Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2012

«Εθνος που μόνο υπακούει δεν είναι ελεύθερο»

Ο Εντουάρντο Γκαλεάνο, ο πολιτικοποιημένος συγγραφέας - συνείδηση της Λατινικής Αμερικής ξεσπαθώνει.

alt


O σεβάσμιος Εντουάρντο Γκαλεάνο είναι ένας από τους πιο εμβληματικούς συγγραφείς της Λατινικής Αμερικής, σίγουρα ο πιο πολιτικός. Το 2009, στην 5η Σύνοδο των Αμερικανικών Κρατών, ο αριστερός ηγέτης της Βενεζουέλας Ούγκο Τσάβες δωρίζει μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες στον Μπαράκ Ομπάμα, τον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών, ένα βιβλίο: είναι το θρυλικό για τους Νοτιαμερικανούς «Ανοιχτές φλέβες της Λατινικής Αμερικής» του Ουρουγουανού Γκαλεάνο. Μέσα σε μία βραδιά γίνεται μπεστ σέλερ στις ΗΠΑ και στον Καναδά.

Εβδομήντα ενός ετών σήμερα, ο Γκαλεάνο είναι ένας φιλόσοφος με νοτιοαμερικανικό ταμπεραμέντο, ένα χαρακτηριστικά έξοχο τέκνο της ιδεολογικά φορτισμένης λατινοαμερικανικής λογοτεχνίας. Ξεκίνησε στα 14 του να δημοσιεύει πολιτικά σκίτσα σε εφημερίδες του Μοντεβιδέο. Στα 20 του έγινε αρχισυντάκτης στη «La Marcha» και αμέσως μετά διευθυντής στην εφημερίδα «Epoca» - άλλες εποχές, άλλες περιοχές, άλλες ταχύτητες. Το 1971, σε ηλικία 31 ετών, έγραψε τις «Ανοιχτές φλέβες της Λατινικής Αμερικής» (στα ελληνικά κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κουκκίδα), το οποίο έμελλε να αναγνωριστεί ως βιβλίο αναφοράς για τη Λατινική Αμερική, καθώς αποτελεί μια πλήρη καταγραφή και έναν αναλυτικό σχολιασμό για την τραυματική Ιστορία της ηπείρου.

Το 1973 το στρατιωτικό πραξικόπημα στην Ουρουγουάη τον αναγκάζει να καταφύγει στην Αργεντινή και από εκεί στην Ισπανία όπου ζει εξόριστος για δέκα χρόνια. Πίσω στην πατρίδα του απαγορεύεται η κυκλοφορία του βιβλίου, απαγόρευση που επεκτείνεται στη Χιλή και στην Αργεντινή. Αργότερα, όμως, έρχονται και άλλα βιβλία, εξίσου εμβληματικά, τα οποία μεταφράζονται σε 20 γλώσσες. Μεταξύ αυτών η τριλογία «Η μνήμη της φωτιάς» και το εκπληκτικό «Καθρέφτες: Μια σχεδόν παγκόσμια ιστορία» (στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πάπυρος).

Η γραφή του είναι ένα μοναδικό μείγμα Ιστορίας, πολιτικής ανάλυσης και ποίησης‡ σε μια αναλογία που κάνει τα βιβλία του να μην μπορούν να καταταχθούν σε κάποια συγκεκριμένη λογοτεχνική κατηγορία. Ο Γκαλεάνο γράφει πολύ, αλλά μιλάει λίγο. Ακολουθεί μια από τις σπάνιες συνεντεύξεις του.

Ο Θουκυδίδης έχει γράψει ότι «τα μεγάλα έθνη πάντα κάνουν αυτό που θέλουν και τα μικρά έθνη πάντοτε αποδέχονται αυτό που πρέπει να αποδεχτούν». Μήπως τελικά αυτή η κρίση που βιώνουμε στην Ελλάδα και που πριν από λίγα χρόνια βίωσαν η Αργεντινή και άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής, ακολουθεί αυτήν ακριβώς τη διαπίστωση;

«Η Ελλάδα θα γνωρίσει τώρα αυτό που πάντα γνώριζε η Λατινική Αμερική: ότι ο κόσμος κατευθύνεται από υποτιθέμενους διεθνείς οργανισμούς, οι οποίοι ασκούν τη διεθνή δικτατορία τους και κάθε φορά γίνονται όλο και λιγότερο ορατοί. Να ξέρετε, όμως, πως η ελευθερία τού να υπακούς δεν είναι ελευθερία. Το έθνος που υπακούει δεν είναι πια έθνος: είναι η ηχώ ξένων φωνών, είναι η σκιά άλλων σωμάτων».

Είναι, άραγε, αυτό το χαρακτηριστικό που καθορίζει το μεγαλείο ενός έθνους; Η ανυπακοή;

«Ναι, και αυτό συμβαίνει επειδή ο κόσμος σήμερα, όπως και σχεδόν σε κάθε εποχή, εξακολουθεί να συγχέει το μεγαλείο με το μέγεθος. Αν κρίνουμε από την οργάνωση του σημερινού κόσμου, πετυχημένοι θεωρούνται οι λαοί που καταφέρνουν να εξουσιάζουν άλλους λαούς και κατορθώνουν να "καταβροχθίσουν" τους υπόλοιπους. Για παράδειγμα, οι πόλεμοι που σήμερα αποκαλούνται "αμυντικοί" είναι στην πραγματικότητα αδηφάγοι πόλεμοι».

 

Η μεγαλύτερη απογοήτευσή μου σε σχέση με τον Ομπάμα ήταν το Νομπέλ Ειρήνης, το οποίο παρέλαβε εκφωνώντας έναν λόγο ουσιαστικά προς τιμήν του πολέμου! Ισως παραδέχτηκε με αυτόν τον τρόπο ότι είναι και ο ίδιος αιχμάλωτος του στρατιωτικού μηχανισμού που κυβερνά τη χώρα του...

Ναι, αλλά κατά τη διάρκεια της Ιστορίας μας οι λαοί έχουμε υπάρξει, κατά εποχές, τόσο «καταβροχθίζοντες» όσο και «καταβροχθιζόμενοι».

«Σωστά! Αυτό συνέβαινε ανέκαθεν. Διότι η ελευθερία των "επιτυχημένων" χωρών τροφοδοτείται από την καταπίεση των υπολοίπων».

Εχετε γράψει τις «Ανοιχτές φλέβες της Λατινικής Αμερικής», όμως τώρα είμαστε εμείς που έχουμε τις «Ανοιχτές φλέβες της Ελλάδας».

«Το ξέρω, όμως, ας μην ξεχνάμε - και μην ξεχνάτε - πως όταν η Ιστορία λέει "αντίο", εννοεί "εις το επανιδείν", δηλαδή "πολύ σύντομα". Το καλύτερο που προσφέρει αυτή η περιπέτεια της ζωής είναι η ανεξάντλητη ικανότητα της πραγματικότητας να μας εκπλήσσει».

Λένε για τους συγγραφείς ότι με το που τελειώνουν ένα βιβλίο, αυτό παύει πια να τους ανήκει. Πώς νιώσατε όμως όταν είδατε τον Ούγκο Τσάβες να δωρίζει το δικό σας βιβλίο, τρεις δεκαετίες μετά την έκδοσή του, στον πρόεδρο των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα;

«Δεν είχα πρόβλημα με αυτό. Η μεγαλύτερη απογοήτευσή μου σε σχέση με τον Ομπάμα ήταν το Νομπέλ Ειρήνης, το οποίο παρέλαβε εκφωνώντας έναν λόγο ουσιαστικά προς τιμήν του πολέμου! Ισως παραδέχτηκε με αυτόν τον τρόπο ότι είναι και ο ίδιος αιχμάλωτος του στρατιωτικού μηχανισμού που κυβερνά τη χώρα του...».

Υπάρχουν τόσοι διεθνείς οργανισμοί, με πρώτο τον ΟΗΕ, που πρεσβεύουν τη δικαιοσύνη, την ειρήνη και τη συναδέλφωση των λαών. Εν τω μεταξύ, η έλλειψη δικαιοσύνης και η βαρβαρότητα μεταξύ των κρατών είναι διαρκής και μάλλον αυξάνεται. Πώς το εξηγείτε αυτό;

«Κοιτάξτε, τα Ηνωμένα Εθνη δεν είναι μια δημοκρατική οργάνωση. Είναι μεν μια οργάνωση που αποτελείται από όλες τις χώρες του κόσμου, όμως τα κράτη που παίρνουν τις αποφάσεις είναι πέντε‡ αυτοί οι πέντε είναι που έχουν το δικαίωμα του βέτο. Και είναι αξιοσημείωτο ότι τα πέντε αυτά κράτη, που υποτίθεται ότι επαγρυπνούν για την παγκόσμια ειρήνη, διαθέτουν επίσης και τις μεγαλύτερες βιομηχανίες όπλων».

Ωστόσο, για «αδικίες» μιλάνε όλοι, μηδενός εξαιρουμένου, τόσο που η λέξη έχει αποκτήσει μια θολή έννοια και κάθε προσωπική ευθύνη έχει χαθεί. Ακόμη και οι πλέον υπεύθυνοι για τις αδικίες του κόσμου εμφανίζονται συχνά ως θύματα. Πώς θα μπορούσαμε να καθαρίσουμε την εικόνα μας σε αυτό το θέμα;

«Μπορούμε να έχουμε μια ξεκάθαρη θέαση των πραγμάτων με το να συνδέσουμε όσα μοιάζουν ή παραμένουν ασύνδετα: Δεν υπάρχει φτώχεια που να μην εξηγείται από κάποιον πλούτο. Επιπλέον, η ελευθερία του χρήματος έχει πάντα ως συνέπεια την καταπίεση των ατόμων».

Ποιο πιστεύετε ότι είναι το μεγαλύτερο έγκλημα που έχει διαπράξει η «Δύση» εις βάρος του υπόλοιπου κόσμου;

«Το πρότυπο είναι η κατάκτηση της Αμερικής, που είχε ως αποτέλεσμα την εξόντωση του μεγαλύτερου μέρους του πληθυσμού της ηπείρου. Οι μεγάλες δυνάμεις θα ήθελαν να το επαναλαμβάνουν αυτό, πάντοτε στο όνομα του Θεού, της προόδου, του πολιτισμού και φυσικά για τη "σωτηρία" των άλλων χωρών. Με αυτόν τον τρόπο οι Ηνωμένες Πολιτείες μετέτρεψαν το Ιράκ σε φρενοκομείο και το Αφγανιστάν σε σφαγείο. Εγώ δεν θέλω τη σωτηρία μου. Σας ικετεύω, δεν θέλω να με σώσει κανείς».

Ναι, αλλά την εποχή των «αγορών» και των χρηματιστηρίων γίνεται αυτό;

«Είναι αλήθεια ότι οι αγορές και τα χρηματιστήρια τιμούν και επιβραβεύουν την εργασία των κερδοσκόπων και "κατασκευάζουν" τους ζητιάνους και τους πλούσιους αυτού του πλανήτη με εξαιρετική ευκολία».

Και ταυτόχρονα προσπαθούν να μας παρηγορήσουν διαδίδοντας ότι η κρίση έχει και την «καλή» πλευρά της...

«Πάντα έτσι γίνεται. Να σας θυμίσω ότι αμέσως μετά το Κραχ του 1929 στη Γουόλ Στριτ, ο τότε υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ είχε δηλώσει ότι η κρίση είχε και τη θετική πλευρά της, διότι "έτσι ο κόσμος θα δουλέψει πιο σκληρά και θα ζήσει μια πιο ηθική ζωή". Ε, λοιπόν, στο όνομα αυτού καταστράφηκαν μερικές χώρες όπως η Βραζιλία και το Ελ Σαλβαδόρ».

Η κατάσταση σε πολλά σημεία του πλανήτη είναι εκρηκτική. Ποιο πιστεύετε ότι είναι το καθήκον των συγγραφέων και των δημοσιογράφων σήμερα;

«Μπορώ να απαντήσω μόνο για τον εαυτό μου, όχι για τους άλλους συναδέλφους. Στην περίπτωσή μου, θα ήθελα να συμβάλω στο να μην είναι το αύριο απλώς ένα άλλο όνομα για το σήμερα. Να μην επαναληφθεί η Ιστορία και να μπορέσουμε να επινοήσουμε ένα μέλλον, αντί να υπακούμε στο παρελθόν».

Τελικά υπάρχει κάποια μορφή ελευθερίας που μπορεί πραγματικά να βιώσει ο άνθρωπος;

«Φυσικά, είναι ικανός να τις βιώσει όλες. Και θα έπρεπε να προσπαθήσει για όλες τις ελευθερίες που δεν αρνούνται την ελευθερία του άλλου».

Κατά τη γνώμη σας, ποιο είναι το χειρότερο και ποιο το καλύτερο που έχει εκφράσει ως συμπεριφορά ο άνθρωπος μέχρι στιγμής;

«Το χειρότερο είναι η τάση να επιβάλλουμε έναν μοναδικό Θεό, μια μοναδική αλήθεια, έναν μόνο τρόπο ζωής και θανάτου. Το καλύτερο είναι η ικανότητα δημιουργίας, το δικαίωμα να ονειρευόμαστε και επίσης η ικανότητα να βλέπουμε τον διπλανό μας σαν υπόσχεση και όχι σαν απειλή».

Η Ιστορία όμως δείχνει ότι, συνήθως, οι επαναστάτες τού χθες που βοήθησαν τους λαούς να προχωρήσουν είναι οι σημερινοί «φύλακες άγγελοι» του κατεστημένου που εμποδίζουν την πρόοδό τους. Γιατί συμβαίνει αυτή η τεράστια αντιστροφή;

«Αυτό συμβαίνει διότι η Αριστερά είναι το "πανεπιστήμιο" της Δεξιάς. Ο Ρούπερτ Μέρντοκ καταβρόχθισε τους ανταγωνιστές του επειδή γνώριζε πώς λειτουργεί ο καπιταλισμός. Ο ίδιος είχε διαβάσει "Το Κεφάλαιο" του Μαρξ, όταν οι ανταγωνιστές του του διάβαζαν άρθρα του "Readers Digest"».

Ενας έλληνας ποιητής έχει γράψει τον στίχο «δεν έφταιγε αυτός. Τόσος ήτανε». Μήπως έχουμε υπερεκτιμήσει τις δυνατότητες μας ως ανθρώπινα όντα και δεν είμαστε ικανοί για όσα νομίζαμε;

«Οχι, καθόλου. Το ανθρώπινο τόξο έχει πολύ περισσότερες λάμψεις από αυτές που βλέπουμε. Είναι περισσότερο φωτεινό και πολύχρωμο από το ουράνιο τόξο. Είμαστε όμως πλέον τυφλοί, καθώς η "όρασή" μας έχει περιοριστεί από τον σεξισμό, τον ρατσισμό, τον μιλιταρισμό, τον ελιτισμό και άλλους... "-ισμούς"».

Τελικά, τι είναι αυτό που πραγματικά μας ανήκει σε αυτήν τη ζωή;

«Οι πέντε αισθήσεις μας, αλλά κυρίως η ακοή: η ικανότητά μας να ακούμε, ώστε να μπορέσουμε στη συνέχεια να μιλήσουμε. Γι' αυτό, άλλωστε, γεννηθήκαμε με δύο αφτιά και μόνο ένα στόμα...».

Τι νομίζετε ότι πρέπει να μάθουμε να κάνουμε περισσότερο οι άνθρωποι; Να μιλάμε μεταξύ μας ή να σωπαίνουμε;

«Και οι δύο γλώσσες είναι το ίδιο πλούσιες, αλλά πρέπει να μάθουμε να ακούμε τη σιωπή».

Σχεδόν σε όλες τις εποχές όμως φαίνεται να υπερισχύουν οι φωνές αυτών που απειλούν με την «κόλαση» - οι θρησκείες ή και οι λεγόμενες «αγορές» - σε σχέση με τις φωνές εκείνων που μιλούν για την πραγματική ζωή. Για ποιον λόγο συμβαίνει αυτό;

«Αυτοί που κηρύττουν τον "θάνατο" είναι αλήθεια ότι φωνάζουν πολύ δυνατά. Ισως επειδή ο φόβος, για να εμπεδωθεί, χρειάζεται μερικές φορές να κάνει φασαρία».

Υπάρχει κάπου στον πλανήτη μια φωνή που να «μιλάει» για τη ζωή και θα έπρεπε να την ακούσουμε πιο προσεκτικά;

«Ναι, υπάρχουν τέτοιες φωνές. Για παράδειγμα, όσα συμβαίνουν σήμερα στον αραβικό κόσμο είναι μια χορωδία από φωνές της ζωής, η οποία προσπαθεί να ακουστεί ενάντια στον πανίσχυρο θάνατο. Γιατί σίγουρα κάτι θέλει να μας πει αυτός ο μικρός κόσμος που μεγαλώνει μέσα στην κοιλιά αυτού του ευρύτερου κόσμου στον οποίο δοκιμαζόμαστε και εμείς καθημερινά».

Επομένως, για όλα αυτά που συμβαίνουν στον αραβικό κόσμο ποιες είναι οι σκέψεις σας;

«Οτι πρέπει να προσέχουμε πολύ με τους "ειδήμονες" που κρίνουν και προδικάζουν καταστάσεις. Κανείς δεν προέβλεψε αυτήν την πλημμυρίδα ελευθερίας».

Μήπως δραματοποιούμε λίγο τα πράγματα; Το πόσο υποφέρει ο άνθρωπος από την αρχή της ύπαρξής του δεν έχει αλλάξει σημαντικά, απλώς αυτό που έχει αυξηθεί είναι η συναίσθησή μας για αυτό.

«Σωστά, αλλά κοιτάξτε τι συμβαίνει. Υπάρχουν οι αναπόφευκτες δυστυχίες, που προέρχονται από τον έρωτα και τον θάνατο. Ωστόσο οφείλουμε πάντα - και είμαστε ικανοί - να παλέψουμε ενάντια στις δυστυχίες που μπορούμε να αποφύγουμε, εκείνες που το σύστημα της εξουσίας μάς πουλάει σαν μοιραία περιστατικά».

Ακόμη και το ψωμί και το νερό, δύο βασικές ανάγκες, τις έχουμε «θολώσει»: Ελλειψη στον μισό πλανήτη, πληθώρα στον άλλον μισό. Πώς βλέπετε το μέλλον αν δεν λυθεί αυτό το πρόβλημα;

«Ο κόσμος μας είναι ανάποδα, με το κεφάλι κάτω και τα πόδια πάνω. Η Λατινική Αμερική, για παράδειγμα, είναι η σημαντικότερη παραγωγός γεωργικών προϊόντων στον πλανήτη και έχει 70 εκατομμύρια πεινασμένους! Και αυτό σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, τα οποία δίνουν πάντα μικρότερους αριθμούς».

Πιστεύετε ότι για να αλλάξει ο κόσμος προς το καλύτερο πρέπει να συμβεί ένα παγκόσμιο γεγονός που θα μας συγκινήσει και θα μας ενεργοποιήσει όλους ταυτόχρονα;

«Οχι. Πιστεύω πως κοιτάζουμε την υφήλιο μέσα από την κλειδαρότρυπα. Οι μικρές εμπειρίες της κάθε ζωής είναι αυτές που μας διδάσκουν την τέχνη της ζωής».

Συμβαίνουν τόσα τριγύρω μας, αλλά ποιος θα έπρεπε να είναι ο αμεσότερος φόβος μας;

«Ο αμεσότερος φόβος; Ισως το να μείνουμε χωρίς πλανήτη».

Φαίνεται πάντως ότι πλούσιοι και φτωχοί, από διαφορετικούς δρόμους βέβαια, έχουν συχνά κάτι κοινό, τη θλίψη. Είναι η θλίψη χειρότερη και από τη φτώχεια;

«Είναι. Γι' αυτό όλοι είμαστε άρρωστοι από τον φόβο, τη μοναξιά και την απόγνωση. Tην ίδια στιγμή, όμως, είναι οι ισχυροί του κόσμου που φροντίζουν ώστε οι άρρωστοι να μη βρίσκουν τα "φάρμακά" τους».

Ισως γι' αυτό οι Κινέζοι έχουν μια πολύ κακή κατάρα που λέει «σου εύχομαι να ζήσεις σε ενδιαφέροντες καιρούς».

«Προσωπικά, δεν θα ήθελα να πεθάνω από την πείνα. Αλλά ούτε και από ανία, γι' αυτό οι αντιξοότητες που συναντώ μπροστά μου είναι καλοδεχούμενες».

Γνωρίζουμε ότι αγαπάτε πολύ το ποδόσφαιρο, έχετε γράψει βιβλίο και συχνά κάνετε ποιητικές αναφορές στα βιβλία σας για αυτό το άθλημα. Ο Ντμίτρι Σοστακόβιτς έχει πει ότι «το ποδόσφαιρο είναι το μπαλέτο των μαζών». Στα δικά σας μάτια τι είναι το ποδόσφαιρο;

«Μπορώ να σας πω τι έχει τη δυνατότητα να κάνει το ποδόσφαιρο: Ρίο Ντε Τζανέιρο, 16 Ιουλίου 1950, στάδιο "Μαρακανά", ημέρα του τελικού του Παγκοσμίου Κυπέλλου ανάμεσα στη Βραζιλία και στην Ουρουγουάη. Εκείνη την ημέρα οι μελλοθάνατοι καθυστέρησαν τον θάνατό τους και τα μωρά βιάστηκαν να γεννηθούν. Την προηγούμενη ημέρα σε ολόκληρη την Ουρουγουάη δεν μπορούσε κανείς να κοιμηθεί. Την επομένη δεν ήθελε κανείς να ξυπνήσει».

Τελικά, ποιο είναι το πιο σημαντικό πράγμα που έχουμε και από το οποίο πρέπει να προσπαθήσουμε να κρατηθούμε;

«Από τη συνείδησή μας, η οποία πρέπει πάντα να μας θέτει το τελικό ερώτημα. Γιατί, όπως έχει πει ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, "η δειλία ρωτάει: Υπάρχει ασφάλεια; Η σκοπιμότητα ρωτάει: Εχει απόδοση; Η ματαιοδοξία ρωτάει: Εχει απήχηση; Ομως η συνείδηση ρωτάει: Είναι δίκαιο;"».

Βλέπετε να υπάρχει στον ορίζοντα κάτι το οποίο να μπορεί να «τραβήξει» τον άνθρωπο μπροστά;

«Η ουτοπία. Αυτή βρίσκεται στον ορίζοντα. Προχωρείς δύο βήματα και εκείνη απομακρύνεται άλλα δύο, ενώ ο ορίζοντας κάνει δέκα βήματα πίσω. Τότε, λοιπόν, σε τι χρησιμεύει η ουτοπία; Ακριβώς σε αυτό, στο να προχωρείς».

Αν βάζατε μέσα σε ένα μπουκάλι ένα μήνυμα και το πετούσατε στην «αγριεμένη θάλασσα της βαρβαρότητας» όπου πλέουμε σήμερα, τι θα έγραφε αυτό το μήνυμα;

«Θα έγραφα τη λέξη "Αμπρακατάμπρα", που στα αρχαία εβραϊκά σημαίνει "Ρίξε τα πυρά σου ως το τέλος"».

Εξαιρετικό! Και μας φέρνει στο μυαλό ότι αυτό που σίγουρα συνέβη με εμάς τους Ελληνες είναι ότι σιγά σιγά ξεχάσαμε την έννοια των λέξεών μας.

«Συμβαίνει πάντα αυτό με τους λαούς που καταλήγουν να περνούν κρίση και καμιά φορά πρέπει να ξεκινήσουν από την αρχή. Προσέξτε. Ο Φειδίας είναι ο σπουδαιότερος γλύπτης όλων των εποχών. Τα πιο σημαντικά έργα του δεν βρίσκονται στον Παρθενώνα, αλλά στο Βρετανικό Μουσείο και δεν τα ονομάζουν "Γλυπτά του Φειδία", αλλά "Γλυπτά του Ελγιν". Στα λίγα, όμως, που απέμειναν στον Παρθενώνα, υπάρχουν τα πάντα».

* Αυτή η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο ΒΗΜagazino στις 9 Οκτωβρίου 2011.

ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, BHMAGAZINO,  10-10-2011


Τρίτη, 9 Αυγούστου 2011

Η κυριαρχία της νεωτερικότητας

Πώς η νεωτερικότητα, παρά τις αμφισβητήσεις της, κατόρθωσε ως ιδέα να κυριαρχήσει στον εικοστό αιώνα, δεδομένου ότι η λατρεία του μοντέρνου εξακολουθεί αμείωτη; Πόσο ριζοσπαστική είναι εν τέλει και πόσο αποφασιστικά αποκόπτει τις ρίζες με το παρελθόν;

alt


του Δ. Τζιόβα, καθηγητή Νεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Μπέρμιγχαμ της Αγγλίας και διευθυντή του Κέντρου Βυζαντινών, Οθωμανικών και Νεοελληνικών Σπουδών του ιδίου πανεπιστημίου.


Σε όλες τις δημοσκοπήσεις για τους σημαντικότερους καλλιτέχνες του εικοστού αιώνα οι μοντερνιστές τείνουν να κατέχουν τα σκήπτρα, οδηγώντας μας στο συμπέρασμα ότι ο εικοστός αιώνας ανέδειξε και καθιέρωσε τον μοντερνισμό ως αισθητικό φαινόμενο, κατέδειξε όμως και την προβληματικότητα του νεωτερικού εγχειρήματος, που είχε τις απαρχές του στον Διαφωτισμό. Τι απομένει σήμερα από αυτό το εγχείρημα, όπως το συνέλαβε ο Χάμπερμας, πώς ορίζονται τα ιστορικά του όρια, πώς συντελείται η υπέρβαση της νεωτερικότητας;

Ξεκινώντας προγραμματικά τον δέκατο όγδοο αιώνα με το Διαφωτιστικό όραμα του ορθολογικού εκσυγχρονισμού και την υπόσχεση της καθολικής χειραφέτησης, η νεωτερικότητα εγκαινιάζεται ελπιδοφόρα, καταλήγει όμως στον εικοστό αιώνα σε ζοφερή απαισιοδοξία μετά τις καταστροφές των παγκοσμίων πολέμων και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η λογική της ανθρώπινης απελευθέρωσης μετεξελίσσεται βαθμιαία, όπως υποστηρίζουν ο Χορκχάιμερ και ο Αντόρνο, σε λογική του αυταρχισμού και της καταπίεσης καθώς ο εικοστός αιώνας αναδεικνύει τη σκοτεινή πλευρά του νεωτερικού εγχειρήματος.

Η ανάδειξη του έτερου

Η συνείδηση της νεωτερικότητας συμπίπτει επίσης με την εμφάνιση του ευρωκεντρισμού και της αποικιοκρατίας, με την αυτοαναγόρευση της Ευρώπης σε νεωτερική πολιτισμική οντότητα, ενώ καθετί μη ευρωπαϊκό υποτιμάται ως παραδοσιακό, στατικό ή προϊστορικό. Η ταύτιση της νεωτερικότητας με τη βία του ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού και την πολιτισμική του υπεροχή είχε ως συνέπεια και τον σκεπτικισμό γύρω από τα επιτεύγματά της, όταν κλιμακώθηκε η αμφισβήτηση της αποικιοκρατίας.

Η θεμελιώδης αρχή της νεωτερικότητας είναι η αυτονομία και η αυτοδιάθεση του υποκειμένου που ορίζει την ταυτότητά του μέσω της σχέσης αλλά και της καθυπόταξης της ετερότητας. Για τη νεωτερικότητα ο αυτο-προσδιορισμός συνεπάγεται τον προσδιορισμό και τον έλεγχο του ετέρου. Θα μπορούσε μάλιστα να υποστηριχθεί ότι η νεωτερικότητα άγγιξε τα όριά της με την παραδοχή ότι ο λόγος της θεμελιώθηκε πάνω στη βία έναντι του Αλλου. Αν το Ολοκαύτωμα εκφράζει την κορύφωση αλλά και τη χρεοκοπία του νεωτερικού εγχειρήματος για την κυριαρχία και τον έλεγχο του Αλλου, η μετα-νεωτερικότητα ως μετα-αποικιακός και μετα-ολοκαυτωματικός λόγος μάς ωθεί να δούμε τους εαυτούς μας μέσα από το πρίσμα των άλλων. Η μετα-νεωτερικότητα αντιπροσωπεύει κατά κάποιο τρόπο την αλλαγή προτεραιότητας και την πριμοδότηση του έτερου, γιατί αντιστρέφοντας την ιεραρχία εαυτού και άλλου ορίζει την υποκειμενικότητα λαμβάνοντας υπόψη την ετερότητα και αναγνωρίζοντας τις υποχρεώσεις της έναντι τρίτων, είτε πρόκειται για τους ανθρώπους, τη φύση ή την ιστορία. Αυτή η ανάδειξη του έτερου μέσα σε ένα πλαίσιο αξιακού πλουραλισμού και πολυ-πολιτισμού οδηγεί στον σκεπτικισμό για την αυτονομία ως νεωτερικό ιδεώδες και στην αμφισβήτηση της ευρωκεντρικής αυτοπεποίθησης.

Στα τέλη του εικοστού αιώνα η νεωτερικότητα αποσυνδέεται από τις Ευρωπαϊκές/Διαφωτιστικές απαρχές της αφού πια γίνεται λόγος για πολλαπλές νεωτερικότητες ενώ μη δυτικές κοινωνίας κάνουν άλματα προς τη μετα-νεωτερικότητα χωρίς να προϋποθέτουν τη δυτική αντίληψη της νεωτερικότητας. Σε ασιατικές και ισλαμικές κοινωνίες η νεωτερικότητα δεν συνδέεται με τη ρήξη με την παράδοση ή τη θρησκεία αλλά με την προσαρμοστική συνδιαλλαγή μαζί τους. Η μετα-νεωτερικότητα, σε κοινωνίες όπως η ιαπωνική, συναρτάται κυρίως με την παγκοσμιοποίηση και δεν βασίζεται στη δυτική αντίληψη περί νεωτερικότητας, εφόσον σε αυτές τις κοινωνίες δεν υπήρξαν τα αντίστοιχα του Διαφωτισμού και της Μεταρρύθμισης. Υπό αυτή την έννοια η μετα-νεωτερικότητα σε τέτοιες περιπτώσεις συνιστά και τη συνθήκη της μετα-δυτικότητας.

Η νεωτερικότητα στον εικοστό αιώνα συνδέεται με το εξής παράδοξο: την άρνηση ή μάλλον την απώλεια της πίστης στην ιδέα της προόδου. Οι εξελικτικές θεωρίες του δέκατου ένατου αιώνα για την ιστορία, την κοινωνία ή τη βιολογία ατονούν και για πολλούς νεωτερικούς συγγραφείς ο χρόνος δεν ακολουθεί μια εξελικτική γραμμική πορεία αλλά αποτελεί κάτι το ελαστικό και αποκεντρωμένο, ένα είδος ταυτοχρονίας κατά την οποία παρελθόν, παρόν και μέλλον συμφύρονται. Η νεωτερικότητα δεν συνεπάγεται την πρόοδο αλλά τη διάχυση, δεν προϋποθέτει την εξέλιξη αλλά την αμφισβήτηση. Συνδέεται, δηλαδή, με την αίσθηση του εφήμερου και του αποσπασματικού, με αποτέλεσμα η αίσθηση της ιστορικής συνέχειας να υπονομεύεται. Ως εκ τούτου η ιστορία παύει να νοείται ως προοδευτικό γίγνεσθαι και μοιάζει σαν άτακτη σειρά από κινήσεις χωρίς συγκεκριμένη κατεύθυνση. Η νεωτερικότητα, γράφει ο Μπωντλαίρ εισάγοντας τον όρο το 1845, είναι κάτι παροδικό, φευγαλέο και τυχαίο. Αντιπροσωπεύει το ήμισυ της τέχνης καθώς το άλλο ήμισυ παραμένει αιώνιο και αναλλοίωτο.

Μια αυτο-καταστροφική ένωση

Παρά την έμφαση στο εφήμερο και στο φευγαλέο, η νεωτερικότητα επεδίωξε να συνομιλήσει με το αιώνιο μέσα από την αφαίρεση του χρόνου ή την αχρονία του μύθου. Η αναζήτηση, λοιπόν, μυθολογίας εκ μέρους του μοντερνισμού αποσκοπούσε στην ανάκτηση ενός σταθερού ερείσματος και πήρε δύο κατευθύνσεις. Η πρώτη ανήγαγε την τεχνολογία σε ηρωικό μύθο, ανακαλύπτοντας μια ιδιότυπη λογική στη μηχανή, στο εργοστάσιο ή την πόλη ως «ζωντανή μηχανή», και η άλλη στράφηκε προς την αναζήτηση οικουμενικού μύθου με αρκετές δόσεις μυστικισμού και επιστροφή στο «προ-νεωτερικό» παρελθόν ως αντίβαρο στο χάος του εικοστού αιώνα. Ετσι μέσα από το ιστορικά ρευστό και το μυθικά άχρονο, η νεωτερικότητα προσπάθησε να συμβιβάσει την αποσπασματικότητα με την καθολικότητα.

Πόσο όμως ριζοσπαστική είναι εν τέλει η νεωτερικότητα, πόσο αποφασιστικά αποκόπτει τις ρίζες με το παρελθόν; Η νεωτερικότητα και η ιστορία συναρτώνται μεταξύ τους κατά έναν περίεργα αντιφατικό τρόπο, υποστηρίζει ο Πωλ ντε Μαν, που υπερβαίνει την αντίθεση ή τη ριζική αντιπαράθεση. Η ιστορία, για να μην καταντήσει απλή αναδρομή ή παράλυση, εξαρτάται από τη νεωτερικότητα για τη διάρκεια και την ανανέωσή της αλλά και η νεωτερικότητα δεν μπορεί να αναδειχθεί δίχως κάποια αναφορά στις αναστολές του ιστορικού γίγνεσθαι. Οσο πιο έντονη είναι η απόρριψη του παρελθόντος τόσο μεγαλύτερη είναι η εξάρτηση από αυτό. Νεωτερικότητα και ιστορία φαίνονται καταδικασμένες να συνυπάρχουν σε μια αυτο-καταστροφική ένωση που απειλεί και τις δύο.

Η κρίση της νεωτερικότητας στον εικοστό αιώνα είναι η κρίση της αισθητικής αυτονομίας και της ουτοπικότητας που κληροδοτείται από τον Διαφωτισμό στον μοντερνισμό, χωρίς απαραίτητα τούτο να σημαίνει την υιοθέτηση των εύκολων διακρίσεων περί μοντερνιστικού ελιτισμού και λαϊκιστικού μεταμοντερνισμού. Είναι η κρίση των ορίων, των διαχωρισμών και των ιεραρχιών χωρίς η αναπόφευκτη κατάληξη να είναι ο νιχιλισμός και η σχετικότητα. Είναι, τέλος, η κρίση θεσμών, όπως του έθνους-κράτους, που κατ' εξοχήν παρήγαγε χωρίς να διαφαίνονται σαφώς οι διάδοχοί τους. Πώς όμως με μια τέτοια κρίση της νεωτερικότητας και την αμφισβήτηση της ιστορίας ως προοδευτικής διαδικασίας εξακολουθούμε να επιζητούμε το νεωτερικά ρηξικέλευθο; Εισερχόμαστε άραγε σε μια μετα-νεωτερική φάση ή απλώς βιώνουμε τις συνέπειες της νεωτερικότητας καθώς γίνονται καθολικές και πιο έντονες από πριν;

Η μάχη με την παράδοση

Αν η αποσπασματικότητα είναι το κυρίαρχο γνώρισμα της τέχνης του εικοστού αιώνα, άλλο τόσο και η νοσταλγία για την οργανικότητα του παρελθόντος ή η απαισιοδοξία για την αναρχία της σύγχρονης ζωής εκδηλώνονται έντονα σε αρκετά μοντερνιστικά έργα. Η υπέρβαση της νεωτερικής αυτής αθυμίας για τη χαμένη ολότητα οδηγεί σε μια μετα-νεωτερική αντίληψη για την αποσύνθεση της ιστορίας, της αναπαράστασης ή της αφήγησης ως απελευθερωτικής και ανανεωτικής πράξης. Η νεωτερικότητα μπορεί να θρηνεί για την αποσπασματικότητα αλλά η μετα-νεωτερικότητα την επευφημεί. Η καθιέρωση της ιδέας της νεωτερικότητας στον εικοστό αιώνα έγκειται ακριβώς στην κρίση της και στην εξακολουθητική της υπέρβαση.

Η νεωτερικότητα θεσμοποιεί την αμφιβολία και επιμένει ότι όλη η γνώση αποκτά τη μορφή υπόθεσης. Σύμφωνα με τον Αντονι Γκίντενς είναι η κουλτούρα του ρίσκου και του lifestyle, ενός όρου που δεν συναντάται σε παραδοσιακές κοινωνίες γιατί προϋποθέτει πολλαπλότητα επιλογής και όχι απαράβατη αποδοχή. Η νεωτερικότητα ως ιδέα οφείλει τη διάρκειά της στην παιγνιώδη αυτο-αμφισβήτησή της, στη διαρκή εφεύρεση του παρελθόντος και της ιστορίας. Κατάφερε να κερδίσει τη μάχη από την παράδοση από τη στιγμή που έγινε ευρύτερα αποδεκτή η ιδέα ότι το παρελθόν δεν μας προσφέρεται μνημειακά και τελεσίδικα αλλά πάντοτε υπόκειται σε ανακατασκευή, αναθεώρηση και επινόηση. Η νεωτερικότητα ως ιδέα επικράτησε γιατί ενσωμάτωσε το παρελθόν στη δικαιοδοσία της και νεωτερικοποίησε την παράδοση υποβάλλοντάς την σε διαρκή ανασυγκρότηση. Ανακατασκευάζοντας το παρελθόν έχουμε την αίσθηση ότι προεξοφλούμε το μέλλον και ενδεχομένως αυτή η ιδέα συνοψίζει τη σχέση της νεωτερικότητας με την ταυτότητά μας. *

ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 24-12-2000


Τρίτη, 3 Αυγούστου 2010

Η ιδιωματική γλώσσα ενός νέου κόσμου

του Κ.Τσουκαλά, καθηγητή Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

alt

Αν πιστέψουμε τον Λέοντα Τολστόι, η υψηλή κοινωνία της τσαρικής Ρωσίας μιλούσε γαλλικά, ακόμα και όταν αποτεινόταν στις γκουβερνάντες. Γαλλικά μιλούσαν επίσης οι «ανώτερες» κοινωνικές κατηγορίες των χωρών του Μάγκρεμπ, ενώ, ακόμα και σήμερα, οι μορφωμένοι Ινδοί, όπως και οι διεθνοποιημένοι γιάπηδες όλου του κόσμου, προτιμούν να συνεννοούνται μεταξύ τους στην οικουμενική πλέον γλώσσα της μέχρι πρότινος Αυτοκράτειρας των Ινδιών. Η διαδικασία είναι ανεπίστρεπτη. Με την εξαίρεση των προφορικών προγονικών διαλέκτων που επιβιώνουν αλώβητες σε εντελώς απρόσιτες περιοχές, στα υψίπεδα των Ανδεων ή στις ζούγκλες της Νέας Γουινέας, οι γλώσσες της αποικιακής και νεοαποικιακής εξουσίας έχουν σφραγίσει ανεξίτηλα τους «ιθαγενείς» πολιτισμούς όλου του κόσμου. Το ιμπεριαλιστικό «μοίρασμα» του κόσμου, για το οποίο μιλούσε ο Λένιν, δεν υπήρξε μονάχα οικονομικό, αλλά και πολιτιστικό και γλωσσικό.

Ετσι ακριβώς δημιουργήθηκε η διεθνής «παράδοση» των λεγόμενων «μεγάλων γλωσσών». Την ίδια στιγμή που τα εθνικά κράτη κωδικοποιούσαν και ομογενοποιούσαν τις «αποκλειστικές» εθνικές τους γλώσσες, οι μεγάλες αυτοκρατορικές δυνάμεις επεξέτειναν τη γλωσσική και πολιτιστική εξουσία τους έξω από τα κατά κυριολεξίαν σύνορά τους. Σηματοδοτώντας της αποδυνάμωση της μνήμης των οικουμενικών μορφωμάτων της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και της universitas christiana, η βαθμιαία έκλειψη των λατινικών ξανάνοιξε τα μέτωπα της μάχης των γλωσσών. Ο 19ος, και ακόμα περισσότερο ο 20ός αιώνας, χαρακτηρίζεται λοιπόν από την οριοθέτηση ανταγωνιστικών γλωσσικών σφαιρών επιρροής που αντιστοιχούν στις αντιμαχόμενες κρατικές εξουσίες. Οπως δε αναμενόταν, η προσπάθεια να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για μια πανανθρώπινη επικοινωνία μέσω της κατασκευής νέων «ουδέτερων» και εξ υπαρχής «αδέσμευτων» οικουμενικών γλωσσών δεν στέφθηκε από επιτυχία. Η Volapϋk και η Εσπεράντο παρέμειναν ρομαντικές ασκήσεις επί χάρτου, επισφραγίζοντας έτσι εκείνο που όλοι όφειλαν να γνωρίζουν: η σύγχρονη κατάρα της Βαβέλ είναι συνάρτηση της κατάρας της ισχύος.

Η γλωσσική κουλτούρα δεν μπορούσε παρά να αποτελεί ένα ακόμα απτό σύμβολο και όργανο μιας πολιτικής, οικονομικής και πολιτιστικής κυριαρχίας η οποία σιγά σιγά θα τείνει μάλιστα να εσωτερικοποιείται ως «αυτονόητη»: αναβιβάζοντας τον καιροσκοπισμό τους σε σύμβολο, οι «ανώτερες» τάξεις των περιφερειών έχουν πάντα την τάση να μιμούνται όχι μόνο τη γλώσσα, αλλά και όλους τους πολιτιστικούς μανιερισμούς των προτύπων τους.


Η επέλαση της αγγλοφωνίας

Ετσι, σε όλες τις «μικρές» και περιφερειακές χώρες η προώθηση και ενδυνάμωση της διεθνούς ενσωμάτωσης είχε αποτέλεσμα την επιβολή και αναπαραγωγή σχιζοειδών επικοινωνιακών συστημάτων. Αρχής γενομένης από τις αυτοκρατορίες, όπου τα κατά τόπους εθνικά γλωσσικά ιδιώματα υποχρεώθηκαν να συμβιώσουν με τη γλώσσα της κεντρικής εξουσίας, οι λειτουργικές διγλωσσίες και πολυγλωσσίες των κυρίαρχων στρωμάτων αναδείχθηκαν σε γενικό κανόνα. Το ίδιο ακριβώς επαναλαμβάνεται και σήμερα στην οικουμενική πλέον κλίμακα του πλανήτη. Από τη στιγμή δε που η αμερικανική κοσμοκρατορία επέβαλε τα αγγλικά ως μόνη πλέον διεθνή γλώσσα, οι διαδικασίες φαίνονται ανεπίστρεπτες. Με ολοένα εντεινόμενους ρυθμούς, η αγγλοφωνία, έστω άτεχνη ή «σπασμένη», άρχισε να μονοπωλεί όλους τους τομείς αιχμής της υπερεθνικής επικοινωνίας. Η οικονομία, οι χρηματιστηριακές συναλλαγές, η επιστήμη, η τεχνολογία, ο αθλητισμός, η μόδα, οι τέχνες, η μουσική και τα θεάματα μιλάν κατά το πλείστον αγγλικά. Και αν το γεγονός ότι η πολιτική και η λογοτεχνία εξακολουθούν να κυριαρχούνται από τις εθνικές γλώσσες τεκμηριώνει τη συμβολική «αντίστασή» τους στην πολιτιστική διάβρωση, μαρτυρά ίσως επίσης και για την αύξουσα συμβολική τους υποβάθμιση. Εφεξής όλο και περισσότερο η καθημερινή χρηστική λειτουργικότητα της μητρικής γλώσσας οφείλει να συμπληρώνεται και να υποστηρίζεται από αντίστοιχες επιδόσεις στο τρέχον υπερεθνικό ιδίωμα.


Αμφισημία και αμφιβολία

Στο σημείο όμως αυτό βρισκόμαστε μπροστά σε μια νέα τομή. Είναι γεγονός ότι μέχρι σήμερα οι εθνικές επικράτειες μπορούσαν και όφειλαν να εξασφαλίζουν τις υλικές και ιδεολογικές προϋποθέσεις για την επιβίωση και εμπέδωση ενός εθνικού «πολιτισμού» που εκφράζονταν μέσα από ένα λόγο που ήταν ακόμα αυτοτελής. Η «επίσημη» γλώσσα όλων των ανεξάρτητων κρατών παρέσχε το αναγκαίο οργανωτικό, ιδεολογικό και εξουσιαστικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινούνταν οι χρήσεις του καθημερινού λόγου. Οι επικοινωνίες, οι συναλλαγές και οι επαγγελματικές απασχολήσεις υπόκεινταν στους κωδικοποιημένους κανονισμούς οι οποίοι εξασφάλιζαν την ελαχιστοποίηση της αμφισημίας και της αμφιβολίας. Η γλώσσα έγινε κανόνας, και μάλιστα κατ' ανάγκην. Στον νεότερο κόσμο, η επιβεβαιωσιμότητα της σύμβασης, του νόμου και της διοικητικής γλώσσας είναι λειτουργικά σημαντικότερες από την αχλύ της παράδοσης, της ποίησης, των μύθων ή των χρησμών. Αυτό ακριβώς εξηγεί το γεγονός ότι, στερημένες από εξουσιαστική στήριξη, οι παραδοσιακές υπο-εθνικές διάλεκτοι παρακμάζουν συνήθως ταχύτατα, ακόμα και όταν αναγορεύονται σε απτά σύμβολα επιβίωσης των πολιτιστικών μειονοτήτων. Ηδη νεκρές οι γλώσσες των Βάσκων, των Βρετόνων, των Σακαρατσάνων και των Κουτσόβλαχων αναδεικνύονται πλέον σε αντικείμενα σχολαστικών διδακτορικών διατριβών που αναδεικνύουν τις άχρηστες πλέον ρίζες.


Η χρηστικότητα ορίζει

Είναι όμως σαφές ότι τα πράγματα άλλαξαν: παρ' όλο που η γλώσσα είναι από μόνη της μια μορφή εξουσίας, ταυτοχρόνως δεν μπορεί να αναπαραχθεί δίχως μιαν εξουσία που να τη χρησιμοποιεί πραγματικά. Σήμερα λοιπόν η μακροπρόθεσμη επιβίωση των εθνικών γλωσσών όλων εκείνων των κρατών-εθνών που βλέπουν τα όρια της κυριαρχίας τους να συρρικνώνονται είναι προβληματική. Η εθνική υπερηφάνεια δεν αρκεί για να αντισταθμιστούν οι καθημερινές επικοινωνιακές και επαγγελματικές ανάγκες που υπόκεινται ολοένα και πιο πολύ στις επιταγές της πολιτιστικής και γλωσσικής παγκοσμιοποίησης. Είναι γεγονός ότι, από τη στιγμή που ακόμα και η μνήμη εμπορευματοποιείται και παγκοσμιοποιείται, μοιραία η γλώσσα γίνεται και αυτή ολοένα χρηστικότερη: αναδεικνύεται σε μιαν ακόμα συνιστώσα του ατομικού «ανθρώπινου κεφαλαίου» που μπορεί να οδηγήσει τον φορέα του σε ευνοϊκότερη και πλεονεκτικότερη θέση στην οικουμενικά ανταγωνιστική κονίστρα. Και αν η απόλαυση της γλώσσας συναρτάται και με το πρόσθετο κύρος που προσδίδεται στον επιδέξιο χειριστή της, στο εξής το κύρος αυτό τείνει να σπαταλάται διαχεόμενο έξω από τα παραδοσιακά οριοθετημένα επικρατειακά δοχεία του. Οπως και η οικονομική δράση, ο οποιοσδήποτε λόγος αποτείνεται πλέον σε έναν ανοριοθέτητο και υπερεθνικό κόσμο.

Πράγματι, η παραδοσιακή συμβολική ισχύς της γλώσσας προϋποθέτει έναν συγκεκριμένο «τόπο», στο πλαίσιο του οποίου λειτουργούν οι μηχανισμοί που επινέμουν διαφορικά τις αξίες, τους πόρους, τη δύναμη και το κύρος. Ο τόπος αυτός οριοθετούνταν κάποτε από τις κλειστές ή σχετικά κλειστές κοινότητες, που ως «πόλεις» ή «πολιτείες» παρήγαν τον ειδοποιό τους «πολιτισμό», αλλά και τις ειδοποιούς τους ιεραρχίες. Αρχής λοιπόν γενομένης από την αρχαία Ελλάδα, ο λόγος και η γλώσσα αναδεικνύονται σε συστατικό στοιχείο της δομής της εξουσίας και της κοινωνικής κατανομής του συμβολικού γοήτρου. Οστις «δεν βούλεται αγορεύειν» παραμένει στο περιθώριο. Υπό εντελώς διαφορετικές συνθήκες, το ίδιο ακριβώς συνέβαινε και υπό το κράτος του νεότερου δημοκρατικού φιλελευθερισμού. Γι' αυτό ακριβώς και το συμβολικό πολιτιστικό κεφάλαιο υπήρξε μέχρι σήμερα αναπόσπαστο μέρος της κληρονομικής αναπαραγωγής των αρχουσών τάξεων, όπως αντίστοιχα η πολιτιστική υποβάθμιση των προλεταρίων και των αγροτών συνέβαλε αποφασιστικά στην κοινωνική τους καθήλωση. Ο εθνικός καταμερισμός της εργασίας και ο εθνικός καταμερισμός της γλωσσικής και πολιτιστικής δεξιότητας είναι με αυτήν την έννοια φαινόμενα ομόλογα και αλληλοσυμπληρωνόμενα.


Τόπος ρευστότητας

Ολα αυτά όμως προϋποθέτουν την κοινωνικοοικονομική αυτονομία των συγκροτημένων επικρατειών όπου παγιώνονται και αναπαράγονται οι δεδομένες εξουσίες. Ηδη σήμερα η κινητικότητα των κεφαλαίων και των υπερεθνικών εξουσιών έχει κλονίσει τις εσωτερικές συμβολικές ιεραρχίες ενώ η κινητικότητα των εργαζομένων (αλλά και των τουριστών) μεταβάλλει τις προδιαγραφές της καθημερινής επικοινωνίας. Εφεξής ούτε το επίπεδο χειρισμού της ιθαγενούς γλώσσας τεκμηριώνει προνομιακές κοινωνικές θέσεις ούτε οι ιεραρχίες έχουν ανάγκη τη συμβολική τους επικύρωση διαμέσου ενός αυστηρά κωδικοποιημένου ιδιώματος. Ως υπερκινητική και υπερεπικρατειακή, η μεταναστεύουσα χρηστική γλώσσα όχι μόνο αλλοιώνεται και μεταπλάθεται σύμφωνα με τις νέες επικοινωνιακές αναγκαιότητες αλλά και απεκδύεται από την αυτόνομη κοινωνική της συμβολική. Φυσικώ τω λόγω λοιπόν, οι διεσπαρμένες και διασπορικές ταυτότητες, ιεραρχίες και λειτουργίες εκκολάπτουν διεσπαρμένες και διασπορικές γλώσσες και διαλέκτους που αναπαράγονται ελεύθερα και εκλεκτικά στους κόλπους του υπερεθνικού κοινωνικού και οικονομικού συστήματος. Δίχως περιχαρακωμένη επικράτεια, η εθνική γλώσσα θα τείνει λοιπόν ίσως να υποβιβάζεται βαθμιαία στο επίπεδο μιας ολοένα και πιο «άχρηστης» άρα και συμβολικά αποδεκατισμένης οικιακής «διαλέκτου» που και αν ακόμα διατηρεί τον ανεπανάληπτο εκφραστικό της πλούτο, αποσπάται συνεχώς και περισσότερο από τις τρέχουσες επιβιωτικές και οικονομικές δραστηριότητες. Ζώντας σε ανοριοθέτητους, από-επικρατειοποιημένους και ρευστούς «τόπους», η κινούμενη γλώσσα επανέρχεται τρόπον τινά στην άμορφη προκαπιταλιστική «ιδιωτικότητά» της. Και έτσι κινδυνεύει να χάσει ανεπιστρεπτί την αυστηρή «κανονιστική» της διάσταση που και αν ακόμα την περιόριζε, την ενίσχυε συμβολικά.


Εικόνες και πληροφορική

Στις ημέρες μας λοιπόν, σε μεγάλο βαθμό, όλες οι «μικρές» εθνικές γλώσσες κινδυνεύουν να υποστούν τις συνέπειες της «διασπορικής» εμβέλειας της υπερεθνικής γλώσσας. Μιας γλώσσας που χαρακτηρίζεται τόσο από την αύξουσα «τεχνοποίηση» των επικοινωνιών όσο και από την ακάθεκτη εισβολή της εικόνας. Πράγματι, οι νέες γλώσσες της παγκόσμιας διαδικτυωμένης κοινωνίας της τηλεματικής και της πληροφορίας είναι σε μεγάλο βαθμό υποταγμένες στα κελεύσματα της «ουδέτερης» γλώσσας των συναλλαγών, της διαπολιτιστικής εκφραστικότητας της εικόνας και των τεχνικών γλωσσών των διαφόρων Microsoft, σημερινών και μελλοντικών. Αν λοιπόν η χθεσινή ιμπεριαλιστική αγγλοφωνία έπαιρνε τη μορφή μιας επιλεκτικής ατομικής προσαρμογής στο γεγονός της ηγεμονίας της αγγλοαμερικανικής επιστημονικής κοινότητας, η σημερινή και η αυριανή αγγλοφωνία νοθεύονται από την υπερκείμενη γλώσσα της εικονογραφημένης πληροφορικής. Ολο και περισσότερο η τρέχουσα επαγγελματική δράση εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων θα διεξάγεται μέσω μιας απλουστευμένης «τεχνοαγγλικής» γλώσσας, η οποία επιβάλλει τους νέους παγκόσμιους όρους ενός επικοινωνιακού ιδεώδους που οφείλει να είναι ταυτοχρόνως σύντομο, εύληπτο, εικονικό και τυποποιημένο. Και έτσι, με αυτόν τον τρόπο, το νέο γλωσσικό διακύβευμα δεν εντοπίζεται μόνο στην ήδη αμφίσημη σχέση της οικουμενικής αγγλοφωνίας με τις ιθαγενείς γλώσσες που προσπαθούν να αντισταθούν στη διάβρωσή τους. Πολύ περισσότερο, η επικράτηση της οικουμενικής «τεχνοαγγλικής» απειλεί να υπονομεύσει τη σχέση του ανθρώπου με τη γλώσσα εν γένει: απλουστεύοντας, «υπερεπικρατειοποιώντας», «εικονοποιώντας» και τεχνοποιώντας την επικοινωνία, τείνει να αφαιρέσει από τη γλώσσα το συμβολικό της φωτοστέφανο. Η ταύτιση μιας επιτυχούς συμμετοχής στον οικουμενικά ανταγωνιστικό κόσμο της πληροφορίας με την άρτια τεχνογνωσία και την τεχνοεπικοινωνιακή δεξιότητα απισχναίνει το κοινωνικό κύρος του αυτόνομου γλωσσικού παιχνιδιού και αποδυναμώνει την αξία του επιχειρήματος και τη δύναμη της ρητορικής. Μια ολόκληρη παράδοση «τέχνης του λόγου» που ανατρέχει στην αρχαία πόλη και στον Μεσαίωνα κινδυνεύει να πνιγεί στους τυποποιημένους μαιάνδρους του Microsoft. Είναι σαφές ότι μαζί με τη γλώσσα και ο ίδιος ο λόγος δεν μπορεί πια να είναι αυτός που ήταν.


Η αληθινή απειλή

Ετσι όλες οι γλώσσες απειλούνται από «διασπορικά σύνδρομα». Η οικουμενική επικράτεια της χύδην πληροφορίας αποδυναμώνει τους ίδιους τους «τόπους» της γλώσσας. Τα σήματα βρίθουν: η απλουστευμένη και «μεικτή» γλώσσα της τηλεόρασης, η αυτολογοκριμένη, απλουστευμένη και συντομογραφική γλώσσα των εφημερίδων ­ χαρακτηριστικά είναι τα νέα έντυπα που περιορίζουν την έκταση όλων των κειμένων σε 100 ή 200 λέξεις που στην πραγματικότητα λειτουργούν ως απλές λεζάντες ενός αβανταδόρικου τίτλου ­, η άνεση με την οποία ο ολοένα ελλειπτικότερος προφορικός αλλά και γραπτός λόγος αναμειγνύουν όχι μόνον έτυμα και γλώσσες αλλά και τυπογραφικά στοιχεία, «φωτο»-εικόνες, διαγράμματα και σχήματα κάθε είδους αναγγέλλουν μια νέα σχέση του ανθρώπου με τη γλώσσα εν γένει. Ακόμα μία φορά λοιπόν, εκείνη που μιλάει είναι τελικώς η εξουσία, μια εξουσία που όλο και περισσότερο ασκείται και διαχέεται μέσα από τυποποιημένες ροές πληροφοριακών σημάτων.

Με αυτήν την έννοια δεν είναι αυτή καθαυτή η ξενογλωσσία που απειλεί τις μικρές γλώσσες. Χειριζόμενος καλά μια ξένη γλώσσα, μπορείς ίσως να επεξεργασθείς καλύτερα και τη δική σου. Ο Πούσκιν είναι παιδί της γαλλόφωνης ρωσικής αριστοκρατορίας του τέλους του 18ου αιώνα, όπως ακριβώς ο Σολωμός είναι το απαύγασμα της ιταλοφωνίας του και ο Σεφέρης της αγγλοφωνίας του. Το διαφαινόμενο «διασπορικό» γλωσσικό σύνδρομο είναι όμως πολύ πιο δυσοίωνο: όταν για να «τηλε-προκόψεις» και για να «τηλε-αναδειχθείς» δεν χρειάζεται να μάθεις καμιά «παραδοσιακή» γλώσσα καλά, αποδυναμώνεις ακόμα και τη μητρική σου. Και έτσι η χρηστική αξία του συμβολικού «γλωσσικού κεφαλαίου» απειλεί να εξαφανισθεί. Οι εθνικές γλώσσες κινδυνεύουν να μετατραπούν σε εκλεκτικά παρεφθαρμένες διαλέκτους μιας άτυπης και απλώς «χρηστικής» οικουμενικής τεχνοαγγλικής και σε αποδυναμωμένα παιχνίδια που επιβιώνουν προς τέρψιν των φιλολόγων, των ποιητών και των αμετανόητων εκκεντρικών.


ΠΗΓΗ:εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 6-8-2000


Κυριακή, 13 Ιουνίου 2010

Έρικ Χομπσμπάουμ: Η παγκόσμια αταξία στις αρχές του 21ου αιώνα

Συνέντευξη του Έρικ Χομπσμπάουμ*

Ο μεγάλος μαρξιστής ιστορικός μιλάει για τις ανατροπές στην παγκόσμια τάξη, τις αλλαγές στον κόσμο της εργασίας,  τους νέους ταξικούς διαχωρισμούς, την Κρίση του 1929 και τη σημερινή, το έθνος-κράτος, τις «ανθρωπιστικές» επεμβάσεις και τα υπερεθνικά μορφώματα

 alt

* Το βιβλίο σας  Εποχή των άκρων τελειώνει το 1991 με ένα πανόραμα των σαρωτικών αλλαγών σε όλο τον πλανήτη -- την κατάρρευση των ελπίδων της Χρυσής Εποχής για παγκόσμια κοινωνική πρόοδο. Ποιες θεωρείτε ότι είναι οι σημαντικότερες  εξελίξεις στην παγκόσμια ιστορία από τότε;

Διακρίνω πέντε βασικές αλλαγές. Πρώτον, τη μετατόπιση του οικονομικού κέντρου του πλανήτη από τον Βόρειο Ατλαντικό προς τη Νοτιοανατολική Ασία. Αυτή η διαδικασία ξεκίνησε στην Ιαπωνία τις δεκαετίες του 1970 και 1980, αλλά η άνοδος της Κίνας, από τη δεκαετία του 1990 και μετά, είναι αυτή που κάνει τη διαφορά. Δεύτερον, ασφαλώς, την παγκόσμια κρίση του καπιταλισμού, την οποία είχαμε προβλέψει, χρειάστηκε όμως πολύ καιρό για να εκδηλωθεί. Τρίτον, την παταγώδη αποτυχία της προσπάθειας των ΗΠΑ να κατακτήσουν τον ρόλο της μοναδικής ηγέτιδας δύναμης μετά το 2001 -- η αποτυχία είναι ολοφάνερη. Τέταρτον, την ανάδυση μιας νέας ομάδας αναπτυσσόμενων χωρών --«των brics» (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα)-- ως πολιτικής οντότητας, που δεν είχε συντελεστεί όταν έγραφα την Εποχή των άκρων. Και, πέμπτον, την αποσάθρωση και συστηματική αποδυνάμωση της εξουσίας των κρατών: της εξουσίας των εθνικών κρατών στις επικράτειές τους, αλλά και, σε μεγάλες περιοχές του πλανήτη, κάθε είδους αποτελεσματικής κρατικής εξουσίας. Είναι κάτι που ίσως ήταν προβλέψιμο, αλλά συνέβη με ταχύτητα που δεν την περίμενα ποτέ.

 

* Τι άλλο σας έχει προξενήσει έκπληξη έκτοτε;

Δεν έχει πάψει να με εκπλήσσει η πλήρης παραφροσύνη του νεοσυντηρητικού πολιτικού σχεδίου, οι οπαδοί του οποίου όχι μόνο διατείνονταν πως η Αμερική αποτελούσε το μέλλον, αλλά επιπλέον πίστευαν ότι είχαν διαμορφώσει μια στρατηγική για την επίτευξη του στόχου αυτού. Αν καταλαβαίνω καλά, με ορθολογικούς όρους, δεν διαθέτουν κάποια συνεκτική στρατηγική. Δεύτερον --κάτι μικρότερης σημασίας, που δεν παύει ωστόσο να είναι σημαντικό-- η αναβίωση της πειρατείας, την οποία είχαμε εν πολλοίς ξεχάσει: είναι κάτι το καινούργιο. Τρίτον, μια εξέλιξη σε τοπικό επίπεδο: η κατάρρευση του μαοϊκού Κομμουνιστικού Κόμματος στη Δυτική Βεγγάλη, την  οποία αληθινά δεν περίμενα.

 

* Μπορείτε να οραματιστείτε κάποια πολιτική ανασυγκρότηση αυτού που κάποτε ήταν  η εργατική τάξη;

Όχι με την παραδοσιακή της μορφή. Ο Μαρξ είχε αναμφισβήτητα δίκιο όταν προέβλεπε τον σχηματισμό μεγάλων ταξικών κομμάτων σε ένα συγκεκριμένο στάδιο της εκβιομηχάνισης. Αυτά τα κόμματα όμως, αν ήταν επιτυχημένα, δεν λειτουργούσαν αυστηρά ως κόμματα της εργατικής τάξης: αν ήθελαν να επεκταθούν πέρα από τα αυστηρά όρια μιας περιορισμένης τάξης, το κατάφερναν ως  λαϊκά κόμματα, που δομούνταν στη βάση μιας οργάνωσης που επινοήθηκε από και για τους σκοπούς της εργατικής τάξης. Ακόμα κι έτσι, η ταξική συνείδηση έθετε όρια. Στη Βρετανία, το Εργατικό Κόμμα δεν πήρε ποτέ πάνω από το 50% των ψήφων.  Το ίδιο ισχύει και στην Ιταλία, όπου το ΚΚΙ ήταν πολύ περισσότερο ένα λαϊκό κόμμα. Στη Γαλλία, η Αριστερά βασίστηκε σε μια σχετικά αδύναμη εργατική τάξη, η οποία όμως ισχυροποιούνταν πολιτικά χάρη σε μια λαμπρή επαναστατική παράδοση, της οποίας κατάφερε να γίνει ο βασικός κληρονόμος -- γεγονός που έκανε και την ίδια και την Αριστερά  να αποκτήσουν πολύ μεγάλη επίδραση.

Η παρακμή της  εργατικής τάξης των χειρωνακτών φαίνεται πως είναι οριστική. Υπάρχουν, και θα συνεχίσουν να υπάρχουν βέβαια, πολλοί άνθρωποι που εργάζονται ακόμα ως χειρώνακτες  και η υπεράσπισή τους  παραμένει μείζον καθήκον για όλες τις αριστερές κυβερνήσεις. Ωστόσο,  αυτό δεν μπορεί πλέον να αποτελεί την κύρια βάση των ελπίδων τους: δεν διαθέτουν πλέον, ακόμα και σε θεωρητικό επίπεδο, πολιτική δυναμική, επειδή έχουν απολέσει την προοπτική οργάνωσης της παλιάς εργατικής τάξης.

Υπήρξαν τρεις ακόμα σημαντικές αρνητικές εξελίξεις.  Η πρώτη είναι, ασφαλώς, η ξενοφοβία -- η οποία, για το μεγαλύτερο μέρος της εργατικής τάξης, είναι, σύμφωνα με τη ρήση του Αύγουστου Μπέμπελ,  «ο σοσιαλισμός των ηλιθίων»: διασφαλίζω τη δουλειά μου ενάντια σε ανθρώπους που τους αντιμετωπίζω σαν ανταγωνιστές. Όσο πιο αδύναμο είναι το εργατικό κίνημα, τόσο αυξάνεται η απήχηση της ξενοφοβίας. Δεύτερον, μεγάλο μέρος των ελαφρότερων χειρωνακτικών εργασιών δεν είναι πια μόνιμες, αλλά περιστασιακές: φοιτητές ή μετανάστες που δουλεύουν στον τομέα του επισιτισμού, για παράδειγμα. Ως εκ τούτου, δεν είναι εύκολο να οργανωθούν πολιτικά. Οι μόνοι εργαζόμενοι αυτής της κατηγορίας που θα μπορούσαν να οργανωθούν εύκολα είναι όσοι έχουν ως εργοδότη τις δημόσιες υπηρεσίες, κι αυτό επειδή οι τελευταίες είναι πολιτικά ευάλωτες.

Η τρίτη και πιο σημαντική εξέλιξη, κατά τη γνώμη μου, είναι το διευρυνόμενο χάσμα που δημιουργείται από ένα νέο ταξικό κριτήριο: την εισαγωγή σε σχολές και πανεπιστημιακά ιδρύματα ως εισιτήριο για κάποια θέση εργασίας. Αυτό μπορούμε να το ονομάσουμε, αν θέλετε, αξιοκρατία· αλλά αξιολογείται, θεσμοποιείται και διαμεσολαβείται από τα εκπαιδευτικά συστήματα. Το αποτέλεσμα είναι  μια εκτροπή της ταξικής συνείδησης από την εναντίωση στους εργοδότες  προς την εναντίωση στους πάσης φύσεως κηφήνες: διανοούμενους, φιλελεύθερες ελίτ, ανθρώπους που τρώνε τα λεφτά μας. Η Αμερική είναι ένα κλασικό παράδειγμα, αλλά η κατάσταση δεν είναι άγνωστη και στο Ηνωμένο Βασίλειο, αν ρίξετε μια ματιά στις βρετανικές εφημερίδες.  Η κατάσταση γίνεται ακόμα μια περίπλοκη, καθώς ολοένα και περισσότερο, ένα διδακτορικό ή τουλάχιστον ένα  μεταπτυχιακό προσφέρει μεγαλύτερες ευκαιρίες πλουτισμού.

Μπορεί να υπάρξουν νέες κοινωνικές δυνάμεις; Αυτό αποκλείεται, τουλάχιστον όσον αφορά μια μεμονωμένη τάξη, και αν θέλετε τη γνώμη μου ουδέποτε είχε συμβεί. Υπάρχει μια προοδευτική πολιτική συμμαχιών, ακόμα και σχετικά μόνιμων  συμμαχιών όπως, λ.χ., ανάμεσα στην καλλιεργημένη μεσαία τάξη που διαβάζει τον Guardian και τους διανοούμενων (ανθρώπων με υψηλή μόρφωση, οι οποίοι γενικότερα κλίνουν,  σε μεγάλο βαθμό, προς την Αριστερά) με τη μάζα των φτωχών και απαίδευτων. Και οι δύο αυτές ομάδες έχουν ουσιώδη σημασία για ένα τέτοιο κίνημα, αλλά ίσως είναι πιο δύσκολο να συμμαχήσουν από ό,τι παλιότερα. Κι αυτό γιατί, υπό μία έννοια, είναι εφικτό οι φτωχοί να ταυτιστoύν με τους δισεκατομυριούχους, όπως στις Ηνωμένες Πολιτείες, λέγοντας: «Αν ήμουν τυχερός, θα γινόμουν ποπ σταρ!». Αλλά κανένας δεν μπορεί να πει: «Αν ήμουν τυχερός, θα γινόμουν νομπελίστας!». Αυτό είναι ένα πραγματικό πρόβλημα για τον πολιτικό συντονισμό και συνεργασία των ανθρώπων που αντικειμενικά θα μπορούσαν να βρίσκονται στην ίδια πλευρά.

 

* Ποια σχέση θεωρείτε ότι υπάρχει ανάμεσα στη σημερινή κρίση και τη Μεγάλη Ύφεση;

Η κρίση του 1929 δεν ξεκίνησε από τις τράπεζες· οι τράπεζες κατέρρευσαν μόνο δύο χρόνια αργότερα. Αντίθετα, το χρηματιστήριο πυροδότησε μια απότομη κάμψη της παραγωγής, συνοδευόμενη από πολύ υψηλότερη ανεργία και μια πολύ έντονη πτώση στην παραγωγή. Υπήρξαν αρκετά προανακρούσματα της παρούσας ύφεσης, σε αντίθεση με εκείνη του 1929 που έπεσε σχεδόν σαν κεραυνός. Θα έπρεπε έχει γίνει αντιληπτό, αρκετά εγκαίρως, ότι ο νεοφιλελεύθερος φονταμενταλισμός δημιούργησε  μια τεράστια αστάθεια στη λειτουργία του καπιταλισμού. Μέχρι το 2008 η αστάθεια αυτή φαινόταν να επηρεάζει μόνο μερικές περιφερειακές περιοχές: τη Λατινική Αμερική τη δεκαετία του 1990 και στις αρχές του 21ου αιώνα, τη Νοτιοανατολική Ασία και τη Ρωσία. Στα ισχυρά κράτη, το μόνο που συνέβαινε ήταν να καταρρέει περιστασιακά το χρηματιστήριο και στη συνέχεια να ανακάμπτει σχετικά γρήγορα. Μου φαίνεται ότι το πραγματικό σημάδι του κακού που θα συνέβαινε θα μπορούσε να είναι η κατάρρευση του Long-Term Capital Management1 το 1998, γεγονός που έδειξε πόσο λάθος ήταν συνολικά το αναπτυξιακό μοντέλο· ωστόσο δεν αντιμετωπίστηκε έτσι. Παραδόξως, οδήγησε μια σειρά επιχειρηματίες και δημοσιογράφους να ανακαλύψουν ξανά τον Καρλ Μαρξ, θεωρώντας πως το έργο του έχει ενδιαφέρον για την κατανόηση της σύγχρονης, παγκοσμιοποιημένης οικονομίας· η διαδικασία αυτή, βέβαια, δεν είχε καμία σχέση με την παραδοσιακή Αριστερά.

Η παγκόσμια οικονομία το 1929  ήταν λιγότερο παγκοσμιοποιημένη από ό,τι η σημερινή. Αυτό είχε σίγουρα κάποιες επιπτώσεις -- για παράδειγμα ήταν πολύ ευκολότερο στους ανθρώπους που έχαναν τη δουλειά τους να γυρίσουν στα χωριά τους. Το 1929, σε μεγάλο μέρος του κόσμου εκτός Ευρώπης και Βορείου Αμερικής, τα παγκοσμιοποιημένα τμήματα της οικονομίας δεν ήταν παρά μεμονωμένες νησίδες,  που άφηναν το κύριο μέρος που τα περιέβαλλε αμετάβλητο.  Η ύπαρξη της ΕΣΣΔ δεν είχε κάποια υλική επίπτωση στην Ύφεση, είχε όμως τεράστιες ιδεολογικές επιπτώσεις -- υπήρχε εναλλακτική λύση. Από το 1990 και μετά, παρακολουθούμε  την άνοδο της Κίνας και των αναδυόμενων οικονομιών, γεγονός που είχε συγκεκριμένες επιπτώσεις στην παρούσα ύφεση: συνέβαλαν στο να διατηρήσει η παγκόσμια οικονομία μια πολύ ομαλότερη πορεία, από ό,τι θα είχε χωρίς αυτές. Στην πραγματικότητα, ακόμη και στις ημέρες που ο νεοφιλελευθερισμός ισχυριζόταν ότι υπήρχε άνθηση, η πραγματική ανάπτυξη εμφανιζόταν, σε πολύ υψηλούς ρυθμούς, σε αυτές τις νέες αναπτυσσόμενες οικονομίες, κυρίως στην Κίνα. Είμαι σίγουρος ότι αν δεν υπήρχε η Κίνα η ύφεση του 2008 θα ήταν πολύ πιο σοβαρή. Έτσι, γι' αυτούς τους λόγους, σκέφτομαι ότι  πιθανόν να μπορέσουμε να ανακάμψουμε πιο γρήγορα, παρόλο που μερικές χώρες --και κυρίως η Βρετανία-- θα παραμείνουν βυθισμένες στην ύφεση για πολύ καιρό ακόμα.

 

* Ανέκαθεν ήσασταν κριτικός  απέναντι τον εθνικισμό ως πολιτική δύναμη, εφιστώντας την προσοχή της Αριστεράς να μην προσπαθεί να τον προσεταιριστεί. Ωστόσο, έχετε επίσης αντιταχθεί έντονα στις παραβιάσεις της εθνικής κυριαρχίας εν ονόματι των ανθρωπιστικών παρεμβάσεων. Ποια είδη διεθνισμού, μετά την κατάρρευση του διεθνισμού που είχε γεννήσει το εργατικό κίνημα, είναι επιθυμητά και εφικτά σήμερα;

Πρώτα απ' όλα, ο «ανθρωπιστικισμός» (humanitarianism), ο ιμπεριαλισμός των ανθρώπινων δικαιωμάτων, δεν έχει καμία σχέση με τον διεθνισμό. Αποτελεί έκφανση είτε ενός αναγεννημένου ιμπεριαλισμού, ο οποίος βρίσκει μια κατάλληλη δικαιολογία για παραβιάσεις της κρατικής κυριαρχίας --μπορεί να υπάρχουν θαυμάσιες και ειλικρινείς δικαιολογίες-- είτε, κάτι ακόμα πιο επικίνδυνο, μια επαναβεβαίωση της πίστης στη μόνιμη υπεροχή της περιοχής που κυριαρχούσε στον πλανήτη από τον 16ο μέχρι τα τέλη του 20ού αιώνα. Στο κάτω κάτω, οι αξίες τις οποίες  προσπαθεί να επιβάλει η Δύση είναι αξίες μιας περιοχής, και όχι κατ' ανάγκην οικουμενικές. Αν είναι οικουμενικές, πρέπει να επαναδιατυπωθούν με διαφορετικούς  όρους. Δεν νομίζω ότι έχουμε να κάνουμε με  ένα φαινόμενο  αφεαυτού εθνικό ή διεθνές.  Ο εθνικισμός  υπεισέρχεται σε αυτό το ζήτημα επειδή η βασισμένη σε εθνικά κράτη διεθνής τάξη --το σύστημα της Βεστφαλίας-- υπήρξε κατά το παρελθόν, καλώς ή κακώς,  μια από τις ασφαλέστερες εγγυήσεις ενάντια στις εισβολές των ξένων. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, αφ' ης στιγμής το σύστημα έχει  πλέον καταργηθεί, ο δρόμος είναι ανοιχτός για επιθετικούς και επεκτατικούς πολέμους -- στην πραγματικότητα, αυτός είναι ο λόγος που οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν αποκηρύξει τη διεθνή τάξη της Βεστφαλίας.

Ο διεθνισμός, που αποτελεί μια άλλη προοπτική σε σχέση με τον εθνικισμό, είναι ένα πιο περίπλοκο εγχείρημα. Μπορεί να είναι είτε ένα πολιτικά κενό σύνθημα, όπως υπήρξε στην πράξη  για το διεθνές εργατικό κίνημα, οπότε δεν σημαίνει τίποτα συγκεκριμένο, είτε ένας τρόπος για την εξασφάλιση της ομοιομορφίας σε ισχυρούς συγκεντρωτικούς οργανισμούς όπως η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία ή η Κομιντέρν. Ο διεθνισμός σήμαινε ότι, ως Καθολικός, ασπαζόσουν τα ίδια δόγματα και μετείχες στις ίδιες πρακτικές, ανεξάρτητα με το ποιος είσαι και πού βρίσκεσαι· το ίδιο συνέβαινε θεωρητικά και στην περίπτωση των κομμουνιστικών κομμάτων. Σε ποιο βαθμό αυτό συνέβη πραγματικά και σε ποιο στάδιο έπαψε να συμβαίνει --ακόμα και στην Καθολική Εκκλησία-- είναι ένα άλλο ζήτημα. Πάντως,  δεν εννοούμε κάτι τέτοιο με τον όρο «διεθνισμός».

Το έθνος-κράτος ήταν και παραμένει το πλαίσιο για όλες τις πολιτικές αποφάσεις, στη χώρα μας ή στο εξωτερικό. Μέχρι σχετικά πρόσφατα, η δράση των εργατικών κινημάτων --και, στην πράξη, όλες οι πολιτικές δραστηριότητες-- αναπτύσσονταν σχεδόν εξολοκλήρου στο πλαίσιο ενός κράτος. Ακόμα και εντός της Ε.Ε., η πολιτική εξακολουθεί να λειτουργεί με εθνικούς όρους. Με άλλα λόγια, δεν υπάρχει υπερ-εθνική εξουσία δράσης -- μόνο ένας συνασπισμός χωριστών κρατών. Ίσως το  φονταμενταλιστικό Ισλάμ να αποτελεί μια εξαίρεση, καθώς διεισδύει σε όλα τα κράτη, αλλά αυτό δεν έχει ακόμα επιβεβαιωθεί. Προηγούμενες απόπειρες όπως παν-αραβικά υπερκράτη (λ.χ. η Ηνωμένη Αραβική Δημοκρατία, ένωση της Αιγύπτου και της Συρίας) απέτυχαν ακριβώς χάρη στην αντοχή υφιστάμενων --πρώην αποικιακών-- συνόρων.

 

*Διακρίνετε εγγενή εμπόδια σε κάθε προσπάθεια υπέρβασης των ορίων του έθνους-κράτους;

Οικονομικά, αλλά και από πολλές άλλες απόψεις --ακόμα και πολιτισμικά, σε κάποιο βαθμό-- η επανάσταση των επικοινωνιών έχει δημιουργήσει έναν πραγματικά παγκόσμιο χώρο, στον οποίο υπάρχουν εξουσίες λήψης αποφάσεων με υπερεθνικό χαρακτήρα, υπερεθνικές δραστηριότητες και, βέβαια, κινήματα ιδεών, επικοινωνίες και άνθρωποι που λειτουργούν υπερεθνικά με πολύ μεγαλύτερη ευκολία από ό,τι ποτέ. Ακόμη και οι γλωσσικές κουλτούρες συμπληρώνονται τώρα από τα διεθνή ιδιώματα της επικοινωνίας. Αλλά στην πολιτική δεν υπάρχει κανένας απόηχος όλων των παραπάνω· αυτή είναι η βασική αντίφαση την παρούσα στιγμή. Ένας από τους λόγους είναι ότι, στον 20ό αιώνα, η πολιτική είχε εκδημοκρατιστεί σε πολύ μεγάλο βαθμό -- οι μάζες των απλών ανθρώπων συμμετείχαν σε αυτή. Γι' αυτούς, το κράτος έχει ουσιώδη σημασία για την καθημερινότητα, την κανονικότητα και τις προοπτικές της ζωής τους.

Απόπειρες έσωθεν διάλυσης του κράτους, με την αποκέντρωση, έχουν γίνει κυρίως τα τελευταία τριάντα ή σαράντα χρόνια, και κάποιες από αυτές δεν ήταν ανεπιτυχείς -- σίγουρα στη Γερμανία η αποκέντρωση πέτυχε σε αρκετούς τομείς, ενώ στην Ιταλία η περιφερειακή οργάνωση αποδείχθηκε πραγματικά χρήσιμη. Όμως, η προσπάθεια δημιουργίας  υπερεθνικών κρατών δεν ευδοκίμησε. Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι το πιο προφανές παράδειγμα. Σε ένα βαθμό, υπονομεύθηκε από τους ιδρυτές της, οι οποίοι σκέφτονταν ακριβώς με όρους ενός υπερ-κράτους, ανάλογου με το εθνικό κράτος, απλώς μεγαλύτερου -- στην πραγματικότητα, νομίζω ότι δεν υπήρχε τότε τέτοια δυνατότητα, και πάντως σίγουρα δεν υπάρχει σήμερα. Η Ε.Ε. είναι μια ευρωπαϊκή ιδιοτυπία. Υπήρξαν κάποτε δείγματα ενός υπερεθνικού κράτους στη Μέση Ανατολή και αλλού, αλλά η Ε.Ε. είναι το μόνο πραγματικό εγχείρημα αυτού του είδους.  Δεν πιστεύω, για παράδειγμα, ότι υπάρχει σοβαρή πιθανότητα μιας μεγαλύτερης ομοσπονδίας στη Νότια Αμερική. Εγώ τουλάχιστον θα στοιχημάτιζα εναντίον της.

Αυτή η αντίφαση παραμένει ένα άλυτο πρόβλημα: από τη μια πλευρά υπάρχουν υπερεθνικές οντότητες και πρακτικές, που προκύπτουν από τη διαδικασία αποσάθρωσης του κράτους, στους τομείς που αυτό καταρρέει. Αλλά αν συμβεί κάτι τέτοιο --που δεν αποτελεί άμεση προοπτική στις ανεπτυγμένες χώρες-- ποιος θα αναλάβει στη συνέχεια  την αναδιανεμητική και τις άλλες λειτουργίες, τις οποίες μέχρι σήμερα επιτελεί το κράτος; Αυτή τη στιγμή, έχουμε ένα μίγμα συμβίωσης και  σύγκρουσης. Αυτό είναι ένα από τα βασικά προβλήματα για κάθε μορφή λαϊκής πολιτικής σήμερα.


*Ο Eric Ηobsbawm είναι ένας από τους κορυφαίους μαρξιστές ιστορικούς, διεθνώς. Τα περισσότερα βιβλία του κυκλοφορούν και στα ελληνικά.


Η συνέντευξη, με τίτλο «World distempers» δημοσιεύθηκε στο επετειακό τεύχος (για τα πενήντα χρόνια του περιοδικού), αρ. 61 (Ιανουάριος-Φεβρουάριος 2010 του «New Left Review». Τα «Ενθέματα» δημοσιεύουν σήμερα εκτενή αποσπάσματα.

Μετάφραση: Στρ. Μπουλαλάκης, Κώστας Σπαθαράκης


1LTCM: Ένα από τα μεγαλύτερα διεθνώς hedge fund (αμοιβαία κεφάλαια επενδύσεων υψηλού ρίσκου). Παρόλο που δανειζόταν πολλαπλάσια κεφάλαια από τα πάγιά του, εξασφάλιζε υψηλές αποδόσεις. Θεωρούνταν εξαιρετικά αξιόπιστο, και σε αυτό τοποθετούσαν τα διαθέσιμά τους ακόμα και κεντρικές τράπεζες. Η ασιατική κρίση το 1997 και η ρωσική το 1998 το οδήγησαν στα πρόθυρα χρεοκοπίας, γεγονός που απείλησε με κατάρρευση το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα


ΠΗΓΗ:εφημ. ΑΥΓΗ, 13-6-2010

Profile

georgkod ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΩΔΩΝΑΚΗΣ
Mυτιλήνη
Το προφίλ μου

Powered by pathfinder blogs