Γκέτο, περιχαράκωση ή συνύπαρξη;
του Ν. Μουζέλη, ομότιμου καθηγητή Κοινωνιολογίας LSΕ.
Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η παγκόσμια κρίση εντείνει την αντιπαράθεση μεταξύ γηγενών και μεταναστευτικών ομάδων σε πολλές ευρωπαϊκές κοινωνίες. Ο μετανάστης, κυρίως στο φαντασιακό των λαϊκών στρωμάτων αλλά όχι μόνο, γίνεται αποδιοπομπαίος τράγος. Ευθύνεται για την υψηλή ανεργία, για την επιδείνωση των υπηρεσιών του κοινωνικού κράτους, για την άνοδο της εγκληματικότητας κτλ. Με αυτόν τον τρόπο τα θετικά αποτελέσματα της μετανάστευσης αγνοούνται και ο ιδεολογικός λόγος της άκρας Δεξιάς μεταφέρει το βάρος της ευθύνης για τη σημερινή δυσπραγία από τον νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό στην πολυπολιτισμικότητα, στην εξάλειψη της ομογενοποιημένης εθνικής κουλτούρας. Παρ΄ όλα αυτά, όμως, η πολυπολιτισμικότητα όχι μόνο δεν θα εξαφανιστεί αλλά σίγουρα θα ενταθεί στα χρόνια που έρχονται. Δύο είναι οι βασικοί λόγοι για αυτό.
Παγκοσμιοποίηση
Σε έναν κόσμο όπου η αλληλεξάρτηση όλων των χωρών του πλανήτη αυξάνεται γεωμετρικά και όπου πάνω από ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι υποσιτίζονται είναι αδύνατον ο Βορράς να αναχαιτίσει το ρεύμα των πολιτικά κατατρεγμένων και πεινασμένων του Νότου- ανθρώπων που προσπαθούν να αποφύγουν την απόλυτη εξαθλίωση, διεισδύοντας στο Club των πλουσίων. Ακόμη και η πιο αυστηρή περιφρούρηση των συνόρων δεν μπορεί να σταματήσει τις μεταναστευτικές ροές από τον τρίτο στον πρώτο κόσμο. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο οι πλούσιες χώρες αντιμετωπίζουν το εξής δίλημμα: είτε να καταλύσουν τις δημοκρατικές ελευθερίες και να επιβάλουν ημιαστυνομικά καθεστώτα είτε να δεχθούν την, μέσα σε λογικά όρια, εντεινόμενη πολυπολιτισμικότητα ως μια αναπόφευκτη κατάσταση που από τη μια μεριά δημιουργεί σοβαρά προβλήματα, αλλά από την άλλη, όταν αντιμετωπίζεται με έναν δημοκρατικό και κοινωνικά δίκαιο τρόπο, συμβάλλει σημαντικά στην οικονομία, στην κοινωνία και στον πολιτισμό μιας χώρας.
Ενας δεύτερος λόγος για τον οποίον η πολυπολιτισμικότητα δεν μπορεί να εξαλειφθεί ή να περιθωριοποιηθεί είναι πως έχει γερές ρίζες (και λόγω της αποικιοκρατίας και λόγω της ανάγκης των κατεστραμμένων από τον πόλεμο δυτικοευρωπαϊκών οικονομιών από φθηνή εργασία- κυρίως στην πρώιμη μεταπολεμική περίοδο). Στον 19ο αιώνα και στις αρχές του 20ού η άνοδος του σοβινιστικού εθνικισμού και η ιδέα πως το έθνος-κράτος πρέπει να έχει μία γλώσσα, μία θρησκεία και μία κουλτούρα οδήγησε στη βίαιη «ομογενοποίηση» του πληθυσμού. Οδήγησε σε πρακτικές που κυμαίνονταν από τη συστηματική εξαφάνιση της κουλτούρας των μειονοτήτων ως τη μαζική εξόντωση πληθυσμών (π.χ. η γενοκτονία των Αρμενίων στην Τουρκία). Αυτού του είδους η βάρβαρη ομογενοποίηση δεν είναι δυνατή σήμερα στον ανεπτυγμένο δυτικό κόσμο. Τα ανθρώπινα δικαιώματα μπορεί να μη γίνονται σεβαστά παντού (π.χ. Ιράκ), αλλά τα προγράμματα των ρατσιστών και των εθνοκαπήλων για «εθνική κάθαρση» αποτελούν φαντασιώσεις. Με βάση τα παραπάνω το βασικό πρόβλημα δεν είναι αν η πολυπολιτισμικότητα θα εξαφανιστεί ή περιθωριοποιηθεί. Το βασικό πρόβλημα είναι τι μορφές θα πάρει στο μέλλον.
Τρεις μορφές
Μια πρώτη μορφή είναι αυτή της πολιτισμικής γκετοποίησης. Σε αυτήν την περίπτωση η μειονότητα περιχαρακώνεται, κλείνεται στον εαυτό της, είτε λόγω εξωτερικών πιέσεων (π.χ. εχθρι κή στάση του γηγενούς πληθυσμού, περιθωριοποίηση μέσω των μηχανισμών της αγοράς ή του κράτους) είτε λόγω επιλογής (π.χ. εθνοθρησκευτικές μειονότητες που θέλουν να αποφύγουν τα «ελευθέρια», κοσμικά, δυτικά ήθη).
Ενας δεύτερος τύπος πολυπολιτισμικότητας χαρακτηρίζεται από την καταπιεστική στρατηγική μιας κυβέρνησης που προσπαθεί να εμποδίσει την αναπαραγωγή της μειονοτικής κουλτούρας (π.χ. η κατάσταση των Κούρδων, κυρίως πριν από τη διακυβέρνηση Ερντογάν). Μια ηπιότερη μορφή πολιτισμικής καταπίεσης μπορεί να αποσκοπεί όχι στην εξάλειψη της μειονοτικής κουλτούρας αλλά στην κατάργηση συγκεκριμένων πολιτιστικών δικαιωμάτων (π.χ. το δικαίωμα του εθνοτικού αυτοπροσδιορισμού της μουσουλμανικής μειονότητας στη Θράκη ή το δικαίωμα της χρήσης της ισλαμικής μαντίλας στη Γαλλία).
Μια τρίτη μορφή πολυπολιτισμικότητας θα μπορούσε κανείς να την αποκαλέσει πολυλογική ή, για να χρησιμοποιήσω την ορολογία του Χάμπερμας, «επικοινωνιακή». Η πολυπολιτισμικότητα που έχει μια επικοινωνιακή/πολυλογική βάση σέβεται την αυτονομία και την εσωτερική λογική των επί μέρους πολιτισμικών παραδόσεων, επιμένοντας παράλληλα να χτίζει αμφίδρομες γέφυρες μεταξύ τους, δηλαδή να διαμορφώνει μια lingua franca, με τη βοήθεια της οποίας κάθε πολιτισμική λογική θα μπορεί να «μεταφράζεται» και να επικοινωνεί με τις υπόλοιπες.
Οι περιορισμοί
Οι τρεις αυτέςμορφές πολυπολιτισμικότητας αποτελούν «ιδεώδεις τύπους», με την έννοια ότι δεν υφίστανται στην απόλυτα καθαρή εκδοχή τους. Οι υπαρκτές καταστάσεις αποτελούν μείγματα στοιχείων που προέρχονται και από την γκετοποιημένη, και την καταπιεστική και την επικοινωνιακή πολυπολιτισμικότητα- μείγματα μέσα στα οποία, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ένα από τα στοιχεία είναι κυρίαρχο. Με βάση αυτή τη διαπίστωση νομίζω ότι η κυριαρχία της επικοινωνιακής πολυπολιτισμικότητας που συνάδει με τη λογική των δημοκρατικών δικαιωμάτων είναι, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, πολύ δύσκολο να επιτευχθεί κάτω από τις σημερινές συνθήκες. Η νεοφιλελεύθερη παγκόσμια τάξη πραγμάτων σαφώς ευνοεί την παραπέρα ανάπτυξη ενός μείγματος γκετοποιημένης και καταπιεστικής πολυπολιτισμικότητας.
Περισσότερη ελευθερία, λιγότερη ανισότητα
του Αντ. Λιάκου, καθηγητή Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών
Πρέπει να υπερβούμε την πολυπολιτισμικότητα, αλλά είναι μύθος ότι απέτυχε. Σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες που δέχτηκαν μετανάστες, και μάλιστα μετανάστες από την Τουρκία και τις άλλες ισλαμικές χώρες, ο προσεκτικός παρατηρητής θα διαπιστώσει ότι αυξάνονται όχι μόνο οι φοιτητές και οι φοιτήτριες στα πανεπιστήμια, αλλά επίσης ερευνητές και καθηγητές που προέρχονται από αυτές τις μεταναστευτικές κοινότητες. Βραβεία λογοτεχνίας, αλλά και επιχειρηματικότητας, απονέμονται σε άνδρες και γυναίκες από τις ίδιες ομάδες, ενώ αναδεικνύονται επίσης πολιτικοί οι οποίοι δεν αντιπροσωπεύουν μόνο τις μικρές τους κοινότητες αλλά μερίδες συνολικά του πληθυσμού. Το επιχείρημα της αποτυχίας του πολυπολιτισμού χρησιμοποιείται από φόβο και για να φοβίσει. Σε εποχές κρίσης και φόβου για το μέλλον, παρόμοιες πολιτικές αναδιπλώσεις αποκτούν ακροατήριο, όσο αβάσιμες και παράλογες και αν είναι.
Αλλά γιατί τότε, γιατί πρέπει να υπερβούμε την πολιτική της πολυπολιτισμικότητας Για δύο λόγους: Ο πρώτος γιατί με τον τρόπο που ασκείται η πολυπολιτισμικότητα ενισχύει τις παραδοσιακές δομές εξουσίας των μειονοτικών ομάδων. Η μπούρκα, λ.χ., δεν έχει να κάνει μόνο με πολιτισμική ιδιαιτερότητα αλλά και με τις σκληρές δομές ανδρικής εξουσίας πάνω στις γυναίκες, πατρικής πάνω στην οικογένεια, θρησκευτικής πάνω στην κοινότητα. Δεν υπάρχει λόγος αυτά που οι προοδευτικοί άνθρωποι αντιμάχονται στην κοινωνία τους να αφήνουν να συμβαίνουν σε κλειστές ομάδες στο όνομα του σεβασμού της διαφορετικότητας. Δεν υπάρχει λόγος, αν δεχόμαστε τη ρευστότητα και την πολλαπλότητα των δικών μας ταυτοτήτων, να θεωρούμε τις ταυτότητες των «άλλων» συμπαγείς και μονοδιάστατες. Αυτή η πολιτική όμως χρειάζεται ευαισθησία και προσήλωση στις αρχές της ελευθερίας και της ανε-
Ο δεύτερος λόγος έχει να κάνει με την ισότητα, η οποία τον τελευταίο καιρό λιθοβολείται γενικώς και αδιακρίτως από τους έλληνες διανοουμένους. Η αρχή του σεβασμού της διαφοράς μάς κάνει πολλές φορές να χάνουμε το τεράστιο και πολύμορφο πρόβλημα των κοινωνικών ανισοτήτων. Στην πραγματικότητα όμως οι διακρίσεις και οι ανισότητες συμβαδίζουν, ενισχύοντας οι μεν τις δε. Χωρίς να καταπολεμήσεις τις διακρίσεις, δεν μπορείς να περιορίσεις τις ανισότητες, και χωρίς να πολεμήσεις τις ανισότητες, δεν μπορείς να απαλλαγείς από τις διακρίσεις. Η πολιτική του πολυπολιτισμού ασχολούνταν μόνο με τις διακρίσεις ενώ αδιαφορούσε για τις ανισότητες. Χρειάζεται επομένως ενεργή πολιτική περιορισμού των ανισοτήτων, κάτι που σήμερα βέβαια φαντάζει δυστυχώς εξωπραγματικό.
Αν χρειάζεται λοιπόν υπέρβαση, αυτή θα επιτευχθεί με πολιτικές που θα ενισχύουν την ελευθερία στο εσωτερικό των μειονοτικών κοινοτήτων και τον περιορισμό των κοινωνικών ανισοτήτων. Η ρητορεία της αποτυχίας του πολυπολιτισμού σκοπεύει σε ενίσχυση των διακρίσεων και των ανισοτήτων, όχι μόνο απέναντι σε μεταναστευτικές ή μειονοτικές ομάδες αλλά στο σύνολο της κοινωνίας.
Τέλος, ας σημειωθεί ότι στην Ελλάδα ποτέ δεν υπήρξε μια πολιτική πολυπολιτισμού. Συρόμαστε με τον έναν ή τον άλλον τρόπο από το άρμα του μονοπολιτισμού και της δυσανεξίας. Αλλά εκείνο που διακυβεύεται κατά βάθος είναι πώς μια κοινωνία μπορεί να ζει ειρηνικά και πώς σε δύσκολες περιόδους, όπως αυτή της οικονομικής κρίσης που διανύουμε, δεν θα διαλυθούν οι δεσμοί της και δεν θα στραφούν όλοι εναντίον όλων. Αλλωστε στις συνθήκες αυτές οι πολιτισμικές διαφορές πολλαπλασιάζονται και υπερβαίνουν εκείνες ανάμεσα σε δικούς και ξένους.
Οι εστίες του πολιτικού Κακού
Πάει καιρός τώρα που η κυρία Ανγκελα Μέρκελ διεκδικεί μια θέση στο Πάνθεον των ομοιωμάτων, όπου οι συνάδελφοί της ευρωπαίοι ηγέτες έχουν ήδη εξασφαλίσει ο καθένας τη δική του. Ο γάλλος γόης επιχειρεί να κερδίσει οπαδούς, στέλνοντας τις μαύρες ταξιαρχίες του εναντίον των Ρομά. Ο ασυγκράτητος Ιταλός, σε στιγμές χαλάρωσης από τον εργώδη βίο του ανάμεσα στις μοντέλες, σκέφτηκε να εξαπολύσει μόνιμο ανθρωποκυνηγητό εναντίον των ξένων που ζουν στη χώρα του. Η γερμανίδα καγκελάριος δεν θα μπορούσε να υστερήσει στην ευγενή άμιλλα της ξενοφοβίας. Θεωρητικό μυαλό, όπως αρμόζει στις γερμανικές παραδόσεις, έθεσε το πρόβλημα στο επίπεδο του αναστοχασμού, υποστηρίζοντας ότι «το πολυεθνικό μοντέλο στη Γερμανία έχει αποτύχει πλήρως». Ξεκινώντας από την πρόταση ότι «η Γερμανία είναι μια χώρα που ζήτησε εργάτες τη δεκαετία του ΄60», η στοχαστική καγκελάριος ανάπτυξε τη σκέψη της ως εξής: «Για λίγο κοροϊδεύαμε τον εαυτό μας ότι οι μετανάστες αυτοί δεν θα έμεναν και θα έφευγαν κάποια στιγμή. Η αντίληψη ότι θα γινόμασταν πολυεθνική χώρα και ότι θα ζούσαμε ευτυχισμένοι ο ένας δίπλα στον άλλον απέτυχε». Ετσι, ύστερα από εντολή της κυρίας Μέρκελ, η ευτυχία θα μοιραστεί αποκλειστικά και μόνο ανάμεσα στους καθαρόαιμους Γερμανούς και η Γερμανία θα γίνει το ευτυχέστερο έθνος στην Ευρώπη, αν όχι στον κόσμο. Είναι δυνατόν, ύστερα από τη δημιουργική αυτή σκέψη, η Ανγκελα να μην κερδίσει πόντους στις δημοσκοπήσεις;
Βεβαίως προκύπτει μοιραίο το πρόβλημα της εγωιστικής απόλαυσης: θα ξαναζήσει η Ευρώπη την εποχή που σύσσωμος ο γερμανικός λαός απολάμβανε, μόνον αυτός, την ευτυχία; Ηδη η Γερμανία έχει επιβάλει τους κανόνες της στο οικονομικό παιχνίδι που καταδικάζει εκατομμύρια ευρωπαίους πολίτες στην ανέχεια και στη δυστυχία. Ηδη σημαντικό ποσοστό ευτυχισμένων Γερμανών, όπως προκύπτει από τις δημοσκοπήσεις, δεν διαφωνούν με την πολιτική τους ηγεσία. Με άλλα λόγια, η θέση της καγκελαρίου στο Πάνθεον των ομοιωμάτων έχει εξασφαλιστεί.
Τι θα γίνει, όμως, με τους μετανάστες; Κανείς δεν αμφισβητεί τη σοβαρότητα, τον πολύπλοκο χαρακτήρα και τη δυσκολία του προβλήματος. Αν οι ευρωπαίοι ηγέτες δεν ήταν τα ομοιώματα που περιγράφει ο Νίτσε, θα είχαν σκύψει στο φαινόμενο με ευθύνη, περισυλλογή και ανθρωπιά. Ή μήπως εδώ η δημοκρατία βρίσκεται σε αδιέξοδο και, ακόμη χειρότερα, σε κίνδυνο; Οι αφορισμοί της κυρίας Μέρκελ και των συναδέλφων της στην Ευρώπη είναι επικίνδυνοι γιατί στήνουν και τρέφουν τις εστίες του πολιτικού Κακού, που με το άλλο όνομά του στοίχισε πολύ ακριβά στην Ευρώπη.
ΠΗΓΗ:εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 24-10-2010

![Reblog this post [with Zemanta]](http://img.zemanta.com/reblog_e.png?x-id=e2c9a1f4-35f0-4ec1-93eb-987a1d7eb243)
![Reblog this post [with Zemanta]](http://img.zemanta.com/reblog_e.png?x-id=fb4a2397-3a37-4039-a40b-2ee11f4567d0)
![Reblog this post [with Zemanta]](http://img.zemanta.com/reblog_e.png?x-id=9f3e16ef-f76d-489b-8689-19567069feb7)
![Reblog this post [with Zemanta]](http://img.zemanta.com/reblog_e.png?x-id=9361d3ef-1ce0-4acd-b75b-2f99bf6be256)
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΩΔΩΝΑΚΗΣ