Απέτυχε η πολυπολιτισμικότητα;

Η καγκελάριος της Γερμανίας κυρία Ανγκελα Μέρκελ, με τη δήλωσή της περί «αποτυχίας του πολυπολιτισμικού, ευρωπαϊκού μοντέλου», είναι η τελευταία, χρονικά, ηγέτις κράτους που υιοθετεί αυτή την άποψη μετά τον γάλλο πρόεδρο κ. Νικολά Σαρκοζί και τον ιταλό πρωθυπουργό κ. Σίλβιο Μπερλουσκόνι. Τι συμβαίνει, λοιπόν, στη Γηραιά Ηπειρο; Η ρητορεία της αποτυχίας του πολυπολιτισμού σκοπεύει σε ενίσχυση των διακρίσεων και των ανισοτήτων μόνο απέναντι σε μεταναστευτικές ή μειονοτικές ομάδες ή και στο σύνολο της κοινωνίας; Η άνοδος της ξενόφοβης Ακροδεξιάς στη Δανία, στην Ουγγαρία, στην Ολλανδία και στη Σουηδία, το πογκρόμ κατά των κατά τα άλλα πολύτιμων, λόγω φθηνής και ανασφάλιστης εργασίας, αλλοδαπών, η γκετοποίηση, η φοβικότητα, η διάρρηξη, ακόμη και σε παραδοσιακά ανοικτές και ανεκτικές κοινωνίες, του ιστού προστασίας και των εστιών διαλόγου ανάμεσα στις διαφορετικές κοινότητες είναι το μέλλον της Ευρώπης ή μπορούμε να κάνουμε την υπέρβαση;


Γκέτο, περιχαράκωση ή συνύπαρξη;

του Ν. Μουζέλη, ομότιμου καθηγητή Κοινωνιολογίας LSΕ.  


Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η παγκόσμια κρίση εντείνει την αντιπαράθεση μεταξύ γηγενών και μεταναστευτικών ομάδων σε πολλές ευρωπαϊκές κοινωνίες. Ο μετανάστης, κυρίως στο φαντασιακό των λαϊκών στρωμάτων αλλά όχι μόνο, γίνεται αποδιοπομπαίος τράγος. Ευθύνεται για την υψηλή ανεργία, για την επιδείνωση των υπηρεσιών του κοινωνικού κράτους, για την άνοδο της εγκληματικότητας κτλ. Με αυτόν τον τρόπο τα θετικά αποτελέσματα της μετανάστευσης αγνοούνται και ο ιδεολογικός λόγος της άκρας Δεξιάς μεταφέρει το βάρος της ευθύνης για τη σημερινή δυσπραγία από τον νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό στην πολυπολιτισμικότητα, στην εξάλειψη της ομογενοποιημένης εθνικής κουλτούρας. Παρ΄ όλα αυτά, όμως, η πολυπολιτισμικότητα όχι μόνο δεν θα εξαφανιστεί αλλά σίγουρα θα ενταθεί στα χρόνια που έρχονται. Δύο είναι οι βασικοί λόγοι για αυτό.

Παγκοσμιοποίηση
Σε έναν κόσμο όπου η αλληλεξάρτηση όλων των χωρών του πλανήτη αυξάνεται γεωμετρικά και όπου πάνω από ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι υποσιτίζονται είναι αδύνατον ο Βορράς να αναχαιτίσει το ρεύμα των πολιτικά κατατρεγμένων και πεινασμένων του Νότου- ανθρώπων που προσπαθούν να αποφύγουν την απόλυτη εξαθλίωση, διεισδύοντας στο Club των πλουσίων. Ακόμη και η πιο αυστηρή περιφρούρηση των συνόρων δεν μπορεί να σταματήσει τις μεταναστευτικές ροές από τον τρίτο στον πρώτο κόσμο. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο οι πλούσιες χώρες αντιμετωπίζουν το εξής δίλημμα: είτε να καταλύσουν τις δημοκρατικές ελευθερίες και να επιβάλουν ημιαστυνομικά καθεστώτα είτε να δεχθούν την, μέσα σε λογικά όρια, εντεινόμενη πολυπολιτισμικότητα ως μια αναπόφευκτη κατάσταση που από τη μια μεριά δημιουργεί σοβαρά προβλήματα, αλλά από την άλλη, όταν αντιμετωπίζεται με έναν δημοκρατικό και κοινωνικά δίκαιο τρόπο, συμβάλλει σημαντικά στην οικονομία, στην κοινωνία και στον πολιτισμό μιας χώρας.

Ενας δεύτερος λόγος για τον οποίον η πολυπολιτισμικότητα δεν μπορεί να εξαλειφθεί ή να περιθωριοποιηθεί είναι πως έχει γερές ρίζες (και λόγω της αποικιοκρατίας και λόγω της ανάγκης των κατεστραμμένων από τον πόλεμο δυτικοευρωπαϊκών οικονομιών από φθηνή εργασία- κυρίως στην πρώιμη μεταπολεμική περίοδο). Στον 19ο αιώνα και στις αρχές του 20ού η άνοδος του σοβινιστικού εθνικισμού και η ιδέα πως το έθνος-κράτος πρέπει να έχει μία γλώσσα, μία θρησκεία και μία κουλτούρα οδήγησε στη βίαιη «ομογενοποίηση» του πληθυσμού. Οδήγησε σε πρακτικές που κυμαίνονταν από τη συστηματική εξαφάνιση της κουλτούρας των μειονοτήτων ως τη μαζική εξόντωση πληθυσμών (π.χ. η γενοκτονία των Αρμενίων στην Τουρκία). Αυτού του είδους η βάρβαρη ομογενοποίηση δεν είναι δυνατή σήμερα στον ανεπτυγμένο δυτικό κόσμο. Τα ανθρώπινα δικαιώματα μπορεί να μη γίνονται σεβαστά παντού (π.χ. Ιράκ), αλλά τα προγράμματα των ρατσιστών και των εθνοκαπήλων για «εθνική κάθαρση» αποτελούν φαντασιώσεις. Με βάση τα παραπάνω το βασικό πρόβλημα δεν είναι αν η πολυπολιτισμικότητα θα εξαφανιστεί ή περιθωριοποιηθεί. Το βασικό πρόβλημα είναι τι μορφές θα πάρει στο μέλλον.

Τρεις μορφές

Μια πρώτη μορφή είναι αυτή της πολιτισμικής γκετοποίησης. Σε αυτήν την περίπτωση η μειονότητα περιχαρακώνεται, κλείνεται στον εαυτό της, είτε λόγω εξωτερικών πιέσεων (π.χ. εχθρι κή στάση του γηγενούς πληθυσμού, περιθωριοποίηση μέσω των μηχανισμών της αγοράς ή του κράτους) είτε λόγω επιλογής (π.χ. εθνοθρησκευτικές μειονότητες που θέλουν να αποφύγουν τα «ελευθέρια», κοσμικά, δυτικά ήθη).

Ενας δεύτερος τύπος πολυπολιτισμικότητας χαρακτηρίζεται από την καταπιεστική στρατηγική μιας κυβέρνησης που προσπαθεί να εμποδίσει την αναπαραγωγή της μειονοτικής κουλτούρας (π.χ. η κατάσταση των Κούρδων, κυρίως πριν από τη διακυβέρνηση Ερντογάν). Μια ηπιότερη μορφή πολιτισμικής καταπίεσης μπορεί να αποσκοπεί όχι στην εξάλειψη της μειονοτικής κουλτούρας αλλά στην κατάργηση συγκεκριμένων πολιτιστικών δικαιωμάτων (π.χ. το δικαίωμα του εθνοτικού αυτοπροσδιορισμού της μουσουλμανικής μειονότητας στη Θράκη ή το δικαίωμα της χρήσης της ισλαμικής μαντίλας στη Γαλλία).

Μια τρίτη μορφή πολυπολιτισμικότητας θα μπορούσε κανείς να την αποκαλέσει πολυλογική ή, για να χρησιμοποιήσω την ορολογία του Χάμπερμας, «επικοινωνιακή». Η πολυπολιτισμικότητα που έχει μια επικοινωνιακή/πολυλογική βάση σέβεται την αυτονομία και την εσωτερική λογική των επί μέρους πολιτισμικών παραδόσεων, επιμένοντας παράλληλα να χτίζει αμφίδρομες γέφυρες μεταξύ τους, δηλαδή να διαμορφώνει μια lingua franca, με τη βοήθεια της οποίας κάθε πολιτισμική λογική θα μπορεί να «μεταφράζεται» και να επικοινωνεί με τις υπόλοιπες.

Οι περιο
ρισμοί

Η μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης αποτελεί ένα παράδειγμα συνύπαρξης διαφορετικών πολιτισμικών παραδόσεων. Σεβασμός που πρέπει να συμβαδίζει με την καθολική αποδοχή στα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα
Μια τέτοια lingua franca θα πρέπει να βασίζεται όχι μόνο στην αρχή του αμοιβαίου σεβασμού μεταξύ διαφορετικών πολιτισμικών παραδόσεων αλλά και στην επίγνωση ότι η ειρηνική και δημιουργική συνύπαρξη διαφορετικών παραδόσεων συνεπάγεται και ορισμένους περιορισμούς στην πολιτισμική αυτονομία. Σε μια δημοκρατικά διοικούμενη πολυπολιτισμική κοινωνία, η πολιτισμική αυτονομία περιορίζεται από δύο παράγοντες. Πρώτον, από τις δημοκρατικές εκείνες αξίες που κάνουν κατ΄ αρχήν εφικτό τον πολιτισμικό πλουραλισμό και, δεύτερον, από τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα, τα οποία αν και θεσμοθετήθηκαν σε μαζική κλίμακα, πρώτη φορά στη Δύση, έχουν αποκτήσει σήμερα διαπολιτισμικό, οικουμενικό χαρακτήρα. Αυτό που θέλω να πω με το παραπάνω είναι ότι ο σεβασμός για την αυτονομία μειονοτικών πολιτισμικών παραδόσεων δεν μπορεί να εκτείνεται ως την ανοχή, για παράδειγμα, της απόλυτης ανδροκρατίας μέσα στην οικογένεια, την κλειτοριδεκτομή, τη θρησκευτική παρότρυνση σε τρομοκρατικές πράξεις κτλ.

Οι τρεις αυτέςμορφές πολυπολιτισμικότητας αποτελούν «ιδεώδεις τύπους», με την έννοια ότι δεν υφίστανται στην απόλυτα καθαρή εκδοχή τους. Οι υπαρκτές καταστάσεις αποτελούν μείγματα στοιχείων που προέρχονται και από την γκετοποιημένη, και την καταπιεστική και την επικοινωνιακή πολυπολιτισμικότητα- μείγματα μέσα στα οποία, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ένα από τα στοιχεία είναι κυρίαρχο. Με βάση αυτή τη διαπίστωση νομίζω ότι η κυριαρχία της επικοινωνιακής πολυπολιτισμικότητας που συνάδει με τη λογική των δημοκρατικών δικαιωμάτων είναι, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, πολύ δύσκολο να επιτευχθεί κάτω από τις σημερινές συνθήκες. Η νεοφιλελεύθερη παγκόσμια τάξη πραγμάτων σαφώς ευνοεί την παραπέρα ανάπτυξη ενός μείγματος γκετοποιημένης και καταπιεστικής πολυπολιτισμικότητας.


Περισσότερη ελευθερία, λιγότερη ανισότητα

του Αντ. Λιάκου, καθηγητή Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Πρέπει να υπερβούμε την πολυπολιτισμικότητα, αλλά είναι μύθος ότι απέτυχε. Σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες που δέχτηκαν μετανάστες, και μάλιστα μετανάστες από την Τουρκία και τις άλλες ισλαμικές χώρες, ο προσεκτικός παρατηρητής θα διαπιστώσει ότι αυξάνονται όχι μόνο οι φοιτητές και οι φοιτήτριες στα πανεπιστήμια, αλλά επίσης ερευνητές και καθηγητές που προέρχονται από αυτές τις μεταναστευτικές κοινότητες. Βραβεία λογοτεχνίας, αλλά και επιχειρηματικότητας, απονέμονται σε άνδρες και γυναίκες από τις ίδιες ομάδες, ενώ αναδεικνύονται επίσης πολιτικοί οι οποίοι δεν αντιπροσωπεύουν μόνο τις μικρές τους κοινότητες αλλά μερίδες συνολικά του πληθυσμού. Το επιχείρημα της αποτυχίας του πολυπολιτισμού χρησιμοποιείται από φόβο και για να φοβίσει. Σε εποχές κρίσης και φόβου για το μέλλον, παρόμοιες πολιτικές αναδιπλώσεις αποκτούν ακροατήριο, όσο αβάσιμες και παράλογες και αν είναι.

Αλλά γιατί τότε, γιατί πρέπει να υπερβούμε την πολιτική της πολυπολιτισμικότητας Για δύο λόγους: Ο πρώτος γιατί με τον τρόπο που ασκείται η πολυπολιτισμικότητα ενισχύει τις παραδοσιακές δομές εξουσίας των μειονοτικών ομάδων. Η μπούρκα, λ.χ., δεν έχει να κάνει μόνο με πολιτισμική ιδιαιτερότητα αλλά και με τις σκληρές δομές ανδρικής εξουσίας πάνω στις γυναίκες, πατρικής πάνω στην οικογένεια, θρησκευτικής πάνω στην κοινότητα. Δεν υπάρχει λόγος αυτά που οι προοδευτικοί άνθρωποι αντιμάχονται στην κοινωνία τους να αφήνουν να συμβαίνουν σε κλειστές ομάδες στο όνομα του σεβασμού της διαφορετικότητας. Δεν υπάρχει λόγος, αν δεχόμαστε τη ρευστότητα και την πολλαπλότητα των δικών μας ταυτοτήτων, να θεωρούμε τις ταυτότητες των «άλλων» συμπαγείς και μονοδιάστατες. Αυτή η πολιτική όμως χρειάζεται ευαισθησία και προσήλωση στις αρχές της ελευθερίας και της ανε-

Σομαλές απομακρύνονται σε επιχείρηση «σκούπα» της ΕΛ.ΑΣ. στο κέντρο της Αθήνας. Στην Ελλάδα ποτέ δεν υπήρξε μια πολιτική πολυπολιτισμού. Συρόμαστε με τον έναν ή τον άλλον τρόπο από το άρμα του μονοπολιτισμού και της δυσανεξίας
κτικότητας για να μην προκαλέσει αντισυσπείρωση. Χρειάζεται η δύναμη του παραδείγματος και ειδικές πολιτικές που θα επιτρέψουν στην άδηλη δυναμική να γίνει έκδηλη, κάνοντας λιγότερο στεγανά και περισσότερο πορώδη τα όρια των κλειστών κοινοτήτων. Χρειάζονται πολιτικές εν-κοινωνισμού, ιδιαίτερα για τα παιδιά και τις μητέρες τους.

Ο δεύτερος λόγος έχει να κάνει με την ισότητα, η οποία τον τελευταίο καιρό λιθοβολείται γενικώς και αδιακρίτως από τους έλληνες διανοουμένους. Η αρχή του σεβασμού της διαφοράς μάς κάνει πολλές φορές να χάνουμε το τεράστιο και πολύμορφο πρόβλημα των κοινωνικών ανισοτήτων. Στην πραγματικότητα όμως οι διακρίσεις και οι ανισότητες συμβαδίζουν, ενισχύοντας οι μεν τις δε. Χωρίς να καταπολεμήσεις τις διακρίσεις, δεν μπορείς να περιορίσεις τις ανισότητες, και χωρίς να πολεμήσεις τις ανισότητες, δεν μπορείς να απαλλαγείς από τις διακρίσεις. Η πολιτική του πολυπολιτισμού ασχολούνταν μόνο με τις διακρίσεις ενώ αδιαφορούσε για τις ανισότητες. Χρειάζεται επομένως ενεργή πολιτική περιορισμού των ανισοτήτων, κάτι που σήμερα βέβαια φαντάζει δυστυχώς εξωπραγματικό.

Αν χρειάζεται λοιπόν υπέρβαση, αυτή θα επιτευχθεί με πολιτικές που θα ενισχύουν την ελευθερία στο εσωτερικό των μειονοτικών κοινοτήτων και τον περιορισμό των κοινωνικών ανισοτήτων. Η ρητορεία της αποτυχίας του πολυπολιτισμού σκοπεύει σε ενίσχυση των διακρίσεων και των ανισοτήτων, όχι μόνο απέναντι σε μεταναστευτικές ή μειονοτικές ομάδες αλλά στο σύνολο της κοινωνίας.

Τέλος, ας σημειωθεί ότι στην Ελλάδα ποτέ δεν υπήρξε μια πολιτική πολυπολιτισμού. Συρόμαστε με τον έναν ή τον άλλον τρόπο από το άρμα του μονοπολιτισμού και της δυσανεξίας. Αλλά εκείνο που διακυβεύεται κατά βάθος είναι πώς μια κοινωνία μπορεί να ζει ειρηνικά και πώς σε δύσκολες περιόδους, όπως αυτή της οικονομικής κρίσης που διανύουμε, δεν θα διαλυθούν οι δεσμοί της και δεν θα στραφούν όλοι εναντίον όλων. Αλλωστε στις συνθήκες αυτές οι πολιτισμικές διαφορές πολλαπλασιάζονται και υπερβαίνουν εκείνες ανάμεσα σε δικούς και ξένους.


Οι εστίες του πολιτικού Κακού

του Γεράσιμου Βώκου, καθηγητή Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

Το 1874 ο Νίτσε αναρωτιόταν πόση άραγε απέχθεια θα ένιωθαν οι μελλοντικές γενιές, όταν θα ασχολούνταν με το κληροδότημα μιας περιόδου όπου δεν κυβερνούσαν ζωντανοί άνθρωποι, αλλά ομοιώματα ανθρώπων, ερμηνευτών της κοινής γνώμης. «Ισως γι΄ αυτό» συμπέραινε «ο αιώνας μας θα θεωρηθεί από μια μελλοντική εποχή η πιο σκοτεινή και άγνωστη εποχή, επειδή είναι η πιο απάνθρωπη εποχή». Προφανώς, για μας που ζούμε στο μέλλον που είχε προβλέψει, ο Νίτσε είχε άδικο: η εποχή μας είναι ακόμη πιο μαύρη, ακόμη πιο απάνθρωπη και ακόμη πιο άγνωστη. Οσο γι΄ αυτούς που κυβερνούν, μπορούμε να εκσυγχρονίσουμε το λεξιλόγιο και να αντικαταστήσουμε τη λέξη «ομοιώματα» με τη λέξη «ολογράμματα»: μόλις λήξει ο τηλεοπτικός χρόνος που τους αντιστοιχεί παύουν να υπάρχουν, επιστρέφοντας στο κενό από το οποίο αγωνίζονται να αντλήσουν ανθρώπινο βάρος.

Πάει καιρός τώρα που η κυρία Ανγκελα Μέρκελ διεκδικεί μια θέση στο Πάνθεον των ομοιωμάτων, όπου οι συνάδελφοί της ευρωπαίοι ηγέτες έχουν ήδη εξασφαλίσει ο καθένας τη δική του. Ο γάλλος γόης επιχειρεί να κερδίσει οπαδούς, στέλνοντας τις μαύρες ταξιαρχίες του εναντίον των Ρομά. Ο ασυγκράτητος Ιταλός, σε στιγμές χαλάρωσης από τον εργώδη βίο του ανάμεσα στις μοντέλες, σκέφτηκε να εξαπολύσει μόνιμο ανθρωποκυνηγητό εναντίον των ξένων που ζουν στη χώρα του. Η γερμανίδα καγκελάριος δεν θα μπορούσε να υστερήσει στην ευγενή άμιλλα της ξενοφοβίας. Θεωρητικό μυαλό, όπως αρμόζει στις γερμανικές παραδόσεις, έθεσε το πρόβλημα στο επίπεδο του αναστοχασμού, υποστηρίζοντας ότι «το πολυεθνικό μοντέλο στη Γερμανία έχει αποτύχει πλήρως». Ξεκινώντας από την πρόταση ότι «η Γερμανία είναι μια χώρα που ζήτησε εργάτες τη δεκαετία του ΄60», η στοχαστική καγκελάριος ανάπτυξε τη σκέψη της ως εξής: «Για λίγο κοροϊδεύαμε τον εαυτό μας ότι οι μετανάστες αυτοί δεν θα έμεναν και θα έφευγαν κάποια στιγμή. Η αντίληψη ότι θα γινόμασταν πολυεθνική χώρα και ότι θα ζούσαμε ευτυχισμένοι ο ένας δίπλα στον άλλον απέτυχε». Ετσι, ύστερα από εντολή της κυρίας Μέρκελ, η ευτυχία θα μοιραστεί αποκλειστικά και μόνο ανάμεσα στους καθαρόαιμους Γερμανούς και η Γερμανία θα γίνει το ευτυχέστερο έθνος στην Ευρώπη, αν όχι στον κόσμο. Είναι δυνατόν, ύστερα από τη δημιουργική αυτή σκέψη, η Ανγκελα να μην κερδίσει πόντους στις δημοσκοπήσεις;

Βεβαίως προκύπτει μοιραίο το πρόβλημα της εγωιστικής απόλαυσης: θα ξαναζήσει η Ευρώπη την εποχή που σύσσωμος ο γερμανικός λαός απολάμβανε, μόνον αυτός, την ευτυχία; Ηδη η Γερμανία έχει επιβάλει τους κανόνες της στο οικονομικό παιχνίδι που καταδικάζει εκατομμύρια ευρωπαίους πολίτες στην ανέχεια και στη δυστυχία. Ηδη σημαντικό ποσοστό ευτυχισμένων Γερμανών, όπως προκύπτει από τις δημοσκοπήσεις, δεν διαφωνούν με την πολιτική τους ηγεσία. Με άλλα λόγια, η θέση της καγκελαρίου στο Πάνθεον των ομοιωμάτων έχει εξασφαλιστεί.

Τι θα γίνει, όμως, με τους μετανάστες; Κανείς δεν αμφισβητεί τη σοβαρότητα, τον πολύπλοκο χαρακτήρα και τη δυσκολία του προβλήματος. Αν οι ευρωπαίοι ηγέτες δεν ήταν τα ομοιώματα που περιγράφει ο Νίτσε, θα είχαν σκύψει στο φαινόμενο με ευθύνη, περισυλλογή και ανθρωπιά. Ή μήπως εδώ η δημοκρατία βρίσκεται σε αδιέξοδο και, ακόμη χειρότερα, σε κίνδυνο; Οι αφορισμοί της κυρίας Μέρκελ και των συναδέλφων της στην Ευρώπη είναι επικίνδυνοι γιατί στήνουν και τρέφουν τις εστίες του πολιτικού Κακού, που με το άλλο όνομά του στοίχισε πολύ ακριβά στην Ευρώπη.


ΠΗΓΗ:εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 24-10-2010

Οι κατά Φουκώ ανώμαλοι

του Γεράσιμου Βώκου , καθηγητή Ιστορίας της Φιλοσοφίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Μέσα από ιατρικές γνωματεύσεις, δικαστικά χρονικά και άλλο νομικό υλικό, μέσα από εκθέσεις και αφηγήσεις για τον αυνανισμό, ο Φουκώ προσεγγίζει την έννοια της εξουσίας, μελετώντας κατηγορίες ατόμων που ο γαλλικός 19ος αιώνας τους ονόμαζε les anormaux (οι ανώμαλοι). Σχηματοποιώντας, οι βασικές κατηγορίες είναι του «τέρατος», (η Μαρία Αντουανέτα και ο Λουδοβίκος ΙΣΤ΄ εικονογραφούν το «τερατώδες ζευγάρι»), του «αδιόρθωτου» και του «αυνανιζόμενου».

Οι παραδόσεις του Φουκώ στο Κολέγιο της Γαλλίας, από το 1971 ως το 1984, που ήταν η χρονιά του θανάτου του, αποτελούν έργο εξίσου σημαντικό με τα βιβλία του φιλοσόφου ή και σημαντικότερο ακόμη, αν επιμείνει κάποιος στη μεθοδολογική και την παιδαγωγική τους προοπτική. Πράγματι, αν το έργο του, όπως ο ίδιος ο Φουκώ συνήθιζε να το υποστηρίζει, ήταν ένα είδος κουτιού με εργαλεία, κάτι σαν εργαλειοθήκη, που καθένας μπορούσε να το χρησιμοποιήσει ανάλογα με τις ανάγκες του και την κρίση του, οι παραδόσεις συνιστούν, κατά κάποιον τρόπο, την κατασκευή των εργαλείων και την τοποθέτησή τους στο κουτί. Μία από τις εργαλειοθήκες αυτές, με τον τίτλο Οι μη κανονικοί , παραδίδουν στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, στην εξαιρετική μετάφραση του κ. Σωτήρη Σιαμανδούρα, οι εκδόσεις της Εστίας.

Η μελέτη του βιβλίου, που δεν αποτελεί ακριβώς εύκολη ανάγνωση, μας φέρνει σε άμεση επαφή με το εργαστήριο στο οποίο δούλευε ο Φουκώ. Τον βλέπουμε να κάνει υποθέσεις εργασίας και να τις ελέγχει, άλλοτε υιοθετώντας τες και άλλοτε απορρίπτοντάς τες, ανάλογα με το πρόβλημα που είχε αποφασίσει να αντιμετωπίσει. Δεν φοβάται να αποκαλύψει τους δισταγμούς του, ακόμη και τους φόβους του, ενώ συχνά η σύγκρουσή του με τις παραδοσιακές αναλύσεις, χωρίς να αγνοεί τους κανόνες τις ευγένειας, είναι βίαιη γιατί είναι ανατρεπτική. Με δυο λόγια, οι Παραδόσεις στο Κολέγιο της Γαλλίας, είναι δείγμα- αλλά και παράδειγμα- ζωντανής έρευνας στην οποία ένας μεγάλος φιλόσοφος καταθέτει τη σκέψη του, τις αγωνίες του, το πάθος του για τη δουλειά του, αλλά και ένα είδος θεωρητικής μεγαλοψυχίας που καλεί τον αναγνώστη σε συνεργασία. Ταυτοχρόνως και σχεδόν χωρίς εξαίρεση με τρόπο διακριτικό, ο Φουκώ άλλοτε δηλώνει και άλλοτε υπαινίσσεται τη σύγκρουσή του με επιβλητικές μορφές σκέψης που σκιάζουν τον φιλοσοφικό ορίζοντα, όπως συμβαίνει με τον Χέγκελ, τον Μαρξ, αλλά και τον Μπερξόν ή τον Σαρτρ.

Η κοινωνική ζωή

Ο Μισέλ Φουκώ στο γραφείο του
Τα χαρακτηριστικά αυτά βρίσκονται συγκεντρωμένα στο βιβλίο Οι μη κανονικοί. Για λόγους οικονομίας χώρου και μεθόδου, θα περιοριστώ στην παράδοση της 15ης Ιανουαρίου 1975. Στο τέλος της παράδοσης, στην ανακεφαλαίωση που προτείνει, ο Φουκώ κρίνει σκόπιμο να αναφερθεί στο βιβλίο του δασκάλου του, Georges Canguilhem, με τίτλο Το κανονικό και το παθολογικό, το οποίο βρίσκεται στο κέντρο της θεωρητικής του ανησυχίας. Ο φιλόσοφος δηλώνει με τον τρόπο αυτόν την ένταξή του σε μια ορισμένη παράδοση της ιστορίας των ιδεών, από την οποία και αντλεί τρία μαθήματα. Το πρώτο αφορά μια γενική διαδικασία κανονικοποίησης, κοινωνικής, πολιτικής και τεχνικής, η οποία ξετυλίγεται τον 18ο αιώνα. Το σημαντικό είναι ότι η διαδικασία αυτή έχει συνέπειες σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής και τις συνέπειες αυτές ακριβώς προτίθεται να αναλύσει ο Φουκώ. Το δεύτερο μάθημα, πολύ σημαντικότερο, είναι ότι ένας κανόνας, μια νόρμα, ορίζεται με βάση τον ρόλο που μπορεί να ασκήσει στα πεδία στα οποία εφαρμόζεται ή, με άλλα λόγια, ο κανόνας είναι ένα στοιχείο στο οποίο θεμελιώνεται και νομιμοποιείται μια συγκεκριμένη άσκηση της εξουσίας. Κατά συνέπεια, ένας κανόνας δεν αποτελεί μόνο, όπως το υποστήριζε ο Canguilhem, έννοια πολεμική, αλλά ευρύτερα έννοια πολιτική, όπως θα επιχειρήσει να το δείξει ο Φουκώ. Το τρίτο μάθημα, τέλος, στο οποίο ο φιλόσοφος θα συγκεντρώσει την προσοχή του και το οποίο θα αποτελέσει το καθοδηγητικό μίτο για τις αναλύσεις του στο σύνολο των παραδόσεων για τους Μη κανονικούς, ο κανόνας, υποστηρίζοντας τόσο μια αρχή αξιολόγησης όσο και μια αρχή σωφρονισμού, δεν έχει ως λειτουργία είτε να αποβάλει είτε να απορρίψει κάτι· «αντίθετα, συνδέεται πάντοτε με μια θετική τεχνική επέμβασης και μετασχηματισμού, με ένα είδος κανονιστικού προγράμματος».

Η ανεπαρκής έννοια της εξουσίας

Η Κίρστεν Νταστ, ως Μαρία Αντουανέτα,στην ταινία της Κόπολα. Κατά τον Φουκώ,η τελευταία γαλλίδα βασίλισσα ανήκει στην κατηγορία του «τέρατος»
Ακριβώς το θετικό αυτό βάρος του κανόνα θα δοκιμάσει να εφαρμόσει ο Φουκώ στις ιστορικές αναλύσεις για τους μη κανονικούς, προβάλλοντας τη θετική, τεχνική και πολιτική σύλληψη της κανονικοποίησης. Αυτές οι θεωρητικές επιλογές μόνο αθώες δεν είναι, όπως φροντίζει να το επισημάνει αμέσως στη συνέχεια ο φιλόσοφος. Το πραγματικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει, «κατά βάθος, πίσω από αυτά» είναι η έννοια της πολιτικής εξουσίας· ακριβέστερα, μια ιδέα της πολιτικής εξουσίας που έχει φράξει τον ορίζοντα της πολιτικής σκέψης και σύμφωνα με την οποία η εξουσία είναι ένα είδος αρμονικής ολότητας, η οποία επιβάλλεται εξωτερικά στο σύνολο που θα ήταν η κοινωνία. Η ιδέα αυτή, όπως είναι γνωστό, αλλά ο Φουκώ το επισημαίνει, έχει εγελιανή προέλευση ή, με άλλα λόγια, ο κύριος αντίπαλος εδώ είναι ο ίδιος ο Χέγκελ, καθώς και μερικοί άλλοι. «Μου φαίνεται ότι είναι ταυτοχρόνως μεθοδολογικό και ιστορικό λάθος να θεωρηθεί η εξουσία ως ένας κατά κύριο λόγο αρνητικός μηχανισμός καταστολής, να θεωρηθεί πως η εξουσία έχει ουσιαστικά ως λειτουργία να προστατεύει, να συντηρεί ή να αναπαράγει τις σχέσεις παραγωγής». Στην προοπτική αυτή, η εξουσία είναι «μια ετερόκλητη έννοια, μια έννοια ανεπαρκής σε σχέση με την πραγματικότητα που μας είναι σύγχρονη εδώ και αιώνες, δηλαδή από τα τέλη του 18ου αιώνα τουλάχιστον». Από την κριτική αυτή προφανώς δεν εξαιρείται ο Μαρξ και στο σημείο αυτό ο Φουκώ γνωρίζει καλά το ρίσκο που παίρνει και θα αναλάβει πλήρως την ευθύνη των επιλογών του. Οι αναλύσεις του είναι σωστές; Είναι λάθος; Η απόφαση είναι δική μας. Ας αποφασίσουμε όμως ύστερα από την ανάγνωση του βιβλίου.

ΠΗΓΗ:εφημ.ΤΟ ΒΗΜΑ, 2-9-2010

Η κρίση, ο φόβος και η τρομοκρατία

Από εκείνη τη σκληρή νύχτα του Αγίου Νικολάου τον Δεκέμβριο του 2008, όταν στην οδό Μεσολογγίου έπεσενεκρός από αστυνομικά πυρά ο 16χρονος Αλέξης Γρηγορόπουλος, πολλά άλλαξαν. Ηταν σαν να ελευθερώθηκαν όλα τα δαιμόνια της ελληνικής κοινωνίας και να αποκαλύφθηκαν οι υποβόσκουσες μεγάλες αντιθέσεις. Τα πνεύματα άναψαν, οι συγκρούσεις οξύνθηκαν, η κρίση φανερώθηκε, ο φόβος και η ανασφάλεια εγκαταστάθηκαν για τα καλά πάνω από τη χώρα, τα άκρα αναγεννήθηκαν και η τρομοκρατία επανέκαμψε, παρά τα πολλά πλήγματα που δέχθηκε και συνεχίζει να δέχεται. Εκτοτε οι εντάσεις έρχονται και ξανάρχονται, η πολιτική δοκιμάζεται, ο λαός συμπιέζεται και η κοινωνία φουντώνει καθώς νιώθει ότι χάνει τις σταθερές της. Το χειρότερο είναι ότι κάποιοι ξαναπήραν τα κουμπούρια και είναι έτοιμοι να σκοτώσουν επειδή απλώς έτσι νομίζουν. Είναι αυτή μια άλλη κατάσταση που επιζητεί διερεύνηση και αντίδραση οργανωμένη, προτού τα πράγματα πάρουν οριστικά στραβό δρόμο.

Η πολιτική του αίματος, η οργή και οι αιτίες

της Σοφίας Βιδάλη,αναπληρώτριας καθηγήτριας Εγκληματολογίας και Αντεγκληματικής Πολιτικής, ΔΠΘ.


Η κοινωνία του φόβου είναι ένα θέμα που έχει απασχολήσει εδώ και καιρό τους μελετητές και συνδέθηκε με την ανάδειξη της εγκληματικότητας σε μέγα θέμα του δημόσιου βίου, με τον φόβο του εγκλήματος και τη διεθνικοποίηση της τρομοκρατίας ειδικά μετά το 2001. Η διεθνής οικονομική κρίση άλλαξε περαιτέρω τα πράγματα. Στην Ελλάδα τα γεγονότα που εκτυλίσσονται από το 2008 (συνολικά) διαφέρουν συγκριτικά με ανάλογα προηγούμενων ετών, επειδή η κοινωνική συγκυρία έχει αλλάξει πια καθοριστικά. Η διεθνής και η εσωτερική οικονομική κρίση που, όπως φαίνεται, θεμελιώνεται στο οικονομικό έγκλημα, άλλαξε το κλίμα. Στην εποχή του ΔΝΤ στην Ελλάδα οι συλλογικοί φόβοι ταυτίζονται για πρώτη φορά με την αγωνία κατάρρευσης και επιβίωσης, αλλά ενισχύονται και από μια σιωπηλή οργή που απαντάται σε ατομικό συνήθως επίπεδο, σε περιπτώσεις θυμάτων κακοποίησης. Δηλαδή, θυμάτων που αδυνατούν να αντιδράσουν στην επίθεση και εκδηλώνουν μια παθητικότητα που δεν μπορεί να γίνει θυμός, οργή ούτε να εξορθολογιστεί για να ξεπεραστεί. Ετσι παραμένει στο επίπεδο του φόβου για το αύριο. Σε αυτήν την κοινωνία τα φαινόμενα της μαζικής βίας, των καταστροφών, της ακατανόητης για τους πολλούς τρομοκρατικής δράσης και της σύγχυσης μεταξύ τρομοκρατίας και οργανωμένου εγκλήματος τείνουν να γίνουν σταθερή παράμετρος, που όμως θεμελιώνεται και αυτή στο φόβο. Οι τρομοκρατικές επιθέσεις που τα τελευταία χρόνια εκδηλώνονται στην Ελλάδα και που μορφολογικά δεν θυμίζουν τίποτα από «17 Νοέμβρη», ΕΛΑ και άλλες οργανώσεις του 20ού αιώνα, δύσκολα αποκωδικοποιούνται ως προς τα μηνύματα και τους στόχους τους. Είναι βέβαιο, όμως, ότι προσθέτουν έναν ακόμη φόβο, τον καταλυτικότερο, στον μέσο πολίτη: δηλαδή, τον φόβο ότι μπορεί ανά πάσα στιγμή και ο ίδιος να γίνει θύμα, έχει δεν έχει σχέση με κάτι δημόσιο. Ομως φαίνεται ότι δεν μπορούν πια να αναλύονται φαινόμενα που μορφολογικά μοιάζουν μεταξύ τους με τον ίδιο τρόπο που αναλύονταν πριν από το ξέσπασμα τόσο της διεθνούς οικονομικής κρίσης όσο και της ελληνικής. Και τούτο επειδή θα πρέπει να συνυπολογίζονται πια και άλλοι παράγοντες, όπως π.χ. οι συνέπειες της οικονομικής κρίσης στο συλλογικό ασυνείδητο. Ο φόβος που έχει διοχετευτεί στην ελληνική κοινωνία «χτυπά» πλέον την «καρδιά» της κοινωνικής ταυτότητας των ανθρώπων, ανατρέπει τη δυνατότητα ελάχιστης αξιοπρεπούς διαβίωσης, καθώς συνδέεται άμεσα με τη χωρίς όριο διολίσθηση προς επίπεδα φτώχειας που μόνον από ιστορικές πηγές έχουν πληροφορηθεί οι σημερινοί 40ρηδες. Και δεν είναι μόνον αυτό. Είναι ότι αυτή η πορεία προς την εξαθλίωση έρχεται ξαφνικά ύστερα από μια περίοδο αυξημένων προσδοκιών πλουτισμού και καταναλωτικής ευημερίας, γεγονός που κάνει την αντίθεση όλο και εντονότερη, τον φόβο όλο και πιο παραλυτικό. Πλήττεται στην ουσία η ίδια η έννοια του πολίτη με την κοινωνική και πολιτική σημασία της. Βρισκόμαστε επομένως ενώπιον μιας νέας κατάστασης, η οποία σηματοδοτείται από την οικονομική κρίση που εξελίσσεται και τις συν αυτή κρίσεις αξιών, αξιοπιστίας του πολιτικού συστήματος, σκανδάλων και σκανδαλολογίας. Πρόκειται για φαινόμενα που αποτελούν και αυτά γεγονότα και περιστατικά έμμεσης και άμεσης βίας, τα οποία προκαλούν μια οντολογική ανασφάλεια, που συνδέεται με τα θεμέλια της κοινωνικής μας ζωής και η οποία θέτει υπό σοβαρή δοκιμασία

Αστυνομικοί ερευνούν τον χώρο μετά τη δολοφονική επίθεση κατά του αστυνομικού Νεκτάριου Σάββα από τη «Σέχτα Επαναστατών». Η νέα γενιά τρομοκρατών σκέπτεται και δρα με κυνικότητα, στοιχείο που τη διαφοροποιεί από τις τρομοκρατικές οργανώσεις του παρελθόντος
την ίδια την ιδέα της πολιτικής κοινωνίας. Σε τέτοιες περιπτώσεις είναι που το έγκλημα και η κοινωνική βία γίνονται όλο και περισσότερο δυσνόητα για το ευρύ κοινό, καθώς, όπως προανέφερα, προσπαθούμε να ερμηνεύσουμε και να κατανοήσουμε τις εξελίξεις με όρους και εργαλεία του παρελθόντος.

Το ίδιο ενδεχομένως συμβαίνει και με τις λεγόμενες τρομοκρατικές επιθέσεις. Η δύσκολη σύνδεση των στόχων με τους λόγους θυματοποίησής τους δημιουργεί εντυπώσεις ότι πρόκειται περί στόχων τυχαίων, συγκυριακών, επιλεγμένων με κριτήρια ψυχοσυναισθηματικά φορτισμένα, αθώων, και πάντως επιθέσεων στερουμένων λογικής και κυρίως μηνύματος. Σε αυτό συντείνει και η φτωχή και συναισθηματικού χαρακτήρα ανάλυση των επιθέσεων αυτών στον δημόσιο λόγο.

Αντίθετα, η καταστροφική και κυνική ευρηματικότητα του modus operandi των δραστών, η θεαματική κάλυψη των διόδων φυγής και εξαφάνισης στοιχείων ενοχοποίησης πιθανών υπόπτων, η δυσανάλογη βία σε σχέση με το επιθυμητό αποτέλεσμα, η αδιαφορία για την ανθρώπινη υπόσταση και ζωή συγκροτούν ένα «μήνυμα», άμεσο και καθόλου συμβολικό ή υπολανθάνον· ότι δηλαδή δεν υπάρχουν κανόνες διεξαγωγής ενός πολέμου τύπου αντάρτικου πόλης, ούτε όροι και όρια διάκρισης ανάμεσα στις διάφορες κατηγορίες οργανωμένης παρανομίας (όπως συνέβαινε παλαιότερα): ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Αλλά αυτό δεν είναι και το δόγμα της κοινωνίας της ελεύθερης αγοράς; Η κατάργηση των κανόνων της νεωτερικότητας;

Προκύπτει επομένως ένα ερώτημα: Αυτή η πολλαπλή θυματοποίηση και ο εθισμός στην παρουσία κάθε είδους και επιπέδου βίας στον δημόσιο βίο είναι τυχαία; Ή συνιστά μια παράπλευρη επιπλοκή των όρων υπό τους οποίους άλλαξαν οι οικονομικές σχέσεις και επιτεύχθηκε η αναδιανομή εισοδήματος στην Ελλάδα τα τελευταία περίπου 15 χρόνια;

Εάν τα πράγματα έχουν έτσι, το πρόβλημα που έχει να αντιμετωπίσει σήμερα η Ελλάδα δεν είναι μόνο το δημοσιονομικό έλλειμμα, αλλά είναι μια πρόγνωση: πώς μπορεί να αντιδράσει μια κοινωνία πολλαπλά προσβεβλημένη και θυματοποιημένη από το ίδιο το κράτος αλλά και τους αρνητές του; Και τα προγνωστικά δεν είναι ευοίωνα, εκτός αν υπάρξουν σοβαρές δημόσιες πολιτικές αποδόμησης της αξίας της βίας ως μέσου πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής επιβίωσης και σχέσεων εξουσίας.

Η επέλαση του Λεβιάθαν

του Γεράσιμου Βώκου, καθηγητή Φιλοσοφίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Για να καταλάβει κανείς το παρόν, πολλές φορές είναι χρήσιμη η μετάβαση στο παρελθόν. Σε όσους ασχολούνται με το θεωρητικό και πρακτικό πρόβλημα της θεμελίωσης του κράτους είναι γνωστή η λύση που προτείνει ο Χομπς, ο οποίος θεμελιώνει το κράτος στις έννοιες της φυσικής κατάστασης, του κοινωνικού συμβολαίου και της πολιτικής κατάστασης. Το ενδιαφέρον βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, στο γεγονός ότι το εννοιολογικό τρίγωνο του φιλοσόφου δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς τον πρωταγωνιστικό ρόλο του θανάτου ο οποίος, με διαφορετική μορφή κάθε φορά, κινεί τα νήματα στο θεωρητικό θέατρο του Χομπς.

Είναι προφανές ότι ο βίαιος θάνατος κυριαρχεί απολύτως στη φυσική κατάσταση- στην κατάσταση δηλαδή που ζουν οι άνθρωποι πριν από τη θεμελίωση του κράτους- όπου εμφανίζεται φορώντας το προσωπείο του άλλου, καθώς ο καθένας βλέπει στον άλλο τον κίνδυνο που απειλεί άμεσα τη ζωή του. Ως κυρίαρχος στη φυσική κατάσταση, ο θάνατος όχι μόνο οργανώνει το τοπίο, μοιράζοντας τα φώτα και τις σκιές μέσα στις οποίες κινούνται οι άνθρωποι, αλλά κυκλοφορεί συνεχώς μεταξύ τους, υπαρκτός και, κυρίως, ορατός: όποιος με πλησιάζει μπορεί να είναι για μένα ο θάνατος, σκέφτεται καθένας, κι όλοι φοβούνται ο ένας τον άλλο.

Το κοινωνικό συμβόλαιο βάζει τέρμα στην καθολική επικράτεια του φόβου, θεμελιώνοντας ακριβώς το κράτος, με τη σύσταση του οποίου ο θάνατος μοιάζει να αποσύρεται παντελώς από τη σκηνή, καθώς ο φόβος αποκρούεται. Στην πραγματικότητα όμως, το μόνο που έχει συμβεί- και δεν είναι λίγο - είναι ότι ο θάνατος έχει αλλάξει προσωπείο: δεν εμφανίζεται με το πρόσωπο του άλλου· έχει αποκτήσει τη μορφή ουδέτερης βιολογικής επιταγής που μας απειλεί όλους ως αναπόδραστη φυσική αναγκαιότητα. Εφεξής ο θάνατος κυκλοφορεί στην πολιτική κατάσταση πολιτισμένος, φορώντας το επίσημο ένδυμά του, τη στολή δηλαδή που του έχει παραχωρήσει η κρατική εξουσία. Από τη σκοπιά αυτή, ο Χομπς είναι ο πρώτος θεωρητικός που υποστηρίζει με τόση σαφήνεια και ωμότητα ότι η σύσταση του κράτους και της πολιτικής κοινωνίας συνδέονται αμέσως με την εξημέρωση, τον εκπολιτισμό και την υποταγή του βίαιου θανάτου. Γιατί όμως ο Χομπς ήταν υποχρεωμένος να συμπεριλάβει στους υπολογισμούς του τον θάνατο;

Το κράτος προκύπτει από το παράδοξο γεγονός ότι αυτό που καθι-


Οι επίγονοι της 17Ν χτυπούν τυφλά και χωρίς αναστολές, ενώ η κοινωνία φαίνεται να παρακολουθεί χωρίς να αντιδρά
στά ξένα και εχθρικά τα άτομα μεταξύ τους είναι ακριβώς αυτό που τα ενώνει: η κοινή επιθυμία όλο και περισσότερης ισχύος, επιθυμία που δεν σβήνει παρά μόνο με τον θάνατο. Ετσι, ο θάνατος ενώνει τους ανθρώπους στο μέτρο που τους διαιρεί και τους διαιρεί στο μέτρο που τους ενώνει. Αυτήν την αντιφατική διαδρομή αναλαμβάνει να γεφυρώσει το κράτος ή, ακόμη εντονότερα, το κράτος δεν είναι άλλο πράγμα από τον κλειστό κύκλο στον οποίο τιθασεύεται και εξημερώνεται ο άναρχος θάνατος. Από τη σκοπιά αυτή, το κράτος γίνεται η φυλακή και ο φύλακας του θανάτου, γιατί η κρατική εξουσία, με τον φόβο που εμπνέει, είναι η μοναδική που μπορεί να περιορίσει, δηλαδή να καταστείλει, την αδηφάγο και δολοφόνο ανθρώπινη επιθυμία κυριαρχίας.

Αν αυτή είναι σε γενικές γραμμές και απλουστευμένη η αντίληψη την οποία ο Αγγλος φιλόσοφος τοποθετεί στο κατώφλι του κράτους και της πολιτικής κοινωνίας, τρεις αιώνες αργότερα μπορούμε να τη δούμε να δίνει παλμό στην καρδιά της καθημερινής μας ζωής. Η αδηφάγος όρεξη έχει απλωθεί παντού και με το επιστημονικό όνομα της οικονομικής κρίσης αφαιρεί τη ζωή από εκατομμύρια ανθρώπους και επιφυλάσσει στους υπόλοιπους ένα μέλλον εξαθλίωσης και υποταγής. Οσοι έχουν αναλάβει τα ηνία της διακυβέρνησης πασχίζουν να γεμίσουν το χάος που υπόσχονται ότι θα τιθασεύσουν με λέξεις, όλο και περισσότερες λέξεις, που μπορούν να τις προφέρουν μόνο και μόνο γιατί οι άνθρωποι έχουμε το χάρισμα της γλώσσας.

Με τα δεδομένα αυτά δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί ο φόβος έχει ριζώσει για τα καλά στις ψυχές των ανθρώπων. Κακός σύμβουλος, οδηγεί πάντα σε ακόμη μεγαλύτερη δυστυχία, γιατί στο βάρος των συνθηκών προσθέτει τη δυσκαμψία της σκέψης και την ωμή ακαμψία της πράξης. Οι περισσότεροι έχουν σκύψει το κεφάλι, σαν να γνωρίζουν ότι η μοίρα που τους περιμένει έχει ήδη προαποφασιστεί. Υπάρχουν άλλοι- και δεν είναι λίγοι- που καταφεύγουν στους μάγους της επιστημονικής εποχής που ζούμε, γιατί πιστεύουν ότι οι ωροσκόποι κατέχουν τα κλειδιά του μέλλοντος. Υπάρχουν ακόμη αυτοί που προσπαθούν να εκβιάσουν τις πύλες της ιστορίας, σπέρνοντας στον δρόμο τους διαμελισμένα κορμιά αθώων. Μπροστά στα μάτια μας η άβυσσος μοιάζει να παίρνει σιγά σιγά σχήμα και δεν ξέρουμε πώς να της αντισταθούμε. Ας πούμε ότι θα κάνουμε σαν να υπάρχει ακόμη ελπίδα. Τι άλλο;


Παχυδερμία, το καλύτερο αλεξίσφαιρο γιλέκο

του Δ. Ψυχογιού

Μετράμε 7 νεκρούς, θύματα πολιτικής βίας, σε λιγότερους από πέντε μήνες: η αρχή εφέτος έγινε με τον Λάμπρο Φούντα του «Επαναστατικού Αγώνα» στις αρχές Μαρτίου, που σκοτώθηκε σε ανταλλαγή πυροβολισμών με την Αστυνομία· ακολούθησε ο Χαμί Νατζάφι, ο δεκαπεντάχρονος μετανάστης από το Αφγανιστάν που σκοτώθηκε στα τέλη Μαρτίου από αδέσποτη βόμβα· οι Παρασκευή Ζούλια, Αγγελική Παπαθανασοπούλου και Επαμεινώνδας Τσάκαλης σκοτώθηκαν κατά τον εμπρησμό της Μarfin, στις αρχές Μαΐου· ο Γιώργος Βασιλάκης, υπασπιστής του Μιχάλη Χρυσοχοΐδη, δολοφονήθηκε με επιστολή-βόμβα στα τέλη Ιουνίουκαι στις 19 Ιουλίου, προτού ακόμη περάσει μήνας, δολοφονήθηκε ο δημοσιογράφος Σωκράτης Γκιόλιας. Η είδηση του θανάτου του δεν έμεινε ούτε δύο ημέρες στα πρωτοσέλιδα, η οικονομική κρίση και οι κομματικές αντιδικίες απέκτησαν πάλι προτεραιότητα, όλοι περιμένουν τον επικήδειο που θα γράψει η «Σέχτα Επαναστατών». Χωρίς ιδιαίτερη αγωνία, πάνω κάτω γνωρίζουμε τι θα λέει.

Δυστυχώς, έχουμε τόσο πολύ, για τόσο πολλές δεκαετίες, εξοικειωθεί με την ακραία πολιτική βία ώστε η τρομοκρατία απασχολεί (και φοβίζει) μόνο αυτούς που αισθάνονται ότι αποτελούν στόχο της. Η μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού αισθάνεται απλώς θεατής στην τρομοκρατική παράσταση και τα συναισθήματά της ποικίλλουν: μπορεί να είναι θετικά, όταν οι τρομοκράτες γίνονται αντιληπτοί ως «λαϊκοί ήρωες» που αποδίδουν δικαιοσύνη και επιτελούν την κάθαρση που θα έπρεπε κανονικά να είχε αναλάβει το θεσμικό σύστημα. Μπορεί και αρνητικά, όταν θύματα είναι απλοί αστυνομικοί ή δημοσιογράφοι, όπως στις επιθέσεις που έχουν πραγματοποιήσει ο «Επαναστατικός Αγώνας» και η «Σέχτα Επαναστατών». Θέλω να πω ότι η πρόσληψη της τρομοκρατικής πρακτικής από την κοινωνία είναι σαν b-movie της τηλεόρασης, με ή χωρίς happy end, που γρήγορα θα ξεχαστεί από τις, επίσης βραχυχρόνιες, εντυπώσεις που θα προκαλέσει το επόμενο έργο. Τα έντονα συναισθήματα που προκαλούσε κάποτε η δράση τής 17Ν (ή η αστυνομική καταστολή) τα προκαλεί τώρα ο φόβος της οικονομικής κρίσης, η αγωνία του επαγγελματία για την επιβίωση, η αγωνία του υπαλλήλου για την εργασία του και τον μισθό του, για την πληρωμή δανείων, λογαριασμών και δόσεων. Η τρομοκρατία έχει ενσωματωθεί σαν αυτονόητο στοιχείο του περιβάλλοντος, όπως τα σκάνδαλα ή οι κομματικές διενέξεις. Οι επιπτώσεις της είναι έμμεσες και όχι απολύτως διακριτές στο κοινό: απορροφά πόρους από τις υπηρεσίες Ασφαλείας και όσο οι απειλούμενοι αισθάνονται ασφαλέστεροι με τις κουστωδίες των αστυνομικών που τους συνοδεύουν τόσο οι πολίτες αισθάνονται πιο ανασφαλείς, αντιμετωπίζοντας ανυπεράσπιστοι τη διογκούμενη, μικρή και μεγάλη, εγκληματικότητα της γειτονιάς τους.

Προ ημερών, στη διασταύρωση Πατησίων και Χαλκοκονδύλη, πούλμαν χτύπησε και έριξε στον δρόμο ηλικιωμένη γυναίκα. Επί 20-30 λεπτά δεν εμφανίστηκε ούτε περιπολικό ούτε ασθενοφόρο ούτε καν τροχονόμος, η κυκλοφορία στους δύο δρόμους είχε σταματήσει, η ουρά των λεωφορείων και των τρόλεϊ πρέπει να είχε φθάσει ως το Σύνταγμα, αλλά το ζήτημα προφανώς δεν αφορούσε τις δημόσιες αρχές. Τελικά, ήρθε κάποιος υπάλληλος του ΟΑΣΑ και λειτούργησε ως τροχονόμος για να ξεμπλοκαριστεί η διασταύρωση- η γυναίκα ήταν ακόμη ξαπλωμένη στην άσφαλτο και κάποιος περαστικός γιατρός προσπαθούσε να την ανακουφίσει. Καθηλωμένος στο τρόλεϊ σκεπτόμουν πως αν την είχε τραυματίσει τρομοκράτης θα είχαν αστραπιαία συγκεντρωθεί η μισή αστυνομική δύναμη της Αθήνας και τα μισά ασθενοφόρα του «166»αλλά τρόλεϊ και λεωφορεία θα έμεναν ώρες εκεί ώσπου η Σήμανση να συλλέξει στοιχεία.

Το μεγάλο πρόβλημα, λοιπόν, είναι ότι η τρομοκρατία αφορά πια μόνο τα υποψήφια θύματά της, οι πολίτες έχουν εξοικειωθεί με την καθημερινότητά της, δεν προκαλεί πραγματικές, πολιτικές ή κοινωνικές αντιδράσεις, δεν διεγείρει καν έντονα προσωπικά συναισθήματα έξω από τον στενό κύκλο των θυμάτων της. Οπως δεν προκαλούν τα σκάνδαλα, οι αποκαλύψεις, οι κομματικές αντιδικίες- βρισκόμαστε σε καταπληκτική κατάσταση παχυδερμίας που λειτουργεί ως αλεξίσφαιρο γιλέκο απέναντι σε ό,τι αποκαλούμε δημόσιο βίο. Δεν πρόκειται για τον ευκόλως καταγγελλόμενο «ατομισμό του μέσου πολίτη», πρόκειται για την εξοικείωση με το κακό, με την αποδοχή ότι η δολοφονική πολιτική βία είναι «κάτι που συμβαίνει» και κρίνεται, αναλόγως των αποτελεσμάτων. Κάποτε μάς έλεγαν «να μάθουμε να ζούμε με τους σεισμούς» - και μάθαμε, πρωτίστως μαθαίνοντας να κατασκευάζουμε κτίρια με σωστότερες αντισεισμικές προδιαγραφές. Ο τρόπος που μάθαμε να ζούμε με την τρομοκρατία θα σήμαινε, για την περίπτωση των σεισμών, να συνηθίσουμε στην ιδέα ότι είναι φυσιολογικό να γκρεμίζονται κτίρια και να υπάρχουν δεκάδες νεκροί- που δεν πρέπει καν να τους μοιρολογούμε.

Αυτό που ισοπεδώνεται στην περίπτωση της τρομοκρατίας δεν είναι η Αστυνομία είναι το πολιτικό σύστημα - το εγωιστικό, κλειστό, προνομιούχο και απολύτως αδιάφορο για ό,τι δεν σχετίζεται με τις εκλογές και την κομματική ή προσωπική ισχύ πολιτικό σύστημα. Η τρομοκρατία δεν είναι παρά μια από τις περιπτώσεις που αποδεικνύει (και επιτείνει) την παχυδερμία του, ασθένεια που τη μεταδίδει στο κοινωνικό σώμα και μπορεί να αποδειχθεί θανατηφόρα.

 ΠΗΓΗ:εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 25-7-2010


Ο πέλεκυς επί των αθώων

του Γεράσιμου Βώκου, καθηγητή Φιλοσοφίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

Τώρα που έχει γίνει σαφές σε όλους ότι η χώρα είναι ακυβέρνητη. Τώρα που οι υπεύθυνοι υπουργοί δηλώνουν την «απόλυτη βεβαιότητά τους» για την έξοδο από την κρίση, εξηγώντας τους «απλούστατους λόγους» στους οποίους θεμελιώνουν την αισιοδοξία τους, για να τους ανατρέψουν οι ίδιοι την επόμενη μέρα με την ίδια ακλόνητη αυτοπεποίθηση. Τώρα που ο επιχείλιος έρπης έχει εμφανιστεί, σχεδόν συμβολικά, στο πρόσωπο του Πρωθυπουργού, γιατί ο άλλος, ο ζωστήρας, μας έχει κυκλώσει σχεδόν όλους. Τώρα που οι πρώτοι τραγικοί νεκροί σφράγισαν τη ζωή μας. Τώρα που οι πολιτικοί- ακόμη και πρώην πρωθυπουργοί- δεν μπορούν να απολαύσουν το φαγητό τους στα εστιατόρια που συχνάζουν, αν υποθέσουμε ότι θα τους είναι εύκολο να κυκλοφορήσουν στους δρόμους. Τώρα που στις δημόσιες δηλώσεις ξεχάστηκε η αναφορά στο περιβόητο «στη δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα». Τώρα που πρώην υπουργός της κυβέρνησης Καραμανλή δηλώνει απερίφραστα ότι το Μαξίμου γνώριζε τα τεκταινόμενα στο Βατοπαίδι και ο άνθρωπος που ασκούσε τότε τα καθήκοντα πρωθυπουργού δεν έχει πει κουβέντα- προφανώς γιατί η στοιχειώδης ανατροφή τού απαγορεύει να μιλάει με το στόμα γεμάτο - ενώ οι δραστήριοι καλόγεροι εξακολουθούν ανενόχλητοι να μας κοροϊδεύουν, αν δεν συνεχίζουν τη λεηλασία της χώρας. Τώρα το ερώτημα στο οποίο προσπαθούν να απαντήσουν οι περισσότεροι είναι ποιος φταίει, πώς φτάσαμε ως εδώ;

Η απάντηση δεν είναι τόσο εύκολη όσο μοιάζει σε πρώτη ματιά. Ισχυρή ένδειξη για το αληθές του λόγου είναι ότι αυτοί που κυβερνούν δεν προσπαθούν καν να την αναζητήσουν, γιατί η ειλικρινής και δραστήρια περιέργεια θα τους οδηγούσε στη δυσάρεστη αποδοχή και της δικής τους ενοχής. Αρκούνται στη συνηθισμένη δικαιολογία των κακομαθημένων παιδιών: ποτέ δεν φταίνε αυτοί, πάντα ο άλλος είναι ο ένοχος. Με την ίδια άχρωμη βεβαιότητα, που οι δικοί του και ο ίδιος, φαντάζομαι, θεωρούν ψυχραιμία, ο σημερινός πρωθυπουργός δήλωνε τότε που βιαζόταν να κυβερνήσει- ότι χρήματα υπάρχουν και ήξερε πού θα τα βρει, με την ίδια βεβαιότητα μας οδηγεί σήμερα στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο: πότε να τον πιστέψουμε; Απέναντι, υπερήφανος και ευχαριστημένος από τον εαυτό του, ο πρώην πρωθυπουργός απολάμβανε αυτό για το οποίο τον είχαν πείσει ότι είχε γεννηθεί: την εξουσία. Στην πραγματικότητα ανενεργός και οκνηρός είχε αναθέσει το έργο της διακυβέρνησης στους στενούς του συνεργάτες, οι οποίοι συντομότατα κατάλαβαν τα καθήκοντά τους και ρίχτηκαν με μανία στη λεηλασία και στην καταστροφή της χώρας, χωρίς αυτό να τους εμποδίσει, το αντίθετο μάλιστα, να εξασφαλίζουν τον προσωπικό τους πλουτισμό.

Τα αποτελέσματα δεν άργησαν να φανούν. Η Παιδεία οδηγήθηκε στην καταστροφή, με μοχλό τον ευτελισμό των εκπαιδευτικών και την πεισματική αυταρέσκεια των υπουργών. Η Υγεία διαλύθηκε από την ηγεσία, στην αρχή ενός παμπόνηρου ελιγματία, ο οποίος κατάλαβε γρήγορα τα σκούρα και μεταπήδησε, εύχαρις, στη θέση του δημάρχου, ενώ στη συνέχεια ανέλαβε τα ηνία της ο φλύαρος ημικοσμικός που όλοι γνωρίζουμε και την οδήγησε στην κατάσταση που την ξέρουμε σήμερα. Το βραβείο για τα κατορθώματά του τον έχει οδηγήσει σήμερα στη θέση του αντιπροέδρου του κόμματός του από την οποία, όταν φτάσει η ώρα, θα αναμορφώσει και τη χώρα. Η δημόσια διοίκηση αποσαθρώθηκε και όλοι γνωρίζαμε ότι ο μοναδικός τρόπος να κάνει κανείς τη δουλειά του ήταν να ενισχύσει με τις οικονομίες του τον μίζερο, είναι αλήθεια, μισθό των υπαλλήλων. Οι τράπεζες, με τη σειρά τους, ενισχυμένες από την κρατική συμπαράσταση, πολλαπλασίαζαν τα κέρδη τους, οδηγώντας τον κόσμο στην απελπισία και συχνά στον θάνατο. Τέλος, η εξασφαλισμένη ατιμωρησία επέτρεπε σε κάθε λογής τυχοδιώκτη να ζει εις βάρος των άλλων και να επαίρεται για τις επιτυχίες του.

Στην τραγωδία που εξελισσόταν πολλοί ήταν αυτοί που πίστευαν ότι η κάθαρση θα ερχόταν από τη Δικαιοσύνη, το τελευταίο οχυρό στο οποίο μπορούν να καταφύγουν οι απελπισμένοι. Αλλά ποια Δικαιοσύνη; Αυτή στην οποία είχε επικρατήσει η νοοτροπία του σανιδισμού; Αυτή που το κύριο, αν όχι το μοναδικό, μέλημά της ήταν η ενίσχυση των αποδοχών των λειτουργών της, που αποφάσιζαν οι ίδιοι επικαλούμενοι τους νόμους που προφανώς ταίριαζαν μόνο στην περίπτωσή τους; Ως προς το τελευταίο αυτό σημείο, θα ήταν χρήσιμο να επισημανθεί μια λεπτομέρεια, η οποία ίσως δεν έχει γίνει επαρκώς γνωστή. Οι συνθήκες κρίσης που όλοι γνωρίζουμε αναγκάζουν τον κ. Λοβέρδο, για παράδειγμα, να απομιμείται το ύφος μεγάλου τραγωδού στο βήμα της Βουλής, ειδοποιώντας μας ότι πρέπει όλοι μαζί να σώσουμε τη χώρα που βρίσκεται στο χείλος της καταστροφής. Σωστά. Μήπως όμως θα μπορούσε να μας εξηγήσει, λιτότερα, με ποιο δικαίωμα, με ποια λογική, με ποιο ηθικό έρεισμα αποφασίστηκε, στις μέρες που τρέχουν, η καταβολή στους δικαστικούς λειτουργούς, μάχιμους και συνταξιούχους, αναδρομικών ύψους διακοσίων εξήντα πέντε (265) εκατομμυρίων ευρώ;

Ενα είναι βέβαιο. Και έγκλημα γίνεται και τιμωρία υπάρχει. Μόνο που, και αυτή τη φορά, οι ένοχοι θα αθωωθούν και θα τιμωρηθούν οι αθώοι. Ολοι εμείς που θα πληρώσουμε.

Η τέχνη της καταστροφής

του Γ. Βώκου, καθηγητή Φιλοσοφίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

Ο ορισμός συνόρων, όπως όλοι το γνωρίζουμε, δεν είναι καθόλου εύκολο πράγμα: προκαλεί πολέμους, ταραχές, μακροχρόνιες διαπραγματεύσεις, ενώ τις περισσότερες φορές αφήνει πίσω του δυσαρεστημένους και ανικανοποίητους ανθρώπους, που περιμένουν την κατάλληλη στιγμή για να πάρουν την εκδίκησή τους. Σε όλες τις περιπτώσεις όμως έχουν τεθεί κανόνες, τους οποίους φρουρούν τα όπλα, και η παραβίασή τους προκαλεί τη νόμιμη αντίδραση που μπορεί να είναι και η τιμωρία. Δεν συμβαίνει το ίδιο με τον καθορισμό των ορίων: εδώ τα πράγματα είναι πολύ πιο δύσκολα, τείνουν στο ακατόρθωτο και οι προσπάθειες λυγίζουν υπό το βάρος του μάταιου και του ανέφικτου.

Δεν είναι και τόσο δύσκολο να καταλάβει κανείς τους λόγους της αποτυχίας. Χαράσσοντας τα σύνορά τους, τα κράτη φροντίζουν με μεγάλη επιμέλεια να εξασφαλίσουν μια ουδέτερη ζώνη ανάμεσά τους, ένα no mans land, μια περιοχή που δεν ανήκει σε κανέναν και στην οποία δεν υπάρχουν άνθρωποι. Ακριβώς μια νεκρή ζώνη, η οποία όμως επιτρέπει τη ζωή των κρατών. Γιατί εάν οι επικράτειες χωρίζονταν μόνο από τη γραμμή των συνόρων, τότε ο πόλεμος δεν θα σταματούσε ποτέ, καθώς οι αντίπαλοι θα διεκδικούσαν, ο καθένας για τον εαυτό του, την ίδια τη γραμμή. Είναι προφανές ότι η ευκολία αυτή απουσιάζει, όταν αποφασίσει κάποιος να χαράξει όρια. Γιατί τότε έχει να κάνει με το πλήθος των ανθρώπων, τις ενέργειές τους και τα πάθη τους, τις επιθυμίες και τις φιλοδοξίες τους, τις αρετές και τις κακίες τους, τις δεξιότητες και τις αδεξιότητές τους, την καλοσύνη και τις κακίες τους. Ποιος και πώς θα καθορίσει τώρα τα όρια;

Ισως δεν θα ήταν άστοχο να υποθέσουμε πως όταν ένας πολιτισμός βρίσκεται σε σταθερή ενεργητική πορεία, όταν τα βήματά του αφήνουν βαρύ το ίχνος τους στη γη, διαθέτει τους μηχανισμούς εκείνους που επιτρέπουν την αυτορρύθμιση των ορίων στο εσωτερικό του. Τα αυτορρυθμιζόμενα όρια επιβάλλουν τις επιταγές τους στο σύνολο, ενώ οι δυσλειτουργίες, στον βαθμό που δεν απορρυθμίζουν τη λειτουργική συνοχή, μπορούν να γίνουν αποδεκτές με απορία, έκπληξη ή και χιούμορ ακόμη. Το γεγονός, για παράδειγμα, ότι ο αδελφός του Πρωθυπουργού δηλώνει επισήμως πως «Ακόμη και τούμπες είμαι πρόθυμος να κάνω προκειμένου να βοηθήσω την πατρίδα μου», σε άλλες εποχές θα μπορούσε να θεωρηθεί δείγμα ποιητικού οίστρου ενός ιδιόρρυθμου καλλιτέχνη σε αναζήτηση κοινού. Γιατί, σήμερα, πρέπει να αποτελέσει απόδειξη πατριωτικής αυτοθυσίας; Πού βρίσκονται,

Τhomas Rowlandson, «Η Σουζάνα και οι γέροι», π. 1812
επί του προκειμένου, τα όρια μεταξύ τελειότητας, ατέλειας, πολυτέλειας και ευτέλειας; Μόλις αυτές και άλλες παρόμοιες ερωτήσεις κατακλύσουν τον πνευματικό ορίζοντα μιας κοινωνίας και τον μαυρίσουν, τότε μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι η κοινωνία αυτή είναι ανίκανη να ρυθμίσει η ίδια τα όρια στο εσωτερικό της. Ή, με άλλα, επικίνδυνα λόγια, η ρύθμιση των ορίων γίνεται υποκειμενική υπόθεση, όπου ο καθένας, ανάλογα με την κοινωνική, οικονομική και κοινωνική του ισχύ, μπορεί να θεωρήσει τον εαυτό του ρυθμιστή.

Οι εποχές στις οποίες ο ρυθμός μιας κοινωνίας επαφίεται, κατά κάποιον τρόπο, στην ιδιωτική πρωτοβουλία, έχουν συνήθως ολέθρια αποτελέσματα στη ζωή μας. Δημιουργούν συμπαγείς εγωισμούς, ανθρώπους που θεωρούν εαυτούς μοναδικούς και απολύτως ικανούς να κυβερνήσουν, ανθρώπους που θεωρούν τους θεσμούς παιχνίδια για προσωπική απόλαυση και την ιστορία μιας χώρας, όπως και το παρόν της, πεδίο για την ατομική τους άσκηση σε σπορ ανοιχτού ή κλειστού χώρου. Στην προοπτική αυτή δεν είναι καθόλου παράξενο πώς ο αυτοδίαιτος εγωισμός απλώνει τα πλοκάμια του και παγιδεύει όλο και περισσότερους. Δεν υπάρχει συγγραφέας που να θεωρεί τον εαυτό του κατώτερο από τον Τολστόι, ηθοποιός του οποίου κάθε παράσταση να μην αποτελεί κατάθεση ψυχής: η χώρα γίνεται ένα απέραντο εργαστήρι σπάνιων ταλέντων, καλού γούστου και πνευματικών απολαύσεων.

Σε ένα από τα νεανικά του κείμενα, το οποίο όμως δημοσιεύτηκε μόλις το 1954, ο Προυστ αναλύει το έργο του μεγάλου ζωγράφου Chardin και θαυμάζει την τεχνική με την οποία ο τελευταίος καταφέρνει να καταστήσει αντικείμενο της τέχνης το καθημερινό, το τετριμμένο, το ευτελές. Εκεί που οι περισσότεροι αισθανόμαστε πνιγμένοι ανάμεσα στα χρηστικά αντικείμενα, απογοητευμένοι από την κοινοτοπία των πραγμάτων και της τρέχουσας ζωής, εξουθενωμένοι από τη βαριά λιτανεία του κακόγουστου περιβάλλοντος και τη βεβαιότητα των ανάγωγων συμπεριφορών, ο Chardin, με κάτι σαν μαγική κίνηση, δίνει σχήμα σε αυτό που μας φαίνεται άσχημο, λάμψη σε αυτό που μας φαίνεται θαμπό, ζωή στο άψυχο και ελπίδα στον απελπισμένο. Ας πούμε ότι στις μέρες μας, υπερβαίνοντας τα όρια του ευτελούς, ζούμε την αντίστροφη τεχνική: νεκρώνουμε το ζωντανό, πνίγουμε το ωραίο και πασπαλίζουμε με χρυσόσκονη το φτηνό. Είναι κι αυτό κάποιου είδους τέχνη.

Ούτε φίλος στον κόρφο μας

του Γεράσιμου Βώκου, καθηγητή Φιλοσοφίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.


Καρτέσιος

Στους Μεταφυσικούς Στοχασμούς, που για πολλούς θεωρούνται η ιδρυτική πράξη της νεότερης φιλοσοφίας, ο Καρτέσιος ασκεί την παραδοσιακή κριτική εναντίον των αισθήσεων και της γνώσης που παράγεται από αυτές: δεν μπορούμε να εμπιστευθούμε τις αισθήσεις γιατί ενίοτε μας παραπλανούν. Και ο φιλόσοφος συνεχίζει προειδοποιώντας μας ότι «είναι φρόνιμο να μην εμπιστευόμαστε ποτέ εντελώς αυτούς οι οποίοι, έστω μια φορά, μας ξεγέλασαν». Αλλά επειδή όλοι μας έχουμε την εμπειρία της μοναδικής έστω αυτής φοράς, η εμπιστοσύνη μας στους άλλους μοιάζει οριστικά κλονισμένη - χωρίς να γίνει τώρα θέμα για την εμπιστοσύνη στον εαυτό μας, όπου η τέχνη της παραπλάνησης αγγίζει σχεδόν την τελειότητα.

Τόμας Χομπς

Αν ο Καρτέσιος ξεκινά τη φιλοσοφία με την καχυποψία, στην οποία στη συνέχεια δίνει την πιο ουδέτερη και περισσότερο επιστημονική μορφή της αμφιβολίας, ο σύγχρονός του Χομπς, το μαύρο πρόβατο της πολιτικής θεωρίας, δεν διστάζει να θεμελιώσει την ίδια την κοινωνία στον φόβο και στην καχυποψία. Η ηγουμένη πρόταση του άγγλου φιλοσόφου είναι γνωστή καθώς ο ίδιος έχει φροντίσει να τη διατυπώσει με περισσή σαφήνεια: «Τοποθετώ στην πρώτη γραμμή, ως γενική κλίση του συνόλου της ανθρωπότητας, τη διαρκή και ασίγαστη επιθυμία κτήσης της μιας εξουσίας μετά την άλλη, επιθυμία η οποία παύει μόνο με τον θάνατο». Στην προοπτική αυτή είναι προφανές ότι ο καθένας θα πολεμήσει οποιοδήποτε εμπόδιο συναντήσει στον δρόμο του και συνεπώς και τους άλλους ανθρώπους, στο μέτρο που αποτελούν εμπόδια. Ο γενικευμένος αυτός πόλεμος θα οδηγούσε στην καταστροφή του ανθρώπινου γένους αν δεν υπήρχε το κοινωνικό συμβόλαιο, όπου οι άνθρωποι καταθέτουν τα όπλα και υπόκεινται πια στον νόμο, ο οποίος υπό την αιγίδα του κράτους είναι τώρα παντοδύναμος. Αυτό όμως δεν σημαίνει καθόλου ότι η καχυποψία έχει εκλείψει· το αντίθετο μάλιστα. Εχει φουντώσει στο μέτρο που ο καθένας μπορεί πια νομίμως να δηλώσει όχι μόνο ότι δεν εμπιστεύεται τον διπλανό του αλλά και ότι τον θεωρεί υπεύθυνο για τις αδικίες που τον βασανίζουν. Ο λόγος μας δεν αρκεί. Για να ισχύσει πρέπει να περάσει από τον συμβολαιογράφο. Υπό τον όρο βεβαίως ότι τον εμπιστευόμαστε, όρος που θα χρειαστεί με τη σειρά του μια επιπλέον εγγύηση κ.ο.κ. Με άλλα λόγια, όπως το έγραψε ο Ενγκελς σε ένα από τα τελευταία του κείμενα, τα νομικά είναι η θεολογία της αστικής τάξης.

Ένγκελς

Αν έτσι έχουν τα πράγματα, είναι αξιοθαύμαστο ότι εξακολουθούμε να ονομάζουμε ζωή τη βιολογική μας διάρκεια μέσα στον χρόνο. Βεβαίως, η διάρκεια αυτή δεν είναι πάντα ούτε εύκολη ούτε κυρίως ευχάριστη. Αναγκαζόμαστε να καταφύγουμε σε μερικά σημεία αναφοράς και να επινοήσουμε ορισμένες αξίες, στις οποίες αποδίδουμε κάτι σαν μαγικές ικανότητες, όπως, για παράδειγμα, τη φιλία. Εμπιστευόμαστε τους φίλους μας, εμείς που δεν εμπιστευόμαστε κανέναν άλλον, καταργώντας, έστω περιστασιακά, τον θανατηφόρο ιστό της καχυποψίας. Προφανώς είναι τόσο μεγάλη η ανάγκη να πιστέψουμε που πρέπει οπωσδήποτε η πίστη μας να ρίξει κάπου άγκυρες και να στεριώσει. Εκτός εάν, με την πάροδο του χρόνου και τη διαφαινόμενη πορεία της ιστορίας, αναζητήσουμε τη νομική κατοχύρωση της φιλίας. Στο σημείο αυτό, τα μεγάλα άτομα που είναι τα κράτη έχουν προλάβει τα μικρά άτομα που είμαστε οι άνθρωποι και έχουν κατοχυρώσει με συνθήκες τις φιλικές σχέσεις μεταξύ τους. Κάτι σαν τους ερωτευμένους που είναι οι εταίροι της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Σπινόζα

Σύγχρονος του Καρτέσιου και του Χομπς, ο Σπινόζα έχει τη δική του γνώμη για το δύσκολο πρόβλημα της συνύπαρξης των ανθρώπων και της αμοιβαίας εμπιστοσύνης στις σχέσεις μεταξύ τους. Ο χώρος δεν αρμόζει για να αναπτύξει κανείς τις θέσεις του φιλοσόφου στο σύνολό τους. Υπάρχουν όμως δύο προτάσεις στο Τέταρτο Μέρος της Ηθικής που αναφέρονται στο πρόβλημα και δίνουν τον τόνο της σπινοζικής αντίληψης. Σύμφωνα με την πρώτη, «ο ελεύθερος άνθρωπος που ζει ανάμεσα στους αδαείς προσπαθεί, όσο το μπορεί, να αποκρούσει τις ευεργεσίες τους». Στην απόδειξη της πρότασης, ο Σπινόζα υποστηρίζει ότι, όπως ο καθένας κρίνει τα πράγματα ανάλογα με την ιδιοσυγκρασία του, ο αδαής θα αξιολογήσει το καλό που έκανε στον άλλον σύμφωνα με τη δική του ιδιοσυγκρασία του και, καθώς οι αξιολογήσεις δεν θα συμπέσουν, θα μισήσει τον ευεργετημένο. Καλύτερα λοιπόν μακριά κι αγαπημένοι.

Η δεύτερη πρόταση είναι ίσως λίγο πιο σκληρή. Υποστηρίζει ότι «μόνο οι ελεύθεροι άνθρωποι είναι πολύ ευγνώμονες μεταξύ τους». Σχολιάζοντας την πρότασή του ο φιλόσοφος σημειώνει: «Η ευγνωμοσύνη που έχουν μεταξύ τους οι άνθρωποι που οδηγούνται από την τυφλή επιθυμία αποτελεί τις περισσότερες φορές αγοραπωλησία, με άλλα λόγια απάτη μάλλον παρά ευγνωμοσύνη». Αν ο ελεύθερος άνθρωπος είναι εκτός δούναι και λαβείν, πού βρίσκεται; Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

H ανθρώπινη φύση και η κατάκτηση της ευτυχίας

I found this fascinating quote today:

Θα έλεγε κανείς, πράγματι, ότι δεν υπάρχει πεδίο συζήτησης ανάμεσα στους αρχαίους φιλοσόφους, για τους οποίους η ευτυχία μπορεί να οριστεί με τρόπο αντικειμενικό, και στους νεότερους, οι οποίοι υποστηρίζουν πως ο ορισμός της δεν μπορεί παρά να είναι υποκειμενικός. Αν στα προηγούμενα συνυπολογιστεί η σταθερή κατεύθυνση των φιλοσόφων του Μεσαίωνα να εξαρτούν την ευτυχία από την πνευματική σωτηρία, θεωρώντας την ευδαιμονία υπερφυσικού τύπου, εύκολα μπορεί να καταλάβει κανείς ότι οι δρόμοι που οδηγούν στην ευτυχία είναι δύσκολοι, όχι μόνο για να τους περπατήσουμε αλλά ήδη για να τους χαράξουμε.ΚΩΔΩΝΑΚΗΣ Γ., εργαστήρι μάθησης και πολιτισμού, Feb 2010

You should read the whole article.

Ο Αριστοτέλης στο Λύκειο

του Γεράσιμου Βώκου, καθηγητή Φιλοσοφίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

image Όταν ο Αριστοτέλης έφθασε στην Αθήνα ήταν περίπου δεκαεπτά ετών. Βάσιμοι λόγοι μας κάνουν να υποθέτουμε ότι ο νεαρός Αριστοτέλης ανατράφηκε σε καλλιεργημένο περιβάλλον και εξοικειώθηκε από νωρίς με την επιστημονική γραμματεία της εποχής του. Από τους σημερινούς ερευνητές άλλοι εικάζουν ότι γνώριζε ήδη αρκετά έργα του Πλάτωνα, πράγμα που θα εξηγούσε και την επιλογή εκ μέρους του της Ακαδημίας για τη συνέχιση των σπουδών του, ενώ άλλοι υποστηρίζουν πως η επιλογή αυτή οφείλεται απλώς στο γεγονός ότι η πλατωνική σχολή εξασφάλιζε την καλύτερη εκπαίδευση στην Ελλάδα. Πέρα όμως από τις εικασίες ως προς τα κίνητρα, παραμένει το ίδιο το γεγονός: ο Αριστοτέλης επιλέγει τον Πλάτωνα ενώ θα μπορούσε να προτιμήσει τον Ισοκράτη. Γιατί την εποχή εκείνη όσοι νέοι θέλουν να μορφωθούν έχουν να διαλέξουν ανάμεσα στον Πλάτωνα και στον Ισοκράτη, δηλαδή ανάμεσα σε δύο αντίπαλες αντιλήψεις για την παιδεία και την εκπαίδευση.

Ίσως πρέπει να υπογραμμισθεί το γεγονός ότι από τη στιγμή όπου η εκπαίδευση αποκτά στους αρχαίους, κατά κάποιον τρόπο, θεσμικό χαρακτήρα, εμφανίζεται υπό διπλή, αντίπαλη όψη: αφενός έναν τύπο εκπαίδευσης στον οποίο κυρίαρχο είναι το φιλοσοφικό στοιχείο και αφετέρου τον τύπο εκπαίδευσης στον οποίο κυριαρχεί το στοιχείο της ρητορικής. Πλάτων και Ισοκράτης, αν θέλουμε να συνοψίσουμε σε εξέχοντα ονόματα τις δύο μορφές που παίρνουν η παιδεία και η εκπαίδευση.

image Ο Πλάτων, όπως είναι γνωστό, οικοδομεί το σύστημα της εκπαίδευσης στη βασική έννοια της αλήθειας ή, ακριβέστερα, στην κατάκτησή της μέσω της επιστήμης, δηλαδή της ορθής γνώσης που θεμελιώνεται στον λόγο, σε αντίθεση με τη δόξα, η οποία αναφέρεται στο τι πρεσβεύει ο πρώτος τυχών όταν αποφασίσει να προβάλει τις απόψεις του. Η κατοχή της αλήθειας αποτελεί, για τον Πλάτωνα, το αδιαφιλονίκητο κριτήριο με το οποίο ορίζεται ο πραγματικός ρήτορας σε αντίθεση με τον σοφιστή, ο πραγματικός γιατρός και, βεβαίως, ο πραγματικός φιλόσοφος. Από τη σκοπιά αυτή, η παιδεία και η εκπαίδευση έχουν καθολικό χαρακτήρα, ανεξάρτητο από την περιοχή της ανθρώπινης δραστηριότητας στην οποία εφαρμόζονται, και ο χαρακτήρας αυτός συνίσταται στην κατοχή της πραγματικής επιστήμης. Από το προηγούμενο σχήμα δεν εξαιρείται ­ το αντίθετο μάλιστα! ­ η πολιτική, γιατί ο πραγματικός πολιτικός ανήρ είναι αυτός που κατέχει την πολιτική επιστήμη. Κατά συνέπεια, η πλατωνική παιδαγωγική αδιαφορεί για τις συνταγές της επιτυχίας και ρυθμίζεται από τον κανόνα της αλήθειας· από 'δώ και η ευθυγράμμιση της γνώσης με τη γεωμετρική αυστηρότητα, η οποία αποκαλύπτει ότι η αρετή προϋποθέτει, αν δεν ταυτίζεται με αυτήν, τη γνώση του Αγαθού, απελευθερώνοντας την ψυχή από την απαιδευσία, που είναι το χειρότερο κακό.

Οι προηγούμενες αρχές εφαρμόζονται επί σαράντα χρόνια (387-348 π.Χ.) στην ομάδα που περιβάλλει τον Πλάτωνα και συγκροτεί την Ακαδημία, της οποίας σήμερα πια γνωρίζουμε, αλλά μόνο με σχετική ακρίβεια, το οργανωτικό πλαίσιο. Η νεότερη έρευνα διαφωνεί με την εκτίμηση του Wilarnowitz που ήθελε την Ακαδημία οργανωμένη ως θίασο· τη φανταζόμαστε σαν ένα είδος ομίλου με χαρακτηριστικά κοινότητας, η οποία όμως διατηρεί στενή την επαφή της με τη λατρεία των Μουσών. Ο όμιλος δεν έχει ούτε κερδοσκοπικό ούτε χρησιμοθηρικό χαρακτήρα και τα μέλη του αισθάνονται ότι συνδέονται μεταξύ τους με στενούς δεσμούς φιλίας. Διακρίνονται σε δύο ομάδες, τους νεανίσκους και τους πρεσβύτερους, υπό την καθοδήγηση του σχολάρχη: αυτός εκλέγεται από το σύνολο των μελών, ακόμη κι αν, πριν από τον θάνατό του, ο ενεργεία σχολάρχης εκφράσει την προτίμησή του για τον διάδοχό του. Το πνεύμα που επικρατεί χαρακτηρίζεται από πλήρη ελευθερία ως προς τη διδασκαλία και την έρευνα, εσωστρέφεια, έντονο ενδιαφέρον για τα πολιτικά πράγματα, καθώς και μέριμνα για τη διοικητική και φυσική συνέχεια της σχολής. Δυστυχώς το πρόγραμμα των μαθημάτων δεν είναι γνωστό, παρ' όλο που γνωρίζουμε ότι υπήρχαν τέσσερις μορφές διδασκαλίας: (α) ο διάλογος, που στοιχιζόταν με το πλατωνικό πρότυπό του· (β) η συζήτηση, με αφορμή μία θέση και την αντίθεσή της· (γ) η έκθεση ενός θέματος, στο πρότυπο του περίφημου μαθήματος Περί Αγαθού, που δίδαξε ο ίδιος ο Πλάτων και (δ) σεμινάρια υπό τύπο ασκήσεων με αντικείμενο τις διαιρέσεις και τους ορισμούς των εννοιών. Η μέθοδος στην Ακαδημία ήταν η διαλεκτική, σε αντιπαράθεση με την εμπειρική μέθοδο που θα εγκαινιάσει αργότερα ο Αριστοτέλης στο Λύκειο. Το πεδίο της έρευνας ήταν εκτεταμένο και περιλάμβανε τα μαθηματικά, τη μουσική, την αστρονομία, την ηθική, την πολιτική, την ιατρική, τη λογοτεχνία, την ιστορία των επιστημών και, στην κορυφή, τη φιλοσοφία ως αναζήτηση και ανεύρεση της αλήθειας· καθ' όλη τη διάρκεια των σπουδών ούτε για μία στιγμή δεν παραμελείται η γυμναστική, λαμβανομένης υπόψη της δηλωμένης αντίθεσης του Πλάτωνα με κάθε είδους πρωταθλητισμό.

image Αν από την Ακαδημία περάσουμε στη σχολή του Ισοκράτη, το σκηνικό αλλάζει. Ο Ισοκράτης δεν είναι φιλόσοφος, παρ' όλο που διεκδικεί για τον εαυτό του και το κύρος και την τιμή του τίτλου· είναι δάσκαλος ρητορικής, ο πραγματικός δημιουργός του επιδεικτικού λόγου, τον οποίο καθιστά όργανο για την πολιτική δράση: το μέσον που πρέπει να έχει στη διάθεσή του ο πολιτικός ώστε να μπορέσει να διαδώσει τις ιδέες του και να επιδράσει αποτελεσματικά στους συγχρόνους του. Οι στόχοι της εκπαίδευσης και της παιδείας για τον Ισοκράτη είναι άμεσοι και πρακτικοί: πρέπει να εφοδιάσουν τον πολίτη με τη χρήσιμη εκείνη γνώση που είναι απαραίτητη στη διακυβέρνηση της πόλης, εδώ και τώρα. Το εκπαιδευτικό σύστημά του δεν θεμελιώνεται στην αλήθεια αλλά στις αρετές του λόγου και της ομιλίας, στο ευ λέγειν. Στην προοπτική αυτή, υπέρτατη τέχνη είναι η ρητορική, την οποία ο Ισοκράτης αρνείται κατηγορηματικά να υποτάξει στη φιλοσοφία και στη διαλεκτική μέθοδο, ειρωνευόμενος μάλιστα αυτούς που ασχολούνται ακόμη με τη φιλοσοφία ενώ βρίσκονται σε ώριμη ηλικία.

Ο Ισοκράτης εφάρμοσε ως επαγγελματίας παιδαγωγός τις αντιλήψεις του στη σχολή που ίδρυσε, κοντά στο γυμναστήριο του Λυκείου, εκεί όπου, χρόνια αργότερα, θα εγκατασταθεί και ο Αριστοτέλης. Η διδασκαλία γίνεται επ' αμοιβή η οποία ανέρχεται, για έναν πλήρη κύκλο μαθημάτων, που εκτείνεται σε τρία ή τέσσερα χρόνια, στο καθόλου ευκαταφρόνητο ποσό των χιλίων δραχμών που πληρώνουν ευχαρίστως οι πολυάριθμοι μαθητές ­ οι μαρτυρίες μιλούν για καμιά εκατοστή ­ οι οποίοι συρρέουν από όλα τα μέρη της Ελλάδας αλλά και του ελληνικού κόσμου για να ακούσουν τον δάσκαλο.

Η επιτυχία του Ισοκράτη ήταν πραγματική και οφείλεται ίσως στο γεγονός ότι ο τελευταίος αρνείται, έστω και για μία στιγμή, να εγκαταλείψει τον ορίζοντα της καθημερινής ζωής και της πρακτικής αποτελεσματικότητας. Ενώ ο Πλάτων υπερασπίζεται την ανάγκη ενός μεγάλου και δυσβάστακτου κύκλου σπουδών, τόσο στο πρακτικό επίπεδο των μαθημάτων που διδάσκονται στην Ακαδημία όσο και στο θεωρητικό επίπεδο του εκπαιδευτικού προγράμματος που επεξεργάζεται στους Διαλόγους, ο Ισοκράτης, πρακτικότερος όπως ισχυρίζεται ο ίδιος, υποστηρίζει ότι ο πραγματικά καλλιεργημένος άνθρωπος, ο πεπαιδευμένος, είναι αυτός που μπορεί να πετύχει την ορθή λύση, αυτήν δηλαδή που συμπλέει με τη συγκυρία, γιατί έχει μάθει να οικειοποιείται και να χειρίζεται τη σωστή γνώμη, τη δόξα.

Αυτές ήταν σε γενικές γραμμές, και σίγουρα σχηματοποιημένες, οι εκπαιδευτικές επιλογές του Αριστοτέλη. Διαλέγοντας τον Πλάτωνα, μπορούμε να εικάσουμε ότι ο νεαρός σπουδαστής συμμερίζεται την περιφρόνηση του δασκάλου για τη ρηχή σκέψη του Ισοκράτη, καθώς και για τη ζωηρή τάση του τελευταίου να ενδιαφέρεται περισσότερο για τη ρητορική επιτυχία παρά για την αναζήτηση της αλήθειας.

Αν δεν γνωρίζουμε καθόλου με ποιον τρόπο έκανε τις σπουδές του ο Αριστοτέλης στην Ακαδημία, όπως το επισημαίνει ο εγκυρότερος ίσως σύγχρονος μελετητής του Αριστοτέλη Ingemar During (το βιβλίο του οποίου έχει μεταφρασθεί στα ελληνικά με εντυπωσιακή ομολογουμένως επάρκεια από την Π. Κοτζιά και την Α. Γεωργίου ­ και δεν απαγορεύεται σε κανέναν να το διαβάσει και να το μελετήσει), ξέρουμε ότι ο Πλάτων είχε διακρίνει τα ασυνήθιστα χαρίσματα του νεαρού Σταγειρίτη, τον οποίο αποκαλούσαν ο Νους της Διατριβής, δηλαδή «το μυαλό της σχολής». Σύμφωνα με ένα άλλο ανέκδοτο, ο Αριστοτέλης ονομάστηκε «αναγνώστης».

Το παρατσούκλι αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Δηλώνει την ιδιομορφία του Αριστοτέλη και σημαδεύει τη στιγμή του περάσματος από την ακρόαση των βιβλίων στην ανάγνωσή τους. Γιατί την εποχή στην οποία αναφερόμαστε η ανάγνωση ήταν έργο των δούλων, ενώ οι άλλοι έγραφαν, μιλούσαν και άκουγαν. Μειωτικό ή όχι για τον Αριστοτέλη, το παρατσούκλι δείχνει ότι ο τελευταίος ήταν πολυδιαβασμένος και πολυμαθής και σημάδια της πολυμάθειας αυτής βρίσκουμε σε όλα του τα έργα.

image Είκοσι χρόνια έμεινε ο Αριστοτέλης στην Ακαδημία και αφιερώθηκε στην έρευνα και στη διδασκαλία, για την οποία έχουμε έμμεσες πληροφορίες από ορισμένα κείμενά του. Όπως το υποστήριξε ο Jackson το 1920, σε ένα άρθρο που δεν στερείται πρωτοτυπίας και χιούμορ, τα περισσότερα από τα παραδείγματα του Αριστοτέλη υποδηλώνουν ότι ο δάσκαλος διδάσκει δείχνοντας κάτι με το δάχτυλό του. Μπορούμε έτσι να υποθέσουμε τη διακόσμηση της αίθουσας διδασκαλίας, καθώς και να φανταστούμε τα έπιπλα που βρίσκονταν σε αυτήν. Το 348-347 π.Χ. ο Σπεύσιππος διαδέχεται τον Πλάτωνα στη διεύθυνση της Ακαδημίας. Ο Αριστοτέλης αποχωρεί από τη Σχολή και αναχωρεί από την Αθήνα, στην οποία επιστρέφει δώδεκα χρόνια αργότερα. Μισθώνει ορισμένα οικήματα, γιατί ως ξένος δεν είχε δικαίωμα να τα αγοράσει, στον χώρο του δημόσιου γυμναστηρίου και του Αλσους που ήταν αφιερωμένο στον Λύκειο Απόλλωνα και ξεκινά τη διδασκαλία του.

image Το πρωί στους διάσημους περιπάτους ­ είτε στη στοά είτε ανάμεσα στα δέντρα ­ που έδωσαν το όνομα στη Σχολή ο Αριστοτέλης διδάσκει στους μαθητές του τα δυσκολότερα προβλήματα της φιλοσοφίας, ενώ το απόγευμα και το βράδυ είναι αφιερωμένα σε πιο εύκολα θέματα που ο φιλόσοφος αναπτύσσει σε ευρύτερο ακροατήριο. Από εδώ προκύπτει και η γνωστή διάκριση των ακροαματικών και των εξωτερικών λόγων, σύμφωνα με την οποία οι πρώτοι αφορούν στα λεπτά και εξειδικευμένα φιλοσοφικά προβλήματα, ενώ οι δεύτεροι πραγματεύονται θέματα γενικότερου ενδιαφέροντος.

Εικάζουμε πως η σχολή ήταν οργανωμένη λίγο - πολύ στα πρότυπα της Ακαδημίας, παρ' όλο που, σύμφωνα με ορισμένες μαρτυρίες, ο Αριστοτέλης είχε επιβάλει έναν κανονισμό που όριζε στους μαθητές να διοικούν με τη σειρά επί δέκα ημέρες ο καθένας χωρίς να μπορούμε να γίνουμε σαφέστεροι ως προς τον χαρακτήρα αυτής της «διοίκησης». Γνωρίζουμε όμως καλά ότι ο Αριστοτέλης συγκέντρωσε μεγάλο αριθμό χειρογράφων στο Λύκειο, δημιουργώντας έτσι σημαντική βιβλιοθήκη, καθώς και ένα μουσείο αντικειμένων, για να εξηγεί με παραδείγματα τα μαθήματά του της φυσικής ιστορίας.

image Περίπου δεκατρία χρόνια δίδαξε ο Αριστοτέλης στο Λύκειο και μετά την αναχώρησή του στη Χαλκίδα, όπου και πέθανε, τη διεύθυνση της Σχολής ανέλαβε ο Θεόφραστος. Οι σπουδαστές φτάνουν τις δύο χιλιάδες, αριθμός υπερβολικός, που θέλει να επισημάνει, προφανώς με διαφημιστική διάθεση, τη μεγάλη απήχηση του Λυκείου στις τάξεις των μορφωμένων Ελλήνων. Τον διαδέχεται ο Στράτων, το 287 π.Χ., ο οποίος παραδίδει στον Λύκωνα, που παραμένει σχολάρχης ως το 225 π.Χ. Με τον τελευταίο το κύρος της Σχολής μειώνεται αισθητά και ο αριθμός των μαθητών φτάνει σε εξαιρετικά χαμηλό επίπεδο. Τελευταίος σημαντικός σχολάρχης είναι ο ρήτωρ Κριτόλαος, που πεθαίνει το 143 π.Χ. Τέλος, το Λύκειο καταστρέφεται το 86 π.Χ. από τον Σύλλα, ο οποίος χρειάζεται επειγόντως ξυλεία για την κατασκευή πολιορκητικών μηχανών...

ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 26 Ιανουαρίου 1997

Reblog this post [with Zemanta]

ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ: ΠΟΙΟΣ ΕΛΕΓΧΕΙ ΠΟΙΟΝ;

 

Ανεξαρτησία στη θεωρία, εξάρτηση στην πράξη

του Γεράσιμου Βώκου

Στις γενικές αρχές είμαστε όλοι σύμφωνοι: ποιος θα υπερασπιζόταν το κακό, το λάθος, το άδικο; Προσέχοντας τους πολιτικούς, όταν βγάζουν λόγους, έχουμε όλο και περισσότερο την εντύπωση ότι βρισκόμαστε μπροστά σε αποστόλους, που το μοναδικό τους μέλημα είναι να αφανίσουν την πλάνη. Ίσως μάλιστα αυτός να είναι ο λόγος που κάνει τους πρωθυπουργούς να ευαγγελίζονται ευέλικτα κυβερνητικά σχήματα, δωδεκαμελή κατά προτίμηση, στα οποία η θέση τους βρίσκεται ήδη κατοχυρωμένη από τον βαρύ συμβολικό χαρακτήρα της. Αν η κυβέρνηση πασχίζει για το σωστό, η αντιπολίτευση αγωνίζεται για το πραγματικά σωστό, το οποίο θα εφαρμόσει μόλις βρεθεί στα πράγματα. Αυτός μοιάζει να είναι ο κανόνας: η περιοχή του σωστού ανήκει στην κυβέρνηση, αλλά το χωράφι του πραγματικά σωστού καλλιεργείται μόνο από την αντιπολίτευση.

Απέναντι από τους αιρετούς άρχοντες βρίσκονται, άσπιλοι και αυτοί, οι λειτουργοί της Δικαιοσύνης. Απαλλαγμένοι από το άγχος λαϊκής ετυμηγορίας, το δικό τους μοναδικό μέλημα είναι να λύσουν τις διαφορές και τις συγκρούσεις μεταξύ των ανθρώπων, αλλά και μεταξύ του κράτους και των πολιτών, εφαρμόζοντας τις αρχές του δικαίου. Υψηλή αποστολή στην οποία ανταποκρίνονται με όλο και μεγαλύτερη αυταπάρνηση, αν τολμήσει κανείς να εκτιμήσει την απονομή της δικαιοσύνης στη χώρα μας- κυρίως τα τελευταία χρόνια. Παρ΄ όλο που προφανώς ανήκουν στις ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού- πράγμα που ανάγκασε την κυβέρνηση να προχωρήσει σε εξαιρετικά γενναίες ενισχύσεις των απολαβών τους- οι ίδιοι, σχεδόν ακλόνητοι μέσα στους κλυδωνισμούς που ταράζουν τον κόσμο, εκδίδουν αποφάσεις που με το αδιαμφισβήτητο κύρος τους είναι σεβαστές απ΄ όλους. Ή σχεδόν απ΄ όλους, μια και πρέπει να εξαιρέσουμε μερικές αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου εις βάρος της χώρας μας. Αλλά αυτοί είναι ξένοι: δεν υπάρχει αποχρών λόγος να ασχοληθεί κανείς μαζί τους.

GΕΤΤΥ ΙΜΑGΕS/ΙDΕΑL

Υπάρχουν περιστάσεις στις οποίες οι άρχοντες της πολιτικής και οι άρχοντες της Δικαιοσύνης διασταυρώνουν τα ξίφη τους ανταλλάσσοντας ρητορικές αβρότητες, όπως ταιριάζει σε πολιτισμένους ανθρώπους. Σε μια τέτοια, πολύ πρόσφατη συνάντηση, το κλίμα δεν ήταν ακριβώς το συνηθισμένο. Οι τόνοι ανέβηκαν κάπως και ακούσαμε πολιτικούς να ελέγχουν εμμέσως τους δικαστικούς και δικαστικούς να διαμαρτύρονται εναντίον των πολιτικών. Οι πρώτοι χρέωσαν στους δεύτερους ένα είδος προθυμίας να λάβουν υπόψη τους τις επιθυμίες της πολιτικής εξουσίας, ενώ οι δεύτεροι επέστρεψαν τη φιλοφρόνηση καταλογίζοντας στους πολιτικούς ότι παίρνουν συνεχώς μέτρα ώστε να τους κρατούν τα χέρια δεμένα. Θα περίμενε κανείς ότι η αναμέτρηση αυτή, που έμοιαζε πολύ με αντιπαράθεση, θα οδηγούσε σε μια σοβαρή συζήτηση, με την κατάθεση του αποδεικτικού υλικού προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση, με ανταλλαγή επιχειρημάτων και με τη δηλωμένη απόφαση να χαραχθούν επιτέλους, έστω δοκιμαστικά, οι γραμμές που διακρίνουν την ακομμάτιστη Δικαιοσύνη από την κομματική πολιτική. Οχι βεβαίως στο υψηλό επίπεδο των αρχών- πράγμα που δεν στοιχίζει τίποτε σε κανέναν- αλλά στο χαμηλό πεδίο των πρακτικών εφαρμογών. Τίποτε τέτοιο δεν συνέβη. Η αναμέτρηση πήρε τη μορφή καβγά σε λαϊκή συνοικία, όταν ο διπλανός ακούει δυνατά την τηλεόραση και ενοχλεί τον διπλανό του που θέλει να κοιμηθεί ή όταν η «αποπάνω» απλώνει την μπουγάδα της χωρίς να σκεφτεί το μπαλκόνι τής «αποκάτω», που μόλις το έχει σφουγγαρίσει. Και οι διαφορές αυτές δεν είναι σπάνιο να οδηγηθούν στα δικαστήρια, όπου ο δικαστής θα δώσει τη λύση. Για τις άλλες όμως, ποιο είναι το δικαστήριο που θα αποφασίσει; Τέτοιο δικαστήριο, θεσμοθετημένο τουλάχιστον, δεν φαίνεται ευτυχώς να υπάρχει. Η ζωή μας θα συνεχίσει να κυλάει στους ακανόνιστους ρυθμούς της Ιστορίας και στους αστάθμητους παράγοντες της πολιτικής. Αλλά η περιδίνηση αυτή δεν αποκλείει την ύπαρξη κάποιων σταθερών σημείων, κάτι σαν σιωπηλές αρχές, που είναι στοιχεία ανακούφισης. Σύμφωνα με την πρώτη αρχή, όπως δεν υπάρχει βουνό χωρίς κοιλάδα, έτσι δεν υπάρχει πολιτικός χωρίς πελατεία, από την οποία δεν είναι απολύτως βέβαιον ότι εξαιρούνται οι δικαστικοί. Η δεύτερη αρχή θεμελιώνει τη σχέση της αμοιβαιότητας: η εξυπηρέτηση καλεί την εξυπηρέτηση. Και στο σημείο αυτό, δεν βλέπει κανείς γιατί οι δικαστικοί πρέπει να αποτελέσουν εξαίρεση σε αυτή τη σχέση ισορροπίας. Η τρίτη αρχή, τέλος, είναι η σημαντικότερη απ΄ όλες. Πρόκειται για την αρχή η οποία καταλύει στη θεωρία την ισχύ που έχουν οι δύο προηγούμενες στην πράξη. Θα αποτελούσε εξαίρεση ο πολιτικός που δεν θα στρεφόταν με βιαιότητα εναντίον των πελατειακών σχέσεων, οι οποίες εμποδίζουν την εύρυθμη λειτουργία ενός κράτους δικαίου κτλ. κτλ. Οπως εξαίρεση θα αποτελούσε ο δικαστής που δεν θα υπερασπιζόταν με πάθος την αρχή της ανεξάρτητης Δικαιοσύνης, θεμέλιο λίθο σε ένα κράτος δικαίου κτλ. κτλ. Μένει πάντα ζωντανή η ελπίδα ότι θα βρεθούν πολιτικοί και δικαστικοί που θα πάψουν να λιάζονται στην εύφορη πεδιάδα των γενικών αρχών και θα αποφασίσουν να βαδίσουν τις κακοτράχαλες ατραπούς της πράξης.

ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 1 Φεβρουαρίου 2009

Reblog this post [with Zemanta]

Ο Ροβεσπιέρος και η πολιτική αρετή

Friedrich Hegel(1770-1831) mit Studenten Litho...

Image via Wikipedia

του Γ.Βώκου,

καθηγητή  της Φιλοσοφίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Ο Χέγκελ φαίνεται να ανήκει στους φιλοσόφους που δεν αστοχούν συχνά στις ιστορικές τους εκτιμήσεις· πάντως δεν έπεσε έξω όταν έκρινε ότι ο Ροβεσπιέρος θεώρησε την αρχή της αρετής το υπέρτατο αγαθό, «σε σημείο που μπορούμε να πούμε ότι αυτός ο άνθρωπος πήρε την αρετή στα σοβαρά». Στην προκειμένη περίπτωση, εξάλλου, η κρίση του φιλοσόφου συμφωνεί με το κοινό αίσθημα που ονόμασε τον γάλλο πολιτικό αδιάφθορο. Πώς καταλάβαινε ο Ροβεσπιέρος την αρετή; Ποιους θεωρούσε αντιπάλους της; Γιατί την όριζε ως αρχή; Οι ανησυχίες αυτές έχουν ιστορικό ενδιαφέρον, το οποίο κατά πάσα πιθανότητα δεν θα ελκύσει την προσοχή των πρακτικών και αποτελεσματικών ανθρώπων που απαιτούν οι μοντέρνοι καιροί. Ας είναι· έστω ως απολίθωμα, τι σήμαινε γι' αυτόν τον σημαντικό ηγέτη της αστικής επανάστασης η αρετή;

Πολύ συχνά ­ και πολύ πριν από την επανάσταση ­ ο Ροβεσπιέρος εντοπίζει τον βασικό του αντίπαλο σ' αυτό που ονομάζει προκαταλήψεις. Εναντίον τους αποφασίζει ότι υπάρχουν δύο κυρίως όπλα, τα οποία και χρησιμοποιεί σε κάθε ευκαιρία: ο ορθός λόγος και η ευγλωττία. Αυτή η τελευταία χρειάζεται κάποιες εξηγήσεις γιατί κινδυνεύει να παρεξηγηθεί. Με τον όρο «ευγλωττία» ο Ροβεσπιέρος δεν εννοεί την καλλιέπεια του λόγου αλλά την ευστοχία του. Εύγλωττος είναι αυτός που βρίσκει τις σωστές λέξεις για να ονομάσει το πράγμα που σκοπεύει. Παράδειγμα ευγλωττίας είναι ακριβώς η λέξη που επιλέγει ο γάλλος επαναστάτης για να χαρακτηρίσει τους εχθρούς της αρετής. Τους ονομάζει fripons.

Η λέξη σημαίνει «κλέφτης», «απατεώνας» αλλά με την ιδιαίτερη κλίση του επιτήδειου απατεώνα, εκείνου δηλαδή που ξέρει καλά τη δουλειά του και είναι επιτυχημένος επαγγελματίας στον κλάδο του. Όπως το λέγει ο Βολταίρος, από τον οποίον ίσως ο Ροβεσπιέρος αλιεύει τη λέξη, τούτος 'δώ ο απατεώνας κλέβει με ευστροφία, πονηριά και κυρίως χωρίς ενδοιασμούς. Στις σημασίες αυτές πρέπει να προστεθεί και η ετυμολογική, καθώς η λέξη προέρχεται από ένα ρήμα που σημαίνει στη ρίζα του «τρώω με βουλιμία». Αυτό είναι λοιπόν το πρώτο ορατό σχήμα που παίρνει η μάζα των εχθρών της αρετής, οι επιτήδειοι απατεώνες-τρωκτικά.

Το περίεργο είναι ότι το σχήμα αυτό ο Ροβεσπιέρος επιμένει να το αναγνωρίζει όχι μόνο ­ και κυρίως όχι τόσο ­ στους αντιπάλους και στους εχθρούς της επανάστασης όσο στους όψιμους οπαδούς και στους κραυγαλέους φίλους της. Έτσι, μόλις πέντε χρόνια μετά την επαναστατική έκρηξη, το 1794, ο Ροβεσπιέρος καταγγέλλει ονομαστικά επώνυμους «κρατικούς διαχειριστές του δημόσιου χρήματος», τους οποίους ονομάζει ακριβώς fripons. Επισημαίνει ότι η καταπολέμησή τους δεν είναι εύκολο πράγμα γιατί η ευκινησία τους είναι τέτοια ώστε, «όταν διώξεις έναν απατεώνα από μια δημόσια υπηρεσία, σίγουρα αυτός θα τρυπώσει σε μιαν άλλη». Η κατάσταση παίρνει ανησυχητικές διαστάσεις γιατί «πολλά λειτουργήματα και πολλές δημόσιες θέσεις έχουν καταληφθεί από ανθρώπους που πλούτισαν ως φίλοι της ελευθερίας και από κρατικούς λειτουργούς που πολεμούν τη δικαιοσύνη».

Από τις προηγούμενες διαπιστώσεις ο Ροβεσπιέρος συνάγει, σε συμφωνία με τον φίλο του Σεν Ζυστ, ένα συμπέρασμα και παίρνει μόνος του μια απόφαση. Το συμπέρασμα λέει ότι «όσο περισσότερο οι κρατικοί λειτουργοί υποκαθιστούν τον λαό τόσο λιγότερο δημοκρατία υπάρχει». Και η απόφαση, που συνοδεύεται από την προφητική επίγνωση των επιπτώσεών της, στον τελευταίο λόγο του Αδιάφθορου από το βήμα της Εθνοσυνέλευσης: «Έχω γίνει για να πολεμώ το έγκλημα και όχι να το κυβερνώ. Δεν έφτασε η στιγμή που οι άνθρωποι του καλού μπορούν ατιμωρητί να υπηρετήσουν την πατρίδα· οι υπερασπιστές της ελευθερίας θα είναι αποδιοπομπαίοι όσο θα κυριαρχούν οι ορδές των απατεώνων».

Η αρετή ως ήθος, τόλμη και σταθερή συμπεριφορά στην υπηρεσία της ελευθερίας είναι το αντίδοτο στην απάτη. Έτσι ορισμένη, η αρετή δεν αποτελεί ούτε προσωπικό ούτε ψυχολογικό ούτε ηθικολογικό γνώρισμα. Στα μάτια του Ροβεσπιέρου η αρετή έχει βαθιά πολιτικό και δημοκρατικό χαρακτήρα. Στην προκειμένη περίπτωση ο επαναστάτης πολιτικός ακολουθεί το πρότυπο του αριστοκράτη θεωρητικού: «Το κεντρικό ελατήριο των δημοκρατιών είναι η αρετή, όπως το απέδειξε ο συγγραφέας του Πνεύματος των νόμων, δηλαδή η πολιτική αρετή, που δεν είναι άλλο πράγμα από την αγάπη των νόμων και της πατρίδας. Η ίδια η σύσταση του δημοκρατικού πολιτεύματος απαιτεί τη διαρκή υποχώρηση όλων των επί μέρους συμφερόντων, όλων των διαπροσωπικών σχέσεων μπροστά στο γενικό καλό».

Ίσως έτσι μπορεί να εξηγηθεί το γεγονός ότι για τον Ροβεσπιέρο ο απατεώνας είναι το κατ' εξοχήν αντιπολιτικό, απολιτικό ή μη-πολιτικό ζώο. Αυτό το τρωκτικό, που έχει το κεφάλι βυθισμένο σε μια γούρνα με λεφτά και τρώει, τρώει, τρώει και σταματημό δεν έχει.

ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 12 Νοεμβρίου 2000

Reblog this post [with Zemanta]

Ο Μακιαβέλι και η αλήθεια του πράγματος

του Γεράσιμου Βώκου,

καθηγητή Φιλοσοφίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

«Επειδή πρόθεσή μου είναι να γράψω χρήσιμα πράγματα γι' αυτούς που θα τα καταλάβουν, μου φάνηκε πιο ταιριαστό να ακολουθήσω την υπαρκτή αλήθεια του πράγματος αντί για τη φαντασία του πράγματος». Η φράση, που είναι δικαίως διάσημη, ανήκει στον Μακιαβέλι και βρίσκεται στο 15ο κεφάλαιο του Ηγεμόνα. Με την πρόταση αυτή ο φλωρεντινός διπλωμάτης στρέφεται εναντίον όλων όσοι «φαντάστηκαν δημοκρατίες ή βασίλεια που κανείς δεν είδε ποτέ στην πραγματικότητα ούτε τα γνώρισε ως αληθινά», πιστεύοντας μάλιστα ταυτοχρόνως ότι αυτός είναι ο σωστός δρόμος για να υποδείξουν στους ανθρώπους τον καλύτερο τρόπο διακυβέρνησης. Ο Μακιαβέλι είναι πολύ αυστηρός με τους θεωρητικούς αυτούς, καθώς κρίνει ότι οι καλές τους προθέσεις οδηγούν στην καταστροφή. Πράγματι, η απόσταση ανάμεσα στον τρόπο με τον οποίο ζούμε και στον τρόπο σύμφωνα με τον οποίο θα έπρεπε να ζούμε είναι τόσο μεγάλη «ώστε όποιος εγκαταλείψει αυτό που πραγματικά γίνεται γι' αυτό που θα έπρεπε να γίνεται σπουδάζει μάλλον τον χαμό του παρά τη διατήρησή του στην ύπαρξη». image

Πολλοί και σημαντικοί σχολιαστές αναγνώρισαν στην πρόταση του Μακιαβέλι τη θεμελίωση της επιστημονικής πολιτικής ή τη γένεση, επιτέλους, της πολιτικής ως επιστήμης. Τώρα πια η πολιτική πηγαίνει κατευθείαν στα πράγματα και αρνείται να υποκύψει στις σειρήνες της ιδανικής πολιτείας και του ιδεατού αγαθού. Στην προοπτική αυτή, ο Μακιαβέλι γίνεται ο καλός άγγελος της πολιτικής μας παιδείας και το έργο του μας συμφιλιώνει με την τρομακτική όψη της πολιτικής πράξης ή με τον τρόπο που ασκείται η πολιτική στην πραγματικότητα: μάθημα ωριμότητας είναι ο Ηγεμόνας και το μάθημα αυτό μπορούμε να το διδαχθούμε ήσυχα και ψύχραιμα στις αίθουσες διδασκαλίας. Δεν είναι ωστόσο σίγουρο ότι τα πράγματα είναι τόσο απλά και τόσο λεία. Μπορεί κανείς πράγματι να αναρωτηθεί αν η βιαστική καταχώριση του Ηγεμόνα στην επικράτεια του επιστημονικού λόγου δεν αποτελεί, με τον τρόπο της, εγκατάλειψη της αλήθειας του πράγματος προς όφελος της φαντασίας του πράγματος. Γιατί όπως μπορούμε με τη φαντασία μας να φτιάξουμε ένα ιδεατό κράτος που υπακούει στις νόρμες των ιδανικών μας, έτσι μπορούμε να υποτάξουμε τον Μακιαβέλι στις νόρμες του επιστημονικού λόγου, αναγνωρίζοντάς του, είναι αλήθεια, πως πρώτος αυτός καθόρισε τις νόρμες της επιστημοσύνης στην πολιτική.

Μήπως όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά; Μήπως ο Μακιαβέλι είναι αυτός ο οποίος στην πολιτική, και όχι μόνο σ' αυτήν, αρνείται ακριβώς τις νόρμες; Μήπως η «υπαρκτή αλήθεια του πράγματος» περιπαίζει όλες τις νόρμες και γίνεται η ίδια η υπέρτατη νόρμα, κάθε φορά διαφορετική και ευμετάβλητη, ανάλογα με τις περιστάσεις; Στην προοπτική αυτή, που διαφέρει πολύ από την προηγούμενη, ο Μακιαβέλι μάς ανησυχεί όλους, ενώ πολλούς τους εκνευρίζει. Αυτό που έχουμε συνήθως ανάγκη είναι σταθερές νόρμες, σταθερούς κανόνες, αξίες σύμφωνα με τις οποίες να ρυθμίζουμε με ασφάλεια τη ζωή μας και τη σκέψη μας, όπως επίσης και να κρίνουμε τη ζωή και τη σκέψη των άλλων. Κι έρχεται κάποιος που υποστηρίζει ότι τέτοιες νόρμες δεν υπάρχουν, παρά μόνο στη φαντασία μας.

Το γεγονός ότι δεν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς αξίες και νόρμες δηλώνει απλώς και μόνο ότι η ζωή που κάνουμε υπακούει περισσότερο στη φαντασία και πολύ λιγότερο στην πραγματικότητα. Από το όνειρο στο οποίο ζούμε μας ξυπνά απότομα ο Μακιαβέλι, χωρίς να μας απαγορεύει ­ και πώς θα μπορούσε να το κάνει άλλωστε ­ να γυρίσουμε από την άλλη πλευρά και να συνεχίσουμε, μακάριοι, τη ζωή μας.

Ακριβώς στο κεφάλαιο που υπερασπίζεται την αλήθεια του πράγματος, ο Μακιαβέλι εξετάζει τη συμπεριφορά των ανθρώπων όπως αυτή καταγράφεται στα λόγια τους και βρίσκει ότι συνήθως εξαντλούμαστε στις αξιολογικές κρίσεις: μοιράζουμε αφειδώς τον έπαινο και τον ψόγο και η πρακτική αυτή, που δεν εξαιρεί κανέναν, αφορά κυρίως τους πολιτικούς, δεδομένου ότι οι πράξεις τους έχουν άμεσες επιπτώσεις στη συλλογική ζωή. Βρίσκουμε ότι άλλοι πολιτικοί είναι φιλελεύθεροι, άλλοι αυταρχικοί, άλλοι τίμιοι και άλλοι απατεώνες· τις περισσότερες φορές μάλιστα κρίνουμε ότι ο ίδιος πολιτικός είναι πότε τίμιος και πότε απατεώνας, ανάλογα με τις περιστάσεις και τα συμφέροντά μας. Έτσι, συμπεραίνει ο Μακιαβέλι, αυτό που μας ενδιαφέρει στην πραγματικότητα δεν είναι οι αρετές και οι κακίες αλλά ο έπαινος και ο ψόγος, δηλαδή ο λόγος για τις αρετές και τις κακίες των άλλων. Αυτόν τον λόγο συνήθως ονομάζουμε πολιτική και οι πολιτικοί, που είναι οι κατοχυρωμένοι επαγγελματίες των αξιολογικών κρίσεων, μιλούν συνεχώς, μιλούν για όλα και για όλους, καλύπτοντας, συνήθως με την κεκτημένη ταχύτητα της ρητορικής ευστροφίας, με διαδοχικά στρώματα λέξεων την υπαρκτή αλήθεια των πραγμάτων.

ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 14 Ιανουαρίου 2001

Άνθρωποι και ειρήνη

A scene from Sergei Bondarchuk's production of...

Image via Wikipedia

 

 

του Γεράσιμου Βώκου,

καθηγητή της Φιλοσοφίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Γιατί οι άνθρωποι συγκρούονται μεταξύ τους; Κατά την εκδοχή του άγγλου φιλοσόφου Τόμας Χομπς εστίες σύγκρουσης αποτελούν ο ανταγωνισμός, η καχυποψία και η δόξα. Στην καντιανή προοπτική η ανθρωπότητα οφείλει να διανύσει τον αιματοβαμμένο δρόμο των πολέμων για να πετύχει μια ημέρα την ειρήνη.

 

Κανείς δεν θα μάθει τίποτε σε κανέναν αν ισχυριστεί ότι ένα από τα ζωτικά προβλήματα που απασχόλησαν τους ανθρώπους σε όλες τις εποχές ήταν ο πόλεμος και πως η λύση που παρουσιάστηκε έτοιμη στο πρόβλημα αυτό ήταν η ειρήνη. Πόλεμος και ειρήνη αποτελούν συνεπώς άρρηκτο ζεύγος και δεν μπορούμε να μιλήσουμε για το ένα μέλος χωρίς ταυτοχρόνως να αναφερθούμε στο άλλο: ο πόλεμος χωρίς την ειρήνη είναι ανυπόστατος· η ειρήνη χωρίς τον πόλεμο δεν θα μπορούσε καν να ονομάσει τον εαυτό της. Ίσως μάλιστα πόλεμος και ειρήνη να είναι το διπλό όνομα με το οποίο βαφτίσαμε τη σκοτεινή εκείνη περιοχή που διάλεξαν οι θεοί για να διασκεδάζουν με τη συμπεριφορά των ανθρώπων, όπως το έπραξαν και με το άλλο δίδυμο που μας σταυρώνει: το καλό και το κακό.

Στα νεότερα χρόνια ένας που ακόνισε τη σκέψη και τη ρητορική του γύρω από τα προβλήματα του πολέμου και της ειρήνης ήταν ο Τόμας Χομπς. Οι προτάσεις του είναι συνήθως απλές, άμεσες και αθόρυβες, σαν βέλη που τα καταλαβαίνεις μόνον όταν αγγίξουν το κορμί σου. Ορίζοντας τη Φύση ως την Τέχνη και την Τεχνική με την οποία ο Θεός έφτιαξε και κυβερνά τον κόσμο, ο Χομπς αναρωτιέται πώς η ανθρώπινη τεχνική μιμείται τη φύση, που είναι ήδη η τέχνη του Θεού. Στην προκειμένη περίπτωση ο Χομπς βρίσκει ότι το μεγαλύτερο και το αρτιότερο από τα τεχνικά επιτεύγματα του ανθρώπου είναι ο Λεβιάθαν, αυτός ο τεχνητός υπεράνθρωπος, που το όνομά του στην πολιτική είναι κράτος. Ψυχή του είναι η ανώτατη αρχή, γιατί αυτή δίνει ζωή και κίνηση σε ολόκληρο το σώμα. Οι δικαστές και οι κρατικοί λειτουργοί είναι οι αρθρώσεις του. Η ανταμοιβή και η τιμωρία, τα νεύρα του. Τα πλούτη των ιδιωτών, η δύναμή του. Η σωτηρία του πληθυσμού είναι η λειτουργία του, ενώ μνήμη του είναι οι σύμβουλοι που το πληροφορούν για όλα όσα του χρειάζονται. Η δικαιοσύνη και οι νόμοι είναι αντιστοίχως ο λόγος και η βούλησή του. Υγεία του είναι η ομόνοια· ασθένειά του οι εξεγέρσεις και ο εμφύλιος πόλεμος είναι ο θάνατός του.

Οι εστίες σύγκρουσης

Ο Λεβιάθαν χρειάστηκε γιατί στη φυσική τους κατάσταση οι άνθρωποι είναι ίσοι μεταξύ τους και τούτη 'δώ η ισότητα ονομάζεται από τον Χομπς ισότητα ικανοτήτων: κάτι σαν την ισότητα ευκαιριών που αποτελεί ένα από τα κατορθώματα του πολύ πρόσφατου και εξαιρετικά αιχμηρού πολιτικού στοχασμού της εποχής μας. Η ισότητα αυτή οδηγεί στην ισότητα της ελπίδας· αλλά αν δύο άνθρωποι επιθυμούν το ίδιο πράγμα, που δεν μπορούν να έχουν και οι δύο, γίνονται εχθροί· και ο αποτελεσματικότερος τρόπος να εξοντώσω τον εχθρό μου είναι να τον προλάβω προτού προλάβει αυτός. Από 'δώ και ο γενικευμένος πόλεμος όλων εναντίον όλων, στον οποίον ακριβώς θέτει τέρμα ο Λεβιάθαν.

Γιατί όμως στη φυσική κατάσταση οι άνθρωποι συγκρούονται μεταξύ τους; Ο Χομπς αναζητεί και βρίσκει την εξήγηση στην ανθρώπινη φύση, η οποία συγκροτείται από τρεις θεμελιώδεις εστίες σύγκρουσης: τον ανταγωνισμό, την καχυποψία και τη δόξα. Ο πρώτος ωθεί τους ανθρώπους να συγκρουστούν με στόχο το κέρδος. Η δεύτερη οδηγεί τους ανθρώπους στη σύγκρουση με στόχο την ασφάλεια. Η τρίτη, τέλος, φέρνει τους ανθρώπους αντιμέτωπους με στόχο τη φήμη. Και στις τρεις περιπτώσεις κυριαρχεί η βία. «Ο ανταγωνισμός τη χρησιμοποιεί για να γίνει αφέντης των άλλων: των γυναικών τους, των παιδιών τους, των κτημάτων τους. Η καχυποψία την εφαρμόζει για να πετύχει την ασφάλεια. Η δόξα, για μικρά τίποτα: μια λέξη, ένα χαμόγελο, μια διαφορά γνώμης και ένα οποιοδήποτε άλλο σημάδι που μας μειώνει είτε αμέσως τους ίδιους είτε εμμέσως, στρεφόμενο εναντίον της οικογενείας μας, των φίλων μας, της χώρας μας ή του επαγγέλματός μας».

Χωρίς τον φόβο του Λεβιάθαν «οι άνθρωποι βρίσκονται στην κατάσταση που ονομάζουμε πόλεμο». Ετσι ο πόλεμος στον Χομπς έχει πολύ ευρύτερο περιεχόμενο από αυτό που συνήθως αποδίδουμε στη λέξη. Γιατί ο πόλεμος δεν συνίσταται μόνο στη μάχη ή στο γεγονός μιας σύγκρουσης· υπάρχει καθ' όλη τη διάρκεια που κυριαρχεί εμφανώς η βούληση για σύγκρουση. Από την παρατήρηση αυτή ο φιλόσοφος συνάγει ότι η έννοια του χρόνου είναι συστατικό στοιχείο της φύσης του πολέμου, με «τον ίδιο τρόπο που ο χρόνος είναι συστατικό στοιχείο του καλού ή του κακού καιρού. Γιατί όπως η φύση της κακοκαιρίας δεν συνίσταται μόνο σε μία ή δύο καταιγίδες αλλά στην τάση για βροχή που χαρακτηρίζει πολλές διαδοχικές ημέρες, έτσι και η φύση του πολέμου δεν συνίσταται μόνο στο γεγονός της σύγκρουσης αλλά στην αναγνωρισμένη διάθεση για σύγκρουση που κυριαρχεί όσο δεν υπάρχει βεβαιότητα για το αντίθετο. Κάθε άλλος χρόνος από τον πόλεμο είναι ειρήνη».

Η καντιανή φιλοσοφία

Με την προηγούμενη τολμηρή μεταφορά ο Χομπς δηλώνει την πεποίθησή του ότι ο πόλεμος και η ειρήνη είναι τόσο φυσικά φαινόμενα όσο ο κακός και ο καλός καιρός αντιστοίχως και προφανώς ο καθένας μπορεί να χρησιμοποιήσει την παρομοίωση για τους δικούς του σκοπούς, κυρίως σε εποχές σαν τη δική μας που, όπως συμφωνούν όλοι οι ειδικοί, παρουσιάζουν έντονα φαινόμενα κλιματολογικής αστάθειας.

Από την ίδια σκοπιά, όμως, δεν θα ήταν ίσως και τόσο παράτολμο να θεωρήσουμε ότι ο Καντ, ο οποίος γνώριζε τόσο καλά το έργο του Χομπς ώστε μπορούσε να διαφωνεί με βασικές επιλογές του άγγλου φιλοσόφου, χρησιμοποιεί τη μεταφορά για δικό του λογαριασμό. Έτσι στο διάσημο σήμερα πια δοκίμιό του για τη διαρκή ειρήνη ο γερμανός φιλόσοφος επιχειρεί να βρει τους όρους που θα εξασφαλίσουν διαρκώς καλοκαιρία. Γιατί βεβαίως και ο Καντ θεωρεί ότι ο χρόνος είναι συστατικό του πολέμου και της ειρήνης και το δοκίμιό του δεν κάνει λόγο για την ειρήνη αλλά για τη διάρκειά της ή, με άλλα λόγια, μιλάει για την ειρήνη με φόντο τον πόλεμο. Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί η αισιόδοξη προοπτική της καντιανής φιλοσοφίας, που συμβαδίζει, αν δεν τη θεμελιώνει, με την αισιοδοξία του Διαφωτισμού. Στην καντιανή προοπτική, που είναι βαθιά και για πολλούς προφητική, η ανθρωπότητα οφείλει να διανύσει τον αιματοβαμμένο δρόμο των πολέμων για να πετύχει μια ημέρα την ειρήνη. Αυτό εξάλλου θα ήταν και το νόημα της ιστορίας: η βαθμιαία καταστολή της φυσικής βίας και η διαπαιδαγώγηση του ανθρώπου στον Λόγο.

Η ίδια αισιοδοξία φαίνεται να διακατέχει ικανό αριθμό ανθρώπων στην εποχή μας. Ίσως μάλιστα η εξήγηση να μην είναι και τόσο δύσκολη. Πράγματι, αν κάποιος, για παράδειγμα, ελέγχει σχεδόν αποκλειστικά τη διάθεση της εικόνας στην κλίμακα του πλανήτη, είναι ευνόητο ότι επιθυμεί να απολαύσει εν ειρήνη τους καρπούς της κυριαρχίας του και να θεωρεί ταραξίες όσους ανησυχούν και έχουν λόγους να τον αμφισβητήσουν: Τι πιο φυσικό από το να στραφεί εναντίον τους και να τους πολεμήσει; 'Η, για να το πω απότομα με τα λόγια του Πασκάλ: «Ο άνθρωπος δεν είναι ούτε άγγελος ούτε κτήνος· αλλά η δυστυχία θέλει αυτός που θέλει να κάνει τον άγγελο να κάνει το κτήνος».

ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 24 Δεκεμβρίου 2000

Reblog this post [with Zemanta]

Μόδα και Συμπεριφορές - Η Μόδα και η τυραννία του μοντέρνου

του Γεράσιμου Βώκου,

καθηγητή Φιλοσοφίας στο Αριστοτέλειο Παν/μιο Θεσσαλονίκης


Διαβάστε το στο:www.philomusos.blogspot.com

H δύναμη της δεισιδαιμονίας

του Γεράσιμου Βώκου,

καθηγητή φιλοσοφίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

 

H δεισιδαιμονία συνδέεται με την ανάγκη να ξορκιστούν οι απειλές που πηγάζουν είτε από τη φύση είτε από την κοινωνία

Διαβάστε το στο: www.philomusos.blogspot.com