποικιλότροπα αναγεννιέται. Ομως, δεν πρέπει να «πουλιέται», να αλλοτριώνεται. Μάθε το κλασικό «άριστος, κάλλιστος» και μετά πες και το «γαμάτος». Τα πρώτα, είναι χρέος, καθήκον, επιβίωση, το άλλο (νεανική αδεία) «μαγκιά». Γιατί η γλώσσα αποτελεί το χειμαρρώδη ποταμό που πηγάζει απ' τα βάθη των αιώνων μεταφέροντας και καταυγάζοντας στις γειτονιές του κόσμου: Μύθους, Παραμύθια, Παράδοση, Ρίζες, Πολιτισμό, Ιστορία, Φύση, Υπαρξη. Απροσμέτρητη η ευθύνη της πολιτείας, κυρίως της διανόησης, για τούτο το « γλωσσικό κατάντημα».

Ο πολιτισμός αποτελεί το φωτοστέφανό μας. «Αν ήμουν πρωθυπουργός της Ελλάδας, δεν θα έκανα τίποτε που να μην περνά μέσα απ' τον Πολιτισμό», επεσήμανε στον Ανδρέα Παπανδρέου ο γάλλος πρόεδρος Φρανσουά Μιτεράν. Με το δικό του ποιητικό οίστρο το επανέλαβε ο νομπελίστας μας, Ελύτης: «Πας γρηγορότερα παντού διά μέσου Κωνσταντινουπόλεως».

Για ποιον πολιτισμό μιλάμε, χωρίς ιστορική γνώση, μνήμη («λαός χωρίς ιστορική μνήμη είναι λαός χωρίς συνείδηση»), όταν, χάριν παραδείγματος, τα αυχμηρά περβόλια μας «καταμοσχοβολούν» σουβλάκι, γύρο, τζατζίκι, φέτα, ούζο κλπ. αντί να ευωδιάζουν Ομηρο, Ησίοδο, Πλάτωνα, Σωκράτη, Αριστοτέλη, Θουκυδίδη, Σοφοκλή. Οταν ανοίγεις το βιβλίο της Νεότερης Ιστορίας της Γ' Γυμνασίου και, ενεός, μετράς μετά βίας πέντε σελίδες αφιερωμένες στην Επανάσταση του 1821, ενώ στην κρίση του χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης, το 1929, επτά. Οταν αβασάνιστα ζητάς κατάργηση παρελάσεων (δεν εξετάζουμε τη σοβινιστική, μιλιταριστική έπαρσή τους ), ενώ αγνοείς πότε, γιατί και ποιον τιμάς.

Απροκάλυπτα, πλέον, απαξιώνουν την Ιστορία οι κλήρες της αχαλίνωτης παγκοσμιοποίησης απ' τις αρχές του 1980, οπόταν και η ληξιαρχική πράξη γέννησής της. «Ανήκεις στην Ιστορία σημαίνει τέλειωσες, ξόφλησες...», η κυνική, ασύστολη επωδός τους. Στόχος η αποδυνάμωση του έθνους-κράτους και της δημοκρατίας, η δημιουργία κοσμοπολίτικων υποκειμένων (όχι εθνικών), απαλλαγμένων από προκαταλήψεις κι αρνητικά αισθήματα από παρελθούσες εχθρότητες.

Βιώνουμε μια κρίση γενική, που αφορά και Παιδεία και άνθρωπο. Πολιτεία, πολιτικοί ευαγγελίζονται τη σύνδεση της εκπαίδευσης με τον παγκοσμιοποιημένο Μολώχ της αγοράς, σαν μόνη σωτηρία. Μιλούν, προφανώς, για τη δημιουργία ευπώλητων πολιτών. Το γνωρίζουν καλά οι συστημικοί Ηρακλειδείς, που σπεύδουν με βια να ιδρύσουν τα πολυδιαφημιζόμενα Charter Schools (σχολεία ανάγνωσης, γραφής και πρακτικής αριθμητικής), για εκκολαπτόμενους δουλοπάροικους στο Μεσαίωνα της Νέας Τάξης. Εμείς -όπως επισημαίνει ο τελευταίος των Μοϊκανών και μεγάλος δάσκαλος, Χρήστος Τσολάκης- προσβλέπουμε στον αποπροσανατολισμό του σχολείου από την αγορά εργασίας και τον προσανατολισμό του στον Ανθρωπο, την Παιδεία. «Ο άνθρωπος θα στήσει αγορές εργασίας για όλους, θα κατακτήσει μόνος του τη ζωή, αρκεί να του γυμνάσουμε ψυχή και σώμα».

Ακούγομαι, φοβάμαι, ρομαντικός, ουτοπικός. Οχι, αφού ο μεγαλύτερος ρεαλισμός, σήμερα, είναι τούτος ο ρομαντισμός, αφού η ουτοπία δεν είναι το μη πραγματοποιήσιμο, αλλά ό,τι δεν έχει, ακόμα, πραγματοποιηθεί...

ΠΗΓΗ: εφημ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 21-8-2011


Τετάρτη, 10 Αυγούστου 2011

Μοιάζουμε στην εποχή μας παρά στους γονείς μας

της Χριστίνας Κουλούρη, καθηγήτριας  Ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.


Μοιάζουμε στην εποχή μας παρά στους γονείς μας




Τον Δεκέμβριο του 1893 η Ελλάδα κήρυξε πτώχευση. Είχε προηγηθεί μια μακρά περίοδος οικονομικής και πολιτικής κρίσης. Από το 1879, αφού άνοιξαν οι ξένες χρηματαγορές για την Ελλάδα, το ελληνικό κράτος είχε συνάψει πολλά εξωτερικά δάνεια και είχε αυξήσει υπερβολικά τη φορολογία- με έμμεσους φόρους στην κατανάλωση- για να μπορέσει να αυξήσει τα δημόσια έσοδα. Η σταφιδική κρίση εξάλλου είχε πλήξει τις εξαγωγές και είχε μειώσει σημαντικά την εισροή συναλλάγματος. Στην αναζήτηση νέου δανείου ο Τρικούπης είχε προσκρούσει στον αγγλογαλλικό ανταγωνισμό, με τους Αγγλους να συναινούν στην παραχώρηση δανείων και τους Γάλλους να επιδιώκουν την πτώχευση, η οποία τελικά συνέβη. Παρά την πτώχευση, η ελληνική κοινωνία επέμενε στα αλυτρωτικά της οράματα και ενεπλάκη σε έναν καταστροφικό πόλεμο με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Μετά την ήττα το 1897 επιβλήθηκε στην Ελλάδα διεθνής οικονομικός έλεγχος με στόχο να καταβάλει η Ελλάδα πολεμική αποζημίωση στην Τουρκία και να υπάρξουν πρόσοδοι για την αποπληρωμή των ξένων δανείων.

Η εικόνα αυτή της Ελλάδας σε πτώχευση στα τέλη του 19ου αιώνα θυμίζει πράγματι τη σημερινή εικόνα: μια οικονομία που στηρίχτηκε σε εξωτερικά δάνεια, κρίση της αξιοπιστίας του πολιτικού συστήματος, επιβολή αυστηρής λιτότητας και μέτρων από διεθνή επιτροπή, «ξένη επέμβαση». Πολλοί σχολιαστές της παρούσας κατάστασης δεν διστάζουν λοιπόν να κάνουν ευθείες συγκρίσεις, υιοθετώντας ως δεδομένο ότι «η ιστορία επαναλαμβάνεται». Ή, πάλι, χρησιμοποιούν τη σύγκριση αυτή για να αποδείξουν ότι, πράγματι, η ιστορία επαναλαμβάνεται. Πίσω από αυτόν τον τρόπο σκέψης κρύβονται τα εξής ενδεχόμενα: 1) η μοιρολατρική διαπίστωση για την αναπόφευκτη, νομοτελειακή δυσπραγία της Ελλάδας (ως «Ψωροκώσταινας») από την ίδρυση του κράτους ως σήμερα (για διαφορετικούς λόγους κατά περίπτωση, ανάλογα με την ιδεολογικοπολιτική τοποθέτηση του κρίνοντος)· 2) η επιθυμία να δειχτεί η αναγκαιότητα (και η ορθότητα) της επιβολής μέτρων λιτότητας σήμερα, εφόσον μετά την επιβολή του διεθνούς οικονομικού ελέγχου το 1897 η Ελλάδα γνώρισε οικονομική «εξυγίανση» και ανάκαμψη· και 3) η ανάγκη να προβλεφθεί το μέλλον μέσα σε συνθήκες κρίσης και ανασφάλειας. Η απλουστευτική και αφαιρετική σύγκριση λοιπόν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, εφόσον μετά την πτώχευση του 1893 και την επιβολή του διεθνούς οικονομικού ελέγχου ακολούθησε περίοδος εντυπωσιακής ανόδου σε όλους τους τομείς της οικονομίας, μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα ξεπεραστεί και η σημερινή κρίση. «Η ιστορία επαναλαμβάνεται». Ωστόσο αυτό δεν ισχύει. Κατ΄ αρχάς, γιατί οι διαφορές ανάμεσα στις δύο ιστορικές στιγμές είναι πολύ σημαντικότερες από τις ομοιότητες- αν είναι θεμιτή μια τέτοια σύγκριση. Η βασική ειδοποιός διαφορά ήταν η εμπλοκή του ελληνικού αλυτρωτισμού και η προτεραιότητα του εθνικού ζητήματος. Για τη συλλογική συνείδηση, η επιβολή του οικονομικού ελέγχου δεν ήταν αποτέλεσμα της πτώχευσης αλλά της ήττας στον ελληνοτουρκικό πόλεμο. Παρ΄ ότι η Ελλάδα δεν έχασε εδάφη, χάρη στην παρέμβαση των Δυνάμεων, ταπεινώθηκε με μια εξευτελιστική ήττα τη στιγμή που μεγάλο μέρος των εξωτερικών δανείων είχε διατεθεί τα προηγούμενα χρόνια για στρατιωτικές δαπάνες. Επίσης, καμία σχέση δεν έχει το μικρό κράτος που έφτανε ως τη Θεσσαλία την εποχή της ακμής της δυτικής αποικιοκρατίας με τη σημερινή Ελλάδα που έχει κοινό νόμισμα με τα ισχυρά δυτικοευρωπαϊκά κράτη.


Αφετέρου, παρά τη δυνατότητα να σκεφτόμαστε με συγκρίσεις και αναλογίες, η μελέτη της ιστορίας μάς δείχνει τη βαρύτητα της αλλαγής και της ασυνέχειας. Οπως έχει επισημάνει ο γάλλος ιστορικός Μαρκ Μπλοκ, με βάση ένα αραβικό γνωμικό, «οι άνθρωποι μοιάζουν περισσότερο στην εποχή τους παρά στους γονείς τους». Η σύγχρονη ιστοριογραφία έχει απομακρυνθεί και από την κυκλική και από τη γραμμική αντίληψη του ιστορικού χρόνου. Πέρα δηλαδή από την άποψη ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται (κυκλική αντίληψη), έχει αναθεωρηθεί και η κυρίαρχη τον 19ο αιώνα άποψη της γραμμικής εξέλιξης και προόδου.


Εν τούτοις, η βασική ιδέα που κρύβεται πίσω από την άποψη ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται συνδέεται με τη στερεοτυπική, και προ πολλού ξεπερασμένη, αντίληψη της ιστορίας ως σχολείου ηθικής και ως πηγής προτύπων συμπεριφοράς για το παρόν. Η έκφραση «historia magistra vitae» (η ιστορία είναι διδάσκαλος βίου) αποδίδεται στον Κικέρωνα και γνώρισε μακροβιότητα όχι μόνο στη σχολική αλλά και στη δημόσια ιστορία. Ανεξάντλητη πηγή παραδειγμάτων απόλυτης και αχρονικής αξίας, αυτή η παραδειγματική ιστορία χαρακτηρίζεται από ηθικό συντηρητισμό. Προϋπόθεση μιας τέτοιας αντίληψης είναι η πίστη στη σταθερότητα της ανθρώπινης φύσης, που επιτρέπει στο παρελθόν να λειτουργήσει ως ηθικός οδηγός για το παρόν και το μέλλον. Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο σε περιπτώσεις «ένδοξων προγόνων», όπως έχει λειτουργήσει η αρχαιότητα για τη σύγχρονη Ελλάδα. Ισχύει όμως και με την ηθικολογική χρήση των «ελαττωμάτων» ή των «λαθών» των προγόνων ως παραδειγμάτων προς αποφυγή. Και στα δύο ενδεχόμενα στόχος δεν είναι το παρόν αλλά το μέλλον.


Οπως γράφει ο Reinhart Κoselleck, «ο παιδαγωγικός ρόλος της ιστορίας είναι ταυτόχρονα βεβαιότητα και σύμπτωμα μιας συνέχειας που συνδέει το παρελθόν με το μέλλον». Το παρελθόν θεωρείται ότι λειτουργεί ως μέσο φρονηματισμού αφενός ή ως βάση για τον σχεδιασμό του μέλλοντος αφετέρου. Η ιστορία καλείται λοιπόν να συνδράμει στην πρόγνωση του μέλλοντος, ενός μέλλοντος για το οποίο υπάρχει ελπίδα και ανυπομονησία. Αυτά τα διδάγματα και η ικανότητα πρόβλεψης στο δυσοίωνο παρόν αναζητούνται επομένως από όσους επιχειρούν τη σύγκριση με την πτωχευμένη Ελλάδα του τέλους του 19ου αιώνα. Το γεγονός ότι εκείνη η ιστορική περίοδος έληξε με την έλευση του «μεσσία» Ελευθέριου Βενιζέλου δε φαίνεται να είναι άσχετο με αυτές τις απόψεις. Ωστόσο κάθε γενιά κάνει τα δικά της λάθη.


ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 10-7-2011


Πέμπτη, 4 Αυγούστου 2011

75 χρόνια μετά: Χρέος και 4η Αυγούστου 1936

του Γ.Π.Μαλούχου

alt

Σαν σήμερα, πριν από 75 χρόνια, ο Ιωάννης Μεταξάς κατέλυσε το δημοκρατικό πολίτευμα στην Ελλάδα για να δημιουργήσει, όπως υποστήριζε, στα πρότυπα των φασιστικών καθεστώτων της Ευρώπης της εποχής, τον «Τρίτο ελληνικό πολιτισμό»: μια ιστορία που, αν δεν ήταν τραγωδία, θα ήταν ασφαλώς κωμωδία...

Τι οδήγησε όμως στη δικτατορία της 4ης Αυγούστου; Για τα αίτιά της έχουν γραφτεί πολλά και, σίγουρα, ανάμεσά τους ήταν κυρίαρχος ο φόβος μιας ανόδου του κομμουνισμού και στην Ελλάδα, καθώς έδειχνε να αποκτά δυναμική μεγάλης επιρροής την ώρα που η νεαρή Σοβιετική Ενωση έφτανε στα 20 χρόνια της και οι ελπίδες πολλών για μια ουτοπική κοινωνία στα σοβιετικά πρότυπα ήταν ακόμα ζωντανές όχι μόνον στη Ρωσία, αλλά και στην Ευρώπη, ακόμα και στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής.

Στην Ελλάδα υπήρχαν όμως κι άλλα αίτια, καθοριστικής σημασίας αν και υποτιμημένα ακόμα και σήμερα τόσο στην ιστοριογραφία όσο και στην κοινή συνείδηση.

Στις 20 Αυγούστου του ίδιου έτους, μόλις δύο εβδομάδες μετά από την επίσημη κήρυξη της δικτατορίας, δηλαδή σε «χρόνο μηδέν» για τα δεδομένα όχι μόνον της εποχής, αλλά ακόμα και τα σημερινά, ήταν που φάνηκε μια βαθύτερη και ίσως κυριότερη αιτία επιβολής της.

Στις 20 Αυγούστου ο Μεταξάς αφήνει την Αθήνα για να ταξιδέψει στην Κέρκυρα. Δεν πήγε για διακοπές. Πήγε για να ανακοινώσει προσωπικά στον Βασιλιά Γεώργιο Β΄, αλλά και στον φιλοξενούμενό του βασιλιά της Αγγλίας Εδουάρδο Η΄, ότι η κυβέρνησή του, μέσα σε δύο εβδομάδες από την κήρυξη της δικτατορίας είχε καταφέρει αυτό που δεν είχε πετύχει ούτε ο ίδιος ως κοινοβουλευτικός πρωθυπουργός μέχρι τότε, αλλά ούτε και καμία άλλη κυβέρνηση από την πτώχευση του '32 και μετά: είχε έρθει σε συμφωνία με το Συμβούλιο των Ομολογιούχων, δηλαδή τις αγγλικές τράπεζες που είχαν δανείσει την Ελλάδα με τα δάνεια που είχαν οδηγήσει στην πτώχευση. Η δικτατορική Ελλάδα του Μεταξά είχε συμφωνήσει να καταβάλει το 40% για το έτος '35-'36 και το 40% για το έτος '36-'37.

Οσο κι αν οι περιστάσεις διαφέρουν ριζικά σε κρίσιμες παραμέτρους κι όσο κι αν δεν μπορεί κανείς να κάνει ευρύτερες προβολές, η ιστορία της μετάβασης από την πτώχευση του 1932 στη δικτατορία Μεταξά το 1936 μέσα από το εξωτερικό χρέος και την αυτοκτονία ενός ανάξιου των περιστάσεων πολιτικού συστήματος είναι ασφαλώς εξαιρετικά διδακτική και αξίζει να υπενθυμιστεί.


alt

 

Μπορεί σήμερα να είναι η ημέρα της επετείου, όμως, δεν πρέπει κανείς να ξεχνά ότι η άνοδος του Μεταξά στην πρωθυπουργία είχε γίνει τηρώντας πάσα κοινοβουλευτική και συνταγματική διαδικασία από την ίδια τη Βουλή μερικούς μήνες νωρίτερα, στον Απρίλιο του ίδιου έτους, ακριβώς υπό το βάρος της αδυναμίας του πολιτικού συστήματος να βρει λύση στην ελληνική χρεοκοπία.

Κινητήριος πολιτική δύναμη για την επιβολή της, ήταν ο ίδιος ο Γεώργιος που μόλις είχε επιστρέψει στην Ελλάδα και τον απασχολούσε πάρα πολύ έντονα το πώς θα λυθεί το θέμα των αγγλικών δανείων, καθώς είχε υποσχεθεί στους Αγγλους που στήριξαν με πάθος την επιστροφή του τη λύση του ζητήματος. Οπως άλλωστε έχει γράψει ο ίδιος ο Μεταξάς, η πίεση που άσκησε ο βασιλιάς στον πρωθυπουργό του επ΄ αυτού ήταν τέτοια, που ο Μεταξάς απείλησε ακόμα και με παραίτηση...!

Αντί λοιπόν άλλης αναφοράς στην 4η Αυγούστου, αξίζει να θυμηθεί κανείς τι είχαν πει εκείνη την ημέρα που ο Μεταξάς έλαβε την ψήφο εμπιστοσύνης της Βουλής, στις 29 Απριλίου 1936, δύο σημαντικοί κοινοβουλευτικοί άνδρες, όπως αποτυπώνονται οι λόγοι τους στα πρακτικά της Βουλής. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι η Βουλή όχι μόνον τον έκανε πρωθυπουργό, αλλά ανέστειλε αμέσως και τις εργασίες της μέχρι τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, δίνοντάς του μια απόλυτη «λευκή επιταγή» και γι' αυτό ο Μεταξάς κήρυξε τη δικτατορία του σαν σήμερα, τον Αύγουστο του 1936. Τα όσα ειπώθηκαν εκείνη την ημέρα, περιγράφουν μια πραγματικότητα που, δυστυχώς, 75 χρόνια μετά, μοιάζει απελπιστικά γνώριμη.

Ο λόγος λοιπόν, χωρίς άλλα σχόλια, στον διάδοχο του Ελευθερίου Βενιζέλου Θεμιστοκλή Σοφούλη και τον βουλευτή του Λακού Κόμματος Βάσο Στεφανόπουλο, που μεταξύ άλλων, αναφέρεται και με τρόπο διορατικό στην πολυσυζητημένη αυτό τον καιρό έννοια της εθνικής κυριαρχίας:


alt

Θεμιστοκλής Σφούλης:

«Μέσα εις την ατμόσφαιραν η οποία περιβάλλει

την ζωή μας, εισπέομεν όλοι, χωρίς να το κατα-

λάβωμεν, μία γεναίαν δόσιν υποκρισίας. Κοπτόμε-

θα πάντες και εκτραγωδούμεν τον κίνδυνον τον

απώτερον του κομμουνισμού, διά να καλύψωμεν

τον κίνδυνον τον οποίον ημείς οι ίδιοι δημιουργού-

μεν, οι προστάται δήθεν και υπερασπισταί του

αστικού καθεστώτος. Τα μίση μας, αι ασχήμιαι, η

εμπάθεια η οποία έχει αποκορυφώσει τον διχασμόν

του ελληνικού έθνους και δημιουργήσει τον κίνδυ-

νον, έναν κίνδυνον σύροντα το έθνος εις την πλή-

ρη καταστροφή και την τελείαν αποσύνθεσίν του,

αυτός είναι ο προσεχής, ο ορατός, ο απτός κίν-

δυνος. Και η καταφρόνισις προς πάσαν ηθικήν

αξίαν και προς πάσαν ηθικήν έννοιαν έχει κλονί-

σει πλέον τα θεμέλια του κοινωνικού καθεστώτος,

ώστε να μη υπολείπεται πλέον εις τους ενδεχόμε-

νους ανατροπείς του κοινωνικού καθεστώτος βαρύ

το έργον».

 

Βάσος Στεφανόπουλος:

«Χθες ακόμη εις μίαν μακράν ολονύκτιον συνε-

δρίασιν ηναγκάσθημεν να κηρύξωμεν την χρεοκο-

πίαν του λεγομένου κοινοβουλευτισμού. Είδομεν το

θέαμα ενός κόμματος, το οποίον ο λαός επλούτι-

σεν με 120 βουλευτάς και ένος άλλου με 80 και

ενός άλλου με 40 να μη δύναται κανέν εξ αυτών

αλλ' ούτε, δυστυχώς, όλα μαζί, να δώσωμεν κυ-

βέρνησιν εις τον τόπον. Και εκαλέσαμε τον αξιότι-

μον αρχηγόν των ελευθεροφρόνων. Αρχηγόν κατά

πάντα βεβαίως άξιον τιμής και διά το ένδοξον πα-

ρελθόν και διά το τίμιον παρόν και διά το εύελπι

μέλλον, αλλά αρχηγόν εξ συναδέλφων εις την Βου-

λήν ταύτην και καταθέσαμεν εις τους πόδας αυτού

άλλοι την εμπιστοσύνην μας διά διαμαρτυριών,

όπως προσφυέστατα παρετηρήθη και άλλοι την

ανοχήν μας μετά χειροκροτημάτων. Και τα 240

ΝΑΙ, τα οποία εξεφώνισαν εις την αίθουσαν ημών

εις την ψήφον εμπιστοσύνης, ήσαν 240 υπογραφαί

κάτωθι της τρομεράς διαπιστώσεως ότι εχρεωκο-

πήσαμεν ως κοινοβουλευτισμός, εξεπέσαμεν ως συ-

νέλευσις, εχάσαμεν την συνείδησιν του προορισμού

μας ως εθνική κυριαρχία. Και έτι πλέον κύριοι

βουλευταί. Εχάσαμεν ίσως και τον ψυχικόν σύνδε-

σμον προς τον λαόν, τον οποίον ενετάλημεν

να διακυβερνήσωμεν.

Διότι, τι είδος ψυχικός σύνδεσμος

είναι δυνατόν να διατηρηθεί όταν ο μεν λαός φω-

νάζει "δεν θέλω να με κυβερνήσει ο κ. Μεταξάς'',

ημείς δε αδιαφορούντες προς την κραυγήν ταύτην

απαντώμεν: "Και όμως θα σε κυβερνήσει ο Μετα-

ξάς!''» ...;

                                                                                                                                 

ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 4-8-2011

Profile

georgkod ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΩΔΩΝΑΚΗΣ
Mυτιλήνη
Το προφίλ μου

Powered by pathfinder blogs