Το τέλος του φόβου

ΤΗΣ ΦΙΛΙΩΣ ΤΣΟΥΚΑΛΑ*

 

Οι (Δυτικοί) άνθρωποι (μετά τον Β' Παγκόσμιο πόλεμο) νιώθουμε την ανάγκη να πιστεύουμε ότι τα πράγματα που μας συμβαίνουν διέπονται από κάποια λογική, την οποία μπορούμε να κατανοήσουμε και στην οποία η δική μας ύπαρξη είναι αντικείμενο σεβασμού από το σύνολο των δυνάμεων της κοινωνίας.

Τις τελευταίες δεκαετίες, και καθώς οι κοινωνικοί αγώνες του 20ού αιώνα είχαν κοστίσει πολλές θυσίες στους λαούς της Ευρώπης, έγινε κυρίαρχη η αντίληψη περί προόδου η οποία θα ήταν αέναη και ωφέλιμη για τον καθένα, ακόμα και αν δεν συμμετείχε στα κοινά, αν κοιτούσε μόνο τα προσωπικά του συμφέροντα, αν δεν τον πείραζε η απάνθρωπη εκμετάλλευση των εργαζομένων της Ασίας που φτιάχνουν τα προϊόντα που καταναλώνει.

Αντίστοιχα, τώρα που ο ελληνικός λαός δέχεται μία τόσο άγρια επίθεση σε αυτά που θεωρεί δεδομένα, βλέπουμε να ενεργοποιούνται μια σειρά από απόψεις προκειμένου να γίνει ανεκτό αυτό που κανονικά θα ήταν αδιανόητα τρομακτικό. Πιστεύουμε λοιπόν ότι η οικονομία κατέρρευσε επειδή οι Έλληνες δεν δούλευαν αρκετά ή ζούσαν πάνω από τις δυνατότητές τους, ότι φταίνε οι μισθοί των δημοσίων υπαλλήλων κ.λπ. Με άλλα λόγια, είναι, φαίνεται, παρήγορο να θεωρούμε ότι έχουμε ευθύνη για ό,τι μας συμβαίνει ή ότι οι υπαίτιοι είναι αδύναμοι κι αυτοί σαν κι εμάς, τους βλέπουμε κάθε μέρα και μπορούμε να τους τα πούμε ένα χεράκι, όπως συμβαίνει όλο και περισσότερο στις δημόσιες υπηρεσίες. Αυτή η πεποίθηση, όσο και να αντιβαίνει τα δεδομένα που έχουμε για την παγκόσμια καπιταλιστική κρίση, μάς επιτρέπει να μην βλέπουμε την πραγματικότητα. Ότι δηλαδή ένα ισχυρό σύστημα, τεραστίων συμφερόντων, επιτίθεται μετωπικά και συνειδητά στις ζωές μας, ότι η πρόθεση είναι η καταστροφή των στοιχειωδών δικαιωμάτων μας, ότι το να βρεθούν άνθρωποι στον δρόμο δεν είναι καν κάτι που το ζυγίζουν με τα κέρδη τους, τους είναι απολύτως αδιάφορο.

Τη στιγμή που ο αντίκτυπος των μέτρων είναι απολύτως πραγματικός και αλλάζει την καθημερινότητά μας, που ο φόβος και η μελαγχολία φωλιάζει μέσα μας, έχουμε ανάγκη να φέρνουμε την αντιπαράθεση σε μεγέθη που κατανοούμε και στα οποία πιστεύουμε ότι έχουμε κάποιον έλεγχο. Αναρωτιόμαστε πώς και δεν σκέφτονται την αξιοπιστία τους, της υστεροφημία τους, ακόμα και την σωματική τους ακεραιότητα. Πολλοί πίστεψαν ότι ο Παπαδήμος θα ενδιαφερόταν για τον λαό του οποίου διορίστηκε πρωθυπουργός. Λιγότεροι, ελπίζω, θα πίστεψαν ότι ο Σαμαράς και ο Καρατζαφέρης διαπραγματεύονταν με την τρόικα. Είναι σημαντικό να πιστεύουμε ότι κάποιοι είναι με το μέρος μας και ότι αυτοί έχουν κάποια ισχύ, δεν είναι φορείς μιας πολιτικής και μιας ιδεολογίας, αναλώσιμοι και αυτοί.

Κι έτσι, με αυτή την εκλογίκευση της πραγματικότητας, μπορούμε να πιστεύουμε ότι δέκα μέρες στο Σύνταγμα είναι αρκετές για να νικήσουμε, και να αποσυρόμαστε στο σπίτι μας μοιρολατρικά αφού δεν τα καταφέραμε, ότι θα γίνουν εκλογές χωρίς να τις διεκδικήσουμε, ότι το νεοφιλελεύθερο σύστημα δεν θα πολεμήσει οικονομικά και φυσικά εναντίον μας.

Δυστυχώς για μας, αν ρίξουμε μία ματιά νοτιότερα, στην Αίγυπτο, θα δούμε ξεκάθαρα πόσο ακριβή είναι η ελευθερία και η δημοκρατία. Αν καταλάβουμε ποιος παλεύει εναντίον μας, αν αντέξουμε τον φόβο που αυτό μοιραία προκαλεί, θα απεγκλωβιστούμε από τη λογική της ανάθεσης της σωτηρίας μας στους αντιπάλους μας, και θα στραφούμε στη συλλογική οργάνωση και δράση των από κάτω, που είναι το μόνο αποτελεσματικό όπλο απέναντι σε μια τέτοια επίθεση.


ΠΗΓΗ:  εφημ. ΑΥΓΗ, 10-2-2012

Από την κρίση στην κριτική

Η μεγάλη ελπίδα είναι να μετασχηματιστεί η διαμαρτυρία σε δημιουργικότητα


του Αντώνη Λιάκου *

Ο φόβος είναι συναίσθημα πολύ ισχυρότερο της ελπίδας. Οχι μόνο σήμερα. Η νευροϊστορία, που εξερευνά τη δημιουργία του ανθρώπινου είδους σε μεγάλο βάθος χρόνου, ισχυρίζεται πως ο φόβος έχει εγγραφεί στους νευρώνες μέσα από διαδοχικά, απρόβλεπτα και ανεξήγητα σοκ τρόμου. Από το κυρίαρχο αρσενικό ανθρωποειδές που τρομοκρατούσε περιοδικά την ομάδα για να εδραιώσει την κυριαρχία του ως τους μεσαιωνικούς ιππότες που έσπερναν τον τρόμο στους αγρότες αρπάζοντας, σκοτώνοντας, βιάζοντας και καίγοντας τα χωριά τους. Από τους εξαναγκασμούς σε θάνατο του πληθυσμού από λιμό ως τις οικονομικές κρίσεις που απαιτούν αίμα και θυσίες, πάνω στον φόβο βασίστηκε η δημιουργία των κοινωνικών ιεραρχιών, συμπυκνώθηκαν εξουσίες, δημιουργήθηκαν κράτη. Σοκ και δέος ονομάστηκε ο πόλεμος στο Ιράκ. Ο φόβος είναι συστατικό στοιχείο της εξέλιξης των ανθρώπινων κοινωνιών, κυκλοφορεί μέσα στις φλέβες της Ιστορίας. Και το υπερθετικό του είναι η απελπισία. Η παντελής έλλειψη κάθε ελπίδας. Η συστροφή της οδύνης στον εαυτό της.


Η μόνη χαραμάδα εξόδου προς την ελπίδα είναι πόνος και βάσανα να αποκτήσουν νόημα. Γιατί αβάσταχτη είναι η οδύνη εκείνη που δεν καταλαβαίνουμε. Εκείνη που δεν έχει νόημα. Το μαρτύριο του Σίσυφου ήταν χειρότερο από εκείνο του Προμηθέα. Γιατί του Προμηθέα το μαρτύριο είχε νόημα: έδωσε τη φωτιά στους ανθρώπους, δηλαδή τη δυνατότητα δημιουργίας. Για να υπάρξει νόημα λοιπόν πρέπει να υπάρξει διανοητικό πλαίσιο. Το πλαίσιο αυτό, έχοντας ως κεντρικό του σημείο τη Λύτρωση, ήταν αυτό που πρόσφερε ο Χριστιανισμός. Η συνάντηση με το κακό, η νίκη του κακού δεν μπορούσε να είναι οριστική. Τα βάσανα των ανθρώπων, τα τωρινά και τα μελλούμενα, είναι το αντίτιμο της σωτηρίας τους. Η χριστιανική διδασκαλία προσέφερε το ισχυρότερο αντίδοτο στον φόβο: το νόημα. Δηλαδή τη νοητική και ψυχική επεξεργασία η οποία τον ακύρωνε. Δεν ακύρωνε τον πόνο, του έδινε νόημα, και έτσι δημιουργούσε αντίδοτο στον φόβο. Ο φόβος παρέμενε ισχυρός για όσους ήταν εκτός πλαισίου. Για όσους δεν είχαν «φόβο Κυρίου».


Ο Διαφωτισμός ήταν μια γιγάντια επιχείρηση αποτίναξης του φόβου από τις ευρωπαϊκές κοινωνίες, την ίδια εποχή βέβαια που οι λευκοί κυρίαρχοι έσπερναν τρόμο στις άλλες ηπείρους του πλανήτη. Η πρόοδος ήταν μια καινούργια έννοια σταδιακής βελτίωσης. Τα πράγματα πάνε από το καλό στο καλύτερο, ένα αόρατο χέρι τα οδηγεί, και αν φαίνονται αντιφατικά πολλές φορές, τελικά το καλό πάντα νικάει το κακό. Πολλές δεκαετίες πορεύτηκαν με την αισιοδοξία αυτή οι ευρωπαϊκές κοινωνίες, έως ότου συνειδητοποίησαν, και συνειδητοποιούν σιγά-σιγά, ότι ο φόβος πια δεν έδρευε έξω, μακριά από την ελπίδα, αλλά μερικές φορές ήταν συνυφασμένος μαζί της. Αυτή η τρομερή συνειδητοποίηση ότι πηγή του φόβου είναι η ίδια η νεωτερικότητα, δημιούργησε μια τεράστια αμφιθυμία. Ελπίζουμε εκείνο που φοβόμαστε, ή φοβόμαστε εκείνο που ελπίζουμε.


Ας δούμε μερικά παραδείγματα:


Η διατήρηση της υγείας και η επιμήκυνση της ζωής είναι από τις πιο παλιές, μύχιες και ισχυρές προσδοκίες, ατομικές και συλλογικές. Η επέμβαση στο ανθρώπινο γονιδίωμα, η δημιουργία κλώνων για μεταμοσχεύσεις, η σε προοπτική «βελτίωση» του ανθρώπινου είδους απελευθερωμένου από τον πόνο, η χειραφέτηση από τους περιορισμούς της βιολογίας, αποτελούν ταυτόχρονα και πηγή ελπίδας, και πηγή φόβου. Κι αν καταλήξει σε πολλά είδη ανθρώπων και υπερανθρώπων; Το όνειρο γίνεται εφιάλτης ενός μελλοντικού ανθρώπινου Jurassic Park. Αλλά δεν είναι κάτι μελλοντικό, ούτε κάτι που δεν μας ακουμπάει, καθώς εισερχόμαστε στην ιατρική τεχνοεπιστήμη σε κάποια φάση της ζωής μας, και χάνουμε το νήμα στους λαβυρίνθους μιας απίστευτης περιπέτειας, όπου κάθε ελπίδα μας βυθίζει πιο βαθιά στο υποφέρειν. Δεύτερο παράδειγμα: Αν όλοι οι άνθρωποι που κατοικούν στον πλανήτη συμμεριστούν έστω και στο ελάχιστο τον τρόπο ζωής όχι των πλουσίων, αλλά των μικρομεσαίων κατοίκων των δυτικών χωρών, ο πλανήτης θα πεθάνει, παρασύροντας μαζί του το ανθρώπινο είδος. Γιατί η ανθρωπότητα δεν «φιλοξενείται» πλέον πάνω στον πλανήτη, αλλά από τον καιρό που η μηχανή της προόδου μπήκε σε κίνηση μετατράπηκε σε μια γεωλογική δύναμη που συνδιαμορφώνει το βιοκλιματικό μέλλον της Γης. Τρίτο παράδειγμα, η σύγχρονη οικονομική κρίση: Αν αγνοήσουμε τη γνωστή στερεοτυπική σκέψη, θα αντιληφθούμε πως είμαστε παγιδευμένοι σε ένα σύστημα του οποίου η μεγέθυνση οδηγεί στη συρρίκνωση. Θα αντιληφθούμε πώς μια κοινωνία που ευαγγελιζόταν την ανάπτυξη, την αφθονία και την ευημερία δεν μπορεί να διατηρήσει ένα στοιχειώδες κράτος προνοίας. Θα καταλάβουμε πως η προσφερόμενη θεραπεία έχει τίμημα τη διεύρυνση των ανισοτήτων, που προκαλούν με τη σειρά τους νέες κρίσεις και νέες ανισότητες.


Δεν υπάρχει λοιπόν ελπίδα; Αν το αντίδοτο του φόβου είναι το νόημα, τότε εκεί που βρίσκεται η ελπίδα είναι στην αναζήτηση του νοήματος.


Δηλαδή σε μια μεγάλη διανοητική κινητοποίηση για να καταλάβουμε τι μας συμβαίνει. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την Ελλάδα. Το global υπάρχει στο local και η ιδιαιτερότητα αντικατοπτρίζει τον τρόπο που παγκόσμιες τάσεις αποκρυσταλλώνονται σε συγκεκριμένες συνθήκες. Βρισκόμαστε σε ένα καταπληκτικό παρατηρητήριο της μεγάλης κρίσης της νεωτερικότητας, όσο και αν βιώνεται οδυνηρά. Η μεγάλη ελπίδα είναι να μετατρέψουμε την κρίση σε κριτική. Σε διανοητική και έμπρακτη κριτική. Η ελπίδα βρίσκεται στο να μετατρέψουμε τη διαμαρτυρία σε δημιουργικότητα, σε μια δημιουργικότητα που θα κυκλοφορεί στο αίμα αυτής της κοινωνίας, αντίδοτο στις ενέσεις φόβου που τις προκαλούν κρίσεις πανικού κάθε λίγο και λιγάκι.


* Ο κ. Αντώνης Λιάκος είναι καθηγητής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Οι σκέψεις αυτές αναπτύσσονται εκτενέστερα στο πρόσφατο βιβλίο του «Αποκάλυψη, Ουτοπία και Ιστορία» (εκδόσεις Πόλις)

ΠΗΓΗ: εφημ.ΤΟ ΒΗΜΑ, 7-1-2012

«Εθνος που μόνο υπακούει δεν είναι ελεύθερο»

Ο Εντουάρντο Γκαλεάνο, ο πολιτικοποιημένος συγγραφέας - συνείδηση της Λατινικής Αμερικής ξεσπαθώνει.



O σεβάσμιος Εντουάρντο Γκαλεάνο είναι ένας από τους πιο εμβληματικούς συγγραφείς της Λατινικής Αμερικής, σίγουρα ο πιο πολιτικός. Το 2009, στην 5η Σύνοδο των Αμερικανικών Κρατών, ο αριστερός ηγέτης της Βενεζουέλας Ούγκο Τσάβες δωρίζει μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες στον Μπαράκ Ομπάμα, τον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών, ένα βιβλίο: είναι το θρυλικό για τους Νοτιαμερικανούς «Ανοιχτές φλέβες της Λατινικής Αμερικής» του Ουρουγουανού Γκαλεάνο. Μέσα σε μία βραδιά γίνεται μπεστ σέλερ στις ΗΠΑ και στον Καναδά.

Εβδομήντα ενός ετών σήμερα, ο Γκαλεάνο είναι ένας φιλόσοφος με νοτιοαμερικανικό ταμπεραμέντο, ένα χαρακτηριστικά έξοχο τέκνο της ιδεολογικά φορτισμένης λατινοαμερικανικής λογοτεχνίας. Ξεκίνησε στα 14 του να δημοσιεύει πολιτικά σκίτσα σε εφημερίδες του Μοντεβιδέο. Στα 20 του έγινε αρχισυντάκτης στη «La Marcha» και αμέσως μετά διευθυντής στην εφημερίδα «Epoca» - άλλες εποχές, άλλες περιοχές, άλλες ταχύτητες. Το 1971, σε ηλικία 31 ετών, έγραψε τις «Ανοιχτές φλέβες της Λατινικής Αμερικής» (στα ελληνικά κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κουκκίδα), το οποίο έμελλε να αναγνωριστεί ως βιβλίο αναφοράς για τη Λατινική Αμερική, καθώς αποτελεί μια πλήρη καταγραφή και έναν αναλυτικό σχολιασμό για την τραυματική Ιστορία της ηπείρου.

Το 1973 το στρατιωτικό πραξικόπημα στην Ουρουγουάη τον αναγκάζει να καταφύγει στην Αργεντινή και από εκεί στην Ισπανία όπου ζει εξόριστος για δέκα χρόνια. Πίσω στην πατρίδα του απαγορεύεται η κυκλοφορία του βιβλίου, απαγόρευση που επεκτείνεται στη Χιλή και στην Αργεντινή. Αργότερα, όμως, έρχονται και άλλα βιβλία, εξίσου εμβληματικά, τα οποία μεταφράζονται σε 20 γλώσσες. Μεταξύ αυτών η τριλογία «Η μνήμη της φωτιάς» και το εκπληκτικό «Καθρέφτες: Μια σχεδόν παγκόσμια ιστορία» (στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πάπυρος).

Η γραφή του είναι ένα μοναδικό μείγμα Ιστορίας, πολιτικής ανάλυσης και ποίησης‡ σε μια αναλογία που κάνει τα βιβλία του να μην μπορούν να καταταχθούν σε κάποια συγκεκριμένη λογοτεχνική κατηγορία. Ο Γκαλεάνο γράφει πολύ, αλλά μιλάει λίγο. Ακολουθεί μια από τις σπάνιες συνεντεύξεις του.

Ο Θουκυδίδης έχει γράψει ότι «τα μεγάλα έθνη πάντα κάνουν αυτό που θέλουν και τα μικρά έθνη πάντοτε αποδέχονται αυτό που πρέπει να αποδεχτούν». Μήπως τελικά αυτή η κρίση που βιώνουμε στην Ελλάδα και που πριν από λίγα χρόνια βίωσαν η Αργεντινή και άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής, ακολουθεί αυτήν ακριβώς τη διαπίστωση;

«Η Ελλάδα θα γνωρίσει τώρα αυτό που πάντα γνώριζε η Λατινική Αμερική: ότι ο κόσμος κατευθύνεται από υποτιθέμενους διεθνείς οργανισμούς, οι οποίοι ασκούν τη διεθνή δικτατορία τους και κάθε φορά γίνονται όλο και λιγότερο ορατοί. Να ξέρετε, όμως, πως η ελευθερία τού να υπακούς δεν είναι ελευθερία. Το έθνος που υπακούει δεν είναι πια έθνος: είναι η ηχώ ξένων φωνών, είναι η σκιά άλλων σωμάτων».

Είναι, άραγε, αυτό το χαρακτηριστικό που καθορίζει το μεγαλείο ενός έθνους; Η ανυπακοή;

«Ναι, και αυτό συμβαίνει επειδή ο κόσμος σήμερα, όπως και σχεδόν σε κάθε εποχή, εξακολουθεί να συγχέει το μεγαλείο με το μέγεθος. Αν κρίνουμε από την οργάνωση του σημερινού κόσμου, πετυχημένοι θεωρούνται οι λαοί που καταφέρνουν να εξουσιάζουν άλλους λαούς και κατορθώνουν να "καταβροχθίσουν" τους υπόλοιπους. Για παράδειγμα, οι πόλεμοι που σήμερα αποκαλούνται "αμυντικοί" είναι στην πραγματικότητα αδηφάγοι πόλεμοι».

 

Η μεγαλύτερη απογοήτευσή μου σε σχέση με τον Ομπάμα ήταν το Νομπέλ Ειρήνης, το οποίο παρέλαβε εκφωνώντας έναν λόγο ουσιαστικά προς τιμήν του πολέμου! Ισως παραδέχτηκε με αυτόν τον τρόπο ότι είναι και ο ίδιος αιχμάλωτος του στρατιωτικού μηχανισμού που κυβερνά τη χώρα του...

Ναι, αλλά κατά τη διάρκεια της Ιστορίας μας οι λαοί έχουμε υπάρξει, κατά εποχές, τόσο «καταβροχθίζοντες» όσο και «καταβροχθιζόμενοι».

«Σωστά! Αυτό συνέβαινε ανέκαθεν. Διότι η ελευθερία των "επιτυχημένων" χωρών τροφοδοτείται από την καταπίεση των υπολοίπων».

Εχετε γράψει τις «Ανοιχτές φλέβες της Λατινικής Αμερικής», όμως τώρα είμαστε εμείς που έχουμε τις «Ανοιχτές φλέβες της Ελλάδας».

«Το ξέρω, όμως, ας μην ξεχνάμε - και μην ξεχνάτε - πως όταν η Ιστορία λέει "αντίο", εννοεί "εις το επανιδείν", δηλαδή "πολύ σύντομα". Το καλύτερο που προσφέρει αυτή η περιπέτεια της ζωής είναι η ανεξάντλητη ικανότητα της πραγματικότητας να μας εκπλήσσει».

Λένε για τους συγγραφείς ότι με το που τελειώνουν ένα βιβλίο, αυτό παύει πια να τους ανήκει. Πώς νιώσατε όμως όταν είδατε τον Ούγκο Τσάβες να δωρίζει το δικό σας βιβλίο, τρεις δεκαετίες μετά την έκδοσή του, στον πρόεδρο των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα;

«Δεν είχα πρόβλημα με αυτό. Η μεγαλύτερη απογοήτευσή μου σε σχέση με τον Ομπάμα ήταν το Νομπέλ Ειρήνης, το οποίο παρέλαβε εκφωνώντας έναν λόγο ουσιαστικά προς τιμήν του πολέμου! Ισως παραδέχτηκε με αυτόν τον τρόπο ότι είναι και ο ίδιος αιχμάλωτος του στρατιωτικού μηχανισμού που κυβερνά τη χώρα του...».

Υπάρχουν τόσοι διεθνείς οργανισμοί, με πρώτο τον ΟΗΕ, που πρεσβεύουν τη δικαιοσύνη, την ειρήνη και τη συναδέλφωση των λαών. Εν τω μεταξύ, η έλλειψη δικαιοσύνης και η βαρβαρότητα μεταξύ των κρατών είναι διαρκής και μάλλον αυξάνεται. Πώς το εξηγείτε αυτό;

«Κοιτάξτε, τα Ηνωμένα Εθνη δεν είναι μια δημοκρατική οργάνωση. Είναι μεν μια οργάνωση που αποτελείται από όλες τις χώρες του κόσμου, όμως τα κράτη που παίρνουν τις αποφάσεις είναι πέντε‡ αυτοί οι πέντε είναι που έχουν το δικαίωμα του βέτο. Και είναι αξιοσημείωτο ότι τα πέντε αυτά κράτη, που υποτίθεται ότι επαγρυπνούν για την παγκόσμια ειρήνη, διαθέτουν επίσης και τις μεγαλύτερες βιομηχανίες όπλων».

Ωστόσο, για «αδικίες» μιλάνε όλοι, μηδενός εξαιρουμένου, τόσο που η λέξη έχει αποκτήσει μια θολή έννοια και κάθε προσωπική ευθύνη έχει χαθεί. Ακόμη και οι πλέον υπεύθυνοι για τις αδικίες του κόσμου εμφανίζονται συχνά ως θύματα. Πώς θα μπορούσαμε να καθαρίσουμε την εικόνα μας σε αυτό το θέμα;

«Μπορούμε να έχουμε μια ξεκάθαρη θέαση των πραγμάτων με το να συνδέσουμε όσα μοιάζουν ή παραμένουν ασύνδετα: Δεν υπάρχει φτώχεια που να μην εξηγείται από κάποιον πλούτο. Επιπλέον, η ελευθερία του χρήματος έχει πάντα ως συνέπεια την καταπίεση των ατόμων».

Ποιο πιστεύετε ότι είναι το μεγαλύτερο έγκλημα που έχει διαπράξει η «Δύση» εις βάρος του υπόλοιπου κόσμου;

«Το πρότυπο είναι η κατάκτηση της Αμερικής, που είχε ως αποτέλεσμα την εξόντωση του μεγαλύτερου μέρους του πληθυσμού της ηπείρου. Οι μεγάλες δυνάμεις θα ήθελαν να το επαναλαμβάνουν αυτό, πάντοτε στο όνομα του Θεού, της προόδου, του πολιτισμού και φυσικά για τη "σωτηρία" των άλλων χωρών. Με αυτόν τον τρόπο οι Ηνωμένες Πολιτείες μετέτρεψαν το Ιράκ σε φρενοκομείο και το Αφγανιστάν σε σφαγείο. Εγώ δεν θέλω τη σωτηρία μου. Σας ικετεύω, δεν θέλω να με σώσει κανείς».

Ναι, αλλά την εποχή των «αγορών» και των χρηματιστηρίων γίνεται αυτό;

«Είναι αλήθεια ότι οι αγορές και τα χρηματιστήρια τιμούν και επιβραβεύουν την εργασία των κερδοσκόπων και "κατασκευάζουν" τους ζητιάνους και τους πλούσιους αυτού του πλανήτη με εξαιρετική ευκολία».

Και ταυτόχρονα προσπαθούν να μας παρηγορήσουν διαδίδοντας ότι η κρίση έχει και την «καλή» πλευρά της...

«Πάντα έτσι γίνεται. Να σας θυμίσω ότι αμέσως μετά το Κραχ του 1929 στη Γουόλ Στριτ, ο τότε υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ είχε δηλώσει ότι η κρίση είχε και τη θετική πλευρά της, διότι "έτσι ο κόσμος θα δουλέψει πιο σκληρά και θα ζήσει μια πιο ηθική ζωή". Ε, λοιπόν, στο όνομα αυτού καταστράφηκαν μερικές χώρες όπως η Βραζιλία και το Ελ Σαλβαδόρ».

Η κατάσταση σε πολλά σημεία του πλανήτη είναι εκρηκτική. Ποιο πιστεύετε ότι είναι το καθήκον των συγγραφέων και των δημοσιογράφων σήμερα;

«Μπορώ να απαντήσω μόνο για τον εαυτό μου, όχι για τους άλλους συναδέλφους. Στην περίπτωσή μου, θα ήθελα να συμβάλω στο να μην είναι το αύριο απλώς ένα άλλο όνομα για το σήμερα. Να μην επαναληφθεί η Ιστορία και να μπορέσουμε να επινοήσουμε ένα μέλλον, αντί να υπακούμε στο παρελθόν».

Τελικά υπάρχει κάποια μορφή ελευθερίας που μπορεί πραγματικά να βιώσει ο άνθρωπος;

«Φυσικά, είναι ικανός να τις βιώσει όλες. Και θα έπρεπε να προσπαθήσει για όλες τις ελευθερίες που δεν αρνούνται την ελευθερία του άλλου».

Κατά τη γνώμη σας, ποιο είναι το χειρότερο και ποιο το καλύτερο που έχει εκφράσει ως συμπεριφορά ο άνθρωπος μέχρι στιγμής;

«Το χειρότερο είναι η τάση να επιβάλλουμε έναν μοναδικό Θεό, μια μοναδική αλήθεια, έναν μόνο τρόπο ζωής και θανάτου. Το καλύτερο είναι η ικανότητα δημιουργίας, το δικαίωμα να ονειρευόμαστε και επίσης η ικανότητα να βλέπουμε τον διπλανό μας σαν υπόσχεση και όχι σαν απειλή».

Η Ιστορία όμως δείχνει ότι, συνήθως, οι επαναστάτες τού χθες που βοήθησαν τους λαούς να προχωρήσουν είναι οι σημερινοί «φύλακες άγγελοι» του κατεστημένου που εμποδίζουν την πρόοδό τους. Γιατί συμβαίνει αυτή η τεράστια αντιστροφή;

«Αυτό συμβαίνει διότι η Αριστερά είναι το "πανεπιστήμιο" της Δεξιάς. Ο Ρούπερτ Μέρντοκ καταβρόχθισε τους ανταγωνιστές του επειδή γνώριζε πώς λειτουργεί ο καπιταλισμός. Ο ίδιος είχε διαβάσει "Το Κεφάλαιο" του Μαρξ, όταν οι ανταγωνιστές του του διάβαζαν άρθρα του "Readers Digest"».

Ενας έλληνας ποιητής έχει γράψει τον στίχο «δεν έφταιγε αυτός. Τόσος ήτανε». Μήπως έχουμε υπερεκτιμήσει τις δυνατότητες μας ως ανθρώπινα όντα και δεν είμαστε ικανοί για όσα νομίζαμε;

«Οχι, καθόλου. Το ανθρώπινο τόξο έχει πολύ περισσότερες λάμψεις από αυτές που βλέπουμε. Είναι περισσότερο φωτεινό και πολύχρωμο από το ουράνιο τόξο. Είμαστε όμως πλέον τυφλοί, καθώς η "όρασή" μας έχει περιοριστεί από τον σεξισμό, τον ρατσισμό, τον μιλιταρισμό, τον ελιτισμό και άλλους... "-ισμούς"».

Τελικά, τι είναι αυτό που πραγματικά μας ανήκει σε αυτήν τη ζωή;

«Οι πέντε αισθήσεις μας, αλλά κυρίως η ακοή: η ικανότητά μας να ακούμε, ώστε να μπορέσουμε στη συνέχεια να μιλήσουμε. Γι' αυτό, άλλωστε, γεννηθήκαμε με δύο αφτιά και μόνο ένα στόμα...».

Τι νομίζετε ότι πρέπει να μάθουμε να κάνουμε περισσότερο οι άνθρωποι; Να μιλάμε μεταξύ μας ή να σωπαίνουμε;

«Και οι δύο γλώσσες είναι το ίδιο πλούσιες, αλλά πρέπει να μάθουμε να ακούμε τη σιωπή».

Σχεδόν σε όλες τις εποχές όμως φαίνεται να υπερισχύουν οι φωνές αυτών που απειλούν με την «κόλαση» - οι θρησκείες ή και οι λεγόμενες «αγορές» - σε σχέση με τις φωνές εκείνων που μιλούν για την πραγματική ζωή. Για ποιον λόγο συμβαίνει αυτό;

«Αυτοί που κηρύττουν τον "θάνατο" είναι αλήθεια ότι φωνάζουν πολύ δυνατά. Ισως επειδή ο φόβος, για να εμπεδωθεί, χρειάζεται μερικές φορές να κάνει φασαρία».

Υπάρχει κάπου στον πλανήτη μια φωνή που να «μιλάει» για τη ζωή και θα έπρεπε να την ακούσουμε πιο προσεκτικά;

«Ναι, υπάρχουν τέτοιες φωνές. Για παράδειγμα, όσα συμβαίνουν σήμερα στον αραβικό κόσμο είναι μια χορωδία από φωνές της ζωής, η οποία προσπαθεί να ακουστεί ενάντια στον πανίσχυρο θάνατο. Γιατί σίγουρα κάτι θέλει να μας πει αυτός ο μικρός κόσμος που μεγαλώνει μέσα στην κοιλιά αυτού του ευρύτερου κόσμου στον οποίο δοκιμαζόμαστε και εμείς καθημερινά».

Επομένως, για όλα αυτά που συμβαίνουν στον αραβικό κόσμο ποιες είναι οι σκέψεις σας;

«Οτι πρέπει να προσέχουμε πολύ με τους "ειδήμονες" που κρίνουν και προδικάζουν καταστάσεις. Κανείς δεν προέβλεψε αυτήν την πλημμυρίδα ελευθερίας».

Μήπως δραματοποιούμε λίγο τα πράγματα; Το πόσο υποφέρει ο άνθρωπος από την αρχή της ύπαρξής του δεν έχει αλλάξει σημαντικά, απλώς αυτό που έχει αυξηθεί είναι η συναίσθησή μας για αυτό.

«Σωστά, αλλά κοιτάξτε τι συμβαίνει. Υπάρχουν οι αναπόφευκτες δυστυχίες, που προέρχονται από τον έρωτα και τον θάνατο. Ωστόσο οφείλουμε πάντα - και είμαστε ικανοί - να παλέψουμε ενάντια στις δυστυχίες που μπορούμε να αποφύγουμε, εκείνες που το σύστημα της εξουσίας μάς πουλάει σαν μοιραία περιστατικά».

Ακόμη και το ψωμί και το νερό, δύο βασικές ανάγκες, τις έχουμε «θολώσει»: Ελλειψη στον μισό πλανήτη, πληθώρα στον άλλον μισό. Πώς βλέπετε το μέλλον αν δεν λυθεί αυτό το πρόβλημα;

«Ο κόσμος μας είναι ανάποδα, με το κεφάλι κάτω και τα πόδια πάνω. Η Λατινική Αμερική, για παράδειγμα, είναι η σημαντικότερη παραγωγός γεωργικών προϊόντων στον πλανήτη και έχει 70 εκατομμύρια πεινασμένους! Και αυτό σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, τα οποία δίνουν πάντα μικρότερους αριθμούς».

Πιστεύετε ότι για να αλλάξει ο κόσμος προς το καλύτερο πρέπει να συμβεί ένα παγκόσμιο γεγονός που θα μας συγκινήσει και θα μας ενεργοποιήσει όλους ταυτόχρονα;

«Οχι. Πιστεύω πως κοιτάζουμε την υφήλιο μέσα από την κλειδαρότρυπα. Οι μικρές εμπειρίες της κάθε ζωής είναι αυτές που μας διδάσκουν την τέχνη της ζωής».

Συμβαίνουν τόσα τριγύρω μας, αλλά ποιος θα έπρεπε να είναι ο αμεσότερος φόβος μας;

«Ο αμεσότερος φόβος; Ισως το να μείνουμε χωρίς πλανήτη».

Φαίνεται πάντως ότι πλούσιοι και φτωχοί, από διαφορετικούς δρόμους βέβαια, έχουν συχνά κάτι κοινό, τη θλίψη. Είναι η θλίψη χειρότερη και από τη φτώχεια;

«Είναι. Γι' αυτό όλοι είμαστε άρρωστοι από τον φόβο, τη μοναξιά και την απόγνωση. Tην ίδια στιγμή, όμως, είναι οι ισχυροί του κόσμου που φροντίζουν ώστε οι άρρωστοι να μη βρίσκουν τα "φάρμακά" τους».

Ισως γι' αυτό οι Κινέζοι έχουν μια πολύ κακή κατάρα που λέει «σου εύχομαι να ζήσεις σε ενδιαφέροντες καιρούς».

«Προσωπικά, δεν θα ήθελα να πεθάνω από την πείνα. Αλλά ούτε και από ανία, γι' αυτό οι αντιξοότητες που συναντώ μπροστά μου είναι καλοδεχούμενες».

Γνωρίζουμε ότι αγαπάτε πολύ το ποδόσφαιρο, έχετε γράψει βιβλίο και συχνά κάνετε ποιητικές αναφορές στα βιβλία σας για αυτό το άθλημα. Ο Ντμίτρι Σοστακόβιτς έχει πει ότι «το ποδόσφαιρο είναι το μπαλέτο των μαζών». Στα δικά σας μάτια τι είναι το ποδόσφαιρο;

«Μπορώ να σας πω τι έχει τη δυνατότητα να κάνει το ποδόσφαιρο: Ρίο Ντε Τζανέιρο, 16 Ιουλίου 1950, στάδιο "Μαρακανά", ημέρα του τελικού του Παγκοσμίου Κυπέλλου ανάμεσα στη Βραζιλία και στην Ουρουγουάη. Εκείνη την ημέρα οι μελλοθάνατοι καθυστέρησαν τον θάνατό τους και τα μωρά βιάστηκαν να γεννηθούν. Την προηγούμενη ημέρα σε ολόκληρη την Ουρουγουάη δεν μπορούσε κανείς να κοιμηθεί. Την επομένη δεν ήθελε κανείς να ξυπνήσει».

Τελικά, ποιο είναι το πιο σημαντικό πράγμα που έχουμε και από το οποίο πρέπει να προσπαθήσουμε να κρατηθούμε;

«Από τη συνείδησή μας, η οποία πρέπει πάντα να μας θέτει το τελικό ερώτημα. Γιατί, όπως έχει πει ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, "η δειλία ρωτάει: Υπάρχει ασφάλεια; Η σκοπιμότητα ρωτάει: Εχει απόδοση; Η ματαιοδοξία ρωτάει: Εχει απήχηση; Ομως η συνείδηση ρωτάει: Είναι δίκαιο;"».

Βλέπετε να υπάρχει στον ορίζοντα κάτι το οποίο να μπορεί να «τραβήξει» τον άνθρωπο μπροστά;

«Η ουτοπία. Αυτή βρίσκεται στον ορίζοντα. Προχωρείς δύο βήματα και εκείνη απομακρύνεται άλλα δύο, ενώ ο ορίζοντας κάνει δέκα βήματα πίσω. Τότε, λοιπόν, σε τι χρησιμεύει η ουτοπία; Ακριβώς σε αυτό, στο να προχωρείς».

Αν βάζατε μέσα σε ένα μπουκάλι ένα μήνυμα και το πετούσατε στην «αγριεμένη θάλασσα της βαρβαρότητας» όπου πλέουμε σήμερα, τι θα έγραφε αυτό το μήνυμα;

«Θα έγραφα τη λέξη "Αμπρακατάμπρα", που στα αρχαία εβραϊκά σημαίνει "Ρίξε τα πυρά σου ως το τέλος"».

Εξαιρετικό! Και μας φέρνει στο μυαλό ότι αυτό που σίγουρα συνέβη με εμάς τους Ελληνες είναι ότι σιγά σιγά ξεχάσαμε την έννοια των λέξεών μας.

«Συμβαίνει πάντα αυτό με τους λαούς που καταλήγουν να περνούν κρίση και καμιά φορά πρέπει να ξεκινήσουν από την αρχή. Προσέξτε. Ο Φειδίας είναι ο σπουδαιότερος γλύπτης όλων των εποχών. Τα πιο σημαντικά έργα του δεν βρίσκονται στον Παρθενώνα, αλλά στο Βρετανικό Μουσείο και δεν τα ονομάζουν "Γλυπτά του Φειδία", αλλά "Γλυπτά του Ελγιν". Στα λίγα, όμως, που απέμειναν στον Παρθενώνα, υπάρχουν τα πάντα».

* Αυτή η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο ΒΗΜagazino στις 9 Οκτωβρίου 2011.

ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, BHMAGAZINO,  10-10-2011

Μη φοβάσαι! Ο φόβος ως πολιτικό εργαλείο και πώς θα το αχρηστέψουμε.

Συλλογικά και ατομικά όλοι κάτι φοβόμαστε: τη χρεοκοπία, την απόλυση, την κατάρρευση του ευρώ, τους ιούς, τους χωρισμούς, μήπως πέσει ο ουρανός στα κεφάλια μας. Κι όμως, ο αμερικανός καθηγητής Κόρεϊ Ρόμπιν με το βιβλίο του «Φόβος: Η ιστορία μιας πολιτικής ιδέας» αποκαλύπτει ότι ο φόβος είναι το πιο αποτελεσματικό εργαλείο πολιτικής χειραγώγησης. Το δηλητήριο που παραλύει τη δράση και την αντίσταση στην επέλαση οποιασδήποτε εξουσίας. Υπάρχει αντίδοτο; Ναι, λέει ο καθηγητής. Να ξεφοβηθούμε και να αντεπιτεθούμε.


 Φόβος: Η ιστορία μιας πολιτικής ιδέας». Ο τίτλος στο εξώφυλλο του βιβλίου που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια μοιάζει να αναφέρεται (και) στην κατάσταση στην Ελλάδα. Ο αμερικανός πολιτικός επιστήμονας Κόρεϊ Ρόμπιν έγραψε το βιβλίο όταν μεσουρανούσε ο «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας» και τη διεθνή πολιτική υπαγόρευε ο φόβος των τρομοκρατικών χτυπημάτων.

Σήμερα τη σκυτάλη στη φοβική ατζέντα παραλαμβάνει ο οικονομικός φόβος, καθώς καλούμαστε να φτωχύνουμε για να μην πτωχεύσουμε. Η κάμερα της εξουσίας αλλάζει γωνία λήψης, η ταινία εξακολουθεί να είναι θρίλερ. Μια συνέντευξη με το συγγραφέα του «Φόβου» επιβάλλεται, ειδικά τώρα που το αμερικανικό μοντέλο του φόβου και της αυθαιρεσίας στο χώρο εργασίας έρχεται στη χώρα μας μέσω μνημονίου, με την κατεδάφιση των συλλογικών συμβάσεων και την καταπάτηση στοιχειωδών δικαιωμάτων.

Οχι, όμως, για να σκιαχτούμε κι άλλο, αλλά επειδή είναι -επιτέλους- καιρός να ξεφοβηθούμε.

Πόσο έχει αλλάξει η πολιτική του φόβου από τότε που ξέσπασε η οικονομική κρίση; «Το οικονομικό άγχος παίζει μεγαλύτερο ρόλο τώρα από ό,τι στις αρχές της δεκαετίας και ο φόβος της τρομοκρατίας φαίνεται να έχει υποχωρήσει. Ομως η πολιτική του φόβου παραμένει: οι πολιτικοί ηγέτες και οι ελίτ επιλέγουν κάθε φορά να εστιάσουν σε κάτι ως αντικείμενο ανησυχίας. Παρότι το οικονομικό άγχος έχει αυξηθεί απότομα τα τελευταία χρόνια, οι πολιτικές ελίτ δεν του έχουν δώσει τόση σημασία - ή τουλάχιστον δεν το αναδεικνύουν σε κεντρικό ζήτημα της πολιτικής τους, όπως έκαναν με το φόβο της τρομοκρατίας. Σε επίπεδο δημοσιονομικών δαπανών και προϋπολογισμού, ο στρατιωτικός τομέας στις ΗΠΑ εξακολουθεί να καλύπτει ένα υπέρογκο ποσό ανελαστικών κονδυλίων».

Θεωρείτε, δηλαδή, ότι οι ελίτ δεν αντέδρασαν επαρκώς στο χρηματοπιστωτικό κραχ του '08; «Η αντίδρασή τους δεν είχε ούτε κατά διάνοια την ίδια ένταση με την οποία αντέδρασαν στα χτυπήματα τις 11ης Σεπτεμβρίου. Τους πήρε πολύ χρόνο να συνειδητοποιήσουν τις επιπτώσεις του κραχ και σε κανένα βήμα της διαδικασίας δεν ξόδεψαν αρκετά χρήματα, ούτε έκαναν αρκετά για να αντισταθμίσουν τα προβλήματα που προξένησε το κραχ, όπως έχουν εύστοχα υποδείξει κριτικές φωνές σαν του Πολ Κρούγκμαν. Ολα αυτά επιβεβαιώνουν το κεντρικό επιχείρημα του βιβλίου μου: αν ο φόβος είναι πολιτική κατασκευή, αυτό σημαίνει ότι δεν γεννιούνται όλοι οι φόβοι ίσοι. Σε κάποιους δίνεται μεγαλύτερη βαρύτητα απ' ό,τι σε άλλους».

Ποιος είναι ο ρόλος των δημοσιογράφων στην κατασκευή του πολιτικού φόβου, ειδικά σε μια εποχή κρίσης των ΜΜΕ; «Θεωρώ ότι οι αλλαγές στο ρόλο των δημοσιογράφων και της δημοσιογραφίας γενικότερα στην πολιτική του φόβου είναι μία από τις σημαντικότερες εξελίξεις των τελευταίων χρόνων. Οταν έγραψα το "Φόβο" η μπλογκόσφαιρα ήταν ακόμα στο ξεκίνημά της. Υπήρχε κριτική απέναντι στα ΜΜΕ, αλλά περιοριζόταν σε κάποιες λίγες αριστερές φωνές. Πλέον η κριτική απέναντι στα ΜΜΕ εκφράζεται από περισσότερες πηγές, με μεγαλύτερη δριμύτητα, από αρθρογράφους που επιτελούν έργο ζωτικής σημασίας. Μπορεί αυτές οι φωνές να μην επαρκούν για να αναχαιτίσουν τη χιονοστιβάδα πολιτικού φόβου -πολλοί από αυτούς έγραφαν ενάντια στον πόλεμο στο Ιράκ χωρίς να καταφέρουν να τον σταματήσουν-, προσφέρουν όμως ένα πολύτιμο βήμα στα κοινωνικά κινήματα και στους ακτιβιστές, για να εκφράσουν την κριτική τους και να αρθρώσουν εναλλακτικές προτάσεις. Οι δημοσιογράφοι εξακολουθούν σε μεγάλο βαθμό να υπηρετούν το μηχανισμό του φόβου, έχουν όμως να αντιμετωπίσουν κάποιους πολύ σοβαρούς αντιπάλους - και αναφέρομαι κυρίως στα ανεξάρτητα μέσα στο διαδίκτυο».

Χρησιμοποιείτε διαφορετικές λέξεις (φόβος, τρόμος, άγχος, ολοκληρωτισμός) για να περιγράψετε την έννοια του πολιτικού φόβου στη σκέψη διαφορετικών φιλοσόφων. Ποια προσέγγιση θεωρείτε πιο επίκαιρη; «Η προσέγγιση του Χομπς (την οποία αποκαλώ "φόβο") προσφέρει το πιο χρήσιμο πεδίο εκκίνησης για να αρχίσουμε να κατανοούμε την πολιτική του φόβου σήμερα. Αν και διαφωνώ με στοιχεία της ανάλυσής του (οπωσδήποτε διαφωνώ με την πολιτική του θέση), ο Χομπς εστιάζει στα κριτικά στοιχεία του φόβου περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο σύγχρονο θεωρητικό: αναδεικνύει το ρόλο των ελίτ εντός και εκτός της κρατικής μηχανής και της πολιτικής ιδεολογίας, στο πώς καθορίζουν τι πρέπει να φοβόμαστε στον δημόσιο βίο, πώς προσλαμβάνουμε αυτούς τους φόβους και πώς πρέπει να τους αντιμετωπίζουμε. Ασχολείται με το πώς οι πολιτιστικοί θεσμοί καλλιεργούν το φόβο. Στην εποχή του ήταν οι εκκλησίες και τα πανεπιστήμια· στην εποχή μας είναι τα ΜΜΕ. Επί πλέον, αναδεικνύει τη σχέση μεταξύ εσωτερικής πολιτικής και διεθνούς ασφάλειας. Εκεί που πιστεύω ότι κάνει λάθος είναι πως δίνει υ- περβολική έμφαση στην ενότητα κράτους και κοινωνίας των πολιτών. Θεωρώ ότι αυτοί οι θεσμοί μπορούν να είναι αποσπασματικοί και διαχωρισμένοι και, παρ' όλα αυτά, να εξακολουθούν να γεννάνε το φόβο».

Αντίθετα με τον Χομπς, εσείς υποστηρίζετε ότι ο φόβος δεν είναι εποικοδομητικός. Τι μπορεί να μας εμπνεύσει αντί για το φόβο; «Το σημείο εκκίνησης για μένα είναι η διανοητική και ηθική κληρονομιά της Αριστεράς, η έμφαση στην ισότητα, στα ανθρώπινα δικαιώματα και στη δικαιοσύνη. Ο φόβος γίνεται καθοριστικός παράγοντας στη δημόσια ζωή, όταν δεν υπάρχει τίποτ' άλλο να μας παρακινήσει σε δράση. Γι' αυτό και η πολιτική του φόβου είναι τόσο ισχυρή σε μετεπαναστατικές ή αντεπαναστατικές εποχές όπως η δική μας. Οσο δυναμώνουν τα κοινωνικά κινήματα, η λαϊκή απαίτηση για ελευθερία και ισονομία τόσο λιγότερο επιρρεπείς γινόμαστε στην πολιτική του φόβου».

Στο κεφάλαιο του βιβλίου σας «Η αμερικανική εκδοχή του φόβου» περιγράφετε πώς λειτουργεί ο πολιτικός φόβος στις ΗΠΑ. Τι το ξεχωριστό έχουν οι ΗΠΑ σε σχέση με τα ευρωπαϊκά κράτη; «Οι ΗΠΑ έχουν τρία χαρακτηριστικά που τις διαφοροποιούν από τα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη: Πρώτο, η κυβέρνηση είναι περισσότερο πολυδιασπασμένη απ' ό,τι (για παράδειγμα) η κυβέρνηση της Γαλλίας ή της Βρετανίας. Η κεντρική μας κυβέρνηση στην Ουάσινγκτον χωρίζεται σε τρία όργανα, το καθένα από τα οποία μπορεί να θέσει βέτο σε πολλά σημεία, και να ακυρώσει την πολιτική δράση. Αυτή η κυβέρνηση με τη σειρά της μοιράζεται την εξουσία της με 50 ομοσπονδιακές κυβερνήσεις και πολλές περισσότερες δημοτικές. Οπότε το πολιτικό μας σύστημα είναι λιγότερο ικανό για συνολική δράση. Κατά δεύτερο λόγο, οι θεσμοί της κοινωνίας των πολιτών (εκκλησίες, πανεπιστήμια, ομάδες πολιτών κ.λπ.) έχουν σημαντικές εξουσίες απέναντι στο κράτος. Και πάλι, ακόμα κι αυτοί οι θεσμοί έχουν δικαιώματα βέτο.

»Σε αντίθεση με πολλούς προοδευτικούς και συντηρητικούς διανοητές, που θεωρούν ότι όλα αυτά τα χαρακτηριστικά κάνουν την κοινωνία μας πιο ελεύθερη, το δικό μου επιχείρημα είναι ότι οι πολλοί αλληλοαναιρούμενοι θεσμοί κάνουν την κοινωνία μας πιο καταπιεστική. Τέλος, σ' εμάς στις ΗΠΑ υπάρχει τεράστια απορρύθμιση στους χώρους εργασίας. Ο κύριος μηχανισμός καταπίεσης και καταναγκασμού σ' αυτήν τη χώρα δρα στους χώρους εργασίας, και αυτό συμβαίνει επειδή οι εργοδότες στις ΗΠΑ έχουν συγκεντρώσει πολύ περισσότερη δύναμη από ό,τι τα αφεντικά στην Ευρώπη».

Πώς μπορούμε να αντιμετωπίσουμε το φόβο στον εργασιακό χώρο, που αυξάνεται παράλληλα με τους δείκτες ανεργίας και το βάθεμα της κρίσης; «Εχει αποδειχθεί ότι η πολιτική του εκφοβισμού στο χώρο εργασίας είναι πάντα πιο έντονη σε καταστάσεις υψηλής ανεργίας. Οταν οι εργαζόμενοι δεν έχουν περιθώρια να βρουν αλλού δουλειά, αν πιστεύουν ότι πρέπει να νιώθουν τυχεροί που έχουν έστω μια δουλειά, έστω και με άθλιους όρους, τότε είναι πολύ πιο ευάλωτοι στις διαθέσεις των εργοδοτών απ' ό,τι σε περιόδους χαμηλής ανεργίας. Αυτό, όμως, που παίζει τον μεγαλύτερο ρόλο είναι το πώς αντιδρά το κράτος, με εναλλακτικές λύσεις, επιδόματα ανεργίας, προγράμματα απασχόλησης κ.λπ. Αυτό που βλέπουμε τώρα είναι ότι, καθώς τα επιδόματα στερεύουν και η ύφεση βαθαίνει, τουλάχιστον όσον αφορά την απασχόληση, τα παραδοσιακά στηρίγματα στα οποία οι άνθρωποι βασίζονταν παλιότερα, όπως οι θεσμοί του κράτος πρόνοιας, τώρα απλώς δεν υπάρχουν. Αυτό και μόνο αρκεί για να κάνει τους εργαζόμενους να φοβούνται περισσότερο».

Οι πολιτικοί, τα ΜΜΕ, το Χόλιγουντ, οι εργοδότες, η αστυνομία, οι διάφοροι προφήτες της Νέας Εποχής, μας επαναλαμβάνουν σε κάθε τόνο : «Να φοβάστε, να φοβάστε πολύ». Πώς μπορούμε να αγνοήσουμε το φόβο, όταν με κάθε τρόπο μάς λένε ότι η αντίσταση είναι μάταιη και αυτοκαταστροφική; «Μπορούμε απλώς να πούμε όχι. Ο πολιτικός φόβος είναι αποτελεσματικός μόνον όταν εμείς, οι πολίτες, τον δεχόμαστε και τον αναπαράγουμε. Αν αρνηθούμε το φόβο, τους χαλάμε τη συνταγή. Σκεφτείτε όλα τα μεγάλα κινήματα στην Ιστορία, τις εξεγέρσεις των σκλάβων, την αντίσταση στο φασισμό, τους πολιτικούς διαφωνούντες στη Σοβιετική Ενωση και πολλούς άλλους. Ολοι τους αρνήθηκαν να συναινέσουν στη μία ή την άλλη μορφή πολιτικής του φόβου, και μ' αυτήν τους την πράξη κατέστησαν την πολιτική του φόβου λιγότερο αποτελεσματική από ό,τι εάν δεν υπήρχε αντίσταση. Ο Χομπς σ' αυτό ήταν τρομερά διεισδυτικός. Είχε πει ότι η εξουσία είναι σαν τη δόξα ή τη φήμη: Ενδυναμώνεται καθώς προελαύνει. Είναι σαν τη χιονοστιβάδα. Ανακόψτε την επέλασή της - και δεν θα αυξηθεί».

Γράφετε πως ο φόβος της τρομοκρατίας χρησιμοποιείται για να καταστείλει τα εργατικά κινήματα, το συνδικαλισμό, το δικαίωμα στη διαδήλωση και την απεργία, καταπατώντας ελευθερίες στο όνομα της ασφάλειας. Πώς θα περιγράφατε τη σημερινή κατάσταση; «Φοβάμαι πως η κατάσταση έχει χειροτερέψει από τότε που έγραψα το βιβλίο μου για το φόβο. Το εργατικό κίνημα σήμερα είναι πιο αδύναμο απ' ό,τι ήταν πριν από 10 χρόνια. Τα μέλη των συνδικάτων μειώνονται, ειδικά στον ιδιωτικό τομέα. Δυστυχώς, σήμερα η κυβέρνηση Ομπάμα συμμετέχει στην κατά μέτωπο επίθεση ενάντια στα σωματεία των εκπαιδευτικών. Τα σωματεία των εκπαιδευτικών είναι ένας από τους ακρογωνιαίους λίθους του εργατικού κινήματος, τουλάχιστον εδώ στις ΗΠΑ. Αν καταφέρουν να μας κάνουν να γονατίσουμε, η κατάσταση μπορεί να εξελιχθεί πολύ άσχημα όχι μόνο για τους εκπαιδευτικούς, αλλά για όλους τους εργαζόμενους».

Μια πρακτική συμβουλή για να ξεφοβηθούμε; «Οργανωθείτε στα συνδικάτα σας. Εν ανάγκη, δημιουργήστε εσείς συνδικάτα και δράστε συλλογικά μέσα σ' αυτά. Στις ΗΠΑ το κυριότερο παράδειγμα για το πώς να αψηφάς το φόβο είναι τα εργατικά συνδικάτα. Δεν ξέρω πώς είναι σ' εσάς στην Ελλάδα, αλλά σ' εμάς είναι πολύ δύσκολο για έναν εργαζόμενο να αναπτύξει συνδικαλιστική δράση. Οι εργοδότες χρησιμοποιούν κάθε είδους ραδιουργία και εκφοβισμό για να το εμποδίσουν. Οπότε, κάθε φορά που οι εργαζόμενοι οργανώνονται συνδικαλιστικά, αυτό σημαίνει όχι μόνον ότι έχουν ξεπεράσει τους μηχανισμούς του φόβου, αλλά και ότι έχουν οχυρωθεί εναντίον τους.


»Αυτοί οι μηχανισμοί συμπεριλαμβάνουν την απειλή (αλλά και την πραγματοποίηση) της απόλυσης, την απειλή (και την πραγματοποίηση) της επίπληξης και της τιμωρίας, την απειλή (και την πραγματοποίηση) της παρενόχλησης και του προπηλακισμού σε ώρα δουλειάς. Η εργατική συνδικαλιστική δράση είναι ο μόνος τρόπος για να νικήσουμε το φόβο που κυριαρχεί στους χώρους εργασίας».

Κόρεϊ Ρόμπιν

Ποιος είναι

* Πολιτικός διανοητής, δημοσιογράφος και συγγραφέας, ο Κόρεϊ Ρόμπιν διδάσκει πολιτική επιστήμη στο Brooklyn College και στο Graduate Center του City University of New York - δύο από τα κορυφαία δημόσια πανεπιστημιακά ιδρύματα στις ΗΠΑ.

* Οι μελέτες του επικεντρώνονται στα φαινόμενα του συντηρητισμού, του νεοσυντηρητισμού και της αντεπανάστασης στον αγγλοσαξονικό κόσμο. Αρθρα του έχουν δημοσιευθεί στον ημερήσιο, περιοδικό και επιστημονικό Τύπο - από τη «New York Times» και την «Washington Post» ώς τα προοδευτικά περιοδικά «The Nation» και «Dissent» και τις ακαδημαϊκές επιθεωρήσεις «Political Science Review», «Social Research», «Theory and Event».

* Το βιβλίο του «Φόβος: Η ιστορία μιας πολιτικής ιδέας», αν και γράφτηκε το 2004, παραμένει εξαιρετικά επίκαιρο, κυρίως στην ανάλυση για τον εργασιακό φόβο.

Διαβάστε

Zygmunt Bauman, «Ρευστός φόβος», μτφρ. Γιώργος Θ. Καράμπελας, εκδόσεις Πολύτροπον

Ο κορυφαίος ευρωπαίος στοχαστής ανατέμνει τους μοντέρνους φόβους της εποχής μας.

Αν διαβάστε ένα μόνο βιβλίο για το φόβο, ας είναι αυτό.


Χάντερ Σ. Τόμπσον, «Φόβος και παράνοια στο Λας Βέγκας», μτφρ. Αλέξης Καλοφωλιάς, εκδόσεις Πατάκη

Ενα άγριο ταξίδι στην καρδιά του αμερικάνικου ονείρου. Μυθιστόρημα, gonzo δημοσιογραφικό παραλήρημα, ένα ψυχεδελικό τριπάκι στην έρημο της Νεβάδας, ένα ρέκβιεμ για τα κινήματα του '60, μια ελεγεία για το φόβο και την παράνοια που θεριεύουν μέσα μας, αλλά και γύρω μας.

Δείτε

«Η βιτρίνα» (The Front), σκην. Μάρτιν Ριτ, 1976

Νοικιάστε το, κατεβάστε το, δείτε το με κάθε τρόπο. Αριστουργηματική τραγικωμωδία, με ήρωα έναν σεναριογράφο της Μαύρης Λίστας (μεγαλειώδης ο Ζίρο Μόστελ), που βρίσκει ως βιτρίνα του έναν σερβιτόρο (ιδανικός ως φοβητσιάρης ο Γούντι Αλεν). Ο άνθρωπος-βιτρίνα, αρχικά απολίτικος και ατομιστής, σπάει σιγά σιγά το κέλυφος του φόβου και αναρωτιέται «τι στο διάολο πραγματικά συμβαίνει».

ΠΗΓΗ: εφημ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 5-12-2010

Στο όνομα του Φόβου

ΕΝΑΣ ΠΟΙΝΙΚΟΣ λαϊκισμός που αφήνει στο απυρόβλητο τους πλούσιους και τους ισχυρούς και καταδιώκει τους φτωχούς και τους περιθωριακούς, στον οποίο έρχεται να προστεθεί μια ρατσιστική νομοθεσία η οποία πλήττει τους μετανάστες και τους Τσιγγάνους.

Αυτή είναι η αυστηρή κρίση που διατυπώνει ο Λουίτζι Φεραγιόλι, καθηγητής Φιλοσοφίας του Δικαίου σε πανεπιστήμιο της Ρώμης, όταν καλείται να σχολιάσει την πολιτική της κυβέρνησης Μπερλουσκόνι για την ασφάλεια, μια πολιτική που εμπνέεται από το δόγμα της «μηδενικής ανοχής». «Πρώτη φορά στην ιστορία της ιταλικής δημοκρατίας -δηλώνει ο Φεραγιόλι- ο ποινικός στιγματισμός δεν πλήττει μόνο μεμονωμένα άτομα με βάση τα αδικήματα που αυτά διέπραξαν, αλλά ολόκληρες κατηγορίες προσώπων με βάση την εθνική τους ταυτότητα». Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα συνέντευξης που έδωσε ο Λουίτζι Φεραγιόλι στην εφημερίδα «Il Manifesto».

Τα μέτρα της κυβέρνησης Μπερλουσκόνι που τιμωρούν βαρύτατα την εγκληματικότητα του δρόμου, τους μετανάστες χωρίς χαρτιά και τους Τσιγγάνους πάρθηκαν στο όνομα της αυξανόμενης ανασφάλειας. Εσείς έχετε ορίσει αυτή τη δημαγωγική χρήση του φόβου με τον όρο «ποινικός λαϊκισμός». Τι εννοείτε με αυτόν τον όρο;

Με αυτή την έκφραση ο γάλλος νομικός Ντενί Σαλάς και ο Δομινικανός Εντουάρντο Γιόργκε Πρατς όριζαν μια στρατηγική που αποβλέπει στο να κατακτήσει δημαγωγικά τη λαϊκή συναίνεση, εκμεταλλευόμενη το φόβο που γεννιέται στον πληθυσμό από την εγκληματικότητα του δρόμου. Επικρατεί έτσι μια συγκυριακή χρήση του ποινικού δικαίου προς την κατεύθυνση της καταστολής, που είναι εντελώς αναποτελεσματική σε σχέση με τις προθέσεις πρόληψης των εγκλημάτων. Πάρτε για παράδειγμα την πρόταση να εισαχθεί το αδίκημα της παράνομης μετανάστευσης. Αυτό το νέο αδίκημα θα αποδώσει την ιδιότητα του εγκληματία σε όποιον μπαίνει ή παραμένει παράνομα στο εθνικό έδαφος. Αυτό σημαίνει ότι με ένα μόνο χτύπημα 700 χιλιάδες παράνομοι μετανάστες πρέπει να φυλακιστούν. Προφανώς είναι αδιανόητο να μπορέσουν να εφαρμοστούν σοβαρά αυτοί οι κανόνες. Ακριβώς αυτό, όμως, επιβεβαιώνει το δημαγωγικό τους χαρακτήρα. Αυτό που είναι σημαντικό είναι η συμβολική αξία αυτών των αναγγελιών και όχι η δυνατότητα εφαρμογής τους.

Αυτά τα μέτρα δικαιολογήθηκαν στο όνομα της «μηδενικής ανοχής»...

«Μηδενική ανοχή» είναι μια παράλογη διατύπωση που εκφράζει μιαν αντιδραστική ουτοπία. Η ολική εξάλειψη των εγκλημάτων είναι αδύνατη χωρίς έναν ολοκληρωτικό εκφυλισμό του πολιτικού συστήματος. Η «μηδενική ανοχή» θα μπορούσε ίσως να επιτευχθεί μόνον σε μια πανοπτική κοινωνία αστυνομικού τύπου, η οποία θα καταργούσε προληπτικά τις ελευθερίες όλων, τοποθετώντας έναν αστυνομικό πίσω από κάθε πολίτη και τα τεθωρακισμένα άρματα στους δρόμους. Το τίμημα θα ήταν, με δυο λόγια, ο μετασχηματισμός των κοινωνιών μας σε πειθαρχημένα και ανελεύθερα καθεστώτα, στα οποία οι πολίτες θα βρίσκονται υπό διαρκή αστυνομική επιτήρηση.

Με βάση όμως το δόγμα της «μηδενικής ανοχής» αυξήθηκαν στα τελευταία είκοσι χρόνια, όχι μόνον στην Ιταλία, ο ποινικός σωφρονισμός και η φυλάκιση. Αν είναι τόσο αναποτελεσματική η «μηδενική ανοχή», γιατί συνεχίζουν να την εφαρμόζουν;

Το φαινόμενο στο οποίο αναφερθήκατε έχει πάρει γιγάντιες διαστάσεις. Σε όλες τις δυτικές χώρες έχουμε μιαν αληθινή έκρηξη των φυλακών. Στην Ιταλία ο πληθυσμός των φυλακισμένων έχει διπλασιαστεί, φτάνοντας τα 50 χιλιάδες πρόσωπα. Στις Ηνωμένες Πολιτείες μάλιστα έχει δεκαπλασιαστεί φτάνοντας τα 2 εκατομμύρια πρόσωπα, χωρίς να λογαριάζουμε τα 4 εκατομμύρια που βρίσκονται υπό αστυνομική επιτήρηση. Πρόκειται για μαζική φυλάκιση της φτώχειας, που γεννιέται από ένα ταξικό εκφυλισμό της ποινικής δικαιοσύνης. Αυτός ο εκφυλισμός τροφοδοτείται από μιαν ιδεολογία του αποκλεισμού, η οποία υιοθετεί μια ρατσιστική ανθρωπολογία της ανισότητας και αντιμετωπίζει σαν εγκληματίες τους φτωχούς, τους περιθωριακούς, τους διαφορετικούς, όπως είναι ο ξένος, ο μουσουλμάνος, ο μετανάστης χωρίς χαρτιά.

Υπάρχει κάποια σχέση ανάμεσα σε αυτή τη χρήση της ποινικής δικαιοσύνης και στην ειδική νομική προστασία που διαθέτουν όσοι κατέχουν υψηλά κρατικά αξιώματα;

Είναι ο διπλός χαρακτήρας του ποινικού δικαίου: ένα δίκαιο υπερβολικά επιεικές για τους πλούσιους και τους ισχυρούς και ένα δίκαιο υπερβολικά αυστηρό για τους φτωχούς και τους περιθωριοποιημένους. Σε αυτόν το διχασμό, τα δρακόντεια μέτρα εναντίον της εγκληματικότητας του δρόμου συνυπάρχουν με ένα ολόκληρο νομικό οικοδόμημα που αποβλέπει στην ποινική ασυλία των κυβερνητικών αξιωματούχων και του πρωθυπουργού. Είναι η απόδειξη ότι σήμερα η δικαιοσύνη είναι ουσιαστικά ανήμπορη απέναντι στην εγκληματικότητα των κρατικών λειτουργών, ενώ είναι αυστηρότατη απέναντι στην εγκληματικότητα του δρόμου.

Υποστηρίζετε, δηλαδή, ότι το ποινικό δίκαιο χρησιμοποιείται ήδη ως εργαλείο κοινωνικών διακρίσεων;

Ολα αυτά τα μέτρα που λαμβάνονται παραβιάζουν πολλές αρχές του νομικού πολιτισμού, αλλά κυρίως παραβιάζουν την ουσία της αρχής της νομιμότητας, δηλαδή την απαγόρευση, στο πεδίο του ποινικού δικαίου, της σύνδεσης μιας ποινής με μια κατάσταση ή με μια προσωπική ταυτότητα, πολύ περισσότερο μάλιστα αν αυτή η ταυτότητα είναι εθνική. Αυτός είναι ο μηχανισμός της λαϊκιστικής δημαγωγίας: δημιουργείται ένας δυνητικός εχθρός, ο μετανάστης, και τον δείχνουν με το δάχτυλο ως πιθανό εγκληματία ή επικίνδυνο υποκείμενο, εκθέτοντάς τον στη φονική βία φασιστικών ομάδων. Αλλά η χειρότερη πλευρά αυτών των νόμων, περισσότερο και από την παραβίαση των αρχών του δικαίου, είναι το ρατσιστικό δηλητήριο που χύνουν στον κοινό νου. Αντίθετα, η αληθινή πρόληψη των εγκλημάτων συνδέεται κυρίως με την ανάπτυξη της κοινωνικής συνείδησης, με την κοινωνική αλληλεγγύη, την ανεκτικότητα για τους διαφορετικούς, με δυο λόγια με τις κοινωνικές και πολιτικές αρετές που αντιτίθενται ακριβώς στο φόβο και την καχυποψία όλων απέναντι σε όλους (...).

ΠΗΓΗ: εφημ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 28-5-2011

Ζωή στο λαγούμι του φόβου;

της Μαριαννας Τζιαντζη


Δεν χρειάζεται να δει κανείς τα σημάδια του αίματος στο πεζοδρόμιο, εκεί όπου έχασε τη ζωή του ο 44χρονος στη διασταύρωση της 3ης Σεπτεμβρίου και Ηπείρου, όπως δεν χρειάζεται να δούμε στην τηλεόραση το βίντεο με τον ξυλοδαρμό του διαδηλωτή στην Πανεπιστημίου, για να καταλάβουμε ότι η άνοιξη στην Αθήνα δεν έφτασε με τις βιόλες, τα γιούλια και τα γιασεμιά.

Χθες το μεσημέρι, σ' έναν κεντρικό δρόμο κοντά στην πλατεία Αττικής, είδα μια μικρή πλαστική ελληνική σημαία στερεωμένη στο παράθυρο ενός υπερυψωμένου ισογείου διαμερίσματος. Καθώς δεν υπήρχε μπαλκόνι, ο ένοικος ή οι ένοικοι είχαν απλώσει την μπουγάδα τους κάτω από τα ρολά του παραθύρου, τα οποία ήταν ανοιγμένα προς τα μπρος υπό γωνία περίπου 45 μοιρών. Στον αρθρωτό βραχίονα, που συνέδεε το ρολό με το κούφωμα, ήταν σφηνωμένο το γαλανόλευκο σημαιάκι που σήμαινε «Εδώ κατοικούν Ελληνες! Μη βαράτε, αδελφοί!»

Ο φόβος και όχι η εθνική περηφάνια οδήγησε στην τοποθέτηση της σημαίας ανάμεσα στις κάλτσες και στα σώβρακα, αφού εύκολα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι στο φτωχό και εξαιρετικά ευάλωτο διαμέρισμα κατοικούν αλλοδαποί. Το επόμενο βήμα θα είναι να αναγκάσουμε τους μη νόμιμους ξένους να φοράνε ένα χρωματιστό άστρο και όχι κατ' ανάγκη κίτρινο.

Ημέρες φόβου, ημέρες οργής, ημέρες ντροπής. Δέκα ή και παραπάνω ένστολοι να χτυπούν ένα (1) νέο σωριασμένο στον δρόμο, στην Πανεπιστημίου, απέναντι από το όμορφο νεοκλασικό κτίριο του Τσίλερ, όπου στεγάζεται το Νομισματικό Μουσείο. Ενα ψηλό δέντρο με αραιό φύλλωμα ρίχνει στην άσφαλτο τη σκιά του που σχηματίζει ένα μοτίβο σαν γιαπωνέζικη στάμπα. Κλομπ ανεβοκατεβαίνουν, αρβύλες κλωτσούν, ενώ όλο το στιγμιότυπο διαρκεί λίγα δευτερόλεπτα. Ξαφνικά, οι αστυνομικοί αποχωρούν, εγκαταλείποντας τον οριζόντιο σάκο του μποξ στο πεδίο της μάχης.

«Μα αν ήταν ταραξίας, γιατί δεν τον συνέλαβαν;» αναρωτιέται απορημένος ο Κώστας Αρβανίτης στη χθεσινή «Πρωινή ενημέρωση» (ΝΕΤ), παρατηρώντας ότι είδαμε τους αστυνομικούς να χτυπούν, να «τιμωρούν» έναν άνθρωπο. Αραγε αυτή η επιχείρηση τρομοκράτησης, και όχι συνέτισης, καθιστά πιο ασφαλή τη ζωή μας στο κέντρο της Αθήνας;

Πριν από λίγα χρόνια, ένα κορυφαίο πολιτικό στέλεχος είχε μιλήσει για τον κίνδυνο να γίνει η Αθήνα Καμπούλ, ενώ χθες ο δήμαρχος της Αθήνας, κ. Καμίνης, μιλώντας στην «Πρώτη γραμμή» (ΣΚΑΪ), αναγνώρισε ότι υπάρχει κίνδυνος κάποιες γειτονιές της Αθήνας σε λίγο να θυμίζουν Βηρυτό της δεκαετίας του '80. Ας ελπίσουμε ότι δεν θα ακούσουμε να συγκρίνεται η Αθήνα με το προπολεμικό Βερολίνο.

Αδικος ο χαμός του 44χρονου, άδικος ο προχθεσινός τραυματισμός τόσων ανθρώπων, άδικοι οι προπηλακισμοί σε βάρος μεταναστών, άδικη και η κουκουλοφορούσα βία, άδικο είναι να ζουν άνθρωποι, ανεξαρτήτως προέλευσης και εθνικότητας, στο λαγούμι του φόβου.

ΠΗΓΗ: εφημ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 13-5-2011

Η εποχή του φόβου

του ΘΑΝΑΣΗ ΓΙΑΛΚΕΤΣΗ

Κυκλοφόρησε πρόσφατα και στη γλώσσα μας το βιβλίο του πολωνού κοινωνιολόγου Ζίγκμουντ Μπάουμαν «Ρευστός φόβος» («Πολύτροπον»). Ο Μπάουμαν μίλησε στο περιοδικό «L' Espresso» για τους μεγάλους φόβους που βασανίζουν σήμερα την ανθρωπότητα:

«Η επιθυμία να αισθάνονται ασφαλείς είναι κοινή σε όλους τους ανθρώπους και ίσως όχι μόνον σε αυτούς. Κάποτε την αποκαλούσαν "ένστικτο της επιβίωσης". Για τους ανθρώπους όμως η επιβίωση έχει ένα νόημα πολύ ευρύτερο από εκείνο που έχει για τα άλλα ζώα.

Συμπεριλαμβάνει και τη διάσωση της κοινωνικής τους κατάστασης και της αξιοπρέπειάς τους μπροστά στους κινδύνους της αποτυχίας και της ταπείνωσης. Σήμερα οι κίνδυνοι για τη φυσική επιβίωση και εκείνοι που πηγάζουν από τις παραξενιές της φύσης δεν είναι τόσο σοβαροί όσο ήταν στο παρελθόν. Οι λύκοι έχουν χαθεί από τα δάση, επινοήθηκαν φάρμακα που θεραπεύουν τις ασθένειες που άλλοτε θεωρούνταν ανίατες, υπάρχουν τα παυσίπονα κ.λπ. Εχει μεγαλώσει όμως η ανησυχία ότι θα χάσουμε την κοινωνική μας ταυτότητα, ότι θα υποστούμε ταπεινώσεις και ότι θα δούμε να ποδοπατιέται η αξιοπρέπειά μας.

Σήμερα ο τρόπος με τον οποίο κερδίζουμε τα προς το ζην, οι αξίες του επαγγελματισμού, η αξιολόγηση που κάνει η κοινωνία στις αρετές και στις επιτυχίες, οι προσωπικοί δεσμοί και τα κεκτημένα δικαιώματα, όλα αυτά είναι εύθραυστα, προσωρινά και ανακλητά. Και κανείς δεν γνωρίζει πότε και από πού θα έρθει το μοιραίο πλήγμα.

Αυτό που κάνει επομένως τους κινδύνους φαινομενικά σοβαρότερους είναι η δυσκολία να τους εντοπίσουμε και επομένως να τους αποφύγουμε και να τους καταπολεμήσουμε.

Φοβόμαστε έτσι τους μετανάστες, επειδή οι πιο τρομερές απειλές είναι σήμερα κρυμμένες σε έναν παγκόσμιο κρανίου τόπο. Είναι τρομερές επειδή δεν μπορούμε να τις διαγνώσουμε και επομένως τοποθετούνται πέρα από τα δικά μας φτωχικά μέσα άμυνας (για παράδειγμα, άπληστα κεφάλαια, περιπλανώμενα ή ανταγωνιζόμενα, που είναι σε θέση να μας στερήσουν τη θέση εργασίας μας και τα εισοδήματά μας, οι τρομοκράτες, το οργανωμένο έγκλημα, οι επιδημίες).

Οι μετανάστες είναι η ενσάρκωση των αδιόρατων φόβων. Είναι η μοναδική εμπροσθοφυλακή που είναι ορατή διά γυμνού οφθαλμού και που μπορούμε να την αγγίξουμε με το χέρι μας. Είναι, όπως έλεγε ο Μπέρτολντ Μπρεχτ, οι προάγγελοι των κακών ειδήσεων. Αναγγέλλουν πόσο εύθραυστη είναι η ύπαρξή μας. Και, καθώς είναι εδώ, πλάι μας, μπορούμε τελικά να προσπαθήμε να κάνουμε κάτι "συγκεκριμένο" για να αναχαιτίσουμε τον κίνδυνο. Κλείνοντάς τους στα στρατόπεδα προσφύγων ή απελαύνοντάς τους, "καίμε το σκιάχτρο των εχθρικών δυνάμεων". Αποφορτίζουμε έτσι την ένταση, αλλά δεν επιλύουμε κανένα πρόβλημα».

Ενας άλλος μεγάλος φόβος της εποχής μας είναι η τρομοκρατία. Γιατί όμως γίνεται τόσος λόγος για την τρομοκρατία, ενώ τα θύματά της δεν είναι και τόσο πολλά;

«Σε αυτό ακριβώς -σημειώνει ο Μπάουμαν- στηρίζεται η στρατηγική των τρομοκρατών. Είναι βέβαιοι ότι οι ενέργειές τους θα δημιουργήσουν περισσότερο ψυχολογικό και ηθικό αποτέλεσμα με τη συζήτηση που θα γίνει γι' αυτές, παρά με τα συγκεκριμένα αποτελέσματα και τις ζημιές που θα προκαλέσουν τα πρωτόγονα όπλα τους. Οι τρομοκράτες μπορούν να βασίζονται στη συνεργασία των μέσων μαζικής επικοινωνίας, που προβάλλουν σε παγκόσμια κλίμακα τις τοπικές τους δράσεις. Μπορούν να βασίζονται σε ισχυρούς στρατούς, που, σε αντίποινα γι' αυτές τις δράσεις, θα σπείρουν καταστροφή και μίσος, προμηθεύοντας στους τρομοκράτες στρατιές νέων οπαδών. Μπορούν να βασίζονται στις κυβερνήσεις, που βλέπουν στις τρομοκρατικές ενέργειες μιαν ευκαιρία για να καταδείξουν ότι επαγρυπνούν και είναι αποτελεσματικές και να κερδίσουν την επιδοκιμασία των εκλογέων».

Η 11η Σεπτεμβρίου, τα τσουνάμι, ο τυφώνας «Κατρίνα» δείχνουν πόσο ευάλωτος είναι ο πολιτισμός μας: «Θα ήταν ωραίο -συνεχίζει ο Μπάουμαν- να μπορούμε να νομίζουμε ότι ο πολιτισμός μας βαδίζει προς το βασίλειο του λόγου και της ηθικής, έστω και με κάποια ατυχήματα στη διαδρομή. Δεν είναι, όμως, έτσι. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι οι αυθάδεις φιλοδοξίες της νεωτερικότητας άρχισαν με το σοκ που προκλήθηκε τον 18ο αιώνα από τον σεισμό της Λισαβόνας. Μια φύση τυφλή, στερούμενη κάθε ορθολογικότητας, αδιάφορη για τις διακρίσεις ανάμεσα σε αμαρτία και αρετή, ανάμεσα σε αξία και ενοχή, πλήττει αδιακρίτως. Χρειάζεται, επομένως, να αναχαιτίσουμε τη δύναμη των φυσικών στοιχείων, να υποχρεώσουμε τη φύση να εφαρμόζει τις έννοιες του καλού και του κακού. Και, με τη βοήθεια του λόγου και της τεχνικής, η ανθρωπότητα θα προσδώσει μιαν ηθική τάξη σε ένα μη ηθικό χάος.

Τα αποτελέσματα όμως είναι διαφορετικά από τις προθέσεις. Δεν κατορθώσαμε να πείσουμε τη φύση να υπακούσει στην ανθρώπινη φαντασία. Ωστόσο, οι συνέπειες των ενεργειών μας -που είναι αψεγάδιαστες από τεχνική άποψη- μας πλήττουν με μιαν ανορθολογική σκληρότητα, σκληρότητα που μέχρι τώρα αποδίδαμε μόνο στη φύση. Το πρόβλημα έγκειται στο γεγονός ότι, παρά τα πρόδηλα αποτελέσματα, δεν έπαψαν ποτέ οι υποσχέσεις ότι μπορούμε να μεταθέσουμε στην τεχνική και στα προϊόντα της το καθήκον να επιλύει τα ανθρώπινα προβλήματα και οι φιλοδοξίες μετασχηματισμού του κόσμου (και των κατοίκων του) με βάση τις επιταγές του επιστημονικο-τεχνικού λόγου. Σήμερα το κράτος αναθέτει τα καθήκοντά του στις δυνάμεις της αγοράς, που είναι ανώνυμες και απρόσωπες. Συνεπώς τα καθήκοντα που είναι ζωτικής σημασίας για τη λειτουργία και το μέλλον της κοινωνίας ξεφεύγουν από την εποπτεία της πολιτικής και επομένως από κάθε δημοκρατικό έλεγχο. Το αποτέλεσμα: αδυνατίζει το αίσθημα της κοινότητας και κατακερματίζεται η κοινωνική αλληλεγγύη...»

ΠΗΓΗ: εφημ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 10-2-2008

Η κοινωνική συσπείρωση όπλο κατά του φόβου

της Pιτσας Mασουρα

Οριστικά πια εντός των χρονικών ορίων του 2011, οι Ελληνες, ίσως περισσότερο από άλλους ευρωπαϊκούς λαούς κρατάμε με το ζόρι την ανάσα μας. Αν την απελευθερώσουμε δίχως ζύγι, ο κίνδυνος να εκλυθούν στην ατμόσφαιρα τα μύρια όσα μικρόβια του οργανισμού μας είναι μεγάλος. Μαζί και οι τεράστιες αγωνίες μας. Κι όμως, δουλειά του ανθρώπινου σώματος, μεταξύ άλλων, είναι να αναπνέει. Να στρέφεται προς το οξυγόνο και να το χρησιμοποιεί. Οπως δουλειά του ανθρώπινου μυαλού, μεταξύ άλλων, είναι να αφουγκράζεται τα μικρά και τα μεγάλα. Τα όσα μάς προσεγγίζουν εν είδει απειλής. Αυτά που φοβάμαι πως αδρανοποιούν τις δημιουργικές δυνάμεις, που καθηλώνουν πολλούς σε οπισθοδρομικές συμπεριφορές, που φράσσουν τις πύλες εξόδου προς την καινοτομία. Είναι αλήθεια ότι ανάμεσά μας ζουν Ελληνες που δεν έχουν συνειδητοποιήσει το τι μας συμβαίνει. Ή ακόμη κι αν το συνειδητοποιούν, παινεύονται στους φίλους ότι δεν τους αφορά. Καμιά φορά σκέπτομαι ότι πάντα έτσι ήταν ο κόσμος γύρω μας. Μοιρασμένος κόσμος.

Κι όμως, έχουμε κάθε λόγο να συζητήσουμε μεταξύ μας ως κοινωνία. Ως ένα σύνολο ατόμων με πολλά κοινά συμφέροντα και πολλούς κοινούς στόχους. Να συζητήσουμε δίχως τον φόβο της απώλειας του γνώριμου περιβάλλοντος, δίχως άσκοπες κριτικές που ροκανίζουν τον πολύτιμο χρόνο μας. Είναι αφελές να ακινητοποιείται η ζωή μας στο τι μπορεί να εννοεί ο Πάγκαλος, αποκαλώντας τους δημοσίους υπαλλήλους «κοπρίτες». Ή τι είδους μυστική διπλωματία είναι αυτή που ασκείται στο Ερζερούμ. (Γιατί, υπήρξε ποτέ κάτι άλλο πλην της μυστικής διπλωματίας;). Προφανώς, αυτές οι απορίες εντάσσονται στο ενδιαφέρον μας για τα κοινά. Αλλά δεν παράγουν έργο. Εχω την αίσθηση ότι η έλξη του μέλλοντος είναι πιο ουσιαστική, αφού προηγηθεί η ιστορία του φόβου. Οι ειδικοί διατείνονται ότι ο φόβος συσπειρώνει. Ναι, αρκεί να μην μας ακινητοποιεί. Αυτή την εκδοχή αναλύει στο βιβλίο του «Η Ιστορία μας Πολιτικής Ιδέας» (εκδόσεις Αλεξάνδρεια) ο Αμερικανός πανεπιστημιακός Corey Robin (στη φωτ. το εξώφυλλο του βιβλίου). Ο καθηγητής του Brooklyn College αναφέρεται στον όρο πολιτικός φόβος, υπονοώντας πρώτον την ανησυχία που νιώθουν οι άνθρωποι για κάτι που απειλεί την ευδαιμονία τους και τον εκφοβισμό που ασκείται από κυβερνήσεις ή ομάδες προς ανθρώπους που δεν είναι βαθύτεροι γνώστες των πραγμάτων.

Κλασικό παράδειγμα, η 11η Σεπτεμβρίου. Σύμφωνα με τον δημοσιογράφο των «Νιου Γιορκ Τάιμς», Ντέιβιντ Μπρουκς (φωτ.), το κυρίαρχο ρεύμα εκείνης της εποχής ήθελε τους Αμερικανούς και μαζί τους όλους εμάς να καλλιεργούμε τον «ιδιωτικό μας παράδεισο». Η μακαριότητα ήταν το λαμπρό άνθος της ειρήνης και της ευημερίας. Στην πραγματικότητα, ο σάπιος καρπός της παρακμής και της κατάπτωσης. Η 11η Σεπτεμβρίου έγινε ο εφιάλτης που ξύπνησε τους Αμερικανούς από το επιπόλαιο, αν όχι ολέθριο δεκάχρονο όνειρο. Ο φόβος οδήγησε τον κόσμο στον πόνο, στην εγρήγορση. Κατέστησε και πάλι δυνατή την ηθική και ενσυνείδητη δράση. Για λίγο βεβαίως, γιατί ο άνθρωπος επιστρέφει γρήγορα σε κλασικές θέσεις. Η ιστορία του φόβου, όμως, είναι συνυφασμένη με τη φύση μας, είτε κάποιοι εγκλωβίζονται στη θεολογική έννοια του είτε αντιλαμβάνονται τη ζωή ως απόλυτα συνδεδεμένη με τον φόβο της απώλειας, της ανασφάλειας, της παρακμής.

Υφίσταται όμως και ο πολιτικός φόβος. Η προσφυγή σ' αυτόν συναντάται και στις ευνομούμενες κοινωνίες. Συχνά δε γίνεται πολιτικό εργαλείο στα χέρια των κυβερνώντων. Ο Γάλλος φιλόσοφος Ρεϊμόν Αρόν (φωτ.) έλεγε ότι ο φόβος αποτελεί αρχέγονο και επομένως υπο-πολιτικό συναίσθημα. Ο πολιτικός φόβος ως εργαλείο χειραγώγησης, ακόμη και μέσω τηλεοπτικών σταθμών επιτείνει τη διάχυτη ανασφάλεια ενός λαού που ήδη αντιμετωπίζει την ηθική αναρχία και την κοινωνική κατάρρευση. Εδώ ακριβώς βρισκόμαστε εμείς. Στον αστερισμό του πολιτικού φόβου, ο οποίος όμως δεν μπορεί να αποτελέσει το θεμέλιο ενός ηθικού ή πολιτικού επιχειρήματος. Αντί λοιπόν να αναλύουμε όσα δεν κατέχουμε, τουλάχιστον ας συσπειρωθούμε, χωρίς να πέσουμε στην παγίδα του φιλελευθερισμού του φόβου. Ας βγούμε από το ατομιστικό μας καλούπι. Παραφορέθηκε. Ο Ελληνας άστεγος έχει «καταλάβει» τη λεωφόρο Κηφισίας, έξω από την Αγία Τριάδα, έχει κάνει υπνόσακο κάδο απορριμμάτων στον Αγιο Δημήτριο, στήνει ουρές έξω από τα λιγοστά Κέντρα Αστέγων για μια γωνιά, ένα ράντσο, μια βρώμικη τουαλέτα. Θέλω να πιστεύω ότι δεν είμαστε μοναχικό πλήθος, ούτε ακατέργαστος κόσμος.

ΠΗΓΗ:εφημ.ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 16-1-2011

Ιδιωτικοί και δημόσιοι εφιάλτες

της Mαριαννας Tζιαντζη

«Κάποτε οι πολιτικοί πρόσφεραν στον λαό όνειρα για ένα καλύτερο μέλλον, όμως σήμερα προσφέρονται να μας προστατεύσουν από τους εφιάλτες», έγραφε το 2004 στον «Guardian» μια Βρετανή δημοσιογράφος. Τότε ο παγκόσμιος εφιάλτης, ο επίσημος μεγάλος φόβος ήταν η τρομοκρατία, κάτι που δικαιολογούσε τόσο τις πολεμικές περιπέτειες όσο και τον περιορισμό των δημοκρατικών ελευθεριών.

Εξι χρόνια αργότερα, η διαπίστωση αυτή μοιάζει να έρχεται από μια άλλη εποχή. Οι κυβερνήσεις και οι υπερεθνικοί οικονομικοί οργανισμοί ισχυρίζονται ότι μας προστατεύουν από τον χειρότερο εφιάλτη, προσφέροντάς μας μικρούς «ανεκτούς» εφιάλτες. Τα όνειρα για μια ελεύθερη και δημιουργική ζωή έχουν θέση μόνο στο νησί της Ουτοπίας. Τώρα όνειρο γίνεται η αποφυγή του χειρότερου. Ολο και ξεχειλώνουν τα όρια του ανεκτού εφιάλτη, ενώ ρευστός είναι ο ορισμός του «χειρότερου»: οι μαύρες τρύπες των ελλειμμάτων, η κατάργηση του 13ου και του 14ου μισθού, ο θάνατος των συλλογικών συμβάσεων, η αύξηση του ΦΠΑ, της τιμής του πετρελαίου και των εισιτηρίων, τα λουκέτα, οι μαζικές απολύσεις, η ανεργία. Είναι αυτονόητο ότι οι νέοι οικονομικοί και εργασιακοί εφιάλτες έχουν παραμερίσει, χωρίς όμως να έχουν σβήσει, τους παραδοσιακούς μοντέρνους φόβους, όπως την απειλή της τρομοκρατίας ή τον φόβο των διατροφικών κρίσεων, όπως και των φονικών ιών - ας θυμηθούμε τα εκατοντάδες χιλιάδες αγορασμένα και αχρησιμοποίητα εμβόλια για τη γρίπη. Πέρυσι τέτοια εποχή, ρωτούσαμε τους φίλους μας «εσύ εμβολιάστηκες;», ενώ φέτος συνήθως τους ρωτάμε «όλα καλά;», το οποίο μεταφράζεται «εξακολουθείς να δουλεύεις;».

Νέα εποχή του φόβου, λοιπόν, ενώ οι πρωτοσέλιδοι φόβοι των εφημερίδων, οι φόβοι στους πρώτους τίτλους των δελτίων ειδήσεων δεν συμπίπτουν πάντα με τους ιδιωτικούς μας εφιάλτες. Aπό τη μια άνοδος των spreads και επιμήκυνση του χρέους και, από την άλλη... ένα πλυντήριο που χάλασε, μια ατομική μικρή «είδηση» την οποία με τρόμο μού ανακοίνωσε προχθές μια φίλη. Πριν από 50 χρόνια το χαλασμένο πλυντήριο δεν θα ήταν είδηση, αφού στα περισσότερα νοικοκυριά οι γυναίκες έπλεναν στο χέρι. Είναι δυνατό να επιστρέψουμε στο κοφίνι, στον κόπανο, τον τριγωνικό τρίφτη και τη σκάφη; Αν υπήρχε ποτάμι στη γειτονιά μας, ίσως να το σκεφτόμαστε, η μπουγάδα θα ήταν μια ωραία αερόβια άσκηση, όμως τα ποτάμια και τα ρέματα καλύφθηκαν, μπαζώθηκαν, όπως μπαζώθηκε, τελείωσε οριστικά εκείνος ο τρόπος ζωής που εξασφάλιζε σε ένα μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού μια σχετική αυτάρκεια.

Μικροί εφιάλτες μπορεί να γίνουν το χαλασμένο πλυντήριο ή ψυγείο, μια οικιακή επισκευή, μια ξαφνική επίσκεψη στον οδοντίατρο, ακόμα και μια πρόσκληση για ένα γάμο καθώς δεν περισσεύουν χρήματα για το αναγκαίο δώρο. Ισως εφιάλτες πολυτελείας ή αστείοι σε σχέση με τα όσα έχουν τραβήξει οι παλιότερες γενιές ή με τα όσα τραβούν δισεκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον πλανήτη, όμως οι περισσότεροι Ελληνες βλέπουν ολοένα να τους ζυγώνει η λεπτή κόκκινη γραμμή που χωρίζει την αξιοπρεπή φτώχεια από την εξαθλίωση.

Αρκετοί θέλουν να ελπίζουν ότι η κρίση θα μας φέρει πιο κοντά στις αληθινές αξίες, θα μας απαλλάξει από τα δεσμά του καταναλωτισμού. Ωστόσο, οι περισσότεροι είμαστε άνθρωποι της πόλης, δεν έχουμε αμπέλια να τρυγήσουμε, ελιές να μαζέψουμε, γαϊδούρια να μετακινηθούμε, ούτε καν λάδι για το λυχνάρι μας αν τύχει και μας κόψουν το ρεύμα.

Το 2004, η Αμερική και η «συμμαχία των πρόθυμων» πολεμούσαν ενάντια σε έναν εχθρό χωρίς πρόσωπο, την τρομοκρατία. Τώρα ο τρόμος μπορεί να πάρει το πρόσωπο ενός χαλασμένου πλυντηρίου.

ΠΗΓΗ:εφημ.ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 12-12-2010

Η κρίση, ο φόβος και η τρομοκρατία

Από εκείνη τη σκληρή νύχτα του Αγίου Νικολάου τον Δεκέμβριο του 2008, όταν στην οδό Μεσολογγίου έπεσενεκρός από αστυνομικά πυρά ο 16χρονος Αλέξης Γρηγορόπουλος, πολλά άλλαξαν. Ηταν σαν να ελευθερώθηκαν όλα τα δαιμόνια της ελληνικής κοινωνίας και να αποκαλύφθηκαν οι υποβόσκουσες μεγάλες αντιθέσεις. Τα πνεύματα άναψαν, οι συγκρούσεις οξύνθηκαν, η κρίση φανερώθηκε, ο φόβος και η ανασφάλεια εγκαταστάθηκαν για τα καλά πάνω από τη χώρα, τα άκρα αναγεννήθηκαν και η τρομοκρατία επανέκαμψε, παρά τα πολλά πλήγματα που δέχθηκε και συνεχίζει να δέχεται. Εκτοτε οι εντάσεις έρχονται και ξανάρχονται, η πολιτική δοκιμάζεται, ο λαός συμπιέζεται και η κοινωνία φουντώνει καθώς νιώθει ότι χάνει τις σταθερές της. Το χειρότερο είναι ότι κάποιοι ξαναπήραν τα κουμπούρια και είναι έτοιμοι να σκοτώσουν επειδή απλώς έτσι νομίζουν. Είναι αυτή μια άλλη κατάσταση που επιζητεί διερεύνηση και αντίδραση οργανωμένη, προτού τα πράγματα πάρουν οριστικά στραβό δρόμο.

Η πολιτική του αίματος, η οργή και οι αιτίες

της Σοφίας Βιδάλη,αναπληρώτριας καθηγήτριας Εγκληματολογίας και Αντεγκληματικής Πολιτικής, ΔΠΘ.


Η κοινωνία του φόβου είναι ένα θέμα που έχει απασχολήσει εδώ και καιρό τους μελετητές και συνδέθηκε με την ανάδειξη της εγκληματικότητας σε μέγα θέμα του δημόσιου βίου, με τον φόβο του εγκλήματος και τη διεθνικοποίηση της τρομοκρατίας ειδικά μετά το 2001. Η διεθνής οικονομική κρίση άλλαξε περαιτέρω τα πράγματα. Στην Ελλάδα τα γεγονότα που εκτυλίσσονται από το 2008 (συνολικά) διαφέρουν συγκριτικά με ανάλογα προηγούμενων ετών, επειδή η κοινωνική συγκυρία έχει αλλάξει πια καθοριστικά. Η διεθνής και η εσωτερική οικονομική κρίση που, όπως φαίνεται, θεμελιώνεται στο οικονομικό έγκλημα, άλλαξε το κλίμα. Στην εποχή του ΔΝΤ στην Ελλάδα οι συλλογικοί φόβοι ταυτίζονται για πρώτη φορά με την αγωνία κατάρρευσης και επιβίωσης, αλλά ενισχύονται και από μια σιωπηλή οργή που απαντάται σε ατομικό συνήθως επίπεδο, σε περιπτώσεις θυμάτων κακοποίησης. Δηλαδή, θυμάτων που αδυνατούν να αντιδράσουν στην επίθεση και εκδηλώνουν μια παθητικότητα που δεν μπορεί να γίνει θυμός, οργή ούτε να εξορθολογιστεί για να ξεπεραστεί. Ετσι παραμένει στο επίπεδο του φόβου για το αύριο. Σε αυτήν την κοινωνία τα φαινόμενα της μαζικής βίας, των καταστροφών, της ακατανόητης για τους πολλούς τρομοκρατικής δράσης και της σύγχυσης μεταξύ τρομοκρατίας και οργανωμένου εγκλήματος τείνουν να γίνουν σταθερή παράμετρος, που όμως θεμελιώνεται και αυτή στο φόβο. Οι τρομοκρατικές επιθέσεις που τα τελευταία χρόνια εκδηλώνονται στην Ελλάδα και που μορφολογικά δεν θυμίζουν τίποτα από «17 Νοέμβρη», ΕΛΑ και άλλες οργανώσεις του 20ού αιώνα, δύσκολα αποκωδικοποιούνται ως προς τα μηνύματα και τους στόχους τους. Είναι βέβαιο, όμως, ότι προσθέτουν έναν ακόμη φόβο, τον καταλυτικότερο, στον μέσο πολίτη: δηλαδή, τον φόβο ότι μπορεί ανά πάσα στιγμή και ο ίδιος να γίνει θύμα, έχει δεν έχει σχέση με κάτι δημόσιο. Ομως φαίνεται ότι δεν μπορούν πια να αναλύονται φαινόμενα που μορφολογικά μοιάζουν μεταξύ τους με τον ίδιο τρόπο που αναλύονταν πριν από το ξέσπασμα τόσο της διεθνούς οικονομικής κρίσης όσο και της ελληνικής. Και τούτο επειδή θα πρέπει να συνυπολογίζονται πια και άλλοι παράγοντες, όπως π.χ. οι συνέπειες της οικονομικής κρίσης στο συλλογικό ασυνείδητο. Ο φόβος που έχει διοχετευτεί στην ελληνική κοινωνία «χτυπά» πλέον την «καρδιά» της κοινωνικής ταυτότητας των ανθρώπων, ανατρέπει τη δυνατότητα ελάχιστης αξιοπρεπούς διαβίωσης, καθώς συνδέεται άμεσα με τη χωρίς όριο διολίσθηση προς επίπεδα φτώχειας που μόνον από ιστορικές πηγές έχουν πληροφορηθεί οι σημερινοί 40ρηδες. Και δεν είναι μόνον αυτό. Είναι ότι αυτή η πορεία προς την εξαθλίωση έρχεται ξαφνικά ύστερα από μια περίοδο αυξημένων προσδοκιών πλουτισμού και καταναλωτικής ευημερίας, γεγονός που κάνει την αντίθεση όλο και εντονότερη, τον φόβο όλο και πιο παραλυτικό. Πλήττεται στην ουσία η ίδια η έννοια του πολίτη με την κοινωνική και πολιτική σημασία της. Βρισκόμαστε επομένως ενώπιον μιας νέας κατάστασης, η οποία σηματοδοτείται από την οικονομική κρίση που εξελίσσεται και τις συν αυτή κρίσεις αξιών, αξιοπιστίας του πολιτικού συστήματος, σκανδάλων και σκανδαλολογίας. Πρόκειται για φαινόμενα που αποτελούν και αυτά γεγονότα και περιστατικά έμμεσης και άμεσης βίας, τα οποία προκαλούν μια οντολογική ανασφάλεια, που συνδέεται με τα θεμέλια της κοινωνικής μας ζωής και η οποία θέτει υπό σοβαρή δοκιμασία

Αστυνομικοί ερευνούν τον χώρο μετά τη δολοφονική επίθεση κατά του αστυνομικού Νεκτάριου Σάββα από τη «Σέχτα Επαναστατών». Η νέα γενιά τρομοκρατών σκέπτεται και δρα με κυνικότητα, στοιχείο που τη διαφοροποιεί από τις τρομοκρατικές οργανώσεις του παρελθόντος
την ίδια την ιδέα της πολιτικής κοινωνίας. Σε τέτοιες περιπτώσεις είναι που το έγκλημα και η κοινωνική βία γίνονται όλο και περισσότερο δυσνόητα για το ευρύ κοινό, καθώς, όπως προανέφερα, προσπαθούμε να ερμηνεύσουμε και να κατανοήσουμε τις εξελίξεις με όρους και εργαλεία του παρελθόντος.

Το ίδιο ενδεχομένως συμβαίνει και με τις λεγόμενες τρομοκρατικές επιθέσεις. Η δύσκολη σύνδεση των στόχων με τους λόγους θυματοποίησής τους δημιουργεί εντυπώσεις ότι πρόκειται περί στόχων τυχαίων, συγκυριακών, επιλεγμένων με κριτήρια ψυχοσυναισθηματικά φορτισμένα, αθώων, και πάντως επιθέσεων στερουμένων λογικής και κυρίως μηνύματος. Σε αυτό συντείνει και η φτωχή και συναισθηματικού χαρακτήρα ανάλυση των επιθέσεων αυτών στον δημόσιο λόγο.

Αντίθετα, η καταστροφική και κυνική ευρηματικότητα του modus operandi των δραστών, η θεαματική κάλυψη των διόδων φυγής και εξαφάνισης στοιχείων ενοχοποίησης πιθανών υπόπτων, η δυσανάλογη βία σε σχέση με το επιθυμητό αποτέλεσμα, η αδιαφορία για την ανθρώπινη υπόσταση και ζωή συγκροτούν ένα «μήνυμα», άμεσο και καθόλου συμβολικό ή υπολανθάνον· ότι δηλαδή δεν υπάρχουν κανόνες διεξαγωγής ενός πολέμου τύπου αντάρτικου πόλης, ούτε όροι και όρια διάκρισης ανάμεσα στις διάφορες κατηγορίες οργανωμένης παρανομίας (όπως συνέβαινε παλαιότερα): ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Αλλά αυτό δεν είναι και το δόγμα της κοινωνίας της ελεύθερης αγοράς; Η κατάργηση των κανόνων της νεωτερικότητας;

Προκύπτει επομένως ένα ερώτημα: Αυτή η πολλαπλή θυματοποίηση και ο εθισμός στην παρουσία κάθε είδους και επιπέδου βίας στον δημόσιο βίο είναι τυχαία; Ή συνιστά μια παράπλευρη επιπλοκή των όρων υπό τους οποίους άλλαξαν οι οικονομικές σχέσεις και επιτεύχθηκε η αναδιανομή εισοδήματος στην Ελλάδα τα τελευταία περίπου 15 χρόνια;

Εάν τα πράγματα έχουν έτσι, το πρόβλημα που έχει να αντιμετωπίσει σήμερα η Ελλάδα δεν είναι μόνο το δημοσιονομικό έλλειμμα, αλλά είναι μια πρόγνωση: πώς μπορεί να αντιδράσει μια κοινωνία πολλαπλά προσβεβλημένη και θυματοποιημένη από το ίδιο το κράτος αλλά και τους αρνητές του; Και τα προγνωστικά δεν είναι ευοίωνα, εκτός αν υπάρξουν σοβαρές δημόσιες πολιτικές αποδόμησης της αξίας της βίας ως μέσου πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής επιβίωσης και σχέσεων εξουσίας.

Η επέλαση του Λεβιάθαν

του Γεράσιμου Βώκου, καθηγητή Φιλοσοφίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Για να καταλάβει κανείς το παρόν, πολλές φορές είναι χρήσιμη η μετάβαση στο παρελθόν. Σε όσους ασχολούνται με το θεωρητικό και πρακτικό πρόβλημα της θεμελίωσης του κράτους είναι γνωστή η λύση που προτείνει ο Χομπς, ο οποίος θεμελιώνει το κράτος στις έννοιες της φυσικής κατάστασης, του κοινωνικού συμβολαίου και της πολιτικής κατάστασης. Το ενδιαφέρον βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, στο γεγονός ότι το εννοιολογικό τρίγωνο του φιλοσόφου δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς τον πρωταγωνιστικό ρόλο του θανάτου ο οποίος, με διαφορετική μορφή κάθε φορά, κινεί τα νήματα στο θεωρητικό θέατρο του Χομπς.

Είναι προφανές ότι ο βίαιος θάνατος κυριαρχεί απολύτως στη φυσική κατάσταση- στην κατάσταση δηλαδή που ζουν οι άνθρωποι πριν από τη θεμελίωση του κράτους- όπου εμφανίζεται φορώντας το προσωπείο του άλλου, καθώς ο καθένας βλέπει στον άλλο τον κίνδυνο που απειλεί άμεσα τη ζωή του. Ως κυρίαρχος στη φυσική κατάσταση, ο θάνατος όχι μόνο οργανώνει το τοπίο, μοιράζοντας τα φώτα και τις σκιές μέσα στις οποίες κινούνται οι άνθρωποι, αλλά κυκλοφορεί συνεχώς μεταξύ τους, υπαρκτός και, κυρίως, ορατός: όποιος με πλησιάζει μπορεί να είναι για μένα ο θάνατος, σκέφτεται καθένας, κι όλοι φοβούνται ο ένας τον άλλο.

Το κοινωνικό συμβόλαιο βάζει τέρμα στην καθολική επικράτεια του φόβου, θεμελιώνοντας ακριβώς το κράτος, με τη σύσταση του οποίου ο θάνατος μοιάζει να αποσύρεται παντελώς από τη σκηνή, καθώς ο φόβος αποκρούεται. Στην πραγματικότητα όμως, το μόνο που έχει συμβεί- και δεν είναι λίγο - είναι ότι ο θάνατος έχει αλλάξει προσωπείο: δεν εμφανίζεται με το πρόσωπο του άλλου· έχει αποκτήσει τη μορφή ουδέτερης βιολογικής επιταγής που μας απειλεί όλους ως αναπόδραστη φυσική αναγκαιότητα. Εφεξής ο θάνατος κυκλοφορεί στην πολιτική κατάσταση πολιτισμένος, φορώντας το επίσημο ένδυμά του, τη στολή δηλαδή που του έχει παραχωρήσει η κρατική εξουσία. Από τη σκοπιά αυτή, ο Χομπς είναι ο πρώτος θεωρητικός που υποστηρίζει με τόση σαφήνεια και ωμότητα ότι η σύσταση του κράτους και της πολιτικής κοινωνίας συνδέονται αμέσως με την εξημέρωση, τον εκπολιτισμό και την υποταγή του βίαιου θανάτου. Γιατί όμως ο Χομπς ήταν υποχρεωμένος να συμπεριλάβει στους υπολογισμούς του τον θάνατο;

Το κράτος προκύπτει από το παράδοξο γεγονός ότι αυτό που καθι-


Οι επίγονοι της 17Ν χτυπούν τυφλά και χωρίς αναστολές, ενώ η κοινωνία φαίνεται να παρακολουθεί χωρίς να αντιδρά
στά ξένα και εχθρικά τα άτομα μεταξύ τους είναι ακριβώς αυτό που τα ενώνει: η κοινή επιθυμία όλο και περισσότερης ισχύος, επιθυμία που δεν σβήνει παρά μόνο με τον θάνατο. Ετσι, ο θάνατος ενώνει τους ανθρώπους στο μέτρο που τους διαιρεί και τους διαιρεί στο μέτρο που τους ενώνει. Αυτήν την αντιφατική διαδρομή αναλαμβάνει να γεφυρώσει το κράτος ή, ακόμη εντονότερα, το κράτος δεν είναι άλλο πράγμα από τον κλειστό κύκλο στον οποίο τιθασεύεται και εξημερώνεται ο άναρχος θάνατος. Από τη σκοπιά αυτή, το κράτος γίνεται η φυλακή και ο φύλακας του θανάτου, γιατί η κρατική εξουσία, με τον φόβο που εμπνέει, είναι η μοναδική που μπορεί να περιορίσει, δηλαδή να καταστείλει, την αδηφάγο και δολοφόνο ανθρώπινη επιθυμία κυριαρχίας.

Αν αυτή είναι σε γενικές γραμμές και απλουστευμένη η αντίληψη την οποία ο Αγγλος φιλόσοφος τοποθετεί στο κατώφλι του κράτους και της πολιτικής κοινωνίας, τρεις αιώνες αργότερα μπορούμε να τη δούμε να δίνει παλμό στην καρδιά της καθημερινής μας ζωής. Η αδηφάγος όρεξη έχει απλωθεί παντού και με το επιστημονικό όνομα της οικονομικής κρίσης αφαιρεί τη ζωή από εκατομμύρια ανθρώπους και επιφυλάσσει στους υπόλοιπους ένα μέλλον εξαθλίωσης και υποταγής. Οσοι έχουν αναλάβει τα ηνία της διακυβέρνησης πασχίζουν να γεμίσουν το χάος που υπόσχονται ότι θα τιθασεύσουν με λέξεις, όλο και περισσότερες λέξεις, που μπορούν να τις προφέρουν μόνο και μόνο γιατί οι άνθρωποι έχουμε το χάρισμα της γλώσσας.

Με τα δεδομένα αυτά δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί ο φόβος έχει ριζώσει για τα καλά στις ψυχές των ανθρώπων. Κακός σύμβουλος, οδηγεί πάντα σε ακόμη μεγαλύτερη δυστυχία, γιατί στο βάρος των συνθηκών προσθέτει τη δυσκαμψία της σκέψης και την ωμή ακαμψία της πράξης. Οι περισσότεροι έχουν σκύψει το κεφάλι, σαν να γνωρίζουν ότι η μοίρα που τους περιμένει έχει ήδη προαποφασιστεί. Υπάρχουν άλλοι- και δεν είναι λίγοι- που καταφεύγουν στους μάγους της επιστημονικής εποχής που ζούμε, γιατί πιστεύουν ότι οι ωροσκόποι κατέχουν τα κλειδιά του μέλλοντος. Υπάρχουν ακόμη αυτοί που προσπαθούν να εκβιάσουν τις πύλες της ιστορίας, σπέρνοντας στον δρόμο τους διαμελισμένα κορμιά αθώων. Μπροστά στα μάτια μας η άβυσσος μοιάζει να παίρνει σιγά σιγά σχήμα και δεν ξέρουμε πώς να της αντισταθούμε. Ας πούμε ότι θα κάνουμε σαν να υπάρχει ακόμη ελπίδα. Τι άλλο;


Παχυδερμία, το καλύτερο αλεξίσφαιρο γιλέκο

του Δ. Ψυχογιού

Μετράμε 7 νεκρούς, θύματα πολιτικής βίας, σε λιγότερους από πέντε μήνες: η αρχή εφέτος έγινε με τον Λάμπρο Φούντα του «Επαναστατικού Αγώνα» στις αρχές Μαρτίου, που σκοτώθηκε σε ανταλλαγή πυροβολισμών με την Αστυνομία· ακολούθησε ο Χαμί Νατζάφι, ο δεκαπεντάχρονος μετανάστης από το Αφγανιστάν που σκοτώθηκε στα τέλη Μαρτίου από αδέσποτη βόμβα· οι Παρασκευή Ζούλια, Αγγελική Παπαθανασοπούλου και Επαμεινώνδας Τσάκαλης σκοτώθηκαν κατά τον εμπρησμό της Μarfin, στις αρχές Μαΐου· ο Γιώργος Βασιλάκης, υπασπιστής του Μιχάλη Χρυσοχοΐδη, δολοφονήθηκε με επιστολή-βόμβα στα τέλη Ιουνίουκαι στις 19 Ιουλίου, προτού ακόμη περάσει μήνας, δολοφονήθηκε ο δημοσιογράφος Σωκράτης Γκιόλιας. Η είδηση του θανάτου του δεν έμεινε ούτε δύο ημέρες στα πρωτοσέλιδα, η οικονομική κρίση και οι κομματικές αντιδικίες απέκτησαν πάλι προτεραιότητα, όλοι περιμένουν τον επικήδειο που θα γράψει η «Σέχτα Επαναστατών». Χωρίς ιδιαίτερη αγωνία, πάνω κάτω γνωρίζουμε τι θα λέει.

Δυστυχώς, έχουμε τόσο πολύ, για τόσο πολλές δεκαετίες, εξοικειωθεί με την ακραία πολιτική βία ώστε η τρομοκρατία απασχολεί (και φοβίζει) μόνο αυτούς που αισθάνονται ότι αποτελούν στόχο της. Η μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού αισθάνεται απλώς θεατής στην τρομοκρατική παράσταση και τα συναισθήματά της ποικίλλουν: μπορεί να είναι θετικά, όταν οι τρομοκράτες γίνονται αντιληπτοί ως «λαϊκοί ήρωες» που αποδίδουν δικαιοσύνη και επιτελούν την κάθαρση που θα έπρεπε κανονικά να είχε αναλάβει το θεσμικό σύστημα. Μπορεί και αρνητικά, όταν θύματα είναι απλοί αστυνομικοί ή δημοσιογράφοι, όπως στις επιθέσεις που έχουν πραγματοποιήσει ο «Επαναστατικός Αγώνας» και η «Σέχτα Επαναστατών». Θέλω να πω ότι η πρόσληψη της τρομοκρατικής πρακτικής από την κοινωνία είναι σαν b-movie της τηλεόρασης, με ή χωρίς happy end, που γρήγορα θα ξεχαστεί από τις, επίσης βραχυχρόνιες, εντυπώσεις που θα προκαλέσει το επόμενο έργο. Τα έντονα συναισθήματα που προκαλούσε κάποτε η δράση τής 17Ν (ή η αστυνομική καταστολή) τα προκαλεί τώρα ο φόβος της οικονομικής κρίσης, η αγωνία του επαγγελματία για την επιβίωση, η αγωνία του υπαλλήλου για την εργασία του και τον μισθό του, για την πληρωμή δανείων, λογαριασμών και δόσεων. Η τρομοκρατία έχει ενσωματωθεί σαν αυτονόητο στοιχείο του περιβάλλοντος, όπως τα σκάνδαλα ή οι κομματικές διενέξεις. Οι επιπτώσεις της είναι έμμεσες και όχι απολύτως διακριτές στο κοινό: απορροφά πόρους από τις υπηρεσίες Ασφαλείας και όσο οι απειλούμενοι αισθάνονται ασφαλέστεροι με τις κουστωδίες των αστυνομικών που τους συνοδεύουν τόσο οι πολίτες αισθάνονται πιο ανασφαλείς, αντιμετωπίζοντας ανυπεράσπιστοι τη διογκούμενη, μικρή και μεγάλη, εγκληματικότητα της γειτονιάς τους.

Προ ημερών, στη διασταύρωση Πατησίων και Χαλκοκονδύλη, πούλμαν χτύπησε και έριξε στον δρόμο ηλικιωμένη γυναίκα. Επί 20-30 λεπτά δεν εμφανίστηκε ούτε περιπολικό ούτε ασθενοφόρο ούτε καν τροχονόμος, η κυκλοφορία στους δύο δρόμους είχε σταματήσει, η ουρά των λεωφορείων και των τρόλεϊ πρέπει να είχε φθάσει ως το Σύνταγμα, αλλά το ζήτημα προφανώς δεν αφορούσε τις δημόσιες αρχές. Τελικά, ήρθε κάποιος υπάλληλος του ΟΑΣΑ και λειτούργησε ως τροχονόμος για να ξεμπλοκαριστεί η διασταύρωση- η γυναίκα ήταν ακόμη ξαπλωμένη στην άσφαλτο και κάποιος περαστικός γιατρός προσπαθούσε να την ανακουφίσει. Καθηλωμένος στο τρόλεϊ σκεπτόμουν πως αν την είχε τραυματίσει τρομοκράτης θα είχαν αστραπιαία συγκεντρωθεί η μισή αστυνομική δύναμη της Αθήνας και τα μισά ασθενοφόρα του «166»αλλά τρόλεϊ και λεωφορεία θα έμεναν ώρες εκεί ώσπου η Σήμανση να συλλέξει στοιχεία.

Το μεγάλο πρόβλημα, λοιπόν, είναι ότι η τρομοκρατία αφορά πια μόνο τα υποψήφια θύματά της, οι πολίτες έχουν εξοικειωθεί με την καθημερινότητά της, δεν προκαλεί πραγματικές, πολιτικές ή κοινωνικές αντιδράσεις, δεν διεγείρει καν έντονα προσωπικά συναισθήματα έξω από τον στενό κύκλο των θυμάτων της. Οπως δεν προκαλούν τα σκάνδαλα, οι αποκαλύψεις, οι κομματικές αντιδικίες- βρισκόμαστε σε καταπληκτική κατάσταση παχυδερμίας που λειτουργεί ως αλεξίσφαιρο γιλέκο απέναντι σε ό,τι αποκαλούμε δημόσιο βίο. Δεν πρόκειται για τον ευκόλως καταγγελλόμενο «ατομισμό του μέσου πολίτη», πρόκειται για την εξοικείωση με το κακό, με την αποδοχή ότι η δολοφονική πολιτική βία είναι «κάτι που συμβαίνει» και κρίνεται, αναλόγως των αποτελεσμάτων. Κάποτε μάς έλεγαν «να μάθουμε να ζούμε με τους σεισμούς» - και μάθαμε, πρωτίστως μαθαίνοντας να κατασκευάζουμε κτίρια με σωστότερες αντισεισμικές προδιαγραφές. Ο τρόπος που μάθαμε να ζούμε με την τρομοκρατία θα σήμαινε, για την περίπτωση των σεισμών, να συνηθίσουμε στην ιδέα ότι είναι φυσιολογικό να γκρεμίζονται κτίρια και να υπάρχουν δεκάδες νεκροί- που δεν πρέπει καν να τους μοιρολογούμε.

Αυτό που ισοπεδώνεται στην περίπτωση της τρομοκρατίας δεν είναι η Αστυνομία είναι το πολιτικό σύστημα - το εγωιστικό, κλειστό, προνομιούχο και απολύτως αδιάφορο για ό,τι δεν σχετίζεται με τις εκλογές και την κομματική ή προσωπική ισχύ πολιτικό σύστημα. Η τρομοκρατία δεν είναι παρά μια από τις περιπτώσεις που αποδεικνύει (και επιτείνει) την παχυδερμία του, ασθένεια που τη μεταδίδει στο κοινωνικό σώμα και μπορεί να αποδειχθεί θανατηφόρα.

 ΠΗΓΗ:εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 25-7-2010


Οι κουλτούρες δεν είναι στεγανές

του Γιώργο Σιακαντάρη

ΟΣΟΙ ΠΙΣΤΕΥΟΥΝ ΠΩΣ ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ
ΤΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ, ΤΟΥ «ΠΟΛΥΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ», ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΛΥΝΟΝΤΑΙ ΜΟΝΟ ΜΕ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΥΣ ΤΡΟΠΟΥΣ, ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΠΡΟΣΦΥΓΗ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΤΩΝ ΙΔΕΩΝ, ΔΕΝ ΘΑ ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΘΟΥΝ ΚΑΘΟΛΟΥ ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ ΑΥΤΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

Δεν θα πολυαρέσει αυτό το βιβλίο στους οπαδούς της ρεαλιστικής σχολής και του μηδενικού αθροίσματος στις διεθνείς σχέσεις. Όσοι όμως πιστεύουν πως η λεγόμενη «σύγκρουση των πολιτισμών» πρέπει να αντιμετωπιστεί με τον διαρκή και απροκατάληπτο διάλογο εντός των ορίων που χάραξε ο Διαφωτισμός, θα ενθουσιαστούν με το καινούργιο δοκίμιο του Τσβετάν Τοντόροφ. Πιστεύω μάλιστα πως σε πολιτικό επίπεδο η ομιλία του Μπάρακ Ομπάμα στις 4 Ιουνίου κατά την επίσκεψή του στην Αίγυπτο διαπνεόταν εξ ολοκλήρου από τις ηθικές και πολιτικές αξίες που κατακλύζουν τον ποταμό ιδεών που ονομάζεται Τοντόροφ.

Στον παρόντα τόμο, ο ευρύτατα γνωστός συγγραφέας συγκρούεται μετωπικά με τις θεωρίες του μετανεωτερικού συρμού, οι οποίες στο όνομα του σχετικισμού ή του «σεβασμού στη διαφορετικότητα» αρνούνται να αποδεχθούν την ύπαρξη της βαρβαρότητας. Ο Τοντόροφ υποστηρίζει πως η βαρβαρότητα υπάρχει. Μόνο που δεν είναι αυτή που φαντάζονται οι οπαδοί του «πολέμου των πολιτισμών». Βαρβαρότητα και πολιτισμός δεν είναι δυο ακριβώς αντίθετες δυνάμεις, αλλά οι δύο πόλοι ενός άξονα. Βάρβαρη είναι εκείνη η δύναμη που δεν αναγνωρίζει την ανθρώπινη υπόσταση όσων είναι διαφορετικοί από αυτούς. Πολιτισμένη είναι εκείνη η δύναμη που παντού και πάντα αναγνωρίζει την ανθρώπινη υπόσταση των άλλων. Αυτός ο διαχωρισμός τού επιτρέπει να κατηγορεί ως βαθύτατα συντηρητικούς και επικίνδυνους όσους βαπτίζουν διαφωτισμό τη θέση που υποστηρίζει την ανωτερότητα της δυτικής κουλτούρας.

Ο συγγραφέας διακρίνει τον πολιτισμό «civilization» ως αναγνώριση του άλλου από τους πολιτισμούς «cultures». Με την έννοια των πολιτισμών διακρίνει τη γλώσσα, τη γραφή, τα μνημεία, τα έργα, τους κανόνες ζωής και τις συμπεριφορές συγκεκριμένων ομάδων. Αν και εκλαμβάνει τους πολιτισμούς ως ηθικά ουδέτερους, δεν υιοθετεί και την άποψη πως είναι της ίδιας αξίας όλα τα συστατικά τους.

Είναι βέβαιο πως πολιτισμός δεν υπάρχει εκεί όπου δεν αναγνωρίζονται οι «πολιτισμοί». Αντιθέτως ο πολιτισμός προοδεύει μόνο εκεί όπου αναγνωρίζεται η ανθρώπινη υπόσταση στους εκπροσώπους άλλων πολιτισμών. Αν, υποστηρίζει, αναζητούμε ένα καθολικό κριτήριο για την ανωτερότητα μιας κουλτούρας, είναι αυτό που αφορά εκείνη την κουλτούρα που περιορίζει την αλαζονεία των μελών της και παροτρύνει τα μέλη της
να έχουν συνείδηση των παραδόσεών τους, αλλά και να μπορούν να αποστασιοποιούνται από αυτές.


Φωτογραφία

Σύμφωνα με τον Τοντόροφ, οι ατομικές ταυτότητεςόπως και οι κοινωνίες«διαπερνώνται» από πολλές κουλτούρες. Έτσι κάθε άτομο μετέχει σε μια εθνοτικοπολιτειακή και σε μια οικουμενικήπανανθρώπινη κουλτούρα



Ο φόβος της Δύσης

Με όπλο του τη μεθοδολογική και πολιτισμική διάκριση μεταξύ πολιτισμού και βαρβαρότητας, από τη μια, και τη διάκριση ανάμεσα στους «πολιτισμούς», από την άλλη, ο Τοντόροφ προχωρά σε πολύ καίριες και μεγάλης πολιτικής ακρίβειας κρίσεις για τα ζητήματα των συλλογικών ταυτοτήτων, για τα προβλήματα που γέννησε ο δυτικός φόβος έναντι της τρομοκρατίας, για τις υπεραπλουστεύσεις της Δύσης έναντι του Ισλάμ και για τα θέματα που αφορούν τον χαρακτήρα και το εύρος της ευρωπαϊκής ταυτότητας.

Οι κουλτούρες δεν είναι κλειστοί, αναλλοίωτοι και προαιώνιοι οργανισμοί. Οι κουλτούρες δεν είναι μόνο πολλές, είναι και ζωντανοί οργανισμοί που μεταβάλλονται. Η γαλλική ταυτότητα δεν θα είχε εκκομισκευθεί, αν δεν είχε εκχριστιανισθεί και φυσικά δεν ήταν πάντα χριστιανική. Αυτό μπορούμε να το εφαρμόσουμε για κάθε κουλτούρα και ταυτότητα. Μάλιστα, και για την ελληνική. Αν δεχθούμε πως οι κουλτούρες δεν αποτελούν κλειστά συστήματα, ανοίγει ο δρόμος για τον διάλογο μεταξύ τους και για τη δυνατότητα των ατόμων να αλλάζουν κουλτούρα. Το αντίθετο οδηγεί στον «πόλεμο των πολιτισμών» και τη βαρβαρότητα των βασανισμών και των καμικάζι. Ο φοβισμένος κόσμος της Δύσης αντιμετωπίζει τον μνησίκακο κόσμο του Ισλάμ. Ηττημένοι είναι και οι δύο. Αν όμως οι πολιτισμοί δεν είναι κλειστά συστήματα, τότε ούτε το Ισλάμ έχει μόνο μια διάσταση, την επιθετική. Επίσης, ούτε οι δυτικές αξίες έχουν παντού και πάντα πολιτισμένη έκφραση. Αυτό συμβαίνει όταν ξεχνάμε πως οι προσβολές σε θέματα πίστης (δανέζικες γελοιογραφίες, ταινία του Τheo Van Gogh) θίγουν πρωτίστως τους πιστούς και όχι την πίστη. Ο σεβασμός όμως στον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά είναι το κριτήριο του πολιτισμού. Η κριτική στη θρησκεία δεν έχει σχέση με τη γελοιοποίηση των πιστών. Γελοιοποίηση που κρύβεται πίσω από την ελευθερία του λόγου, σήμα κατατεθέν της σημερινής ακροδεξιάς.

Η δύναμη της Ευρώπης

Τέλος, για τον Τοντόροφ η Ευρώπη αποτελεί μια πρόταση οικουμενικής αντιμετώπισης της ανθρώπινης υπόστασης. Ο συγγραφέας δεν βλέπει αυτή την οικουμενικότητα στα όποια συστατικά στοιχεία της Ευρώπης, π.χ. ελληνικός πολιτισμός, ρωμαϊκή κρατική και νομική εξουσία, χριστιανισμός. Η δύναμη της Ευρώπης βρίσκεται στην ικανότητά της να ενώνει τα διαφορετικά έργα, τεχνικές, πολιτισμούς κάτω από τη σημαία οικουμενικών αξιών. Αυτή η ενότητα στην πολλαπλότητα εκφράζει την ευρωπαϊκή ταυτότητα. Αυτή είναι η πρώτη αξία που διέπει την Ευρώπη και η δεύτερη αφορά την κυριαρχία του νόμου στη δημόσια ζωή έναντι οποιωνδήποτε άλλων καταναγκασμών.

Η μόνη παρατήρηση που μπορώ να κάνω στον συγγραφέα είναι πως η πολιτική έκφραση των ιδεών του υλοποιείται σήμερα στις ΗΠΑ με τον Ομπάμα και όχι στην Ευρώπη της «μηδενικής ανοχής» στο υπαρκτό πρόβλημα της μετανάστευσης.

Είμαστε «παιδιά» πολλών πολιτισμών

Φωτογραφία
Ο Τσβετάν Τοντόροφ κατηγορεί ως βαθύτατα συντηρητικούς και επικίνδυνους όσους βαφτίζουν διαφωτισμό τη θέση που υποστηρίζει την ανωτερότητα της δυτικής κουλτούρας

Η καινοτομία του Τοντόροφ δεν αφορά τη θέση για τις συλλογικές, αλλά αυτήν για τις ατομικές ταυτότητες. Όπως οι κοινωνίες διαπερνώνται από πολλές κουλτούρες, έτσι και τα άτομα μετέχουν σε πολλές κουλτούρες. Κάθε άτομο μετέχει σε πολλές πολιτισμικές κουλτούρες, σε μια εθνοτικο-πολιτειακή και σε μια οικουμενική- πανανθρώπινη. Κοινός παρονομαστής της συλλογικής και της ατομικής ταυτότητας είναι η δυνατότητα συνάρθρωσής τους σε μια πανανθρώπινη διάσταση, η οποία συνίσταται στον σεβασμό της ανθρώπινης ζωής.

Οι αξίες και τα μέσα αυτού του σεβασμού είναι η δημοκρατία, η καθολική ψηφοφορία, τα ίσα δικαιώματα των ατόμων, ο χωρισμός της πολιτικής από τη θρησκεία, η προστασία των μειονοτήτων και των μεταναστών, η ελεύθερη αναζήτηση της αλήθειας και της γνώσης, ο σεβασμός της ανθρώπινης ζωής, η αποφυγή της βίας. Αυτές τις αξίες τις ασπαζόμαστε όχι επειδή είναι δικές μας, αλλά επειδή μπορούν να γίνουν αξίες όλων.

Ο αντίθετος δρόμος είναι αυτός που βλέπει τις πανανθρώπινες αξίες ως δυτικές και τους άλλους πολιτισμούς ως θέσει και φύσει εχθρούς του δυτικού πολιτισμού. Είναι ο δρόμος που οδηγεί στον φόβο έναντι των βαρβάρων. Αυτός ο φόβος, φυσικά, μας κάνει περισσότερο βάρβαρους από αυτούς που μας απειλούν.

ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΑ ΝΕΑ, 1-8-2009

Ο πολιτισμός του φόβου

Φαίνεται ότι μετά το «τέλος των ιδεολογιών» οι σύγχρονες κοινωνίες έχουν ανάγκη από αντικείμενα μίσους και όπου δεν υπάρχουν πρέπει να κατασκευαστούν. Οι πολίτες πρέπει να μισούν τυφλά και ταυτόχρονα να φοβούνται

από τον Γ. ΓΑΛΑΝΗ, καθηγητή Κοινωνικής Ψυχολογίας, προέδρου του Τμήματος Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης.



Σύμφωνα με τον εγκληματολόγο Stan Cohen, το πιο απλό πράγμα στον κόσμο είναι να αναρωτηθεί κανείς γιατί η σκέψη ότι η εγκληματικότητα βρίσκεται σε άμεση σχέση με την πολιτική και την εξουσία βρίσκει τόσο μικρή απήχηση και διαδίδεται τόσο απρόθυμα. Κοινή διαπίστωση είναι ότι η εποχή μας χαρακτηρίζεται σε όλους τους τομείς, της κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής, προσωπικής ζωής, από έντονα στοιχεία βαρβαρότητας και βίας.

Οι αλλαγές στον τομέα της πληροφορίας, του καταναλωτισμού, της Παιδείας, η καταστρατήγηση αξιών, η έλλειψη οραμάτων ή καλύτερα η αντικατάσταση της ουτοπίας από τη φαντασίωση των απεριόριστων δυνατοτήτων για την απόκτηση υλικών αγαθών, η ανάδειξη σε αξία του επιφαινόμενου και της επιφάνειας, η στις κοινωνικές σχέσεις, το έλλειψη ουσιαστικής επικοινωνίαςεχθρικό και απάνθρωπο περιβάλλον της πόλης, η ανεργία και κυρίως η καταρράκωση του κοινωνικού ιστού και η ματαίωση κάνουν τα άτομα αγενή, οργισμένα, βίαια και το περιβάλλον πολεμικό γιατί η πλειονότητα είναι ετοιμοπόλεμη. Ανασφάλεια και γρήγορες αλλαγές ευνοούν την ανάπτυξη βίαιων ή εγκληματικών συμπεριφορών, των οποίων η κοινοποίηση από τα ΜΜΕ προκαλεί γενικευμένο φόβο και περαιτέρω αιτήματα αύξουσας προστασίας, που ενσωματώνονται στην αντεγκληματική πολιτική εις βάρος κεκτημένων δικαιωμάτων και προς ενίσχυση της εκάστοτε εξουσίας.

Εγκληματικότητα και αντεγκληματική πολιτική δεν είναι αυτό που συνήθως προβάλλεται. Δεν πρόκειται για κοινωνικό consensus αλλά για ένα μέσο άσκησης εξουσίας. Ο φανατικός της ομάδας που μισεί είναι προσωπικός στρατός κάποιων ισχυρών της ομάδας, είναι κατ' εντολήν ψηφοφόρος, είναι μοχλός πίεσης· οι γνωστοί άγνωστοι που βάζουν τυφλά φωτιές μπορεί οι ίδιοι να είναι «τυφλοί», αλλά οι αρχηγοί τους ξέρουν ότι αν υποβαθμιστούν κάποιες περιοχές θα αγοραστούν φθηνά για να ξαναπωληθούν πανάκριβα. Οι μετανάστες οι οποίοι στηρίζουν την οικονομία του τόπου και τις συντάξεις αποτελούν έναν καλό στόχο για εκτόνωση βίας με το πρόσχημα ότι ανταγωνίζονται το εγχώριο εργατικό δυναμικό ή ότι εγκληματούν. Φαίνεται ότι μετά το «τέλος των ιδεολογιών» οι σύγχρονες κοινωνίες έχουν ανάγκη από αντικείμενα μίσους και όπου δεν υπάρχουν πρέπει να κατασκευαστούν. Οι πολίτες πρέπει να μισούν τυφλά και ταυτόχρονα να φοβούνται. Γύρω από την αυξανόμενη βία και τον γενικευμένο φόβο οργανώνονται συμφέροντα σε όλα τα επίπεδα.


Αστυνόμευση και καταστολή έρχονται έτσι να τιθασεύσουν τις αντιδράσεις βίας και εγκληματικότητας, τις οποίες η ίδια η κρατική εξουσία μέσω των θεσμών και των φορέων της προκάλεσε. Η Αστυνομία βρίσκεται συχνά στον ρόλο του agent provocateur και προσπαθώντας να αποκαλύψει και να παγιδεύσει εγκληματικές δραστηριότητες κάποιων παράγει και η ίδια συχνά βίαιη και εγκληματική συμπεριφορά. Ρόλος που ενισχύεται και από την αυξανόμενη, λόγω του φόβου και της ανασφάλειας, ανάγκη των πολιτών για τιμωρία των τυχόν υπευθύνων.

Για παράδειγμα, στη Γερμανία η αυξανόμενη επιθυμία του πληθυσμού για τιμωρία, σύμφωνα με τα αποτελέσματα μιας έρευνας του Heitmeyer Wilchelm Hrsg. το 2002 σε δείγμα 3.000 ατόμων, προκύπτει από το γεγονός ότι τα 2/3 των ερωτηθέντων συμφωνούν ότι «τα εγκλήματα πρέπει να τιμωρούνται αυστηρότερα, χωρίς περιορισμούς», ενώ το υπόλοιπο 1/3 «κάτω από ορισμένους όρους». Στην ίδια έρευνα το 80,1% συμφωνεί ότι «για τη διατήρηση του νόμου και της τάξης θα έπρεπε να συμπεριφέρεται κανείς σκληρότερα εναντίον περιθωριακών και εκείνων που δημιουργούν φασαρίες». Επιπλέον, όχι μόνο ανάμεσα στα μεσαία στρώματα αλλά και στο ονομαζόμενο «Apgehaengtes Prekariat» (κάτι ανάλογο με το Lumpenproletariat) διαπιστώνεται μια απαξίωση των ξένων που ζουν στη Γερμανία και διαμορφώνεται μια τάση σαφούς υποβάθμισης της κοινωνικής τους θέσης, σύμφωνα με μια έρευνα του γερμανικού ιδρύματος Friedrich Ebert-Stittung (2006) με τίτλο «Politische Millieus in Deutschland».

Ετσι, αν και ένα μέρος της εγκληματολογικής θεωρίας θεωρεί ότι μια πολιτική κατά του εγκλήματος θα έπρεπε να είναι στην ουσία πολιτική διευθέτησης της οικονομικής ζωής, η οποία θα καθορίζει την επιβολή και την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου και τους τρόπους παρέμβασης της πολιτείας, αυτές οι θέσεις δεν βρίσκουν ευρεία απήχηση.

Το βέβαιον είναι ότι οι ματαιώσεις μεγάλων τμημάτων των κοινωνικών συνόλων οδηγούν σε συσσωρευμένη οργή και βίαιες εκρήξεις, οι οποίες όμως εξυπηρετούν το ισχύον σύστημα: γιατί η βιομηχανία του φόβου και της ανασφάλειας δημιουργεί ανάγκες για άμυνα, για έλεγχο, για κάμερες, για αγχολυτικά και άλλα ισχυρότερα ψυχοφάρμακα, για φύλαξη κ.ο.κ. Η αντιμετώπιση όλων αυτών των φαινομένων στον πολιτισμό του φόβου προϋποθέτει απαντήσεις σε κάποια ερωτήματα: Ποιους εξυπηρετεί η βία και η αυξανόμενη εγκληματικότητα της πόλης;

Ούτε φίλος στον κόρφο μας

του Γεράσιμου Βώκου, καθηγητή Φιλοσοφίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.


Καρτέσιος

Στους Μεταφυσικούς Στοχασμούς, που για πολλούς θεωρούνται η ιδρυτική πράξη της νεότερης φιλοσοφίας, ο Καρτέσιος ασκεί την παραδοσιακή κριτική εναντίον των αισθήσεων και της γνώσης που παράγεται από αυτές: δεν μπορούμε να εμπιστευθούμε τις αισθήσεις γιατί ενίοτε μας παραπλανούν. Και ο φιλόσοφος συνεχίζει προειδοποιώντας μας ότι «είναι φρόνιμο να μην εμπιστευόμαστε ποτέ εντελώς αυτούς οι οποίοι, έστω μια φορά, μας ξεγέλασαν». Αλλά επειδή όλοι μας έχουμε την εμπειρία της μοναδικής έστω αυτής φοράς, η εμπιστοσύνη μας στους άλλους μοιάζει οριστικά κλονισμένη - χωρίς να γίνει τώρα θέμα για την εμπιστοσύνη στον εαυτό μας, όπου η τέχνη της παραπλάνησης αγγίζει σχεδόν την τελειότητα.

Τόμας Χομπς

Αν ο Καρτέσιος ξεκινά τη φιλοσοφία με την καχυποψία, στην οποία στη συνέχεια δίνει την πιο ουδέτερη και περισσότερο επιστημονική μορφή της αμφιβολίας, ο σύγχρονός του Χομπς, το μαύρο πρόβατο της πολιτικής θεωρίας, δεν διστάζει να θεμελιώσει την ίδια την κοινωνία στον φόβο και στην καχυποψία. Η ηγουμένη πρόταση του άγγλου φιλοσόφου είναι γνωστή καθώς ο ίδιος έχει φροντίσει να τη διατυπώσει με περισσή σαφήνεια: «Τοποθετώ στην πρώτη γραμμή, ως γενική κλίση του συνόλου της ανθρωπότητας, τη διαρκή και ασίγαστη επιθυμία κτήσης της μιας εξουσίας μετά την άλλη, επιθυμία η οποία παύει μόνο με τον θάνατο». Στην προοπτική αυτή είναι προφανές ότι ο καθένας θα πολεμήσει οποιοδήποτε εμπόδιο συναντήσει στον δρόμο του και συνεπώς και τους άλλους ανθρώπους, στο μέτρο που αποτελούν εμπόδια. Ο γενικευμένος αυτός πόλεμος θα οδηγούσε στην καταστροφή του ανθρώπινου γένους αν δεν υπήρχε το κοινωνικό συμβόλαιο, όπου οι άνθρωποι καταθέτουν τα όπλα και υπόκεινται πια στον νόμο, ο οποίος υπό την αιγίδα του κράτους είναι τώρα παντοδύναμος. Αυτό όμως δεν σημαίνει καθόλου ότι η καχυποψία έχει εκλείψει· το αντίθετο μάλιστα. Εχει φουντώσει στο μέτρο που ο καθένας μπορεί πια νομίμως να δηλώσει όχι μόνο ότι δεν εμπιστεύεται τον διπλανό του αλλά και ότι τον θεωρεί υπεύθυνο για τις αδικίες που τον βασανίζουν. Ο λόγος μας δεν αρκεί. Για να ισχύσει πρέπει να περάσει από τον συμβολαιογράφο. Υπό τον όρο βεβαίως ότι τον εμπιστευόμαστε, όρος που θα χρειαστεί με τη σειρά του μια επιπλέον εγγύηση κ.ο.κ. Με άλλα λόγια, όπως το έγραψε ο Ενγκελς σε ένα από τα τελευταία του κείμενα, τα νομικά είναι η θεολογία της αστικής τάξης.

Ένγκελς

Αν έτσι έχουν τα πράγματα, είναι αξιοθαύμαστο ότι εξακολουθούμε να ονομάζουμε ζωή τη βιολογική μας διάρκεια μέσα στον χρόνο. Βεβαίως, η διάρκεια αυτή δεν είναι πάντα ούτε εύκολη ούτε κυρίως ευχάριστη. Αναγκαζόμαστε να καταφύγουμε σε μερικά σημεία αναφοράς και να επινοήσουμε ορισμένες αξίες, στις οποίες αποδίδουμε κάτι σαν μαγικές ικανότητες, όπως, για παράδειγμα, τη φιλία. Εμπιστευόμαστε τους φίλους μας, εμείς που δεν εμπιστευόμαστε κανέναν άλλον, καταργώντας, έστω περιστασιακά, τον θανατηφόρο ιστό της καχυποψίας. Προφανώς είναι τόσο μεγάλη η ανάγκη να πιστέψουμε που πρέπει οπωσδήποτε η πίστη μας να ρίξει κάπου άγκυρες και να στεριώσει. Εκτός εάν, με την πάροδο του χρόνου και τη διαφαινόμενη πορεία της ιστορίας, αναζητήσουμε τη νομική κατοχύρωση της φιλίας. Στο σημείο αυτό, τα μεγάλα άτομα που είναι τα κράτη έχουν προλάβει τα μικρά άτομα που είμαστε οι άνθρωποι και έχουν κατοχυρώσει με συνθήκες τις φιλικές σχέσεις μεταξύ τους. Κάτι σαν τους ερωτευμένους που είναι οι εταίροι της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Σπινόζα

Σύγχρονος του Καρτέσιου και του Χομπς, ο Σπινόζα έχει τη δική του γνώμη για το δύσκολο πρόβλημα της συνύπαρξης των ανθρώπων και της αμοιβαίας εμπιστοσύνης στις σχέσεις μεταξύ τους. Ο χώρος δεν αρμόζει για να αναπτύξει κανείς τις θέσεις του φιλοσόφου στο σύνολό τους. Υπάρχουν όμως δύο προτάσεις στο Τέταρτο Μέρος της Ηθικής που αναφέρονται στο πρόβλημα και δίνουν τον τόνο της σπινοζικής αντίληψης. Σύμφωνα με την πρώτη, «ο ελεύθερος άνθρωπος που ζει ανάμεσα στους αδαείς προσπαθεί, όσο το μπορεί, να αποκρούσει τις ευεργεσίες τους». Στην απόδειξη της πρότασης, ο Σπινόζα υποστηρίζει ότι, όπως ο καθένας κρίνει τα πράγματα ανάλογα με την ιδιοσυγκρασία του, ο αδαής θα αξιολογήσει το καλό που έκανε στον άλλον σύμφωνα με τη δική του ιδιοσυγκρασία του και, καθώς οι αξιολογήσεις δεν θα συμπέσουν, θα μισήσει τον ευεργετημένο. Καλύτερα λοιπόν μακριά κι αγαπημένοι.

Η δεύτερη πρόταση είναι ίσως λίγο πιο σκληρή. Υποστηρίζει ότι «μόνο οι ελεύθεροι άνθρωποι είναι πολύ ευγνώμονες μεταξύ τους». Σχολιάζοντας την πρότασή του ο φιλόσοφος σημειώνει: «Η ευγνωμοσύνη που έχουν μεταξύ τους οι άνθρωποι που οδηγούνται από την τυφλή επιθυμία αποτελεί τις περισσότερες φορές αγοραπωλησία, με άλλα λόγια απάτη μάλλον παρά ευγνωμοσύνη». Αν ο ελεύθερος άνθρωπος είναι εκτός δούναι και λαβείν, πού βρίσκεται; Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

Προσωπα

της Pιτσας Mασουρα

Στο δοκίμιο «Περί Οργής», ο Σενέκας (φωτ.) σημειώνει ότι το πρόβλημα με την οργή είναι ότι χάνει την επαφή της με τη λογική, γι' αυτό και δύσκολα ελέγχεται από τον άνθρωπο. Η οργή είναι στερημένη από ευπρέπεια, αδιάφορη για τους δεσμούς, επίμονη σε ό, τι αρχίζει. Αλλά ο Σενέκας είναι αυστηρός οπαδός της λογικής. Η λογική επιτυγχάνει ό, τι και ο θυμός, χωρίς όμως τις παράπλευρες ζημιές. Αραγε, η λογική είναι πιο δυνατή από την οργή; Στη Βίβλο διαβάζουμε ότι δεν είναι. Κι εδώ θα μπορούσαμε να παραθέσουμε το παράδειγμα με την οργή του Χριστού στο Ναό, όταν έβαλε στο στόχαστρο τους αργυραμοιβούς.

Ακαιρες, ίσως, σκέψεις σε εποχές κενές θεολογικών μηνυμάτων και περιορισμένης θρησκευτικότητας. Αλλά ακόμη κι έτσι, στο λειψό, το λίγο, σ' έναν τόπο, όπως η Ελλάδα που βιώνει και τον θρησκευτικό φανατισμό, δεν θα ήταν υπερβολική η στιγμιαία αναστολή της αυστηρότητας και των φιλοσοφικών αξιών, αν είναι να διεισδύσουμε στην μυστηριακή ατμόσφαιρα των Ημερών. Στο κάτω κάτω, η θρησκευτικότητα μοιάζει με προξενήτρα ανάμεσα στον Θεό και τον άνθρωπο. Ενας Θεός που δεν εμφανίζεται ως απόμακρο, αποξενωμένο ον, αλλά ως Πατέρας που παιδεύει τα παιδιά του, αλλά ποτέ δεν τα θανατώνει. Θέλει προίκα ψυχής, βεβαίως, για να γίνει κατανοητό θεολογικά το θεϊκό μήνυμα. Και λίγοι πια στις μέρες διαθέτουν αυτού του είδους την προίκα την ακριβή.

Αυτές τις μέρες, πολλοί αναιτίως και παρεμπιπτόντως γράφουν για την πίστη και τη θρησκευτικότητα. Κι εγώ ανάμεσά τους. Δεν βγάζω την ουρά μου απέξω. Παράλληλα, οι θεωρητικοί προσπαθούν να συνδέσουν την πίστη με τον πνευματικό πρόγονο της ανθρωπότητας, τον Σαμάνο, για να περάσουν στη συνέχεια στον Ορφέα που κατέβηκε στον Αδη για να αναζητήσει τη χαμένη ψυχή κι ύστερα να φτάσουν στον Οδυσσέα (φωτ.) που κι αυτός κατέβηκε στον Αδη για να πάρει οδηγίες από τον Σαμάνο Τειρεσία. Πορείες παράλληλες που σχετίζονται με τη συνειδητοποίηση του ανθρώπου απέναντι στο θείο, τη σημασία του, τη διαχρονικότητά του. Για μας τους Χριστιανούς αυτή η πορεία ακινητοποιήθηκε στη μορφή του Χριστού που ανέλαβε την ευθύνη της καθόδου στα χθόνια βασίλεια του Αδη για να τα καταργήσει.

Η εποχή μας διακρίνεται για τη ρευστότητα, την αβεβαιότητα και την ανασφάλειά της. Τα πάντα παλιώνουν, σχεδόν πριν προλάβουν να υπάρξουν. Κοιτάμε πίσω μας και δύσκολα διακρίνουμε τη χθεσινή φυσιογνωμία μας. Φοβόμαστε να αποδεχτούμε τα γηρατειά ή μάλλον την πορεία μας προς την έξοδο. Κι εμείς έχουμε τόσο μεγάλη ανάγκη να ξανανιώσουμε, αποκηρύσσοντας τον φόβο που πολλές φορές διαχέεται μέσα από τα χείλη αυστηρών ιερωμένων. Τον φόβο, δηλαδή, ότι με τις πράξεις μας μπορεί να γίνουμε εχθροί του Χριστού. Πολύ παλιά, ο Γάλλος φιλόσοφος Μπλεζ Πασκάλ έλεγε ότι υπάρχουν δύο είδη φόβου. Ο κακός φόβος δεν προέρχεται από την πίστη, αλλά από την αμφιβολία για την ύπαρξη του Θεού. Ο καλός φόβος πηγάζει από την πίστη, ενώ ο απατηλός από την αμφιβολία. Ο καλός συνάπτεται με την ελπίδα, ο κακός με την απελπισία. Οι μεν φοβούνται μην Τον χάσουν, οι δε μη Τον βρουν μπροστά τους («Σκέψεις», Μπλεζ Πασκάλ).

Σήμερα, ο πολίτης ζει στους ρυθμούς των γιγαντιαίων υλικών πραγματώσεων και μάλλον δύσκολα αντιλαμβάνεται αυτά τα είδη του φόβου. Εχει στο μανίκι του κρυμμένους χίλιους δυο άλλους, πολύ πιο φοβιστικούς φόβους που τον ταλανίζουν. Χρειάζεται έναν ακόμη; Ο καθένας από μας αντικρίζει τον κόσμο γύρω του, όπως εκείνος νομίζει. Με τα δικά του μάτια, με τις δικές του προσδοκίες. Συναινεί σιωπηλά ή φωναχτά με τις παραδόσεις και δεν θα ήθελε να αλλάξει κάτι στις στιγμές της Χριστιανοσύνης. Θέλει όμως να είναι ελεύθερος και να αποφασίζει μόνος του. Μέσα του θα μπορούσε να ακινητοποιήσει το χρόνο γύρω από την Ανάσταση και το Πάσχα. Να ακινητοποιήσει την Ιστορία και τους θρησκευτικούς μύθους, αλλά μόνο γιατί θα το 'χει επιλέξει κι όχι για να προσκολληθεί στις μάζες και στις φοβίες τους.

Χριστός Ανέστη.

ΠΗΓΗ: εφημ.ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 3-4-2010

Η ταυτοσημία εξουσίας και φόβου - ¶φοβος είναι ο αντιεξουσιαστής

του Γιώργου Σταματόπουλου

Φοβούμεθα ό,τι μας εξουσιάζει, άρα ο φόβος είναι η εξουσία. Με τον αυθαίρετο αυτό ορισμό θα μπορούσαμε να αντιπαρέλθουμε όλα τα σχετικά περί τον φόβο. Για να οδηγηθεί όμως κάποιος σ' αυτόν τον ορισμό οφείλει να έχει τρομοκρατηθεί, να έχει δει τρομοκρατημένους ανθρώπους, να έχει τρομοκρατήσει ο ίδιος. ¶λλως: να έχει αντικρίσει ή βιώσει όλες τις μορφές του φόβου: από τον αρχέγονο φόβο απέναντι στο ανερμήνευτον και φρικώδες των φυσικών δυνάμεων έως την πολυτέλεια του φόβου απέναντι στο θάνατο.
Είναι πιθανό και λογικοφανές στις απαρχές οι αγέλες ανθρώπων να συνενώθηκαν για να αντιμετωπίσουν σεισμούς, θύελλες, φουρτούνες, πυρκαγιές, πλημμύρες και το φθαρτόν του σώματός των. Δεν φαίνεται όμως να πέρασαν πολλές χιλιετίες αφότου, μετά τη συνένωση και οιονεί αντιμετώπιση του ξεσπάσματος της φύσης, άρχισαν να φοβούνται ο ένας τον άλλον. Πλέον δεν ήσαν αναγκασμένοι να εξευμενίζουν τους θεούς που έπλασαν για ν' αποδιώξουν το φόβο, τον τρόμο, τον πανικό. Η αρχαία κραυγή, το τρέμουλο, το ρίγος, ο πυρετός, το παγωμένο αίμα αντικαταστάθηκαν ή μεταφέρθηκαν στο κοινωνικό γίγνεσθαι, στον ανταγωνισμό.
Στην αρχαία Ελλάδα ήθελαν το Φόβο υιό του θεού του πολέμου και της θεάς της ομορφιάς (ας μη δούμε κάποια παραδοξότητα στην επινόηση του ζευγαριού) και αδελφό του Δείμου (Τρόμου). Τον απεικόνιζαν με μορφή λιονταριού, συνήθως όμως με μορφή γενειοφόρου Πάνα. [Φόβος έκπαγλος βροτείων, (εξ αυτού τάχα να ταυτίζεται με τον πανικό;)]. Οι Σπαρτιάτες είχαν προς τιμήν του(!) ιερό του Φόβου· πώς αλλιώς θα επιβαλλόταν η πειθαρχία τους; Ξόρκιζαν δηλαδή το φόβο τους μετατρέποντάς τον σε θεό. Η ιωνική όμως άνοιξη σμπαράλιασε αγάλματα και θεούς· ο άνθρωπος έπρεπε -πάλι- μόνος του να ερμηνεύσει την ύπαρξή του και την ανθρώπινη κατάσταση-συμβίωση. Και αφού έπαψε να φοβάται τον θεό, άρχισε να φοβάται τον άνθρωπο· αρχικά αυτόν που είχε μεγαλύτερη ρώμη, εν συνεχεία αυτόν που είχε περισσότερη εξουσία.
Οι Αθηναίοι στο άκουσμα και μόνο της λέξης Πέρσες ετρομοκρατούντο, κιτρίνιζαν από το φόβο τους. Αναγκάστηκαν λοιπόν να τους νικήσουν, ναι, αναγκάστηκαν, για να εκδιώξουν τον τρόμο τους. Κι έτσι, γεννήθηκε η δημοκρατία!... Απέβαλαν το φόβο τους ακριβώς γιατί απέβαλαν την εξουσία των Περσών. Χωρίς άγχος πλέον συνυπήρχαν ειρηνικά· ειρηνικά, χμ.... Δικαιολογούν όμως τις αυθαιρεσίες τινών συγχρόνων ότι ο φόβος αναπλάθει το εγώ του άγχους, ότι, ως βιολογική αντίδραση, είναι μια άμυνα του οργανισμού. Λες και μπόρεσαν ποτέ να ενυλώσουν το πλαγκτόν των συναισθημάτων, να ανακαλύψουν τη δομή αυτού του πλαγκτού, να βρουν τα κύτταρά του.
Το γεγονός ότι ο πνευματικός κόσμος έχει ακολουθήσει αρχήθεν σκολιό δρόμο πιθανώς να οφείλεται στο φόβο, στην καχυποψία· [ποτέ δεν ξεπεράσαμε την (αναπόφευκτη) εξουσία του πατέρα· και της μητέρας ακόμη]. Δεν νομίζω ότι έχουν δίκιο όσοι ισχυρίζονται ότι ο φόβος είναι η πιο αρχαία μνήμη· η πιο αρχαία μνήμη είναι το γαλήνιο συναίσθημα από την κολύμβηση στα μητρικά νάματα, από το θαυμάσιο αυτό εννεάμηνο ταξίδι αναμονής(!), το ταξίδι που καθορίζει σχεδόν καθόλον το μετέπειτα ισχνό βίο μας.
Δεν υπάρχει φόβος στη μήτρα της μάνας· μόνο χαρά. Ο φόβος εμφανίζεται όταν αρχίζουν να λειτουργούν οι νοητικές (εξουσιαστικές) διαδικασίες.
Φοβούμεθα το απρόσωπον των νόμων. Ποιοι έφτιαξαν αυτούς τους νόμους; Το βέβαιον είναι ότι ψηφίστηκαν, ορίστηκαν και καθορίστηκαν από τα συμφέροντα των ισχυρών, των εξουσιαστών: Αρχικά ελέω θεού και στη συνέχεια βασιλέως, τυράννου, αυτοκράτορα, φεουδαλιστή, δικτάτορος, φασίστα, αλλά και δημοκρατίας. Οσο πιο πολύ φοβάται κάποιος σήμερα (για τη δουλειά του, για το σύντροφό του, για τα παιδιά του, για το μέλλον, για το θάνατο) τόσο λιγότερο αντιεξουσιαστής είναι· τόσο μεγεθύνει την αλαζονεία αλλά και την αίγλη των εξουσιαζόντων· τόσο πιο πολύ υπηρετεί ένα διεφθαρμένο σύστημα. Ουδέποτε θ' αλλάξει αυτή η ροή, ειδικώς όταν υπάρχουν δήθεν διανοούμενοι που επιτίθενται λεκτικώς στο σύστημα και ουσιαστικώς είναι φερέφωνα και τελάληδές του· υποχείριά του.
Οι τύραννοι όσο και οι σημερινοί πρόεδροι Δημοκρατιών, αλλά κυρίως οι «διανοούμενοι» γνωρίζουν καλά το φόβο των ανθρώπων· σ' αυτόν βασίζονται για να κυριαρχούν. Μα, δεν είναι και οι ίδιοι άνθρωποι; Δεν ένιωσαν αυτοί ποτέ τους φόβο; Ναι· απλώς κατενίκησαν το φόβο επιβάλλοντάς τον στους άλλους. Περαιτέρω, αυτοί είναι που φοβούνται περισσότερο μη τυχόν χάσουν την εξουσία τους, και μετά; Μετά τι;
Ο μέγιστος φόβος είναι, θαρρώ, αυτός μπροστά στην απόφαση: Με την εξουσία ή απέναντί της; Αλλά η απάντηση είναι γνωστή εδώ και χιλιετίες. Οι πολλοί, όχι αναγκαστικά η πλέμπα, τάσσονται με την εξουσία, υποκύπτουν στα μαγνάδια της, στην επίδειξη δύναμης. Γνωρίζεσαι με πολιτικούς, με επιχειρηματίες, με δημοσιογράφους; Μη φοβάσαι τίποτε. Ολα θα πάνε δεξιά στη ζωή σου! Αλλά και μετά την απόφαση ο φόβος δεν σταματάει για όσους προσκύνησαν την εξουσία· απλώς διασπάται σε μικροφοβίες, μη χαθεί τίποτε απ' αυτά που κέρδισαν με την απόφασή τους. Καταντάνε ανθρωπάκια, μίζεροι, καχύποπτοι, ανέραστοι, εξυπνακιστές, εαυτούληδες, οστεολείχοντες, εγκληματίες, δειλοί, πολεμοχαρείς, ειρηνόφιλοι κ.ο.κ.
Δεν υπάρχει πιο θλιβερό θέαμα από ένα φοβισμένο άνθρωπο. Ρίξτε μια ματιά γύρω σας· παντού φοβισμένα ανθρωπάκια που το μόνο που περιμένουν είναι η στιγμή καθ' ην θα επιδείξουν την εξουσία τους! Γι' αυτές τις στιγμές ζουν· όλο το άλλο χρονικό διάνυσμα είναι κατειλημμένοι από τον τρόμο μήπως δεν τους δοθεί η ευκαιρία γι' αυτήν την επίδειξη.
Δεν ξεριζώνεται, δυστυχώς, ο φόβος. Οσο παραμένουμε δέσμιοι του νηδύμου μας, όσο υποκλινόμαστε στην εξουσία τόσο θα εντείνεται η ενοχή της μάνας για τα δυνάμει έμφοβα «τσογλάνια» που γεννάει, η οποία όμως ενοχή σβήνει άμεσα όταν αγγέλλεται η ύπαρξη ως το πιο ιερό «επίτευγμα» του ανθρώπου. Ιερό-ανίερο, αλλά...
Φόβος σημαίνει υγεία, διατείνονται ένιοι ψυχολόγοι, συνυφαίνοντάς τον με τον αρχέγονο τρόμο, με τον ύπνο και το θάνατο. Γιατί διαγράφουν έτσι διά μιας τον homo ludens; Γιατί υποτιμάνε το παιγνίδι ζώων και ανθρώπων και προτάσσουν μόνο το φόβο; Διότι το παιχνίδι είναι αντίσταση στην εξουσία, το παιγνίδι αδιαφορεί για το φόβο, προσδίδοντας ανεξαρτησία σε όσους συμμετέχουν. Γι' αυτό και όλα τα παιχνίδια σήμερα ελέγχονται από την εξουσία. Για να θρυμματισθεί το παίζειν και να αντικατασταθεί από το ιδιοτελώς παίζειν· το τέλος ήγουν να επικρατήσει της χαράς και να επανακάμψει ο φόβος: ο φόβος της ήττας και τα δυσάρεστα συμπαρομαρτούντα για τον ηττημένο.
Δεν νομίζω ότι μας φοβίζουν οι διαφορετικοί άνθρωποι ώστε να τους μετατρέπουμε σε αποπομπαίους τράγους· δεν είναι ο φόβος απέναντι στους αιρετικούς που μας μετατρέπει σε τρομαγμένα ζώα, σε ζώα που δεν επιθυμούν να χάσουν τα κεκτημένα· είναι η εξουσία αυτή που κινεί την ηλιθιότητά μας να δολοφονούμε ώστε να μη διαρραγεί η κοινωνική συνοχή· η εξουσία της οικογένειας, της ομάδας, του συνόλου. Αυτή εγχαράσσει στα μέλη της την ιδεολογία του φόβου, αυτή οικοδομεί τα στερεότυπα του φόβου.
Ολα δείχνουν ότι ο φόβος είναι κοινωνικό φαινόμενο και όχι βιολογικό. Ο φόβος ο κοινωνικός είναι διαρκής. Ο αρχέγονος φόβος, τον οποίο επικαλούνται οι εν διατεταγμένη υπηρεσία σοφοί, είναι στιγμιαίος· «κόβει» τα γόνατα και παγώνει το αίμα, γρήγορα όμως αποβάλλεται, διότι: μετά την καταιγίδα ακολουθεί ηλιοφάνεια, μετά το σεισμό ηρεμία, μετά τον κατακλυσμό γαλήνη. Το παιγνίδι της ζωής κατισχύει του φόβου απέναντι στη φύση ή τον εγκληματία.
Ναι· ο στιγμιαίος φόβος, ως αντίδραση του οργανισμού, είναι υγεία. Ελευθερώνει τα πανικοβληθέντα κύτταρα, προβάλλει τα αντισώματά του, ακόμη και του πλέον απαισιόδοξου ανθρώπου. Ο φόβος όμως που διαχέει η εξουσία είναι συνεχής κι εξαντλητικός (έτσι είναι κάθε τι το επίπλαστον). Συρρικνώνει τα συναισθήματα αλληλεγγύης, τη συμπάθεια, το ενδιαφέρον για το γείτονα και τη δημοκρατία. Γιατί πάσχει η δημοκρατία; Διότι οι πολίτες είναι πλημμυρισμένοι από φόβο, από εξουσία· το DNA των ανθρώπων φαίνεται να μεταλλάσσεται· φρίκη.
Μην αναζητήσετε σελίδες που πιθανώς να απαλύνουν το φόβο, να τον εκδιώκουν· δεν υπάρχουν τέτοιες σελίδες, καλύτερα: δεν υπάρχουν άνθρωποι να γράψουν τέτοιες σελίδες. Οι μεγάλοι συγγραφείς έγιναν μεγάλοι στην προσπάθειά τους να καταπνίξουν τους μικροφόβους τους: το φόβο της μοναξιάς, το φόβο της απόρριψης, το φόβο της μη καταξίωσης, το φόβο της χλεύης, το φόβο της αποτυχίας, τον φόβο, γενικώς, έλλειψης ικανοτήτων. Ακόμη και ο αστείος φόβος μπροστά στο θάνατο ωχριά απέναντι στο φόβο τού να περάσεις απαρατήρητος σ' αυτή τη ζωή. Ας προσθέσουμε όλους αυτούς τους φόβους· τι άθροισμα προσφέρουν; Μα, την εξουσία την ίδια· δεν είναι οφθαλμοφανές και νοοθύμως εύληπτον;
Αλλά ο καθείς αγκιστρώνεται πίσω από το δικό του φόβο και κρίνει ζώντες και τεθνεώτες βάσει των αρχών αυτού του (κατα)δικού του φόβου. Δεν είναι ιλαρόν το φαινόμενον; Μετατρέπουμε το φόβο μας σε ασπίδα και έλεος μαζί· οικτίρουμε εαυτούς για να ζητιανέψουμε λίγη προσοχή από τους δίπλα κινούμενους.
Οσο ο άνθρωπος θα σπαράσσεται από το μέγα φόβο, ήγουν την εξουσία, τόσο το μυστήριο του Σύμπαντος θα έχει ένοχη συνείδηση (και ας μη λύσουμε ποτέ αυτό το μυστήριο...). Δύσκολο να γράφεις για το φόβο-εξουσία. Διότι κάθε στιγμή παραμονεύει να σε κομματιάσει εάν θίξεις το μυστικό της, την ουσία της. Φοβόπληκτοι - φοβολάγνοι = εξουσιόπληκτοι - εξουσιολάγνοι. Δεν είναι τραγικό; Οχι, σε σύγκριση με την αμέσως επόμενη εξίσωση (sic): φοβόνοες - φοβόθυμοι - εξουσιόνοες - εξουσιόθυμοι (εάν θέλουν να παρέμβουν οι γλωσσολόγοι, καλώς· άλλως, ας συνεχίσουν να καθεύδουν τυλιγμένοι στην τύρβη των μικροφόβων τους - μικροεξουσιών τους).
Καλά· ούτε πονάει η αλήθεια, μήτε τεθλασμένη είναι· μας θυμίζει απλώς τις ενοχές μας, τους φόβους μας· αναδεικνύει το ολίγιστον της γενναιότητάς μας στο ξύπνημα της κάθε μέρας.
Κρίμα. Αλλά ο φόβος είναι κρίμα, όπως και ο χρόνος. ¶ρα; Ας μην προσδοκάμε συμπεράσματα. Δεν υπάρχουν. Σκολιός είναι ο δρόμος της ανθρωπότητας αρχήθεν. Αλλά πώς αλλιώς μπορούσε να εγχαράξει την πορεία του; Αυτόν το δρόμο προτίμησε, αυτά τα ίχνη άφησε. Πάνω σ' αυτά βαδίζουμε εμείς ημίτυφλοι, σχεδόν τυφλοί. Αφού διαχωρίσαμε το νου από το σώμα, αφού τρομάξαμε από το αιώνιο γίγνεσθαι του Ηράκλειτου, αφού τοποθετήσαμε (καθορίσαμε) όρια μεταξύ ύλης και πνεύματος, πώς να ερμηνεύσουμε τα φαντάσματα της επιστήμης και της θρησκείας; Είμαστε ακόμη υπνωτισμένοι από το cogito, ergo sum του Καρτέσιου· έμφοβοι και ανίκανοι να δούμε την ταυτότητά μας ως αρμονική συνύπαρξη νου-σώματος. Ντρεπόμαστε για τα ένστικτά μας ή τα φοβόμαστε;
Ο,τι και να 'ναι, καταντήσαμε αιχμάλωτοι της απογοήτευσης. Αλλά έτσι συνέβη, και τώρα πασχίζουμε να ανασυνθέσουμε τα κομμάτια της αρχαίας μνήμης και του τεμαχισμένου εαυτού μας. Ο φόβος-εξουσία εξαφάνισε τους Προσωκρατικούς φιλοσόφους (κήρυκες της ενότητας των πάντων), τους Σοφιστές, τους Επικούρειους, τους ηδονιστές του Αρίστιππου και όλους όσοι έβαζαν φωτιά στα θεμέλια του φόβου. Αναδείχτηκαν έτσι ο Αριστοτέλης και ο Πλάτων, εκφραστές της υλικής επιστήμης και της μεταφυσικής, τελάληδες του δυϊσμού του δυτικού πνεύματος. Εκτοτε ο φόβος εδραιώθηκε, απλώθηκε, κυριάρχησε.
Φτάσαμε σήμερα στο σημείο να ζητούμε θεραπεία από «ειδικούς» του φόβου, επιστήμονες δηλαδή που προσεγγίζουν, αναλύουν, ερμηνεύουν το φόβο! Εάν είναι δυνατόν! Απίστευτοι διανοητές-ρήτορες του ευρωπαϊκού προσανατολισμού αδολεσχούν περί ξενοφοβίας και πώς μπορούμε να την απαλείψουμε, αγνοώντας προκλητικά την ταύτιση φόβου-εξουσίας. ¶λλο φοβίες, άλλο φόβος. Οι φοβίες είναι κομμάτια του φόβου, αφειδώς διεσπασμένα στις κοινωνίες· η προσπάθεια να τις αποτινάξουμε δεν είναι παρά το άλλοθι του φόβου, η ευφυής και εύφημος διαιώνισή του. «Διώξτε τους φόβους σας -λένε οι ρήτορες- και θα μπορέσετε να συνυπάρξετε». Ουδείς τολμάει να πει «διώξτε την εξουσία (σας)» διότι άπαντες τρέφονται εξ αυτής.
Δεν υπάρχει -ευτυχώς- ορισμός του φόβου· ποιες λέξεις θα αποδώσουν την άναρχη διαταραχή του πλαγκτού, ποια γράμματα θα συνθέσουν ανάγλυφα το απρόσωπον της εξουσίας; Οι επιστήμονες, δέσμιοι της μονομέρειας και της εξειδίκευσης, απλώς προσπαθούν με τους ορισμούς τους να δικαιολογήσουν την ύπαρξή τους (τι φόβος κι αυτός, να προσπαθείς λυσσαλέα να χτίσεις έναν ορισμό, ώστε ν' αποβάλεις το υπαρξιακό σου κενό).
Μπορεί να μην υπάρχει ορισμός του φόβου, αυτός όμως μας ορίζει· καθορίζει τη στάση μας απέναντι στο συνάνθρωπο και στις στιγμές που παρελαύνουν, λυπημένες γιατί δεν τους δίνουμε σημασία, γιατί δεν ερωτευόμαστε με αυτές αλλά με κάποιο (επιπλωμένο) μέλλον τους.
Ενιοι διανοητές πιστεύουν ότι η διαλεκτική μεταξύ του κακού και του καλού δεν έχει βάση πραγματική, αλλά είναι προϊόν του φόβου του ανθρώπου. Η βούληση του Νίτσε για υπέρβαση αυτής της πεπλανημένης διαλεκτικής εκφράζει τη ζωτική ανάγκη να ελευθερωθεί ο άνθρωπος από μια αρχέγονη πλάνη και από την παγίδα στην οποία είχε πιαστεί εκ γενετής. Ποιος ακούει σήμερα; Ποιος άκουσε έστω; Ποιος θα ακούσει; Αφού κάναμε τη σκέψη μας κλίνη του Προκρούστη, αφού διαχωρίσαμε την ύλη από το πνεύμα, την πολιτική από την ηθική, το παιγνίδι από τη χαρά, δεν μας απομένει τίποτε άλλο παρά η γελοιοποίησή μας μέσω του θεάτρου της ζωής, έστωρ του οποίου είναι ο φόβος. Και σκηνοθέτης, προσθέτουμε για να ολοκληρωθεί το όλον του θεατρικού. Πώς, διάβολε, γίνεται ο φόβος, η εξουσία να διαφεντεύει τις ζωές μας, τις πίκρες μας, τις χαρές μας; Να σκηνοθετούν την πορεία μας ως απλών θεατών και υποτονικών πρωταγωνιστών ταυτοχρόνως; Ρητορικό, σαφώς, το ερώτημα, διότι η απάντηση έχει ήδη δοθεί. Αλλά μ' ένα «γιατί» πεθαίνουμε άπαντες· όσοι πάνε ήσυχοι στο μνήμα απλώς έχουν κουραστεί να φοβούνται ή να σκέφτονται, παραιτημένοι, αδύναμοι.
Θα ήταν ευχής έργο εάν ο φόβος μπορούσε να παιδαγωγήσει τον άνθρωπο και να του προσφέρει αποκαλύψεις (ο Κίρκεγκορ πίστευε ότι η αγωνία είναι μια τέτοια ιδιότητα)· ο άνθρωπος όμως της τεχνολογίας φρικιά όταν αίφνης συνειδητοποιεί ότι δεν μπορεί μήτε να χαρεί μήτε να εκραγεί. Τούτο διότι η χαρά και η έκρηξη (συναισθηματική, υπαρξιακή) ενοχλούν την εξουσία· αφού λοιπόν από μόνοι μας δεν καταφέρνουμε ν' αντισταθούμε, επιδιδόμεθα σε προγραμματισμένα ταξίδια και μεθύσια, εντελώς ανώδυνα για την ακεραιότητα και βασιλεία του φόβου. Και αυτό το εκμεταλλεύεται η «δημοκρατία» μας. Μπορείτε -λέει- να ταξιδέψετε, να ερωτευθείτε, να δημιουργήσετε, να μεγαλουργήσετε· και μεις ασμένως αποδεχόμαστε τις προτροπές, αφού ανοίγεται πεδίο ευρύ για την ελευθερία μας, για την ελευθερία θέλησης. Μας διαφεύγει ότι αυτό που ονομάζουν ελευθερία θέλησης είναι κατ' ουσίαν το συναίσθημα ανωτερότητας που νιώθει κανείς απέναντι σ' έναν υποδεέστερο (Νίτσε, Πέρα από το καλό και το κακό).
Ολα αυτά είναι χαρακτηριστικά του φόβου. Εάν δεν εξουσιάσουμε τους ανθρώπους, δεν μπορούμε ν' αποβάλουμε το φόβο του υπάρχειν. (Γιατί η διαδικασία του μετασχηματισμού των βασικών μετάλλων σε χρυσό ονομάστηκε «προβολή»;)
Για να φτάσει στην ελευθερία του ο Ν. Καζαντζάκης έπρεπε να προβάλει στο παρελθόν, ώστε να τα αποβάλει στο παρόν, την ελπίδα και το φόβο. Ο φόβος ισότιμος της ελπίδας, ο φόβος κυρίαρχος του είναι, ο φόβος διάσπαρτος, ο φόβος αφέντης. Τυραννισμένη η σκέψη απ' αυτόν το φόβο επιτέλους τον αποβάλλει· όταν χάνεται πια κάθε ελπίδα να ξεπεραστεί ο άνθρωπος, όσο κι αν καλλιέργησε τον εαυτό του. Διότι η εξουσία μάς επιτρέπει να φθάσουμε έως ενός ορισμένου σημείου· εάν ξεπεράσουμε το φόβο, θα ξεπεράσουμε την ίδια, οπότε; Οπότε θ' αλλάξει ο ρους της σκέψης της ανθρωπότητας, οι άνθρωποι θα 'ναι ειρηνικοί, το άμεσον της δημοκρατίας θα λαμπρύνει τις κοινωνίες, η βία θα απαλειφθεί, η ματαιοδοξία θα αφανιστεί (ωραίο σενάριο για ταινία κινηματογράφου· κινηματογράφος = ο φόβος μπροστά στο θάνατο).
Δυστυχώς η πραγματικότητα είναι άλλη· δυστυχώς αυτός ο κόσμος δεν θ' αλλάξει ποτέ, έως ότου αφανισθεί. Τι μένει; Ν' αναζητήσουμε ανθρώπους αντιεξουσιαστές (όχι ιδεολογικώς αντιεξουσιαστές, όχι αυτούς που σπάνε βιτρίνες θεωρώντας ότι ραπίζουν τον καπιταλισμό, την εξουσία· αυτοί οι ίδιοι είναι έμφοβοι, εξουσιαστές), ανθρώπους που δεν φοβούνται μήπως περάσουν απαρατήρητοι, ανθρώπους που γεύονται την ηδονή των δικών τους στιγμών ελευθερίας, χαράς, ανεξαρτησίας, ανθρώπους που σέβονται τον Πρωταγόρα και τον Δημόκριτο, τον Ντέιβιντ Θόροου και τους αγρότες της υφηλίου, ανθρώπους που καλλιεργούν τον εαυτό τους και δεν τον αφήνουν έρμαιο της εξουσίας, του φόβου.
Αυτό (απο)μένει· τίποτε άλλο. Αλλά ας μην τα βάφουμε όλα μαύρα (αν και είναι από μόνα τους μαύρα τ' ανθρώπινα)· ας αντισταθούμε στο φόβο της εξουσίας, στην εξουσία του φόβου. Μα, δεν υπάρχει ο ήλιος, η θάλασσα, τα βουνά, οι λίμνες, τα ποτάμια, ο έρωτας; Ναι, αλλά όλα τα «απολαμβάνουμε» υπό το κράτος του φόβου· όλα είναι δοσμένα από την εξουσία. Για να μην τρελαθούμε. Διότι η τρέλα είναι κι αυτή ανατρεπτική. Μόνο ο φόβος είναι υποταγή. Μόνο ο φόβος, ο φόβος... Η βία. Η εξουσία.

ΠΗΓΗ: εφημ. Ελευθεροτυπία, ένθετο , Τρίτη 17 - 04 - 2001