Το τέλος της πρώτης παγκοσμιοποίησης

του Πασχου Mανδραβελη

Στην παγκόσμια συζήτηση για τη χρηματοπιστωτική κρίση λείπει ένας όρος που για είκοσι χρόνια φλόγιζε τις συζητήσεις για το διεθνές σύστημα. Η λέξη «παγκοσμιοποίηση». Είναι περίεργο, δε, διότι μπορεί η παγκοσμιοποίηση να μην ευθύνεται για τη δημιουργία της κρίσης, σ' αυτήν όμως οφείλεται η ταχύτατη εξάπλωσή της. Ενα πρόβλημα με τα στεγαστικά δάνεια στις ΗΠΑ, έγινε δια των διασυνδέσεων των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, παγκόσμια τραπεζική κρίση, για να καταλήξει δημοσιονομική κρίση και μπορεί να γίνει κρίση της πραγματικής οικονομίας των προϊόντων που παράγει η... Κίνα. Η απουσία μπορεί να δείχνει ότι πήραμε το μάθημά μας από τη μεγάλη κρίση του '29, όταν η αντίδραση ήταν ο περιορισμός της παγκοσμιοποίησης με εθνικές νομοθεσίες, με αποτέλεσμα ο κόσμος εκτός από τη βαθιά ύφεση να μπει σε εξοντωτικούς εμπορικούς πολέμους και τελικά στον αιματηρό Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Υπάρχουν όμως αναλογίες που να κάνουν θεμιτή τη σύγκριση όσων διαδραματίζονταν στον κόσμο στις αρχές του περασμένου αιώνα με όσα διαδραματίζονται σήμερα; Σύμφωνα με τον καθηγητή Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Πρίνστον, Χάρολντ Τζέιμς, η παγκοσμιοποίηση στο τέλος του 19ου αιώνα ήταν μεγαλύτερη από τη σημερινή. Ενας τρόπος για να μετρήσουμε τη διεθνή ολοκλήρωση, γράφει, «είναι να εξετάσουμε το μέγεθος των καθαρών κεφαλαιακών κινήσεων.

Αν μετρηθούν σε σχέση με το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν (ΑΕΠ) οι εισαγωγές και εξαγωγές κεφαλαίου ήταν μεγαλύτερες από τις σημερινές: Μεταξύ του 1870 και 1890, η Αργεντινή εισήγαγε κεφάλαιο ισοδύναμο με το 18,7% του εθνικού εισοδήματος και η Αυστραλία με το 8,2%. Συγκρίνετε αυτά τα στοιχεία με τη δεκαετία του '90, όταν τα αντίστοιχα νούμερα αυτών των δύο μεγάλων εισαγωγέων κεφαλαίου ήταν ένα γλίσχρο 2,2% και 4%. Η υπόθεση των εξαγωγών κεφαλαίου είναι ακόμη πιο δραματική. Την παραμονή του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου η Μεγάλη Βρετανία εξήγε το 7% του εθνικού της εισοδήματος. Καμιά χώρα στον κόσμο μετά το '45 δεν προσέγγισε ποτέ ένα παρόμοιο επίπεδο, ούτε η Ιαπωνία ούτε η προ του 1989 Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας».

Στον τομέα του εμπορίου τα πράγματα ήταν ελάχιστα διαφορετικά. Το 1913 οι εξαγωγές της μεγάλης οικονομικής δύναμης της εποχής, που ήταν η Βρετανία, ήταν περίπου το 30% του ΑΕΠ, ποσοστό που έφτασαν κάποιες χώρες της Δύσης μετά τη δεκαετία του 1980· παρά την τεράστια βελτίωση των εμπορευματικών μεταφορών.

Η μετανάστευση είναι αδύνατον να μετρηθεί διότι στον 19ο αιώνα δεν υπήρχαν διαβατήρια, ούτε μεταναστευτικές πολιτικές και ούτε φυσικά μετρήσεις. Εκείνη την εποχή «πάνω απ' όλα κινούνταν οι άνθρωποι», γράφει ο Χάρολντ Τζέιμς. «Δεν χρειάζονταν διαβατήρια. Σπάνια γίνονταν συζητήσεις για την υπηκοότητα.

«Οικουμενική εποχή»

Επιδιώκοντας την ελευθερία, την ασφάλεια και την ευημερία -τρεις αξίες που σχετίζονταν στενά- οι άνθρωποι της Ευρώπης και της Ασίας εγκατέλειπαν τις εστίες τους και συχνά έκαναν δύσκολα ταξίδια με τον σιδηρόδρομο ή το πλοίο, συχνά δε σαν τμήμα ανθρωπίνων μεταναστεύσεων γιγαντιαίων διαστάσεων. Ανάμεσα στο 1871 και στο 1915, 36 εκατομμύρια άνθρωποι εγκατέλειψαν την Ευρώπη». Από έναν πληθυσμό που το 1900 έφτανε δεν έφτανε τα 320 εκατομμύρια.

Ο κόσμος ζούσε την «οικουμενική εποχή». «Η αισιοδοξία της εποχής», σημειώνει ο Τζέιμς, «μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν μαρτυρία για τον διεθνισμό ή τον κοσμοπολιτισμό της. Μερικοί αναλυτές πίστευαν ότι η δυναμική της ολοκλήρωσης ήταν τόσο μεγάλη που δεν μπορούσε να αναχαιτιστεί με τίποτε - στην πραγματικότητα, καθιστούσε τον πόλεμο ανάμεσα στα μεγάλα ανεπτυγμένα βιομηχανικά κράτη αδύνατο.

Αυτή η ελκυστική αλλά τελικά απατηλή προϋπόθεση διατυπώθηκε με μεγάλη ευφυΐα από τον Βρετανό συγγραφέα Νόρμαν Εϊντζελ σε ένα βιβλίο που δημοσιεύτηκε το 1911 και διατέθηκε αμέσως (αυτός ήταν ο βαθμός της παγκόσμιας πνευματικής ολοκλήρωσης) σε δεκατέσσερις χώρες και οκτώ γλώσσες. Οι καπιταλιστές θεωρούσαν ότι η δική τους εκδοχή του διεθνισμού είχε εξαρτήσει τόσο πολύ τα κράτη από τις αγορές ομολόγων που δεν θα άντεχαν να προκαλέσουν οποιονδήποτε κλονισμό της εμπιστοσύνης στις επιχειρήσεις. Οι σοσιαλιστές πίστευαν ότι η ύπαρξη ενός διεθνούς προλεταριάτου με αυτοσυνείδηση θα μπορούσε να ματαιώσει τα σχέδια των μιλιταριστών.

Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος

Διαψεύσθηκαν και οι δύο. Τρία χρόνια μετά την έκδοση του «Great Illusion» ο κόσμος έμπαινε στον πιο μεγάλο και αιματηρό πόλεμο όλων των προηγούμενων εποχών. Οι Κέβιν Ο' Ρουρκ και Τζέφρι Γουίλιαμσον στο βιβλίο τους «Παγκοσμιοποίηση και ιστορία» έγραψαν ότι «η ιστορία δείχνει ότι η παγκοσμιοποίηση μπορεί να φυτέψει τους σπόρους της ίδιας της της καταστροφής. Αυτοί οι σπόροι φυτεύτηκαν στη δεκαετία του 1870, βλάστησαν στη δεκαετία του 1880, μεγάλωσαν ορμητικά στην περίοδο της αλλαγής του αιώνα και άνθισαν στα σκοτεινά χρόνια ανάμεσα στους δύο παγκόσμιους πολέμους». Οι δύο συγγραφείς υποστηρίζουν ότι η μεγάλη ύφεση της δεκαετίας του '30 δεν χρειαζόταν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο για να εκδηλωθεί. Θα ερχόταν έτσι κι αλλιώς ως αποτέλεσμα των εσωτερικών αντιφάσεων του καπιταλισμού.

Παράδοξο μεν και σχεδόν μαρξιστικό, αλλά το ίδιο αναφέρει και ο μεγάλος Αυστριακός οικονομολόγος Γιόζεφ Σουμπέτερ. Οπως αναφέρει ο Χάρολντ Τζέιμς «σε ένα άρθρο με τίτλο "Η αστάθεια του καπιταλισμού", που δημοσιεύτηκε το 1928, στο υψηλότερο σημείο ευημερίας εκείνης της δεκαετίας, ο Σουμπέτερ αναφερόταν "στην τάση προς την αυτοκαταστροφή εξαιτίας εγγενών οικονομικών αιτιών ή προς την απώλεια της ίδιας του της δομής". Σε μια εποχή που δεν φαινόταν να επίκειται ο κίνδυνος χρηματοπιστωτικής αναταραχής, υποστήριζε ότι "ο καπιταλισμός ενώ [είναι] οικονομικά σταθερός και μάλιστα η σταθερότητά του αυξάνεται, δημιουργεί, εξορθολογίζοντας την ανθρώπινη διανοητικότητα, μια νοοτροπία και ένα στυλ ζωής ασύμβατα με τις θεμελιώδεις συνθήκες του, κίνητρα και κοινωνικούς θεσμούς"».

Επίκαιρη προφητεία

Από το 2001 που πρωτοεκδόθηκε το βιβλίο του Χάρολντ Τζέιμς για την ιστορία της πρώτης παγκοσμιοποίησης ο συγγραφέας έβλεπε την Ευρώπη ως τον αδύναμο κρίκο της δεύτερης παγκοσμιοποίησης. Στα συμπεράσματα του βιβλίου του προφήτευε ότι στη Γηραιά Ηπειρο «υπάρχει ελάχιστη ευελιξία όσον αφορά τις προσδοκίες για το τι θα έπρεπε να κάνει το κράτος και μια έντονη τάση να τίθενται οι προτάσεις μεταρρύθμισης εκτός ορίων αποδεκτής πολιτικής συζήτησης. Αυτά τα κράτη βασίζονται στην αξιοπιστία τους -στην εμπιστοσύνη των αγορών- σε τέτοιο βαθμό που... όπου και όταν λάβουν χώρα οι κρίσεις θα...εμφανιστούν σαν τελείως άλυτα προβλήματα εντός των ορίων της υπάρχουσας πολιτικής τάξης πραγμάτων και των τρεχουσών πολιτικών προσδοκιών».

Η γέννηση της αντιπαγκοσμιοποίησης

Για τον Χάρολντ Τζέιμς η αντιπαγκοσμιοποίηση γεννιέται αμέσως μετά την πρώτη παγκοσμιοποίηση. «Καθώς ο ενιαίος διεθνής κόσμος εξελισσόταν παρήγε μια ανταπόκριση ή αντίδραση - κατ' αρχάς μια ιδέα και μετά τη θεσμική ενσάρκωση της ιδέας. Η συνειδητοποίηση των συνεπειών μιας παγκόσμιας οικονομίας και μιας διεθνούς κοινωνίας προκάλεσε έναν ισχυρό εθνικισμό. Εθνικισμός σημαίνει τουλάχιστον δύο διακριτές διαδικασίες. Μία είναι η διαμόρφωση ταυτοτήτων και κοινής συμπεριφοράς ως αντίδραση σε εξωτερική απειλή ή στην ιδέα της απειλής. Αυτό το είδος της αντίδρασης μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε ξενοφοβία».

Κατά τον Τζέιμς «οι ροές εργασίας παραμένουν το πιο ελεγχόμενο τμήμα της παγκόσμιας οικονομίας... Η μετανάστευση είναι ο πιο ευάλωτος τομέας στην προστατευτική παρόρμηση. Σ' αυτόν σημειώθηκε η αποφασιστική εχθρική στάση εναντίον του διεθνισμού κατά τη δεκαετία του 1920 και συνοδεύτηκε από μια σκλήρυνση των δυσάρεστων και επίσης κοντόφθαλμων εθνικιστικών επιχειρημάτων».

«Δεύτερον, υπάρχει μια διαδικασία δημιουργίας θεσμών, που αιτιολογείται βάσει της πρώτης αντίδρασης, με την οποία το έθνος - κράτος, η τυπική πολιτική κατασκευή του 19ου αιώνα, εξελίχθηκε σε αμυντικό μηχανισμό έναντι απειλών κατά της σταθερότητας, που έχουν εξωτερική προέλευση... Η αντίδραση κατά τη μεσοπολεμική περίοδο εναντίον της διεθνούς οικονομίας έχει τις ρίζες της στον 19ο αιώνα, και αυτές μπορούν να καταδειχθούν σε εκείνους ακριβώς τους τομείς που έπαιζαν κεντρικό ρόλο στην παγκόσμια διασύνδεση: στο εμπόριο, τη μετανάστευση και τις κινήσεις του κεφαλαίου. Ο σκοπός των καινούργιων δασμών που επιβλήθηκαν στα τέλη του 19ου αιώνα συχνά εκφραζόταν με παραδοσιακούς όρους, όχι τόσο σαν κοινωνική όσο σαν εθνική άμυνα».

Ομοιογένεια

Η αντίληψη που κυριάρχησε στον κόσμο ήταν ότι οι χώρες χρειάζονταν όσο μεγαλύτερο ομοιογενή πληθυσμό μπορούσαν για την άμυνά τους (ή όπως θα λέγαμε πιο κυνικά: για τροφή στα κανόνια). Ο τρόπος διατήρησης ή και αύξησης του πληθυσμού ήταν διά της οικονομικής επέκτασης, δηλαδή διά των εξαγωγών. Οπως έγραφε ένας συγγραφέας της εποχής «θα εξάγουμε ή προϊόντα ή ανθρώπους».

Αυτό οδήγησε τα κράτη σε προστατευτικές πολιτικές (κυρίως σε ό, τι αφορά τα αγροτικά προϊόντα) και επιθετικές επιδοτήσεις σε ό, τι αφορά τις εξαγωγές. Με αποτέλεσμα τα αντίμετρα, για να καταλήξουμε στη μεγάλη ύφεση της δεκαετίας του '30.

Διαβάστε

- Harold James «Το τέλος της παγκοσμιοποίησης. Μαθήματα από τη μεγάλη ύφεση», εκδ. Α. Α. Λιβάνη.


ΠΗΓΗ: εφημ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ,22-1-2012

Η έκρηξη της «μεταμικρομεσαίας κοινωνίας»

Η ομιλία του καθηγητή στην παρουσίαση του βιβλίου του Σταύρου Λυγερού «Από την κλεπτοκρατία στη χρεοκοπία»



του Κωνσταντίνου Τσουκαλά

Ο κύκλος της Μεταπολίτευσης, γράφει ο Σταύρος Λυγερός, είναι ο κύκλος της μικρομεσαίας θάλασσας. Αυτόν ακριβώς τον κύκλο περιγράφει, ανατέμνοντας τις τύχες του, καταγγέλλοντας την απόληξή του και αναλύοντας το «κοινωνικό συμβόλαιο» που τον θεμελίωσε. Ο χαρακτηρισμός είναι, νομίζω, απολύτως εύστοχος. Και σε ό,τι με αφορά προσωπικά, είναι επίσης και ιδιαίτερα ευπρόσδεκτος. Θυμάμαι ότι όταν, το 1984, πριν από είκοσι οχτώ χρόνια, είχα γράψει ένα απαισιόδοξο άρθρο με τίτλο «Η δομή της απασχόλησης και το μικρομεσαίο θαύμα», οι αντιδράσεις της αισιόδοξης τότε Κεντροαριστεράς και Αριστεράς υπήρξαν ομόφωνα επικριτικές.

Αισθάνομαι λοιπόν διπλά ευχαριστημένος που ο συγγραφέας του βιβλίου μού έκανε την τιμή να μου ζητήσει να μιλήσω γι' αυτό. Πρώτον, εξ αντικειμένου, επειδή πιστεύω ότι το βιβλίο είναι εξαιρετικό, πρωτότυπο, καλογραμμένο και σε πολλά σημεία αποκαλυπτικό. Και δεύτερον, εξ υποκειμένου, επειδή οι ενδελεχείς αναλύσεις του Σταύρου Λυγερού φαίνεται να επιβεβαιώνουν πολλά απ' όσα ήδη τότε φοβόμουν, δίχως βέβαια να μπορώ να προβλέψω τη θεαματικά απρόσμενη πορεία τους.


Ετσι, θα επικεντρωθώ στον μικρομεσαίο χαρακτήρα της ελληνικής κοινωνίας. Μιας κοινωνίας που φαίνεται να πνέει τα λοίσθια. Εν μια νυκτί, μια Ελλάδα που κανείς δεν φαίνεται να γνωρίζει τι ακριβώς «ήταν» καλείται να μεταμορφωθεί σε «κάτι» του οποίου τη βιωσιμότητα κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί. Πρέπει, μας λένε όλοι, να προσαρμοστούμε. Η χώρα μας πρέπει να γίνει σαν τις «άλλες». Ο χαμένος παράδεισος των οκνηρών και διεφθαρμένων χαραμοφάηδων οφείλει να μεταμορφωθεί σε μια χώρα ανιδιοτελών και υπεύθυνων πολιτών. Μαζί με τη σκηνή που αλλάζει, νέα πρόσωπα και προσωπεία και νέοι υποβολείς πρέπει να κάνουν την εμφάνισή τους. Exit ο παράλογος αυτάρεσκος νεοορθόδοξος Αλέξης Ζορμπάς, enter ο ορθολογικός καλβινιστής σουμπετεριανός επιχειρηματίας.

Με αυτή την έννοια, το αναγκαίο «θεραπευτικό σοκ» δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι επικοινωνιακό, πολιτιστικό, ιδεολογικό και ηθικό. Γονυπετής ενώπιον των εταίρων, των πιστωτών της και των απανταχού θεατών, η χώρα καλείται να ζητήσει κατανόηση, επιδεικνύοντας έμπρακτη μετάνοια για όλα εκείνα για τα οποία, καλώς ή κακώς, είχε συνηθίσει να επαίρεται.

Τα κριτήρια της μεταμόρφωσης παραμένουν όμως ανομολόγητα. Κανείς δεν φαίνεται να αντιλαμβάνεται ότι η επιθυμητή αλλαγή συνεπάγεται πως την ίδια στιγμή που πρέπει να καταξιώνονται απερίφραστα οι ανάλγητες «ορθολογικές μεγαλο-ιδιοτέλειες» των κεφαλαιούχων και των «αγορών», πρέπει να απαξιώνονται με ακόμη μεγαλύτερη έμφαση οι «ευτελείς και ανορθολογικές μικρο-ιδιοτέλειες» εκείνων που δεν επιδιώκουν παρά την επιβίωσή τους. Οπως ακριβώς συμβαίνει με την εκμετάλλευση, την εξαπάτηση και την κλοπή, έτσι και η αναλγησία εμφανίζεται αξιοκατάκριτη μόνο στις μικροκλίμακες.

Δεν προτίθεμαι βέβαια να φιλοσοφήσω. Θέτω το ζήτημα αποκλειστικά και μόνον επειδή μέχρι πρόσφατα η Ελλάδα φαινόταν να μπορεί να συνδυάζει τα καλά και των δύο αυτών κόσμων. Για μια σειρά λόγους, στους οποίους είναι βέβαια αδύνατον να εισέλθω, είναι γεγονός ότι η χώρα μπόρεσε να διογκώνει συνεχώς το εισόδημά της δίχως ταυτόχρονα να εξελίσσεται με βάση τις δυτικές προδιαγραφές. Οπως υπογραμμίζει ο Λυγερός, για πολλές δεκαετίες, οι ρυθμοί αύξησης της ιδιωτικής κατανάλωσης ήταν οι υψηλότεροι ανάμεσα σε όλες τις χώρες του ΟΟΣΑ. Και έτσι ακριβώς δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για την οικοδόμηση των εθνικών μας ψευδαισθήσεων. Η πρόσβαση στη γη της καπιταλιστικής επαγγελίας φαίνονταν εφικτή δίχως την εξάλειψη των παραδοσιακών προκαπιταλιστικών δομών. Αυτό ακριβώς ήταν το υλικό, οικονομικό και ιδεολογικό υπόβαθρο του νεοελληνικού «μικρομεσαίου θαύματος».

Στο πλαίσιο αυτό, ο κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας εμφανίζει εντελώς ιδιαίτερα, ίσως και μοναδικά χαρακτηριστικά. Οι περισσότεροι Ελληνες εξακολουθούν να επιζούν ως ανεξάρτητοι μικροεπαγγελματίες, μικροεπιτηδευματίες και μικροπαραγωγοί. Ακόμη και στην αρχή του 21ου αιώνα, οπότε και ήταν ήδη φανερό ότι το σύστημα είχε αγγίξει τα ακραία του όρια, οι αυτοαπασχολούμενοι ξεπερνούσαν το 40% του ενεργού πληθυσμού. Την ίδια εποχή, οι μισθωτοί του ιδιωτικού τομέα δεν ξεπερνούσαν το 35%, οι περισσότεροι από τους οποίους εργάζονταν σε μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις. Η απόκλιση σε σύγκριση με τις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, όπου το μισθωτό σώμα φθάνει ή ξεπερνά το 90% ή ακόμη και το 95% του ενεργού πληθυσμού, φαίνεται λοιπόν τεράστια. Απομένει το 25% που απασχολείται στον κατασυκοφαντημένο ευρύτερο δημόσιο τομέα. Το ποσοστό αυτό δεν είναι όμως αφ' εαυτού μεγάλο.

Είναι σαφές ότι η ιδιαιτερότητα της δημόσιας απασχόλησης στην Ελλάδα δεν οφείλεται στο μέγεθός της αλλά στην άνευ όρων κυριαρχία της σε μια κοινωνία που δεν παρέχει «άλλες» ευκαιρίες μισθωτής εργασίας. Σφραγίζοντας τους όρους της εξαρτημένης εργασίας εν γένει, η δημόσια απασχόληση αφήνεται να επιβάλλει την ιδιαίτερη συστημική λογική της σε ολόκληρη την κοινωνία. Και υπό τους όρους αυτούς η λειτουργία της καπιταλιστικής αγοράς εργασίας στο σύνολό της παραμένει ατελής.


Πάνω σε αυτή τη βάση διαμορφώθηκαν οι κυρίαρχες μορφές κοινωνικής κινητικότητας και μαζί με αυτές οι ιδεολογικές και φαντασιακές σταθερές που στηρίζονται επάνω τους. Πράγματι, με δεδομένη τη συνεχιζόμενη ισχνότητα του ιδιωτικού τομέα, η πλειονότητα του πληθυσμού οργάνωνε την επιβίωσή του μέσα από αυτοσχέδιες και ανεξάρτητες δραστηριότητες σε συνδυασμό με προσδοκίες πρόσβασης στη δημόσια απασχόληση. Οι δύο αυτοί άξονες δεν εμφανίζονταν όμως διαζευκτικοί αλλά συμπληρωματικοί. Ως «οιονεί επιχείρηση», η πυρηνική οικογένεια προγραμμάτιζε την κοινή της στρατηγική επιβίωση προσπαθώντας να πατάει σε όσο το δυνατόν περισσότερες βάρκες.

Οι προεκτάσεις είναι γνωστές σε όλους. Η εκ πρώτης όψεως ακατανόητη εμμονή στη διατήρηση της ιδιοκτησίας των συχνά ακαλλιέργητων αγροτικών κλήρων, η συστηματική πολυαπασχόληση, η θεμελιώδης «αντασφαλιστική» λειτουργία της οικογενειακής αλληλεγγύης και ο φετιχοποιημένος προγραμματισμός της εκπαίδευσης με κύριο στόχο την απασχόληση ενός τουλάχιστον μέλους της οικογένειας στο Δημόσιο δεν είναι παρά όψεις του ίδιου νομίσματος. Αυτό ακριβώς είναι το φαινόμενο που είχα κάποτε ονομάσει «πολυσθένεια».

Στο πλαίσιο αυτό, οι παρενέργειες που επισύρουν την ομόφωνη μήνη των ορθοφρονούντων εκσυγχρονιστών εμφανίζονται αναπόφευκτες, ίσως μάλιστα και νομοτελειακές. Θα αναφερθώ μόνο στην εκτεταμένη μικροδιαφθορά, το αναποτελεσματικό πελατειακό κράτος από το οποίο όλοι κρύβονται και ταυτόχρονα όλοι προσδοκούν ανταλλάγματα, τη συστηματική φοροδιαφυγή, την άνθηση την υπόγειας οικονομίας που υπολογίστηκε σε 30% - 40% του ΑΕΠ και την κατίσχυση «τζαμπατζήδικων» μορφών συμπεριφοράς. Αυτά ακριβώς είχε στο κεφάλι του ο Ανδρέας Παπανδρέου όταν κατήγγειλε το «κατεστημένο» στο όνομα των «μη προνομιούχων μικρομεσαίων». Και επάνω στην ίδια βάση θεμελιώθηκε ο πασοκικός μικρομεσαίος λαϊκισμός. Είναι γεγονός ότι το σύνθημα που επινόησε ο ιδρυτής του ΠαΣοΚ αντιστοιχούσε με απόλυτη ακρίβεια στη νεοελληνική ιδιαιτερότητα. Οι μικρομεσαίες κοινωνίες εκτρέφουν μικρομεσαίες ιδεοληψίες.

Το δράμα είναι ότι, όπως όλα τα θαύματα, έτσι και το ελληνικό μικρομεσαίο θαύμα είχε ημερομηνία λήξεως. Αν ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του '90 και πέρα η έκρηξη του συστήματος εμφανιζόταν πιθανή, δέκα χρόνια μετά ήταν ίσως αναπόφευκτη. Με αυτή την έννοια, η τρέχουσα κρίση δεν έκανε τίποτε άλλο από το να επιταχύνει και να οξύνει τις έρπουσες αντιφάσεις. Μολονότι το οριστικό «τέλος εποχής» εμφανίστηκε σε άμεση συνάρτηση με τη δημοσιονομική εκτροπή και την έκρηξη του δημοσίου χρέους και παγιώθηκε ως αποτέλεσμα των εσφαλμένων, αλυσιτελών ή ακόμη και εγκληματικών χειρισμών των πολιτικών ηγεσιών, οι ρίζες αυτού του «τέλους» βρίσκονται στην αντικειμενική αδυναμία του κοινωνικού συστήματος να αναπαραχθεί ανταγωνιστικά όπως και οι «άλλες» καπιταλιστικές χώρες.

Και εδώ ακριβώς εντοπίζεται η τραγική απόληξη του δράματος. Αίφνης, εν μια νυκτί, ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας φαίνεται να αποστερείται βιαίως απ' όλες τις ως τώρα διαθέσιμες επιβιωτικές διεξόδους. Από τη στιγμή που ο ιδιότυπος νεοελληνικός μικρομεσαίος καπιταλισμός έφθασε τα όριά του, είναι εύλογο ότι οι ανάλγητες αγορές θα εκδικούνταν αλύπητα όσους επέμεναν να πιστεύουν πως μπορεί να πορεύονται εις πείσμα των οικουμενικά πλέον αποδεκτών προδιαγραφών. Οι εξουσίες καλούνται λοιπόν να παραδειγματίσουν όλες τις αποκλίνουσες μορφές. Η συνταγή είναι γνωστή και ιστορικά δοκιμασμένη. Προσαρμοστείτε ή λιμοκτονήστε.

Εδώ ακριβώς εντοπίζεται η σημασία της εξέλιξης του διεθνούς παράγοντα που αποτέλεσε το αντικείμενο συστηματικών αναλύσεων στο βιβλίο του Λυγερού. Δεν έχω πολλά να προσθέσω. Θα υπογραμμίσω απλώς και πάλι ότι υπό τις τρέχουσες συνθήκες, θεωρείται πια αυτονόητο ότι η δημοσιονομική πειθαρχία και η σκληρή λιτότητα συνιστούν τη μόνη απάντηση στη σοβούσα κρίση. Αυτό ακριβώς επαγγέλλεται η θεωρία και πρακτική των μονοδρόμων. Σύσσωμες πλέον οι πολιτικές ηγεσίες φαίνεται να έχουν αποδεχθεί ότι η χώρα δεν έχει άλλη λύση από το να ξαπλώσει «οικειοθελώς» στην ανατομική κλίνη πάνω στην οποία θα δοκιμασθούν «πειραματικά» οι «αναγκαίες» νεοφιλελεύθερες μεταλλάξεις.

Ακόμη και αν τα σώματα των κοινωνιών υποφέρουν, δυσφορούν, αντιδρούν και αντιστέκονται, η συνταγή, σωστή ή εσφαλμένη, πρέπει να τηρηθεί. Παντού τα κέρδη πρέπει να αυξάνονται και το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων πρέπει να συρρικνώνεται. Και στα πλαίσια αυτά, οι κατ' εξοχήν παρεκκλίνοντες, ιστορικά άφρονες και αυθάδεις Ελληνες είναι οι πρώτοι που θα πρέπει να τιμωρηθούν επανερχόμενοι διά της βίας στην ευθεία οδό. Μιλώντας εξάλλου για τους Ελληνες μιλάμε και για όλους όσοι πέπρωται να ακολουθήσουν. «De te fabula», λοιπόν, «narratur», ω Ευρώπη, μιλάμε για τη δική σου ιστορία. Απ' ό,τι φαίνεται, σύντομα θα μάθεις και εσύ ότι για να ευδοκιμήσουν οι αγορές πρέπει να υποφέρουν οι άνθρωποι.


Ισως βέβαια οι εξελίξεις αυτές να ήσαν αναπόφευκτες. Ούτως ή άλλως η οικοδόμηση μιας νέας αλληλέγγυας Ευρώπης θα απαιτούσε πολύ χρόνο και αδιάλειπτη πολιτική βούληση. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ύστερα από ενάμιση αιώνα το πρόβλημα του ιταλικού νόμου παραμένει ακόμη άλυτο και ότι, σχεδόν είκοσι πέντε χρόνια μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, οι περιοχές που ανήκαν σε μια DDR που δεν έζησε παραπάνω από σαράντα τέσσερα χρόνια «υπολείπονται» ακόμη θεαματικά και από πολλές πλευρές από την υπόλοιπη Γερμανία. Ενώ το κόστος μιας πραγματικής ενοποίησης είναι σε κάθε περίπτωση τεράστιο, δεν ωφελεί πάντα όλους τους ενεχομένους. Δεν είναι λοιπόν περίεργο ότι σε περιόδους ύφεσης και κρίσης η ενοποιητική και ομογενοποιητική βούληση τείνει να εκλείψει εντελώς. Από καιρό ήδη, η Ευρωπαϊκή Ενωση εμφανίζεται σαν μια κοινοπραξία όπου το κάθε μέλος προωθεί τα δικά του συμφέροντα. Η Ευρώπη που γνωρίζαμε, και στην οποία ελπίσαμε, δεν υπάρχει πια παρά ως αποκύημα μιας νοσταλγικής φαντασίας.

Το πολιτιστικό τίμημα είναι όμως μεγάλο. Δεν είναι τυχαίο ότι το αξιακό νόημα όλων των «μεγάλων λέξεων» που κινητοποιούν τον ευρωπαϊκό πολιτισμό από την εποχή του Διαφωτισμού μεταλλάσσεται στο αντίθετό του. Ολα συμβαίνουν εφεξής ως εάν η ελευθερία συνοψίζεται στην ελευθερία τού επιχειρείν και του κερδαίνειν, η ισότητα εξαντλείται στην εξασφάλιση της διαδικαστικής ισονομίας, η αδελφότητα, η αμοιβαιότητα και η αλληλεγγύη μπήκαν στο ψυγείο της Ιστορίας, η ουσιαστική δικαιοσύνη εκφυλίζεται σε διαδικαστική ακριβοδικία και το δικαίωμα στη ζωή εκτρέπεται σε κάποιο απροσδιόριστο δικαίωμα στη διαφορά.

Ταυτόχρονα, η δημοκρατία φαίνεται να περιορίζεται στη συντήρηση ενός πολιτικού θεάτρου όπου όλες οι καίριες αποφάσεις λαμβάνονται ερήμην των «λαών», ενώ η πολιτική μετατρέπεται σε απλή διαχείριση των συμφερόντων των ασύδοτων «αγορών». Η εποχή της οικουμενικής ανταγωνιστικότητας σηματοδοτεί την επιστροφή σε έναν πρωτόγνωρα άκρατο και «αυτορρυθμιζόμενο» κοινωνικό δαρβινισμό. Ο χομπσιανός homo homini lupus δεν έχει μόνο κατατροπώσει τον Μαρξ και ανασκολοπίσει τον Κέινς. Επιπλέον δεν φαίνεται πια να χρειάζεται καν να προσφεύγει στις υπηρεσίες του Λεβιάθαν. Θα έλεγε κανείς ότι το τέλος του κοινωνικού κράτους και το τέλος της Ιστορίας συνεπέφεραν το τέλος του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού.


Δεν είναι βέβαια της παρούσης να προβλέψει κανείς τι είναι πιθανόν να συμβεί και ακόμη λιγότερο να προτείνει κανείς λύσεις στα σωρευόμενα αδιέξοδα. Η αξία του βιβλίου του Σταύρου Λυγερού είναι ότι, παρά τη μαχητικότητά του, παρέχει σε όλους τη δυνατότητα να αντλήσουν τα δικά τους συμπεράσματα. Απομυθοποιεί, καταγγέλλει και βάλλει προς όλες τις κατευθύνσεις. Ακόμη και αν δεν εισηγείται συγκεκριμένες λύσεις, είναι άτεγκτος στην κριτική όλων των υπεύθυνων ηγεσιών που στην πιο κρίσιμη στιγμή της πρόσφατης ιστορίας βρέθηκαν ελλιποβαρείς και μοιραίες.

Οπως τονίζεται από τον Λυγερό, «η υπέρβαση του πολιτικού συστήματος» είναι αναγκαία προϋπόθεση για την έξοδο από τα αδιέξοδα. Από μόνη της όμως η υπέρβαση αυτή δεν εγγυάται τίποτε και δεν οδηγεί πουθενά. Η φαινόμενη αποδιοργάνωση του κινήματος των «αγανακτισμένων πολιτών» που σηματοδοτούσε τη ρήξη της κοινωνίας με το σάπιο πολιτικό σύστημα δεν είναι κατ' ανάγκην ευοίωνη. Η εξακολουθητικά διάχυτη οργή και αγανάκτηση ούτε εκτονώνεται ούτε υποχωρεί, ούτε όμως παράγει δικό της αυτόνομο πολιτικό λόγο και δικές της κοινωνικές προοπτικές. Κανείς δεν μπορεί λοιπόν να προδικάσει τη μοίρα της επερχόμενης «μεταμικρομεσαίας κοινωνίας». Πιθανότατα δε, σε κάθε περίπτωση το φάντασμα βίαιων εκρήξεων και ανατροπών βρίσκεται μπροστά μας. Και όπως όλοι γνωρίζουμε, η μη ελεγχόμενη βία απειλεί πάντα να έχει απρόσμενες ή και τραγικές συνέπειες. Οι μνήμες του Μεσοπολέμου είναι ακόμη μαζί μας.

ΠΗΓΗ: εφημ.ΤΟ ΒΗΜΑ, 25-1-2012

Επιδράσεις τηλεοπτικής βίας & γονικός έλεγχος

του  Αναστάσιος Γ. Ρούσσης


Το πρώτο ερώτημα που προβάλλει, εν όψει της διερεύνησης του θέματος, είναι κατά πόσο όντως τα παιδιά χρειάζονται προστασία από την τηλεοπτική βία, ποιες είναι οι επιδράσεις της τηλεοπτικής βίας και τι έχουν καταδείξει άλλες έρευνες για τα μοντέλα γονικού ελέγχου της παιδικής τηλεθέασης.

Έχουν διενεργηθεί αρκετές ερευνητικές δραστηριότητες αναφορικά με το θέμα και έχουν διατυπωθεί αντικρουόμενες θεωρίες, οι οποίες θεωρούνται πλέον κλασσικές. Σύμφωνα με αυτές τις θεωρίες, οι επιδράσεις της τηλεοπτικής βίας στα παιδιά κυμαίνονται από καταστροφικές έως ευεργετικές.

Ορισμένοι επιστήμονες (Feshbach & Singer, 1971) υποστήριξαν ότι η παρακολούθηση τηλεοπτικών σκηνών βίας λειτουργεί «καθαρτικά», εκτονώνοντας βίαιες τάσεις και εξαγνίζοντας το θεατή, όπως επεσήμανε ο Αριστοτέλης για την αρχαιοελληνική τραγωδία.

Στον αντίποδα βρίσκεται η θεωρία της διέγερσης, σύμφωνα με την οποία η παρακολούθηση σκηνών βίας από τα M.M.E. ερεθίζει την επιθετικότητα του ατόμου, το οποίο μιμείται όσα βλέπει στην τηλεοπτική οθόνη (Berkowitz, 1962).

Σύμφωνα με μιαν άλλη θεωρία, δεν είναι απλώς θέμα μίμησης, αλλά μάθησης, που είναι μια διαδικασία πολύ πιο βαθιά και μακροπρόθεσμη (Bandura, 1963). Από μια άλλη άποψη, η επαναλαμβανόμενη παρακολούθηση σκηνών βίας κάμπτει τις αντιστάσεις του θεατή, ο οποίος εκλαμβάνει τη βίαιη συμπεριφορά ως απόλυτα φυσιολογική, ακόμη και στην πραγματική ζωή. Αυτή είναι η εξήγηση που δίνει η θεωρία του εθισμού (Belson, 1978).

Άλλοι επιστήμονες υποστήριξαν ότι είναι μύθος το να θεωρούμε τους τηλεθεατές παθητικούς δέκτες. Γι' αυτό και έθεσαν το ερώτημα ποιες ανάγκες ικανοποιούν οι τηλεθεατές παρακολουθώντας σκηνές βίας. Αυτή η προσέγγιση ονομάστηκε «Θεωρία των Χρήσεων και των Ικανοποιήσεων» (Blumler & Katz, 1968).

Kατά τους DeFleur και Ball-Rokeach (1975), ο άνθρωπος αναζητά στα M.M.E. πληροφόρηση για τον κόσμο που τον περιβάλλει, συναισθηματική στήριξη και φυγή από τη στυγνή πραγματικότητα σε έναν ονειρικό κόσμο.

Από την εξέταση των θεωριών αυτών προκύπτει ότι οι επιδράσεις της τηλεοπτικής βίας δεν είναι μονοσήμαντες. Εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τρεις παράγοντες:

1. Το δέκτη των επικοινωνιακών μηνυμάτων βίας (το μορφωτικό του επίπεδο, την ψυχοκοινωνική του συγκρότηση, την προδιάθεσή του, τις προγενέστερες εμπειρίες του κ.λπ.). Άρα τα παιδιά, που δεν έχουν εμπειρίες, είναι πιο ευάλωτα στις επιδράσεις.

2. Το κοινωνικό περιβάλλον υποδοχής αυτών των μηνυμάτων, που είναι η οικογένεια, το σχολείο, οι φίλοι, ο κοινωνικός περίγυρος. Από αυτά προκαθορίζεται η επιλεκτική παρακολούθηση, η επιλεκτική πρόσληψη και η επιλεκτική ανάγνωση των μηνυμάτων που εμπεριέχονται στις τηλεοπτικές σκηνές βίας.

3. Τα μηνύματα που εκπέμπονται από τις τηλεοπτικές σκηνές βίας. Αν π.χ. η βία επί της οθόνης επιβραβεύεται, τότε εξάγεται φυσιολογικά το μήνυμα για άσκηση ανάλογης βίας και στην πραγματική ζωή, ενώ αν τιμωρείται, τότε αυτό λειτουργεί αποτρεπτικά.

Το συμπέρασμα είναι ότι υπάρχουν αρνητικές επιδράσεις της τηλεοπτικής βίας στα παιδιά, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, άρα τίθεται ζήτημα για την προστασία τους με τον ένα ή τον άλλο τρόπο (Anderson et al, 2003).

Ο όρος «προστασία» χρησιμοποιείται συμβατικά, καθόσον αποπνέει πατερναλισμό. Πολλοί επιστήμονες (Masterman, 1980, 1985, 1994, Buckingham 1998, 2000, 2006 κ.ά.) έχουν επισημάνει ότι η λύση βρίσκεται όχι στον προστατευτισμό, αλλά στην καλλιέργεια της οπτικοακουστικής παιδείας, του αλφαβητισμού ή της εγγραμματοσύνης στα Μ.Μ.Ε. (media literacy), ώστε τα παιδιά να αυτενεργούν, να επιλέγουν, να διαθέτουν δεξιότητες κριτικής αντιμετώπισης των μηνυμάτων που απορρέουν από την τηλεόραση και γενικότερα τα Μ.Μ.Ε..

Ο ρόλος της οικογένειας θεωρείται καθοριστικός, διότι η οικογένεια είναι ο χώρος υποδοχής και πρόσληψης των τηλεοπτικών εκπομπών.

Στις σύγχρονες κοινωνικές συνθήκες, όμως, ο κοινωνικοποιητικός ρόλος της οικογένειας υποχωρεί συνεχώς, λόγω της αποσταθεροποίησης του κοινωνικού αυτού θεσμού (διάλυση γάμων, διαζύγια, αποξένωση, βία στην οικογένεια κ.λπ.). Η νέα κατάσταση του θεσμού της οικογένειας οδηγεί σε ανεξέλεγκτη τηλεθέαση, ιδιαίτερα για τα παιδιά. Η τηλεόραση μετατρέπεται σε ένα είδος «γκουβερνάντας», στην οποία παραπέμπονται τα παιδιά ώστε να ασχοληθούν με κάτι άλλο οι γονείς.

Επίσης, με την απόκτηση δεύτερης και τρίτης τηλεοπτικής συσκευής, η τηλεόραση οδηγεί στην αποξένωση των μελών της οικογένειας.

Οι πρακτικές που εφαρμόζουν οι γονείς για τον έλεγχο της παιδικής τηλεθέασης, ενδεχομένως να ανταποκρίνονται στην κατηγοριοποίηση των μοντέλων γενικότερου γονικού ελέγχου, στην οποία κατέληξε η D. Baumrind (1991).

Η Baumrind κατέταξε τους γονείς σε τέσσερις κατηγορίες: α) Επιεικείς γονείς. β) Αυταρχικοί γονείς. γ) Επιτακτικοί γονείς. δ) Μη εμπλεκόμενοι-αδιάφοροι γονείς.

Πάντως, η οικογένεια δεν είναι απλώς παθητικός δέκτης των επιδράσεων της τηλεόρασης, αλλά μπορεί να επηρεάσει με πολλούς τρόπους την τηλεόραση. Κατ' αρχάς οι τηλεοπτικοί σταθμοί παράγουν ταινίες, τηλεοπτικές σειρές και δελτία ειδήσεων κ.λπ. αντλώντας τα θέματά τους από την οικογένεια. Το τηλεοπτικό πρόγραμμα δομείται κατά τρόπο που να ανταποκρίνεται ως επί το πλείστον σε έναν οικογενειακό κοινό (Fiske, 2000).

Επομένως, η οικογένεια με τις επιλογές της, στο πλαίσιο του ανταγωνισμού των τηλεοπτικών καναλιών για μερίδια τηλεθέασης, μπορεί να επηρεάσει τη διαμόρφωση του τηλεοπτικού προγράμματος, μπορεί να επηρεάσει την ποιότητα του τηλεοπτικού περιεχομένου.

Προκύπτει όμως το ερώτημα κατά πόσο αφήνονται περιθώρια στο κοινό να επιλέξει, αφού δεν υπάρχουν πολλές επιλογές εξ αιτίας της εξομοίωσης των τηλεοπτικών προγραμμάτων.

Τελικά, μήπως οι μετρήσεις τηλεθέασης επιβάλλουν τη μονοκρατορία του «μέσου τηλεθεατή»; ...;

* Ο δρ. Αναστάσιος Γ. Ρούσσης (Π.Ε. Κοινωνιολόγων Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου) είναι κοινωνιολόγος-εγκληματολόγος, Μ.Α., Μ.Α., διδάκτορας Εγκληματολογίας Παντείου Πανεπιστημίου.

ΠΗΓΗ: εφημ. ΕΜΠΡΟΣ, 21-1-2012

Η κοινωνική παγωνιά

του Τάκη Θεοδωρόπουλου*

Ακόμη κι αν υποθέσουμε πως η Ελλάδα γλιτώνει απ' τη χωματερή της άτακτης χρεοκοπίας, μένει μια παράμετρος που η πολιτική είναι ανίκανη να αντιμετωπίσει. Είναι η παράμετρος της αξιοπιστίας. Και δεν αναφέρομαι στην περίφημη αξιοπιστία απέναντι στους εταίρους μας, αναφέρομαι κυρίως στην αξιοπιστία απέναντι στον ίδιο μας τον εαυτό, σ' αυτό το ελάχιστο «πίστης» που απαιτείται για να μπορέσει να αποκατασταθεί η κοινωνική συνοχή.

Λέξη φάντασμα, θα έλεγε κάποιος ψυχαναλυτής. Την ανέφερα ήδη τρεις φορές μέσα σε δύο φράσεις και είμαι κιόλας έτοιμος για την τέταρτη. Η δυσπιστία και η καχυποψία που διακατέχει την καθημερινότητά μας μόνο μ' αυτήν που κυκλοφορούσε στα χρόνια της χούντας μπορεί να συγκριθεί. Τότε δεν τολμούσες να «ανοιχτείς» γιατί φοβόσουν τον χαφιέ που μπορεί να κρυβόταν κάτω από τον αδιάφορο περαστικό. Τώρα ο χαφιές, ο εχθρός, μπορεί να είναι το διπλανό μαγαζί που περιμένεις να κλείσει ελπίζοντας πως εσύ θα αντέξεις, ο συνάδελφος που τον περιμένεις να στραβοπατήσει για να επιβιώσεις. Οι διακηρύξεις περί κοινωνικής αλληλεγγύης ακούγονται το ίδιο ψεύτικες με τις υποσχέσεις για ανάπτυξη.

Αν κάτι χαρακτηρίζει τον χειμώνα του 2012, είναι η κοινωνική παγωνιά. Την παγωνιά τη νιώθεις στους κεντρικούς δρόμους της πρωτεύουσας που αδειάζουν μόλις σκοτεινιάσει. Οι άστεγοι, οι ουρές για τα συσσίτια, η διάχυτη αύρα της εξαθλίωσης είναι τα ερείπια του οικοδομήματος που κάποτε στέγαζε την κοινή μας ζωή. Η Αθήνα νεκρώνει.

Πολλοί θα πουν πως η κοινωνική παγωνιά είναι αποτέλεσμα της κρίσης, πως οφείλεται στο αίσθημα πως μερικοί από μας έχουν φροντίσει να οχυρωθούν ενώ άλλοι παραμένουν ανοχύρωτοι. Τα δισεκατομμύρια που βρίσκονται σε ξένες τράπεζες με ελληνική υπογραφή είναι μια απόδειξη πως η μοίρα μας δεν είναι κοινή. Πώς να εμπιστευθείς τον διπλανό σου όταν υποψιάζεσαι πως μόλις σε δει να πέφτεις θα έρθει να σε αγοράσει κοψοχρονιά; Η επανεμφάνιση των τοκογλύφων, οι πόρτες με τα φιμέ τζάμια που πίσω τους κάποιοι σε περιμένουν για να πουλήσεις ό,τι χρυσό κρατάς στα χέρια σου, ε, ναι, όλα αυτά είναι αποτελέσματα της κρίσης. Είναι τα συμπτώματα της ασθένειας, ο πυρετός του σώματος με το κατεστραμμένο ανοσοποιητικό.

Το συμβόλαιο της αναξιοπιστίας όμως δεν είναι χθεσινό. Ο «αυθαίρετος» παντός καιρού δεν είναι παιδί της κρίσης, της οικονομικής δυσπραγίας, της ανέχειας, της εξαθλίωσης. Είναι ο πολίτης ενός κράτους που ήξερε να ψηφίζει νόμους και να φτιάχνει θεσμούς σε ένα κοινωνικό έδαφος που έμενε χέρσο. Αυτή δεν είναι η ιστορία της Μεταπολίτευσης; Τι Συντάγματα, τι Κοινοβούλια, τι Tοπικές Aυτοδιοικήσεις, πρώτους, δεύτερους και τρίτους βαθμούς αναξιοπιστίας. Φτιάξαμε και πανεπιστήμια αλλά ξεχάσαμε ότι για να λειτουργήσουν χρειάζεται πρώτα απ' όλα να τα σέβονται οι λειτουργοί τους, διδάσκοντες και διδασκόμενοι.

Η Ελλάδα της Mεταπολίτευσης υπήρξε μια χώρα η οποία κατάφερε να υποκαταστήσει την οποιαδήποτε αξιολόγηση του εαυτού της καταναλώνοντας ιδεολογικά αντικαταθλιπτικά. Χωρίς δυνατότητα αξιολόγησης η κοινωνική συνοχή μοιάζει απλώς με έξυπνη ατάκα. Πώς θα την αποκαταστήσουμε; Ιδού δόξης πεδίον λαμπρόν για τον λεγόμενο πνευματικό μας κόσμο.

ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΑ ΝΕΑ, 21-1-2012

Για τον ιστορικό Τόνι Τζουντ (Μέρος B΄)

του Θάνου Βερεμή

Η παγκοσμιοποίηση όπως επισημαίνει ο Judt, διαρκώς μας ξαφνιάζει. Παρά την εντύπωση ότι απ' αυτήν επωφελούνται περισσότερο οι οικονομικά εύρωστες χώρες, οι μεγάλοι κερδισμένοι υπήρξαν η Κίνα, η Ινδία και η Βραζιλία, με συνολικό πληθυσμό περίπου δύο δισεκατομμύρια τετρακόσια εκατομμύρια κατοίκους. Ανάμεσα στο 1981-2007, η φτώχεια στην Κίνα μειώθηκε κατά 70%. Θα παρατηρούσαμε ότι μολονότι οι Νέοσυντηρητικοί και ο Σάμιουελ Χάντιγκτον πίστευαν ότι ο ισλαμισμός και ο Κομφουκιανισμός (Κίνα) θα συμπήξουν ανίερη συμμαχία κατά της χριστιανικής Δύσης, η Κίνα σήμερα κατέχει ομόλογα του αμερικανικού δανείου αξίας μεγαλύτερης από ένα τρισ. δολάρια και τα συναλλαγματικά της αποθέματα ξεπερνούν τα 2,5 τρισ. δολάρια. Η τυχόν καταστροφή συνεπώς της αμερικανικής οικονομίας θα βλάψει και την κινεζική.

Μια κοινή παρεξήγηση είναι ότι η παγκοσμιοποίηση αποτελεί έννοια ασύμβατη με τον εθνικισμό. Ο Judt μας θυμίζει ότι το έθνος-κράτος, παρά τις κατά καιρούς προβλέψεις ότι πρόκειται να εκλείψει, ζει και η ιδεολογία του εξακολουθεί να αποτελεί κυρίαρχο στοιχείο στις διεθνείς σχέσεις, είτε προέρχεται από μικρά (Ισραήλ) είτε από μεγάλα σε πληθυσμό κράτη (ΗΠΑ, Ρωσία, Κίνα, Βραζιλία, Ινδία).

Θα ήταν μάλιστα αναγκαίο να επισημάνουμε ότι τα κράτη που έχασαν τη συνοχή τους υπήρξαν άβουλα θύματα της παγκοσμιοποίησης, ενώ αντίθετα τα ισχυρά έθνη-κράτη διαχειρίστηκαν με επιτυχία τις ευκαιρίες που τους προσέφερε η συγκυρία. Η Ρωσία του Γέλτσιν αποτελεί παράδειγμα της πρώτης κατηγορίας, ενώ η διαχρονική Κίνα, της δεύτερης.

Αποτελεί επίσης παρανόηση ότι η παγκοσμιοποίηση έκανε τον κόσμο περισσότερο ασφαλή και τις πολιτικές εξελίξεις πιο προβλέψιμες. Ο πλανήτης δεν κινδυνεύει να καταστραφεί από πυρηνικές αναμετρήσεις ανάμεσα σε δύο υπερδυνάμεις σαν αυτές που απειλούσαν την ανθρωπότητα κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Ομως, ο κίνδυνος να πέσουν τα πυρηνικά όπλα του Πακιστάν στα χέρια των φανατικών Ταλιμπάν δεν είναι δυνατό να αποκλεισθεί. Η άνοδος εξάλλου της οργανωμένης διακίνησης απαγορευμένων εμπορευμάτων, η πειρατεία και το πάσης φύσεως οργανωμένο έγκλημα, απέκτησαν παγκόσμιες διαστάσεις. Η τρομοκρατία, τέλος, με το ιδεολογικό της περιεχόμενο, μπορεί να μην κατέχει την πρώτη θέση στα ζητήματα ασφάλειας του δυτικού κόσμου, όμως δεν είναι φαινόμενο χωρίς κινδύνους.

Κάποιοι όρισαν την παγκοσμιοποίηση ως τη διεύρυνση, την εμβάθυνση και την επιτάχυνση της διασύνδεσης των κρατών σε όλες τις εκδηλώσεις της κοινωνίας και της οικονομίας. Αυτό, όμως, που καθιστά την παγκοσμιοποίηση καθολική είναι οι κοινές επιπτώσεις από την κατάχρηση της αντοχής του φυσικού περιβάλλοντος.

Μολονότι οι παγκόσμιες οικονομικές κρίσεις έχουν πάντοτε σοβαρές κοινωνικές και πολιτικές παρενέργειες, αποτελούν φαινόμενα παροδικά. Η σημερινή κρίση, μάλιστα, ίσως έχει και κάποια ευεργετικά αποτελέσματα ως προς το μόνιμο και επιδεινούμενο ζήτημα του περιβάλλοντος. Η προσωρινή έστω μείωση της ζήτησης αγαθών, με τη συνακόλουθη επίπτωση στην κατανάλωση ενέργειας, προσφέρει ένα διάλειμμα στο βεβαρημένο οικοσύστημά μας. Το σημαντικότερο είναι αυτό που σημειώνει ο Κίσινγκερ: «Η οικονομική κρίση στερεί τις μεγάλες δυνάμεις από την αναπτυξιακή τους ώθηση, υποχρεώνοντάς τις σε επιβεβλημένη συνεννόηση. Κρίσιμα ζητήματα, όπως το περιβάλλον, η κλιματική αλλαγή και τα όπλα μαζικής καταστροφής, τείνουν να καταστούν θέματα κοινού ενδιαφέροντος και σημεία συμφωνίας μεταξύ παραδοσιακών εχθρών».

Η παγκόσμια ύφεση προσφέρει, ιδίως στους ισχυρούς, μια ευκαιρία περισυλλογής και συνδιαλλαγής ώστε σε περίοδο κοινού προβληματισμού να γεννηθεί ένα νέο διεθνές σύστημα, πιο φρόνιμο και με μεγαλύτερη μέριμνα για τους ανθρώπους, από το προηγούμενο. Στο Ill Fares the Land, o Tony Judt εξετάζει τον ρόλο της παγκοσμιοποίησης σε διάφορες περιόδους της ευρωπαϊκής Ιστορίας. Μας θυμίζει ότι πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο ανάλογες με σήμερα συνθήκες οικονομικής παγκοσμιοποίησης απέκλειαν το ενδεχόμενο σύρραξης ανάμεσα στις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις και της διάλυσης των ενιαίων αυτοκρατορικών αγορών της εποχής (οθωμανική, αυστριακή, ρωσική αυτοκρατορία). Ο πόλεμος τελικά ξέσπασε και διήρκεσε πέρα από κάθε πρόβλεψη. Υπήρξε μια πολιτική σύγκρουση με διπλωματικούς όρους του παρελθόντος και σύγχρονα οπλικά συστήματα. Αποδείχθηκε τελικά ένας αναχρονισμός με ολέθρια οικονομικά αποτελέσματα για την Ευρώπη.

Παρά τη γενική εντύπωση μετά την πτώση του κομμουνισμού, ότι ο κόσμος κατευθυνόταν προς ένα παγκόσμιο σύστημα με πλοηγό την αγορά, η οικονομική κρίση του 2008 επαναφέρει τα κράτη ως καθοριστικούς παράγοντες της διεθνούς πολιτικής. «Θα έπρεπε να καταλάβουμε ότι η πολιτική παραμένει εθνική ακόμα και όταν τα οικονομικά είναι παγκοσμιοποιημένα» (σ. 197). Με την αποστροφή αυτή ο Judt μας θυμίζει ότι η αναζήτηση του χρηστού πολιτεύματος των αρχαίων είναι σήμερα περισσότερο αναγκαία παρά ποτέ.

* Ο κ. Θάνος Βερέμης είναι αντιπρόεδρος του ΕΛΙΑΜΕΠ.

ΠΗΓΗ: εφημ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 20-1-2012

Facebook και νεύρωση

του Ευστράτιου Παπάνη*





«...Πλήρης απογοήτευση... Τίποτε δεν είναι όπως φαίνεται... Όλα είναι ψεύτικα... Αν όχι όλα, τα περισσότερα... Μη χαρίζεστε σε κανέναν... Μην ανοίγεστε σε άτομα που δεν έχετε δει ποτέ σας... Μην ενθουσιάζεστε από γραπτά, εδώ στο φέις...

Ό,τι λάμπει δεν είναι χρυσός... Προσοχή...»

(Βένη Παπαδημητρίου, δημοσιογράφος)



Οι έρευνες διφορούμενες, οι απόψεις αντιφατικές. Το μόνο βέβαιο και αριθμητικά τεκμηριωμένο είναι η σαρωτική εξάπλωση των κοινοτήτων δικτύωσης, σε τέτοιο σημείο, που στη νέα γενιά να έχουν υποκαταστήσει το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο και εν μέρει τα SMS. Η διείσδυση στον κόσμο της κινητής τηλεφωνίας, τα Wi-Fi, που παντού πλέον είναι διαθέσιμα, απαλλάσσουν τη διαδικτυακή επικοινωνία από τα δεσμά του υπολογιστή και καθορίζουν κάθε στιγμή, δημιουργώντας μια νέα εξάρτηση: η χρήση των νέων αυτών μέσων διαδίδεται ραγδαία σε κάθε ηλικιακή κατηγορία, ανεξάρτητα από γεωγραφικούς και κοινωνικούς περιορισμούς. Τα όρια δυσδιάκριτα και ασαφή για όσους δε γνώριζαν ή ακόμα δεν έχουν καταφέρει να τα θέσουν... Τα προσχήματα έχουν αρθεί... Καλώς ήλθατε στον κόσμο της νεύρωσης και του Facebook...
- 6 π.μ. και η Μαρία Π. εξακολουθεί να ζωγραφίζει την αγωνία της στο πληκτρολόγιο... Δυσκολεύεται να κλείσει τον υπολογιστή, μη τυχόν της ξεφύγει κάτι που θα ειπωθεί, κάτι που την αφορά. Πέρασε μια εξοντωτική νύχτα διαπληκτιζόμενη, στην αρχή με φίλους, αργότερα με αγνώστους και μετέπειτα με κάποιους, που θεωρούσε οικείους, για θέματα που αφορούσαν στην αγάπη, τον έρωτα, την κρίση, τη θλίψη, τον πόνο, το άγχος, το sex, τον εαυτό της, το παρελθόν. Οι προσδοκίες της ματαιώθηκαν και λύση δε βρέθηκε... Ποτέ δεν είναι εφικτή η προσπέλαση της αλήθειας, τουλάχιστον όχι μέσα από συζητήσεις. Η φιλία βιώνεται, δεν είναι λεκτική αντιπαράθεση. Και η μοναξιά, που αρχικά φάνηκε να υποχωρεί, τώρα γίνεται ανυπόφορη.

Σε λίγο πρέπει να φύγει για δουλειά... Εβδομάδες τώρα μένει κολλημένη στον υπολογιστή επειδή ο ύπνος φέρνει τους εφιάλτες, επειδή από λύτρωση μετατρέπεται σε Ερινύα. Αλλά οι σχέσεις της στο Facebook, όσο περνά ο καιρός, επιδεινώνονται... Στην αρχή τα πράγματα ήταν απλά. Μάλιστα χλεύαζε όσους είχαν υποκαταστήσει την κοινωνική τους ζωή με αυτό το μηχάνημα του διαβόλου... Διστακτικά δημιούργησε προφίλ και πέρασε καιρός μέχρι να κατακτήσει τη λειτουργία του... Μα οι φίλοι αύξαναν με γεωμετρική πρόοδο... Μερικούς τούς διέγραφε και μετά είχε τύψεις... Μήπως ανάμεσά τους βρισκόταν εκείνος που θα έκανε τη διαφορά. Μερικά αναρτημένα τραγούδια, κάποια ανέκδοτα, likes, pokes, παιχνίδια, όνειρα για κάποια σελίδα, που είχε με μεράκι φτιάξει. Αλλά σταδιακά δεν κατάφερνε πια να αποκρυπτογραφήσει τις προθέσεις και τα λόγια των ανθρώπων. Δεν είχε ενδείξεις αν εννοούσαν όσα έλεγαν, αν γελούσαν τη στιγμή που διατύπωναν κάτι σοβαρό, αν μιλούσαν ταυτόχρονα σε άλλους, δεν κατανοούσε την ευκολία με την οποία οι άγνωστοι της μετέφεραν υπονοούμενα και έκριναν τους πάντες, την άνεση με την οποία παρίσταναν τους ειδήμονες. Ξαφνικά διαπίστωσε πως όσα γίνονταν στο ίντερνετ, κουτσομπολιά, σχόλια, καβγάδες, βωμολοχίες, μεταφέρονταν στην πραγματική ζωή. Το ένιωθε ως άγχος, ως οργή, ως ακύρωση. Μερικές φορές ονειρευόταν όσα είχαν διαμειφθεί στις συνομιλίες της. Η Μαρία Π. είχε στο ενεργητικό της δύο απόπειρες αυτοκτονίας και διάγνωση για κατάθλιψη. Μίλησε στον ψυχίατρο, ο οποίος της συνέστησε να χαλαρώσει και να απέχει του Facebook... Όμως ήταν ήδη αργά... καρδιοχτυπούσε κάθε φορά που πληκτρολογούσε το usermame, τόσο, όσο την πρώτη φορά που είχε ερωτευθεί.


* Ο Ευστράτιος Παπάνης είναι επίκουρος καθηγητής Κοινωνιολογίας Πανεπιστημίου Αιγαίου.

Σημ.: Οι στιχομυθίες και οι περιγραφόμενες περιπτώσεις είναι από υπαρκτά πρόσωπα, χρήστες τού Facebook, που δέχτηκαν να συμμετάσχουν στην έρευνα. Τα χαρακτηριστικά της ταυτότητάς τους έχουν παραλλαχθεί και οι συνεντεύξεις έχουν αλλοιωθεί ή εκδραματισθεί για τις ανάγκες του άρθρου.

ΠΗΓΗ: εφημ. ΕΜΠΡΟΣ, 20-1-2012

Για τον ιστορικό Τόνι Τζουντ (Μέρος Α΄)

του Θανου Bερεμη*


Tony Judt


Πέρασαν κιόλας δεκαεπτά μήνες από την αποδημία του Tony Judt, σημαντικού Ευρωπαίου ιστορικού και διανοητή. Στο μνημειώδες έργο του για τη μεταπολεμική ιστορία της ηπείρου μας (Postwar: A History of Europe Since 1945, Εκδόσεις Penguin Press, 2005, 800 σελ.), έγραφε: «Στην αυγή του 21ου αιώνα η Ευρώπη προβάλλει ως κοινότητα αξιών. Οι αξίες αυτές αποτελούν πρότυπο για Ευρωπαίους και μη». Ο Tony Judt επαναφέρει στο λεξιλόγιο των κοινωνικών επιστημών όρους που έχουν περίπου εξαφανισθεί από την κοινή χρήση: Αξίες, αρετή, ηθική της κοινότητας και του κράτους. Οι όροι γι' αυτόν είναι το αναγκαίο παρακολούθημα των ελευθεριών που η Ευρώπη εξασφάλισε με τόσο αίμα. Μας θυμίζει ακόμα ο Judt ότι για τις πολύτιμες ελευθερίες μας εγγυάται μόνο ένα ενάρετο κράτος. Εάν το δημοκρατικό μας πολίτευμα μωρανθεί, τότε κράτος και ελευθερίες θα ακολουθήσουν του κακού τον δρόμο.

Χτυπημένος από θανατηφόρα εκφυλιστική ασθένεια, κατάφερε τον τελευταίο χρόνο της ζωής του να υπαγορεύσει στο New York Review of Books, αποσπασματικές του μνήμες από ένα παρελθόν γνώριμο στη γενιά του.

Στις αναμνήσεις του περιγράφει με θαυμασμό το σπαρτιάτικο ήθος όσων επέζησαν του πολέμου, την καρτερικότητα και τη σκληραγώγησή τους. Το παιδί της εποχής της σπανιότητας των υλικών αγαθών βίωνε ένα κόσμο γεμάτο ελπίδα, υπερηφάνεια και φαντασία. Η αναγκαστική λιτότητα εξομοίωνε οπτικά τους πολίτες και τα ταξίδια με το τρένο μεταμορφώνονταν σε μεγάλη περιπέτεια. Ο Judt περιγράφει με τρυφερότητα τον μεταρρυθμιστή πρωθυπουργό Clement Atlee: «Εζησε και πέθανε μετρημένα, χωρίς να δρέψει υλικές απολαβές από μια ολόκληρη ζωή στην υπηρεσία του δημόσιου συμφέροντος ...; Ποιος από τους σημερινούς ηγέτες μας θα κατανοούσε τη συμπεριφορά αυτή. Η ηθική σοβαρότητα είναι σαν την πορνογραφία. Δυσκολεύεται κανείς να την ορίσει, αλλά την αναγνωρίζει όταν την βλέπει». (ΝΥRB, May 13-26, 2010, σελ. 21).

Τον Judt απασχολούσε σοβαρά η εβραϊκή του καταγωγή. Αν και αγνωστικιστής και αδιάφορος προς τις τελετουργικές παραδόσεις, αντιλαμβανόταν ότι η άρνηση της καταβολής του αυτής θα αποτελούσε πράξη φυγής, ίσως και προδοσίας προς τη συγγενή του Tony Avegael από την Αμβέρσα, που πέθανε στο Αουσβιτς το 1942 και της οποίας το όνομα τού δόθηκε εις μνήμην της. Ωστόσο υπήρξε επικριτικός της πολιτικής που ασκεί το Ισραήλ έναντι των Παλαιστινίων και αντιμετώπισε γι' αυτό ποικίλες επιθέσεις. Πρότεινε τη μετάλλαξη του Ισραήλ από αποκλειστικά ιουδαϊκό κράτος σε κράτος δύο εθνοτήτων με ίσα δικαιώματα. Η πρόταση αυτή θεωρήθηκε από το ισραηλινό lobby στις ΗΠΑ ως απόλυτα εχθρική προς το μέλλον της κοιτίδας των Εβραίων. Χωρίς πολλές διαδικασίες ο Judt διώχτηκε από τη συντακτική επιτροπή του περιοδικού New Republic. Εξακολούθησε να ασκεί κριτική στους πολιτικούς ηγέτες του Ισραήλ από το NYRB και την ισραηλινή εφημερίδα Haretz.

Το Ill Fares the Land (Allen Lane, 2010) αποτελεί συλλογή δοκιμίων του με υποθήκες για το μέλλον. Στηλιτεύει την αποθέωση του ιδιωτικού ωφελιμισμού και του άκρατου υλισμού που χαρακτηρίζουν τις τελευταίες δεκαετίες του εικοστού αιώνα. Οι απόψεις του είναι δυνατό να αποδοθούν με την ακόλουθη ερμηνεία:

Η δεκαετία που πέρασε υπήρξε από τις λιγότερο εποικοδομητικές της τελευταίας τριακονταετίας. Η τρομοκρατική καταστροφή των διδύμων πύργων στη Νέα Υόρκη προκάλεσε, μεταξύ άλλων, τη δαπανηρή σε αίμα εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ και πολλαπλασίασε τον θρησκευτικό φανατισμό στις ισλαμικές χώρες, αλλά και τον φονταμενταλισμό των Ευαγγελιστών του κεντρικού και νότιου τμήματος των ΗΠΑ. Ετσι ο George W. Bush εξασφάλισε δεύτερη θητεία και άφησε πίσω του μια μεγάλη οικονομική κρίση και την εμπλοκή της χώρας του στο Ιράκ και το Αφγανιστάν.

Η φτωχή σε επιτυχίες δεκαετία, θα προσθέταμε εδώ, ανέδειξε κάποιες προσωπικότητες οι οποίες συνδέονται με τους κύριους προβληματισμούς του πλανήτη, την οικονομία και το περιβάλλον. Ο βραβευμένος με Nόμπελ στα Οικονομικά αλλά και σχολιαστής της επικαιρότητας Paul Krugman, χαρακτήρισε την περασμένη δεκαετία «το μεγάλο μηδέν» (New York Times, 28/12/09). Mηδέν σε θετική ανάπτυξη, μηδέν σε πρόνοια για τις επερχόμενες καταστροφές και μηδέν στις ηθικές επιδόσεις πληθώρας ηγετών της επιχειρησιακής Αμερικής. Θα είναι δύσκολη πια η επαναφορά της οικονομικής σκέψης στην πίστη προς το «αόρατο χέρι της αγοράς» που διορθώνει όλες τις δυσλειτουργίες του συστήματος. Ο Milton Friedman και ο Friedrich Hayek θα δυσκολεύονταν σήμερα να εξηγήσουν τις αλλεπάλληλες φούσκες που οδήγησαν την παγκόσμια οικονομία σε κρίση διαρκείας. Και συμπληρώνει ο Krugman: «Και όσο για τους πολιτικούς και ιδιαίτερα τους Ρεπουμπλικανούς, τώρα που η πολιτική των φορολογικών απαλλαγών και της απελευθέρωσης της αγοράς (deregulation) μάς οδήγησε στο σημερινό χάος, επανέρχονται με την ίδια συνταγή - φορολογικές περικοπές και απελευθέρωση της αγοράς».

* Ο κ. Θάνος Βερέμης είναι αντιπρόεδρος του ΕΛΙΑΜΕΠ. (Το κείμενο συνεχίζεται σε επόμενη έκδοση).

ΠΗΓΗ: εφημ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 17-1-2012

«Και αν μας λείψη η εξωτερική επικουρία, δεν υπάρχει φόβος να καταστραφώμεν»

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος στο «Ελεύθερο Βήμα» 80 χρόνια πριν - Ο τότε πρωθυπουργός γράφει για την κατάσταση και το μέλλον της χώρας λίγο πριν την πτώχευση του 1932 και τις πιθανές συνέπειές της


του Γ.Π.Μαλούχου



Αν και πάρα πολλά διαφέρουν, επίσης πολλά παραπέμπουν έντονα στο σήμερα - πάντως, η πτώχευση του 1932 είναι από κάθε άποψη η πιο «κοντινή» στις σημερινές συνθήκες από κάθε άλλη που γνώρισε η Ελλάδα. Ηταν ακριβώς πριν από ογδόντα χρόνια, τον Ιανουάριο του 1932, όταν ο τότε πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος προετοιμαζόταν για μια καθοριστικής σημασίας περιοδεία στη Ρώμη, το Παρίσι και το Λονδίνο με σκοπό να πετύχει την οικονομική στήριξη της Ελλάδας που ήταν έτοιμη να καταρρεύσει υπό το βάρος του χρέους προς τους ξένους ομολογιούχους.

Το ταξίδι του Βενιζέλου, που πραγματοποιήθηκε το τελευταίο δεκαήμερο του Ιανουαρίου, τελικά, δεν έφερε αποτελέσματα. Οι τρεις πρωτεύουσες αρνήθηκαν το δανεισμό. Την ίδια στιγμή, οι επιπτώσεις του Κραχ του 1929 δεν άφηναν περιθώρια για ανάλογες ενέργειες προς τις ΗΠΑ, ενώ η Γερμανία προετοιμαζόταν ήδη για τη δική της πτώχευση κυρίως λόγω των αποζημιώσεων του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.


Λίγο αργότερα, τον Απρίλιο του ίδιου έτους, το θέμα της Ελλάδας είχε πλέον παραπεμφθεί στην Κοινωνία των Εθνών που συνεδρίαζε στη Γενεύη, όπου επίσης ταξίδεψε ο Βενιζέλος, χωρίς πάλι να πετύχει ευνοική για τη χώρα απόφαση στο αίτημά του για πενταετή καθυστέρηση πληρωμών και διεθνές δάνειο 50 εκ. δολαρίων. Ηταν η τελευταία προσπάθεια...


Η πτώχευση


Η άρνηση που εισέπραξε η Ελλάδα στη Γενεύη οδήγησε τελικά σε κυβερνητική κρίση με την παραίτηση του υπουργού Οικονομικών Γεωργίου Μαρή στις 22 Απριλίου και την ανάληψη του υπουργείου από τον Κυριάκο Βαρβαρέσο, ο οποίος, λίγο μετά, στις 21 Μαίου, κήρυξε τη χώρα σε πτώχευση. Πέντε μέρες αργότερα, η κυβέρνηση Βενιζέλου πέφτει και σχηματίζεται κυβέρνηση Αλέξανδρου Παπαναστασίου.


Εν τω μεταξύ, στις 20 Μαρτίου 1932, το «Ελεύθερον Βήμα» δημοσιεύει το αναδημοσιευόμενο εδώ κείμενο του Ελευθερίου Βενιζέλου σχετικά με το ζήτημα. Σε αυτό, ο πρωθυπουργός περιγράφει τις προσπάθειές του στην Ευρώπη, καλεί σε σχηματισμό οικουμενικής κυβέρνησης αλλά, το κυριότερο, κατακεραυνώνει, από την πρώτη κιόλας φράση του, το κλίμα ηττοπάθειας της εποχής, εκτιμώντας ότι, τελικά, «και αν μας λείψει η εξωτερική επικουρία, δεν υπάρχει φόβος να καταστραφώμεν», ενώ εξηγεί και το γιατί: το κείμενο του Ελευθερίου Βενιζέλου παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον και η ανάγνωσή του εισφέρει διαστάσεις του προβλήματος και πολιτικές απόψεις που, ειδικά σήμερα, παρά τις πολύ μεγάλες διαφορές των εποχών και των συνθηκών, αξίζει όσο ποτέ να διαβαστούν με πολύ μεγάλη προσοχή.


Ο Βενιζέλος δικαιώθηκε


Η πτώχευση τελικά επήλθε. Ομως, στην ουσία, τα πιο σοβαρά προβλήματα, εντοπίστηκαν στη συρρίκνωση του τραπεζικού τομέα με το κλείσιμο πολλών τραπεζών μέχρι τα τέλη του έτους. Στο γενικότερο όμως πλαίσιο, οι εξελίξεις σε πολύ μεγάλο βαθμό δικαιώνουν τον Βενιζέλο: ήδη από το 1933, η οικονομική δραστηριότητα στην Ελλάδα καταγράφει αύξηση 6%, η οποία το 1935 εκτινάσσεται στο 13,5%. Οσο για τα αποθεματικά της Τράπεζας της Ελλάδος, από 7,5 εκατομμύρια δολάρια που ήταν κατά την περίοδο της πτώχευσης, φτάνουν στα 44,7 εκατομμύρια δολάρια μόλις μέσα σε δύο χρόνια, το 1934. Και η νομισματική κυκλοφορία από το 1932 μέχρι το 1939 υπεδιπλασιάζεται, για να ξεπεράσει τα 9 δις δολάρια τη χρονιά πριν η Ελλάδα μπει στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.


Η Ελλάδα, όπως προέβλεψε ο Βενιζέλος, δεν διαλύθηκε τελικά από την πτώχευση του '32, ενώ η κοινωνία γρήγορα ορθοπόδησε και πάλι, αν και η υπόθεση της διαχείρισης του χρέους κάθε άλλο παρά τελειώνει εκεί: αυτό εξακολουθεί να είναι το βασικό θέμα της χώρας και έχει «καταπιεί» σειρά από κυβερνήσεις μέχρι και το 1936, όταν ο Ιωάννης Μεταξάς έρχεται στην εξουσία.


Από τον Βενιζέλο στον Μεταξά: χρέος, παλινόρθωση, δικτατορία


Η άνοδος του Μεταξά στην πρωθυπουργία δεν γίνεται τον Αύγουστο, όπως πολλοί πιστεύουν, αλλά στα τέλη Απριλίου, έχοντας λάβει 241 ψήφους κατά τη σχετική διαδικασία στη Βουλή. Ο κύριος λόγος που η Βουλή του έδωσε αυτή την εξουσία με πίεση των ανακτόρων και με έκτακτες αρμοδιότητες, ήταν ακριβώς το χρέος και ιδίως ότι τα μεγάλα κόμματα, έπειτα από σχεδόν τέσσερα χρόνια που ανεβοκατέβαιναν κυβερνήσεις, δεν είχαν πια καμία διάθεση να αναλάβουν τις σχετικές ευθύνες...


Ο Μεταξάς προτάθηκε από τον βασιλιά για πρωθυπουργός μετά τον θάνατο του Δεμερτζή στην κυβέρνηση του οποίου ήταν αντιπρόεδρος και υπουργός Αμύνης. Εν τω μεταξύ,, είχε πεθάνει και ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Όπως ο ίδιος ο Μεταξάς έχει γράψει στα απομνημονεύματά του, ο βασιλιάς, που μόλις πριν από λίγους μήνες είχε επιστρέψει στην Ελλάδα και είχε αναλάβει και πάλι το θρόνο, είχε σαν κύριο μέλημά του την ικανοποίηση του Συμβουλίου των Ομολογιούχων και της αγγλικής κυβέρνησης που τους στήριζε. Μάλιστα, σε γράμμα του προς τον Ελληνα πρέσβη στο Λονδίνο, αναφέρει ότι είχε υποστεί τέτοια πίεση από το θρόνο για το θέμα, που λίγο έλλειψε να παραιτηθεί από πρωθυπουργός! Τόσο η παλινόρθωση του 1935 όσο και η επιβολή της δικτατορίας του 1936, έχουν άμεση διασύνδεση με το χρέος, περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο γεγονός της δημόσιας ζωής του τόπου εκείνη την περίοδο.


Ο Μεταξάς κυβέρνησε κοινοβουλευτικά από τον Μάιο μέχρι τον Ιούλιο και στις 4 Αυγούστου κήρυξε δικτατορία. Σε όλο αυτό το διάστημα από τον Απρίλιο μέχρι τις αρχές Αυγούστου, χρειάστηκε να προσφύγει σε διατάγματα, για τα οποία είχε την εν λευκώ εξουσιοδότηση της Βουλής που είχε μόνη της αναστείλει τις λειτουργίες της. Αλλωστε, στις αγορεύσεις της συνεδρίασης της παροχής ψήφου εμπιστοσύνης, υπήρξαν έντονες φωνές που προσπαθούσαν να πείσουν το σώμα ότι θα έπρεπε να αποφύγει τον «ακρωτηριασμό» ή την «αυτοκτονία» της δημοκρατίας, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Ο Αγγλος πρέσβης στην Αθήνα, καλούσε με αναφορές του το Λονδίνο και το Συμβούλιο των Ομολογιούχων να δεχθούν τις ρυθμίσεις που πρότεινε ο Μεταξάς, φτάνοντας να πει ότι «αν έρθουν οι πολιτικοί δεν θα σας δώσουν πεντάρα» ...;


Από τη δικτατορία στον πόλεμο


Στις 20 Αυγούστου, μόλις δύο εβδομάδες αργότερα από την επιβολή της δικτατορίας, ο Μεταξάς επισκέπτεται τον βασιλιά Γεώργιο Β στην Κέρκυρα, όπου φιλοξενούσε τον Εδουάρδο τον Η της Αγγλίας, για να τους ανακοινώσει ότι η κυβέρνησή του συμφώνησε τελικά με το Συμβούλιο των Ομολογιούχων για τη ρύθμιση του χρέους.


Όμως, το κλίμα ευφορίας που επικράτησε στη συνάντηση της Κέρκυρας, δεν κράτησε πολύ. Το θέμα, παρά την επίτευξη συμφωνίας, τελικά, δεν έληξε, καθώς, το 1937, το Συμβούλιο των Ομολογιούχων ζήτησε και νέα διαπραγμάτευση. Τελικά, μόνον η έλευση του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, που επίσης η έκρηξή του είχε πίσω της μεταξύ άλλων και το μέγα ζήτημα της γερμανικής χρεοκοπίας με κύρια αιτία τις πολεμικές αποζημιώσεις του Πρώτου Παγκοσμίου, ήταν εκείνη που στάθηκε ικανή να θέσει οριστικά το πρόβλημα του χρέους σε δεύτερη μοίρα ...;

ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 16-1-2012

Σύγχρονες αρένες, εικονικά Κολοσσαία

της Τασουλας Kαραϊσκακη


Προ ημερών κυκλοφόρησε στο Διαδίκτυο ένα αποκρουστικό βίντεο -το οποίο είδαν σχεδόν όλοι οι χρήστες Ιντερνετ- με τέσσερις Αμερικανούς πεζοναύτες (οι δύο αναγνωρίστηκαν) να ουρούν πάνω στις σορούς τριών Ταλιμπάν, κάνοντας χυδαία αστεία. Ο δεδηλωμένος αποτροπιασμός, όπως κάθε φορά που έρχονται στο φως «τρόπαια πολέμου» του είδους -οι φωτογραφίες της στρατιωτίνας που σέρνει με λουρί σκύλου Ιρακινό, των πεζοναυτών που επιδεικνύουν κεφάλια ή ακρωτηριασμένα μέλη Αφγανών, των εικονικών πνιγμών, της σεξουαλικής κακοποίησης κρατουμένων στο Αμπού Γκράιμπ- συνοδεύεται από τη λιγότερο δεδηλωμένη μεταποίηση σε διασκέδαση του μακάβριου, του φρικώδους. Εντονη απέχθεια αλλά και ανομολόγητη ψυχαγωγία.

Παγιδευμένοι σε ένα σύμπαν που όχι μόνο δικαιολογεί τις πολεμικές πρακτικές (για την ειρήνη και τη δημοκρατία), αλλά καλλιεργεί με άμεσους και έμμεσους τρόπους την πολεμική ρητορική, οι τηλεθεατές/αναγνώστες εισπράττουν ανωδύνως τη φρίκη που ζουν άλλοι. Την αντιμετωπίζουν ως αναπόφευκτη συνέπεια της σύρραξης, την οποία ορισμένοι φαντάζονται ως θρίαμβο -ή πανωλεθρία- με αυτοθυσιαζόμενους ήρωες, μακριά από την πραγματικότητα του πολέμου, που δημιουργεί μόνο μισθοφόρους, βιαστές, μαυραγορίτες, μεσάζοντες - και πολλά πραγματικά θύματα.

Ετσι κι αλλιώς ο δέκτης των συμβάντων είναι εθισμένος στη βία, πλέον από τη νηπιακή ηλικία· με το πάτημα ενός κουπιού στο κομπιούτερ τα παιδιά διαμελίζουν σώματα, μετατρέπουν ανυποψίαστους διαβάτες σε παραμορφωμένα πτώματα, «ζουν» γενοκτονίες στο Διάστημα, αιμοσταγείς βεντέτες στον υπόκοσμο, εξολοθρεύσεις ένοχων κι αθώων, ανθρώπων και τεράτων. Αδιαφορώντας για κάθε είδος νοητού φορτίου, προσλαμβάνοντας μόνο την εικόνα (που μπορεί να προκαλεί κάθε φορά απέχθεια, αλλά ποτέ δεν απογοητεύει), εθίζονται, το ειδεχθές, το παράλογο να αποτελούν τον «χώρο» της προσωπικής τους εκτόνωσης. Αλλά και ο βασανιστής δεν γεννιέται, γίνεται. Σύμφωνα με τον Αμερικανό κοινωνικό ψυχολόγο Στάνλεϊ Μίλγκραμ, πολλοί καθημερινοί άνθρωποι φτάνουν να κάνουν πράγματα που θα μπορούσαν να βλάψουν συνανθρώπους τους, όταν το ζητεί μια αυθεντία και μετά τη μεθοδική ενστάλαξη της πεποίθησης ότι τα θύματά τους (άτομα διαφορετικά από αυτούς) είναι άτομα χωρίς ανθρώπινη υπόσταση, εχθροί του έθνους. Ο πόλεμος, προϊόν της ανθρώπινης απληστίας για όλο και μεγαλύτερη δύναμη, διδάσκει τάχιστα τη φρικαλέα αντεκδίκηση, την ωμότητα, την ακραία αναίτια χυδαιότητα. Παράλληλα οι εικόνες του κάνουν τον γύρο του κόσμου, σκορπώντας την απέχθεια και τη φρίκη, αλλά και ικανοποιώντας τα ταπεινότερα των ενστίκτων (πάντοτε οι άνθρωποι διεγείρονταν από το φρικαλέο).

Χρειάζεται, λοιπόν, κάποια αντίσταση της κοινωνίας σε ό, τι τείνει να εμφανίσει ως «φυσική» τη βεβήλωση νεκρού, τον εξευτελισμό δέσμιου ατόμου (σε συγκεκριμένες συνθήκες). Μήπως η παγερή και ανώνυμη βαρβαρότητα, που μοιάζει να διαποτίζει και το μη εμπόλεμο τμήμα της κοινωνίας, εμπεριέχει μια σοβαρή ελπίδα; Διότι, η εγγύτητα του κακού ευνοεί τη συνειδητοποίηση της επέλασής του· αν αυτή η γνώση διευρυνθεί μπορεί να οδηγήσει σε πρακτικές πολιτισμικής σωτηρίας. Η ανθρωπότητα διαθέτει τις γενικές αρετές που επιτρέπουν, υπό όρους, την ανόρθωση νέων απέναντι σε σύγχρονες αρένες και εικονικά Κολοσσαία...

ΠΗΓΗ: εφημ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 15-1-2012

Πώς οι Ελληνες έπεσαν στα τούρκικα

του Nικου Γ. Ξυδακη

Πέρυσι, όταν άρχιζε να φουντώνει η κρίση, σε ένα εστιατόριο της Θεσσαλονίκης έβλεπα τους Ελληνες να τραγουδούν και να χορεύουν λαϊκά. Αρχιζαν με Ρασούλη και κορύφωναν με Στράτο Διονυσίου και Ακη Πάνου. Βαριά τραγούδια, νταλκαδιάρικα, ζεϊμπέκικα προ πάντων. Σκέφτηκα τότε ότι στον δύσκολο καιρό που έρχεται οι Ελληνες θα αναδιπλωθούν προς τα έσω, για καλό και για κακό. Καλό, γιατί η ενδοσκόπηση μπορεί να δώσει καρπούς αυτογνωσίας, να απομακρύνει έναν ορισμένο επιπόλαιο κοσμοπολιτισμό, συνυφασμένο με την εύκολη χλιδή των δανεικών. Κακό, γιατί η εσωστρέφεια μπορεί εύκολα να φουντώσει έναν αμυντικό ναρκισσισμό και μιαν αυταρέσκεια θύματος.

Θυμήθηκα εκείνη την έλλαμψη πρόσφατα, παρακολουθώντας τουρκικά σίριαλ σε δημόσιους χώρους. Είχα αναρωτηθεί στο παρελθόν γιατί έχουν τέτοια επιτυχία τα τουρκικά σίριαλ στο ελληνικό μαζικό κοινό και δεν εύρισκα ικανοποιητική απάντηση. Τώρα τολμώ να κάνω μια υπόθεση, συνοπτικά την εξής: τα λαϊκά στρώματα, αυτά που τρέφονται ψυχαγωγικά με τηλεόραση, αναγνωρίζουν στις χονδροειδείς τυπολογίες των τουρκικών σίριαλ κάτι από τον χαμένο κοινωνικό εαυτό και τις παλαιές βεβαιότητες.

Κατ' αρχάς, το ορατό. Στα τουρκικά σίριαλ οι χαρακτήρες είναι αδροί, με ξεκάθαρα περιγράμματα, δραματικά καλοί ή κακοί, οι άντρες είναι άντρες και οι γυναίκες είναι γυναίκες. Οι άντρες φορούν σκούρα κοστούμια και λευκά πουκάμισα. Οι γυναίκες είτε φορούν μαντίλες και τσεμπέρια, οι πιο ηλικιωμένες, είτε είναι κορέκτ καλλονές δυτικού τύπου, παίζουν ρόλο συζύγου, ερωμένης ή μάνας, σε έναν ανδρικό κόσμο. Η φαμίλια είναι το ισχυρότερο κοινωνικό (και δραματουργικό) κύτταρο. Το κράτος στέκει στο φόντο, αυστηρό, συγκαλυμμένα αυταρχικό. Οι άνθρωποι συγκρούονται μεταξύ ορμεμφύτων και ηθικών κανόνων, μεταξύ φατρίας και κράτους, μεταξύ φεουδαρχίας και νεωτερικότητας. Αντρες και γυναίκες, ντυμένοι συντηρητικά, απολύτως κομφορμιστικά, πάντως «ευρωπαϊκά», συνομιλούν διαρκώς με κινητά, κυκλοφορούν με χλιδάτες κούρσες BMW και Mercedes, μπαινοβγαίνουν σε σπίτια πολυτελώς υβριδικά, σημερινές εκδοχές του τουρκομπαρόκ.

Τα τουρκικά σίριαλ εικονίζουν σχηματικά, με τη φόρμα του λαϊκού ρομάντσου και της σαπουνόπερας, έναν κόσμο ταυτοχρόνως ιδεατό και πραγματικό, μακρινό και κοντινό, ανατολικό-ασιατικό και δυτικό-ευρωπαϊκό, έναν κόσμο μεταιχμιακό. Το ελληνικό κοινό αντικρίζει τον εαυτό του ακριβώς σε αυτό το μεταίχμιο, στο πέρασμα. Οπισθοδρόμηση; Αν το δούμε τυπικά, γραμμικά, ναι, το ελληνικό κοινό «οπισθοδρομεί», ταυτιζόμενο ενδοψυχικά με την τουρκική κοινωνία των σίριαλ, την τόσο ανδροκρατική και αυταρχική, όπου κυριαρχούν η ενδοοικογενειακή τιμή και αντιπαλεύουν η ωμή δύναμη και τα σφοδρά συναισθήματα. Μπορούμε να πούμε ότι το προχωρημένο ελληνικό κοινό, ευρισκόμενο κοινωνικά-πολιτισμικά-ιστορικά σε ανώτερο στάδιο, σαγηνεύεται από τους καθυστερημένους ιδεότυπους και την προνεωτερική ηθογραφία των Τούρκων.

Γιατί; Γιατί η εγχώρια παραγωγή δεν παράγει ηθογραφία, που να καθρεφτίζει την ελληνική κοινωνία πειστικά, με χιούμορ ή με αληθοφανείς συγκρούσεις. Ούτε δραματική ούτε κωμική. Τα τελευταία αρκετά χρόνια, η ελληνική τηλεοπτική παραγωγή κατακλύστηκε από καλιαρντές καρικατούρες, στις οποίες οι άντρες εικονίζονται ως ευνούχοι ηλίθιοι, οι γυναίκες ως τραβεστί ντόμινες, και όλοι μαζί διαλέγονται ουρλιάζοντας και αλληλοκραζόμενοι. Εξ ου και οι αδροί, συχνά χονδροειδέστατοι, χαρακτήρες των τουρκικών φαίνονται πιο πειστικοί, πιο αληθοφανείς ή, τουλάχιστον, πιο ελκυστικοί για ταυτίσεις.

Αλλά η σημαντικότερη αιτία για τη δημοτικότητα των τουρκικών είναι μάλλον η ψυχοκοινωνική αναδίπλωση των λαϊκών στρωμάτων ενώπιον του ναυαγήσαντος εκσυγχρονισμού. Οι αδρές, στέρεες δομές των τουρκικών οικογενειών, οι σπαθάτοι άντρες, με την υπερχειλίζουσα αρρενωπότητα, οι υπερθηλυκές γυναίκες που είναι όμως σύζυγοι και μητέρες, και όχι ξέκωλα ή dominatrix, το προστατευμένο χρήμα της κλειστής φαμίλιας, οι παγιωμένοι κώδικες τιμής, όλα τούτα τα προνεωτερικά ή πρωτοαστικά αναδύονται οικεία και ελκυστικά μπρος στα διψασμένα μάτια ενός ακροατηρίου που έχει χάσει τα ζύγια του, το ειδικό του βάρος, το παλαιό του μέτρο. Το ελληνικό κοινό βλέπει διψασμένο έναν παλαιό κόσμο, «ανατολικό», βραδύ και αδρό, τον κόσμο που έχασε. Εχασε τις μαντίλες και τα τσεμπέρια, λυτρώθηκε από προκαταλήψεις και αγκυλώσεις, αλλά δεν βρήκε σίγουρο βηματισμό και γονιμότητα στη φρενιτιώδη υστερονεωτερικότητα. Ο εκσυγχρονισμός έφερε διαψεύσεις, ματαιώσεις, πρόδωσε τις υπερτροφικές προσδοκίες. Και μας έριξε στα τούρκικα.

ΠΗΓΗ: εφημ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 15-1-2012

Φαντάσματα στην οικογένεια

του Γιώργη Γιατρομανωλάκη

Σύμφωνα με τον Γουσταύο Glotz, εγκυρότατο μελετητή του αρχαίου ελληνικού δικαίου, η απελευθέρωση του ατόμου από τα δεσμά της φυλής και της οικογένειας είναι ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα του ελληνικού ορθολογισμού και γι' αυτό πρέπει να επαινεθεί η αθηναϊκή δημοκρατία. Ωστόσο την ίδια στιγμή παρατηρεί πως τα θρησκόληπτα μυαλά των Ελλήνων ήσαν ακόμη στοιχειωμένα με το φάντασμα της οικογενειακής αλληλεγγύης, δεδομένου ότι η πατριαρχική ηθική είχε από παλιά συνδεθεί με τη θεϊκή τάξη και ιεραρχία. Αυτά τα φαντάσματα, όπως θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε, μοιάζουν να φανερώνουν όλη τη δαιμονική και καταστρεπτική φύση τους στην τραγωδία, αφού το ανώτατο υλικό της δεν μπορεί, κατά τον Αριστοτέλη, παρά να βρίσκεται μέσα στον οίκον, στις ενδοοικογενειακές και τις εμφύλιες διαμάχες. Ο οίκος στην τραγωδία φαίνεται να εκτρέφει το Κακό και το Ακάθαρτο. Ο Οιδίπους Τύραννος είναι το καλύτερο παράδειγμα.

Αυτή η οδυνηρή παλινδρόμηση από τον δημοκρατικό ορθολογισμό στις οικογενειακές εμμονές και προκαταλήψεις αποτελεί ουσιώδες συστατικό της συμπεριφοράς μας. Οπως δείχνει η πολιτική μας ιστορία, η οικογενειακή αλληλεγγύη (δομημένη, εν πολλοίς, στα μεσογειακά πρότυπα της «φαμίλιας») στο πολιτικό επίπεδο έχει πάρει τη μορφή της οικογενειοκρατίας. Η όποια αγαθότητα του σπιτικού έχει επεκταθεί στη διακυβέρνηση της πολιτείας. Τα παραπάνω εγείρουν δύο τουλάχιστον ερωτήματα, από τα οποία το δεύτερο είναι και το σοβαρότερο. Πρώτον, κατά πόσον αυτή η οικογενειακή επεκτατική βουλιμία παρατηρείται μόνο εδώ και, δεύτερον, εάν και εφόσον μας συμβαίνει και αυτό, πώς θα ήταν άραγε δυνατόν να επανεύρουμε τον δημοκρατικό μας ορθολογισμό, η απώλεια του οποίου έχει προκαλέσει τις μεγαλύτερες εθνικές καταστροφές.


Προφανώς αυτή η κατάσταση παρατηρείται και αλλού. Στη θεωρούμενη δημοκρατική και ορθολογική Ευρώπη, όπως και στις ΗΠΑ, τα παραδείγματα είναι πολλά, για διάφορους όμως λόγους τα φαινόμενα εξαφανίζονται γρήγορα. Αντίθετα, σε πολλές γειτονικές χώρες (η Λιβύη και η Αίγυπτος, πριν από λίγο, η Συρία τώρα) και σε όλα σχεδόν τα πάλαι ποτέ «σοσιαλιστικά» καθεστώτα, αλλά και στα όσα εξακολουθούν να υπάρχουν (βλ. Β. Κορέα), η οικογενειοκρατία είναι κανόνας. Δεν έχουμε συνεπώς μόνο εμείς αυτό το θλιβερό προνόμιο, αλλά, όπως πιστεύω, το διαχειριζόμαστε με μοναδική μαεστρία και πρωτοτυπία. Πάνω από εξήντα χρόνια η εναλλαγή των κυβερνήσεων στην Ελλάδα συνοδεύεται, στον έναν ή στον άλλον βαθμό, με κυβερνήσεις που φέρουν έντονα οικογενειακά και συγγενικά χαρακτηριστικά. Η οικογένεια ως πολιτικό εφαλτήριο αποδεικνύεται ανώτατο προσόν. Ομως η περίπτωση των επιγόνων του Ελευθερίου Βενιζέλου δείχνει πως το όνομα δεν έχει τη χάρη - οι περισσότεροι από τους σημερινούς πολιτικούς γόνους έχουν αποδειχθεί ανίκανοι και φθαρτικοί.


Το χειρότερο όμως δεν είναι αυτό. Ούτε βέβαια μπορεί να υποστηριχθεί ότι η οικογένεια ευθύνεται για την πολιτική μας κατάπτωση! Εκείνο, λοιπόν, που έχει φθείρει τη δημοκρατία μας, σχεδόν ανεπανόρθωτα, είναι ότι τα ελληνικά κόμματα έχουν συγκροτηθεί ως οιονεί μεγάλες «οικογένειες», ως πολιτικές φατρίες. Η πυρηνική δομή της οικογένειας έχει επεκταθεί σε μια πλατφόρμα πολιτικής τάξεως όπου οι δικοί μας είναι «παιδιά μας» (προσφιλής έκφραση των κυβερνητικών κομμάτων) και οι άλλοι ξένοι και αποπαίδια. Δεκαετίες τώρα γίνονται διορισμοί με βάση την κομματική συγγένεια. Ακόμη και τώρα οι «ημέτεροι» απολαμβάνουν ποικίλα προνόμια καθώς οι δεσμοί αίματος έχουν μετεξελιχθεί σε θεσμούς εξουσίας. Ολα συντελούνται στα όρια της πολιτικής «φαμίλιας» ως μια μορφή πολιτικής αιμομειξίας που δεν βλάπτει μόνο τον οίκον αλλά και την πόλη. Το μεγαλύτερο κακό που διαπράττουν οι κομματικές «φαμίλιες» είναι ότι δείχνουν στους νέους -δικούς τους και μη - πως το ζητούμενο για την εξέλιξή τους είναι η κομματική συγγένεια και η συνεπόμενη κομματική αλληλεγγύη.

Η λύση στην τραγωδία δίνεται συχνά με πατροκτονίες και παιδοκτονίες. Αυτό γίνεται και στα ελληνικά κόμματα - και μάλιστα αυτή τη στιγμή! - καθώς τα φαντάσματα της οικογένειας συχνά αφυπνίζονται στην πορεία του χρόνου. Η κάθαρση όμως αφορά πρωτίστως τους θεατές, εμάς δηλαδή. Ετσι είναι καιρός, πιστεύω, να επανεύρουμε τον δημοκρατικό ορθολογισμό μας (αυτόν που μας δίδαξε η προδομένη δημοκρατία μας) και να τελειώνουμε με αυτές τις φθαρτικές κομματικές φυλές.

Ο κ. Γιώργης Γιατρομανωλάκης είναι καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας και συγγραφέας.

ΠΗΓΗ: εφημ.ΤΟ ΒΗΜΑ, 15-1-2012

Σκηνές βομβαρδισμένου τοπίου

του Παναγιώτη Νούτσου 


Οι «σκηνές» που ακολουθούν διαθέτουν εσωτερική συνοχή μεταξύ τους και προέρχονται από το ίδιο ακριβώς τοπίο. Δεν είναι οι μόνες, έχουν όμως μια ισχυρή παρουσία στη διαμόρφωση της χώρας μας.

Σκηνή πρώτη: Το «μορφωτικό κεφάλαιο» συναρτάται με την πολιτική «εφεδρίνη», δηλαδή με την επαύξηση της πολιτικής πίεσης και την αγρύπνια. Ως προς τους «νέους», των οποίων το ποσοστό ανεργίας υπερβαίνει το 40%, δεν μπορεί κανένας να μετρήσει με βεβαιότητα και τον βαθμό γείωσης και απογείωσης που αποκτούν. Τούτο αφορά την κατανόηση της ιδιαιτερότητας των κοινωνιών μας και συνάμα τη σκιαγράφηση των σχεδίων υπέρβασής τους. Χωρίς να καταντούν «αιθεροβάμονες», να ενεργούν ως «χειρουργοί» της ιστορικής μεταβολής με νυστέρι την ιδέα μιας άλλης κοινωνίας που θα άρει τον ταξικό και ετερόνομο χαρακτήρα της ...

Σκηνή δεύτερη: Οι «μεσήλικοι» και οι «συνταξιούχοι», ανήσυχοι από την πρόσφατη έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αγωνίζονται με νύχια και με δόντια να κρατήσουν το υψηλό ποσοστό ιδιοκατοίκησης οικογενειών μεσαίων και χαμηλών εισοδημάτων. Κι αυτή η ανησυχία τους συνίσταται τόσο στην ανεύρεση μέσων για την ομαλή κληροδοσία των ακινήτων τους στη «νέα γενιά» όσο και για τον τρόπο οριοθέτησης αυτής της υποτιθέμενης «στρέβλωσης» που συνέβαλε στην εγχώρια «κρίση χρέους».

Σκηνή τρίτη: Μέσα από τις βιβλιοθήκες, αρκετές από τις οποίες κινδυνεύουν να κλείσουν, προβάλλουν συχνά διανοούμενοι που τους έχουν «προγράψει» όσοι πλουτίζουν στη Wall Street κάθε χώρας, αποκαλούμενοι πρόσφατα «banksters», και εκείνοι που ειδικεύονται στη βιβλιογραφία για τον ρόλο της αγοράς ακινήτων. Ενας απ' αυτούς τους «αγνοημένους» κι ο Βολταίρος που σκηνοθετεί διάλογο φιλοσόφου και υπουργού των Οικονομικών. Στο ερώτημα που θέτει ο πρώτος: «Τι είναι ένας φόρος;» ο δεύτερος δείχνει να μην προσέχει και την οικεία απάντηση: «Ο φόρος δεν επιβάλλεται παρά στους πλούσιους. Δεν μπορείτε να ζητήσετε από τον φτωχό ένα μέρος από το ψωμί που κερδίζει κι από το γάλα που δίνει στα παιδιά του το στήθος της γυναίκας του. Στον φτωχό, στον χειρώνακτα, δεν πάει να επιβάλλονται φόροι. Αντίθετα, ΅με το να του δίνεται η ευκαιρία να εργαστεί έρχεται να ελπίζει πως μια μέρα θα 'χει την καλή τύχη να πληρώσει και φόρο».

Σκηνή τέταρτη αλλά όχι τελευταία: Αν επιστρέψουμε στο δεύτερο σημείο, μπορούμε να θυμηθούμε τις διαφωνίες του Μεσοπολέμου και τα επιχειρήματα όσων αρνήθηκαν και αντίστοιχα όσων συμμερίσθηκαν τη «μοντέρνα πολυκατοικία» ή τα «κουτιά». Ενας από τους δεύτερους, ο Ηλίας Ηλιού, αποπήρε (1937) τους τιμητές των «μοντέρνων οικοδομών» ως «αντεθνικών» τάχα κατασκευών: «Αμ' η τρόικα; Τι σου λέει εκείνη η τρόικα! Ισα με την τρόικα θα βάλω τη σαχλή αεροδυναμική γραμμή μιας κούρσας;». Προφανώς, έστω και με την άμαξα των τριών αλόγων (και όχι με τις κλαγγές μιας τριπρόσωπης παρέας ενδοκομματικού «συντεχνιασμού», κατά την «κλασική» διατύπωση να «τα κάνουμε όλα μαζί»), θα επανέλθω στη χαρτογράφηση του σχεδόν «βομβαρδισμένου τοπίου» ...


* Ο κ. Παναγιώτης Νούτσος είναι καθηγητής της Κοινωνικής και Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.
ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 15-1-2012

Ο γυάλινος κοσμάκης


του Κώστα Γεωργουσόπουλου

Στο καλύτερο μυθιστόρημα του Κουμανταρέα που ξαναδιάβασα πρόσφατα, τη «Βιοτεχνία υαλικών», ένας ήρωας ονειρεύεται την κλίμακα του Ιακώβ, όνειρο επίσης του βιβλικού ήρωα. Καθώς κοιμάται ο γιος τού Ισαάκ με προσκέφαλο μια πέτρα ονειρεύεται πως βλέπει μια σκάλα που φτάνει έως τον ουρανό όπου αναβοκατεβαίναν άγγελοι... Στο έξοχο κείμενο του Μένη Κουμανταρέα το όνειρο επαληθεύεται αλλά ανάποδα. Η κλίμακα οδηγεί στην καταστροφή, στο χάος, στην αφασία, στην ερημιά. Οι ήρωες επιστρέφουν στη σκληρή πραγματικότητα με μόνο προσκεφάλι μια πέτρα. Στο μυθιστόρημα του συγγραφέα, που φέτος γιορτάζει τα ογδόντα γόνιμα χρόνια του, καταγράφεται η πορεία μιας γενιάς που ξεκίνησε με όνειρα και αγώνες για κοινωνική αλλαγή, συμβιβάστηκε, μπήκε με σχέδια και ενθουσιασμό στο μικροαστικό κουκούλι και η χρυσαλλίδα που έπρεπε να βγει μετατράπηκε σε σκουλήκι γυμνό που το τσαλαπάτησαν οι ερπύστριες ενός ανελέητου συστήματος.

Εβδομήντα χρόνια μετά τον τραυματικό γυάλινο κόσμο που περιγράφει ο Τενεσί Ουίλιαμς, στον δικό μας τραυματικό γυάλινο κοσμάκη κάθε τόσο τα όνειρα για πολυελαίους και φωταψίες γίνονται καντηλέρια, σκοτάδια και ιδεολογικές συσκοτίσεις. Και σκέφτομαι πόσες φορές οι συγγραφείς μας δεν κατέγραψαν με ωμότητα, με οξυδέρκεια, με ακρίβεια αυτή την καθοδική κλίμακα του Ιακώβ απ' τα ψηλά στα χαμηλά κι από τα πολλά στα λίγα και όπως συμβαίνει πάντα, αφού τους διαβάσαμε (!) και τους θαυμάσαμε, πήραμε τα κείμενά τους ως μυθοπλασία και αγνοήσαμε το αλληγορικό τους σήμαντρο.

Εδώ και εκατόν εβδομήντα χρόνια αστικού κοινοβουλευτικού βίου οι προικισμένοι δημιουργοί περιέγραψαν συχνά την κοινωνική μας κάθοδο ες Αδην, που δυστυχώς στην ιστορία δεν σημαίνει Ανάσταση, όπως στη θρησκευτική δογματική σημειολογία, αλλά καταβύθιση, χαντάκωμα, συντρίμμια, ερειπιώνας. Ο Αντώνιος Μάτεσις στον «Βασιλικό» καταγράφει την απονενοημένη προσπάθεια της παλιάς αριστοκρατίας της γης, του ελληνικού φεουδαρχισμού, να κρατηθεί στη ζωή, αρνούμενη να δεχτεί τη νομοτελειακή μετάλλαξή της στη νέα τάξη πραγμάτων, την αστική, που στηρίζεται περισσότερο στην εμπορική πίστη και στο συναλλακτικό ρίσκο, στον οίστρο της πρωτοτυπίας.

Ο Ξενόπουλος και στα θεατρικά του έργα και στα κοινωνικά του μυθιστορήματα καταγράφει τη μεταβατική περίοδο από τις παλαιές ηθικές, οικονομικές και ιδεολογικές δομές στα μικροαστικά και μεγαλοαστικά ήθη. Οι Βαλέρηδες, οι Βιολάντηδες και οι ποπολάροι, ο κόσμος και ο Κοσμάς παλεύουν στην κορυφή του τρικυμισμένου κοινωνικού πελάγους πάνω σε μια σχεδία, όπως οι αντιήρωες του Παπαδιαμάντη στη σκαμπαβία τους. Αλλοι με νύχια και με δόντια προσπαθούν να κρατήσουν τα «μυστικά» τους και το ιδιοκτησιακό τους δικαίωμα ακόμη επάνω και στα παιδιά τους, άλλοι να ανατρέψουν ήθη και συνήθειες, βολές και συμφέροντα κατεστημένα και άλλοι να διεισδύσουν έρποντας και γλείφοντας και μεταφέροντας από τη βιοτεχνία υαλικών στη βιομηχανία εισαγομένων πολυελαίων Αντουανέτας!

Ο Κουμανταρέας εντοπίζει τη μετάβαση εκεί γύρω στα τέλη του '60, όπου η γενιά του 114, των συναυλιών του Θεοδωράκη και των Λαμπράκηδων μπαίνει στην παραγωγή, ενώ η χούντα «γυψοκρατεί το μέλλον». Είναι ενδεικτικό ότι οι αντιήρωες του Κουμανταρέα δεν έχουν παιδιά, είναι άτεκνοι ή μαγκούφηδες, πρώην φερέφωνα του κόμματος, πολεμιστές και κλεπταποδόχοι στην Κορέα, λαντζιέρηδες στην Αμερική, πλασιέ και κληρονόμοι βιοτεχνιών που άνθησαν στις δεκαετίες της μετεμφυλιακής δανειοδοτούμενης με δολάρια ανοικοδόμησης και πλαστής αστικοποίησης. Ετσι δεν θα δουν παιδιά τους στα κάγκελα του Πολυτεχνείου, για να τα δουν οι μεταγενέστεροι συγγραφείς να συμβιβάζονται κι αυτά και να μετατρέπονται σε μικροαστούς ή τεχνοκράτες της μεταποίησης, της γραφειοκρατίας, του κομματισμού και της διαπλοκής. Στα δύο έργα του Καμπανέλλη που παίζονται ήδη, στο πρώτο ώριμο αριστούργημά του, στην «Αυλή των θαυμάτων», και στο «Ο δρόμος περνά από μέσα», αποτυπώνονται σε ένα διάνυσμα μισού αιώνα το πώς το παλαιό κοινοτικό, συντροφικό, μίζερο αλλά φιλάδελφο ήθος της αυλής μεταποιείται στη μικροαστική έπαρση της πολυκατοικίας, η λαϊκή αδελφοσύνη στο μικροαστικό ανάδελφον της ατομικής καριέρας. Επίσης στο πώς μια αρχοντιά κι ένα γούστο μιας εποχής σεβασμού στα τιμαλφή μεταποιείται σε εμπόριο και μόδα. Πώς ο ντορβάς του χωριάτη έγινε ταγάρι των μπουάτ.

Μας ειδοποιούσαν οι συγγραφείς, ο Τερζάκης με την «Παρακμή των Σκληρών», ο Καραγάτσης με την πολυώροφη πανσπερμία της πολυκατοικίας στο «Δέκα», ο Αθανασιάδης στους «Πανθέους», ο Τσίρκας και ο Γιώργος Μιχαηλίδης στις τριλογίες τους, η Σωτηρίου στο «Κατεδαφιζόμεθα», ο Ρώμας στις ζακυνθινές του εποποιίες προς την παρακμή των κομήτων, ο Βασιλικός στη δική του τριλογία, ο Βαλτινός στην καταγωγική τραυματική «Δεκαετία του '60», ο Μπακόλας στην εξαίσια ως γραφή, πικρή όμως «Μεγάλη Πλατεία». Σκοπός τους δεν είναι η καταλογογράφηση.

Αλλά να, πώς να μην το πω, ότι και οι ποιητές από τον πρόλογο της «Φλογέρας του βασιλιά» του Παλαμά («σβησμένες όλες οι φωτιές μέσα στη χώρα») ώς την «Πρέβεζα» του Καρυωτάκη, τη βουλιαγμένη «Κίχλη» του Σεφέρη, το «Νεκρό σπίτι» του Ρίτσου, τους «Νέους της Σιδώνος» του Αναγνωστάκη, τη «Διαθήκη» του Κατσαρού και τον προφητικό του στίχο «πάρτε μαζί σας νερό, το μέλλον μας έχει πολλή ξηρασία» έως την απελπισία των ταινιών του τελευταίου Αγγελόπουλου, το τοπίο είναι κρανίου τόπος αλλά η κοινωνία μας εξέρχεται χαζοχαρούμενη με εκδρομική αμφίεση να πετάξει τον χαρταετό της, χαρταετό ψευδαισθήσεων, φαντασιώσεων και απατηλών ονείρων.

Και τώρα ο γυάλινος κοσμάκης, που διαπίστωσε πως οι φανταχτεροί πολυέλαιοι δεν ήταν από κρύσταλλο αλλά από πλαστικό, τα σερβίτσια ήταν δανεικά και το ψυγείο είχε κρέατα από πεπιεσμένο χρωματιστό χαρτί, παπιέ μασέ, φτύνει. Το κακό είναι όμως πως από τη χρεοκοπημένη βιοτεχνία υαλικών έχουν ξεχάσει κάτι ανεμιστήρες που γυρίζουν τα σάλια στα μούτρα μας.

ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΑ ΝΕΑ, 14-1-2012

Αδυνασία: Αφιερωμένο στους χωρισμένους γονείς

του  Ευστράτιου Παπάνη*



Η οργή που μετατρέπεται σε πικρία, η ελπίδα που λιγοψυχεί και περιχαρακώνεται, η ματαίωση που αρχίζει να πολιορκεί την παραμυθία... Ο χρόνος, ανεπαρκής, κοροϊδεύει με το αδυσώπητο πέρασμά του και εξαπατά με τις εναλλαγές. Αμηχανία, συγκάλυψη, καχυποψία, επιφυλακτικότητα, νοσταλγία, απελπισία, λόγια που ματαιοπονούν να νικήσουν τη σιωπή, στοργή που αγωνίζεται να διατηρηθεί και να χωρέσει μέσα σε μερικές ελάχιστες ώρες. Παιδιά που προσποιούνται πως δε βαριούνται ή που λυγίζουν μη υπομένοντας το δίλημμα. Παιδιά, που μηχανεύονται, που χειρίζονται, που καρκινοβατούν με μια πληγωμένη αυτοεκτίμηση, που εξαπατούν το πένθος, που εξοικειώνονται με τον αποχωρισμό και διαρκώς αναπαράγουν το ίδιο αμείλικτο ερώτημα: Γιατί δεν μπορούμε να έχουμε και τους δυο;


Η στιγμή του αποχωρισμού, που απειλεί τον αυθορμητισμό, γελοιοποιεί τη γνησιότητα και συμμαχεί με την αθέλητη επιστροφή σε μια ανενδοίαστη, επίπλαστη καθημερινότητα. Η αγάπη ξανά σε πρόγραμμα, οριοθετείται, καθορίζεται, μονοπωλείται και περιγράφεται από νόμους, ασφαλιστικά μέτρα, παλινωδίες, μάχες για τη λεπτομέρεια και συμβάσεις. Οι γιορτές τελειώνουν και τα παιδιά πρέπει να επιστρέψουν στον κηδεμόνα, που έχει ορίσει κάποιο βιαστικό δικαστήριο, υπακούοντας σε νόμους ανθρώπινους, ελλειμματικούς, ανεπεξέργαστους και άκαμπτους. Οι λύσεις του Σολομώντα ανεπίκαιρες και η δικαιοσύνη ανακρούει πρύμναν ενώπιον της μεροληψίας, των στερεοτύπων και της μοναδικής διεξόδου: Της συγκηδεμονίας. Αν κάποιοι δεν επιτυγχάνουν ως σύζυγοι, δεν έχουν αποτύχει ως γονείς. Και κανένας σύγχρονος νομοθέτης δεν έχει την ισχύ να επιμερίσει την αγάπη και να αποφανθεί με βεβαιότητα για το ορθό.

Ο πατέρας, που αγνοείται, που εκδιώκεται, που απομακρύνεται, που ηττάται, που καταδικάζεται από τη γονική αποξένωση και που ονειδίζεται από την ισοπεδωτική πραγματικότητα των τέκνων του, της τόσο απόμακρης και ανοίκειας πλέον από αυτήν που κάποτε είχε ζήσει και συνδιαμορφώσει. Ο πατρικός ρόλος υπό διωγμό, τόσο λησμονημένος από τους τηλεοπτικούς ψυχολογίζοντες, τόσο κακοποιημένος από τους θιασώτες των εύκολων διαζυγίων, τόσο αποδεκατισμένος από τις κίβδηλες μετριότητες του προοδευτισμού και τις υστερικές μαινάδες της σεξουαλικής επανάστασης. Ο πατρικός ρόλος, που υποβαθμίζεται, αλλοιώνεται, λοιδορείται και αποψιλώνεται στο όνομα μιας ψευδεπίγραφης χειραφέτησης και ενός ακήρυχτου πολέμου των δύο φύλων, ο οποίος τεχνηέντως διατηρείται ακόμα και στις μέρες μας, επιδοτούμενος από ευρωπαϊκά προγράμματα και χορούς εκατομμυρίων.


Δεν υπάρχει ανισότητα εκεί που πλεονάζει η αγάπη, εκεί που προπορεύεται το «ούς ο Θεός συνέζευξεν, άνθρωπος μη χωριζέτω». Δεν υπάρχει βία και απορία εκεί που το οικοδόμημα στεριώνει με τη συναίνεση και την κοινή προσπάθεια. Δεν υπάρχει αντίθεση εκεί που η φροντίδα είναι συνώνυμη με την καρτερία, το σεβασμό, την τρυφερότητα και τη μέριμνα. Αλλά επικρατεί σπαραγμός σε όσες οικογένειες η φιλαυτία ποδοπατεί τη σύνεση και ο ατομισμός εμπαίζει την ηθική.

Η μόνη επίκαιρη και ανεκτή απάντηση της κοινωνίας στις τερατώδεις συνέπειες του διαζυγίου, που ο νόμος θα μπορούσε να ορίσει, είναι η υποχρεωτική εκπαίδευση των γονιών μετά το χωρισμό στην από κοινού επιμέλεια των τέκνων, στην ψυχολογική υποστήριξη της εν διαστάσει οικογένειας και στην κατάρτιση κοινών δραστηριοτήτων και προγραμμάτων προς χάριν των παιδιών. Όλα τα υπόλοιπα πηγάζουν εκ του πονηρού και εγγυώνται προσωπικότητες που σαγηνεύονται από τη νεύρωση και την κατάθλιψη: Και πάντα έρχεται η ώρα, που τα παιδιά θα αναζητήσουν πεισματικά τον απόντα γονέα, θα επιρρίψουν ευθύνες και θα αποδειχθούν οι πιο στυγνοί και αλύγιστοι κατήγοροι. Όμως ο χαμένος χρόνος δε θα μπορεί με τίποτα να εξιλεωθεί και η ευκαιρία θα είναι πια απούσα.

Αλλά, παρά τις αιτιάσεις και τις εκλογικεύσεις, ο νους μας, αυτές τις μέρες τις γιορτινές, τις επιδεικτικές και τις παράφορες, τις εποχές τούτες, που καραδοκούν να φαλκιδέψουν τη νηφαλιότητα και να καταποντίσουν την ψυχική γαλήνη, ας στραφεί στους γονείς εκείνους - άνδρες και γυναίκες - που στερούνται τα παιδιά τους ή που υποχρεώνονται να τα χαρούν για λίγο, μέσα σε ένα πνιγηρό και οριοθετημένο και τεχνητό περιβάλλον. Γιατί ίσως η μόνη μορφή αθανασίας που διαθέτει ο άνθρωπος είναι τα παιδιά, και η στέρησή τους ισοδυναμεί με όλεθρο.


* Ο Ευστράτιος Παπάνης είναι επίκουρος καθηγητής Κοινωνιολογίας Πανεπιστημίου Αιγαίου.

ΠΗΓΗ: εφημ. ΕΜΠΡΟΣ, 13-1-2012

Να μάθουμε από πού προέρχονται τα ονόματά μας

Ετυμολογίες αυτονομημένες από την ιστορία, απαλλαγμένες από τις γλωσσικές και τις πολιτισμικές ωσμώσεις; Φυσικά όχι




Του Σπυρου Ι. Ασδραχα*

Επαγγέλματα χάνονται ή σπανίζουν ακολουθώντας τις ασυνέχειες που επιβάλλει η επιταχυνόμενη ανάπτυξη της τεχνικής. Κάποτε η ανάπτυξη ή τελειοποίηση της τεχνικής επαναφέρει, διαφοροποιημένα, παλαιά συστήματα εργασίας, λόγου χάρη το Verlaksystem, την οικιακή εργασία κατόπιν παραγγελίας. Ανάμεσα στα πλείστα παραδείγματα, σε τι σύστημα ανήκει σήμερα ο συγγραφέας που προετοιμάζει ηλεκτρονικώς το βιβλίο του ροκανίζοντας δραματικά τον ρόλο του τυπογράφου (και ακόμη και του διορθωτή); Γίνεται απλός εμπορευματικός παραγωγός; Προφανώς ναι, γιατί είναι κάτοχος του μέσου παραγωγής, του υπολογιστή, όχι, γιατί δεν είναι ο ίδιος που προωθεί το προϊόν της εργασίας του στην αγορά: δεν είναι βιοτέχνης. Το τυπολογικό σχήμα της εργασίας διατηρείται ως κέλυφος, σημαίνον με διαφοροποιημένο σημαινόμενο. Ετσι οι λέξεις χάνονται, καθώς διογκώνεται η πολυσημία τους.

Το ίδιο συμβαίνει με τις γνωστικές συστηματοποιήσεις: δεν χάνονται, αλλά υποχωρούν, όχι πάντα προς όφελος της γνωστικής επιστασίας. Θα μείνω μόνο σε ένα παράδειγμα, που έχει άμεση σχέση με την ιστορική έρευνα και την ιστορική ερμηνεία: την ετυμολογία, σε μιαν εποχή όπου η μήτρα της, η γλωσσολογία, έχει σχεδόν «επαναστατικοποιήσει» την ιστορική ερμηνευτική. Τούτο δεν σημαίνει ότι η ετυμολογία έχει εκλείψει, συνεχίζει να ζει με καλές επιδόσεις. Με ενδιαφέρει εκείνη η ετυμολογία που διεμβολίζει την ιστορία αλλά που κι αυτή διεμβολίζεται από την ιστορία. Ως συνήθως, δεν θα πω τίποτε το πρωτόγνωρο και, πόσω μάλλον το φανταχτερό. Θα αναχαράξω τα μυριόλεκτα.

Ετυμολογίες των σημάτων των τόπων: πολύτιμες γιατί αναδύουν το μακραίωνο δράμα του οικισμένου, του αξιοποιημένου και αναξιοποίητου τόπου, το ήμερο και το άγριο τοπίο. Οι κωδικοποιήσεις είναι πολλές και δεν θα καταπονήσω τον αναγνώστη μνημονεύοντας ορισμένες απ' αυτές, ούτε θα απεραντολογήσω επιβεβαιώνοντας παραδείγματα: δύο-τρία μόνο.

Ζαβέρδα, δηλαδή Zaborda = πίσω από τον λόφο. Από ποια μεριά όμως βλέπεις τον λόφο; Ζάβορδα ή Τσάμπουρδα: το ίδιο ερώτημα. Η ακαρνανική Ζαβέρδα (με τον εξελληνισμό των τοπωνυμίων έγινε Πάλαιρος) βλέπει στη θάλασσα. Η μακεδονική Ζάβορδα είναι πνιγμένη στα βουνά. Από πού βλέπει κανείς; Περατία είναι το αντίπερα. Η ακαρνανική, επίσης, Περατιά, χωρίζεται από το νησί της Λευκάδας από μια διώρυγα. Από πού ονοματίζεται; Προφανώς από τη Λευκάδα. Με τι σχετίζεται ο θαλασσότοπος που λέγεται Μεσολόγγι; Με τον λόγκο ή τη λογγά; Λογγά είναι το έδαφος που κλέβεις από το νερό περιορίζοντάς το. Τα κρητικά Σφακιά δεν έχουν σχέση με το ομώνυμο φυτό, αλλά με τη διασφάγα, ίσως συμβαίνει το ίδιο και με τους λευκαδίτικους Σφακιώτες. Ας μη συνεχίζουμε με τα πασίγνωστα και από καιρό ετυμολογημένα σήματα του τόπου, τα τοπωνύμια. Ας κορφολογήσουμε κάτι από τα ανθρωπωνύμια: σημαδεύουν τόπους και ανθρώπους.

Μαχαιράδο στη Ζάκυνθο: είναι αυτόδηλο ότι ήταν το χωριό ή το «σπιτομάζωμα» (όπως προσφυώς σήμανε έναν τύπο οικισμού ο Π. Πρεβελάκης) τω(ν) Μαχαιράδω(ν)? γίνεται το ουδέτερο και ορθογραφείται αναλόγως (γι' αυτό είναι άστοχη και αστόχαστη η πρόσφατη γραφή του Γουδιού σε Γουδή, από την κυριωνυμία «Στου Γουδή»). Αλλοτε η ετυμολογία είναι διαφανής: η Κοντάραινα παραπέμπει σε κάποιον Κόνταρη, το καλιγόνι σε κάποιον Καλιγόνη και πάει λέγοντας. Υπάρχουν όμως και τα δυσετυμολόγητα: γιατί Δημοσάρι στη Λευκάδα και στην Εύβοια; Εχει σχέση με τους «δημοσιαρίους», όπως προτάθηκε ή απλώς έχει χαθεί το σημαινόμενο του σημαίνοντος. Τούτο είναι εύκολο να λέγεται και δύσκολο να κατανοείται. Γιατί η κατανόηση θέτει ένα πρόβλημα πολιτισμικής ιστορίας (δεν θα ήθελα να πω και δημογραφικής): γιατί, λόγου χάρη τόσα σλαβικά τοπωνύμια και τόσο περιχαρακωμένη γεωγραφικά σλαβοφωνία; Εξελληνισμός χωρίς διάδοση της ελληνόφωνης εκπαίδευσης με μόνη εξήγηση την ελληνόφωνη θρησκεία; Αλλά τότε γιατί αυτό δεν ισχύει σε όλη τη σλαβόφωνη ή τουρκόφωνη χριστιανική «ορθοδοξία»; Γιατί «Πατερ-ιμίζ» και όχι «Πάτερ ημών» στους Καραμανλήδες; Ανάμεσα στις ερμηνευτικές υποθέσεις, τα ανθρώπινα κενά, οι solitudines που προκαλούν οι κλιματολογικές μεταβολές, οι επιδημίες, οι εισβολές: οι άνθρωποι αραιώνουν ή χάνονται αφήνοντας στους επιζώντες και στους νεήλυδες τα γλωσσικά τους μνημεία. Δεν νομίζω ότι αρκούν αυτές οι υποθέσεις. Το πρόβλημα των πολιτισμικών ωσμώσεων και των πολιτισμικών μονιμοτήτων αναζητεί το δικό του ερμηνευτικό πολύπλεγμα.

Ανάγκη λοιπόν, να αναβιώσουν εκτατικά οι ετυμολογικές έρευνες και να συνδεθούν με το παρελθόν τους, απαλλασσόμενες από τις εθνικιστικές τους σκοπιμότητες. Ο εξελληνισμός των τοπωνυμίων ήταν μια πράξη εναντίον της απολιθωμένης ιστορίας, δηλαδή της αυτογνωσίας. Συνεχίζεται (ω της ειρωνείας) ώς τις μέρες μας με τις διοικητικές κατανομές που φέρουν το όνομα του Καποδίστρια (Capo d'Istria) ή του Καλλικράτη. Και τούτο όταν μιλάμε για πολιτισμικούς πλουραλισμούς και άλλα κουραφέξαλα, όπως οι ταυτότητες χωρίς ιστορία, για να ολοκληρωθεί η αποδόμηση των πραγματικών ιστορικών ταυτοτήτων, που αναδύθηκαν από την αρχή, την επαναστατική αρχή, των εθνοτήτων. Και πάλι σημαίνοντα χωρίς σημαινόμενα, τσόφλια αυγών που κάποιος ρούφηξε το περιεχόμενό τους ανοίγοντας με ένα βελόνι μιαν αδιόρατη τρύπα στο τσόφλι.

Ετυμολογίες αυτονομημένες από την ιστορία, δηλαδή τα πράγματα; Φυσικά όχι. Απαλλαγμένες από τις γλωσσικές ωσμώσεις, τις πολιτισμικές ωσμώσεις, που εξαερώθηκαν; Και πάλι όχι.

Ας αφήσουμε στην άκρη τα ονόματα των ανθρώπων και τους τρόπους σχηματισμού τους. Πολλά είναι κραυγαλέας διαφάνειας. Τόσα οικογενειακά ονόματα (πατρωνυμικά, με την κατάληξη -άδης και -ίδης, πλαστά ή κατά μετάφραση του τουρκικού «ογλού» (και όχι «μπιν»): όλα τους ετυμολογικώς διαφανή. Αλλα τα εξελληνισμένα επαγγελματικά. Και μερικά που αντιστάθηκαν και παραμένουν τουρκικά ή λατινογενή. Αν προχωρούσαμε στην απαρίθμηση παραδειγμάτων με τα επαγγελματικά θα φτάναμε στη σκιαγράφηση μιας καταγωγικής κοινωνικής στρωματογραφίας. Ας θυμηθούμε και τα λήγοντα σε -ειδής: χαρακτηρίζουν την όψη του ανθρώπου (διαφανή και δυσετυμολόγητα καθώς Μαυροειδής, Δρακονταειδής, Σουλαειδής). Δεν είναι ουσιαστικά αλλά επίθετα γι' αυτό και η «κακοειδής» γυναίκα. Αλλά μας χρειάζεται να ξέρουμε από πού προέρχονται τα ονόματά μας όπως χρειάζεται να ξέρουμε από πού προέρχονται τα ονόματα των εννοιών, των σχέσεων των ανθρώπων με τη φύση, των σχέσεων των ανθρώπων με τα δημιουργήματά τους. Τα ξέρουμε σε μεγάλο βαθμό, γιατί έχουν δουλέψει και γενιές γλωσσολόγων και ιστορικών. Εχουμε ακόμη κενά, εύκολο να αναπληρωθούν αν υπήρχε η φροντίδα, που κατά πολύ χάθηκε στο παρελθόν, να αξιοποιηθεί ο διανοητικός πλούτος που φέρνει η δυστυχία της μετανάστευσης. Αν, για παράδειγμα, στο παρελθόν εκείνοι που αποφασίζουμε να μας κυβερνάνε, είχαν ιστορικού τύπου εσωτερικές επιταγές, από χρόνια πολλά θα είχαμε οσμανολογικές σπουδές περιωπής, ξεκινώντας από κάποιους Χλωρούς και Καρολίληδες και φτάνοντας σε κάποιους Παπάζογλους και Σταυρινίδηδες ή σλαβικές και άλλες σπουδές. Τουλάχιστον ας κατανοήσουμε γιατί δεν έγιναν όλα αυτά και γιατί μας δίδαξαν από παλιά ένας Καντεμίρ ή ένας Καταρτζής ότι δεν πρέπει να εκφραζόμαστε με τη γλώσσα του κυρίαρχου, δηλαδή του κατακτητή. Και γιατί αυτό δεν ίσχυσε στις δυτικές κτήσεις: ερωτήματα που έχουν βρει τις απαντήσεις τους, αλλά που πρέπει να ξανατεθούν. Ισως γιατί οι απαντήσεις δεν ανταποκρίνονται παρά ως πραγματολογικές συμβολές στις απαιτήσεις μιας σύγχρονης (και «επικαιροποιημένης») ιστορικής αναζήτησης.

* Ο Σπ. Ι. Ασδραχάς είναι ιστορικός.

ΠΗΓΗ: εφημ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 20-2-2011

Μέρες του ’30 στην πολιτική

του Πασχου Mανδραβελη


Στις αρχές της δεκαετίας του '30 ο κόσμος χανόταν και η Ελλάδα πάλευε στα μανιασμένα κύματα της διεθνούς οικονομικής κρίσης. Ομως, όπως γράφει ο Μαρκ Μαζάουερ, στο βιβλίο του «Η Ελλάδα του Χίτλερ», το πολιτικό σύστημα της χώρας για άλλα ανησυχούσε: «Στη Βουλή (σ.σ. μετά τη χρεοκοπία του 1932) το πολιτειακό ζήτημα παρέμεινε ο άξονας γύρω από τον οποίο στρέφονταν όλα τα υπόλοιπα. Ενώ όμως ο πολιτικός κόσμος της Αθήνας συζητούσε εάν έπρεπε να επιτραπεί στον εξόριστο από το 1923 βασιλιά Γεώργιο να επιστρέψει, λίγο ασχολούνταν με την έντονη κοινωνική και οικονομική κρίση που μάστιζε τη χώρα. Στην Πελοπόννησο οι σταφιδοπαραγωγοί εξεγείρονταν, ξήλωναν τις σιδηροδρομικές γραμμές, έκαιγαν δημόσια κτίρια διαμαρτυρόμενοι για την απουσία κρατικής στήριξης. Απεργίες στη βιομηχανία σάρωσαν τη χώρα από την Καλαμάτα ώς την Καβάλα...».

Επεβλήθη η δικτατορία του Μεταξά, η χώρα πέρασε την Κατοχή με τρομακτικές ανθρώπινες και οικονομικές απώλειες, αλλά οι πολιτικοί δικαίωσαν τον αφορισμό του διανοούμενου κομμουνιστή Δημήτρη Γληνού ότι «τίποτε δεν λησμονούν από τις παλιές κακές τους συνήθειες και τίποτε δεν διδάσκονται από τις νέες πραγματικότητες». Αυτό το πιστοποιεί και ο Βρετανός απεσταλμένος κατά τη διάρκεια της Κατοχής Κρίστοφερ Γουντχάους, ο οποίος το 1948 σημείωνε στο βιβλίο του «Το Μήλον της Εριδος», πως «Λαϊκοί και Φιλελεύθεροι επανεμφανίσθηκαν στην σκηνή χωρίς σχεδόν να έχουν διευρύνει τη μεταξύ τους κατανόηση ή πλουτίσει την πείρα τους ύστερα από μια περίοδο δικτατορίας και κατοχής από το 1936 έως το 1944... Ο σκληρός πυρήνας και των δύο κομμάτων δεν έκαμε τίποτε άλλο από το να επαναλάβει το 1945 τη διένεξη από το σημείο που είχε μείνει το 1936».

«Ο Αθηναίος πολιτικός», σημειώνει ο Γουντχάους, «σπάνια είναι σε θέση να πει ποιο είναι το κοινωνικό (σ.σ. πολιτικό) πρόγραμμα του κόμματός του, επειδή ελάχιστα κόμματα έχουν τέτοιο πράγμα· η διένεξη γύρω από τις εσωτερικές υποθέσεις της χώρας περιορίζεται στο πολιτειακό».

«Οι ιδεολογικές διαφορές», συμπληρώνει ο Μαζάουερ, «δεν ήταν αυτό που χώριζε τους βενιζελικούς από τους αντιβενιζελικούς και δεν είχαν προωθήσει τη δημόσια συζήτηση στα πραγματικά ζητήματα που αντιμετώπιζε η χώρα· στο πρόβλημα των προσφύγων, στην αγροτική μεταρρύθμιση, στην ανάπτυξη της βιομηχανίας και στην ανάγκη νομοθεσίας περί κοινωνικής ασφάλισης. Τα κύρια κόμματα δεν είχαν ρίζες στη βάση, εκτός από εκείνους που εξασφαλίζονταν από τους προσωπικούς τους δεσμούς· και ακόμη κι αν οι ρίζες αυτές προχωρούσαν βαθιά, ήταν αδύναμες. Από τη στιγμή που ένας πολιτικός έχανε την επιρροή του στην κορυφή, κινδύνευε να δει τους πελάτες και τους οπαδούς του να στρέφονται αλλού για βοήθεια».

«Επειδή πολλές από τις σπουδαιότερες θέσεις στη διοίκηση και στην εκτελεστική εξουσία, που εμείς στην Αγγλία τις λέμε "μόνιμες", στην Ελλάδα αλλάζουν χέρια με κάθε κυβερνητική μεταβολή», επισήμανε ο Γουντχάους, «ο μέσος πολιτικός ενδιαφέρεται περισσότερο να εξασφαλίσει μια "προστασία" για τον εαυτό του και την οικογένειά του, παρά να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα των ψηφοφόρων της χώρας του... (και αυτό) δεν τον εμποδίζει να μιλάει μέχρι Δευτέρας Παρουσίας για προβλήματα που ενδιαφέρουν τον ίδιο στην πραγματικότητα».

Αυτή ήταν η πολιτική κατάσταση της χώρας πριν από ογδόντα χρόνια. Κάθε ομοιότητα με τη σημερινή δεν είναι καθόλου συμπτωματική.

ΠΗΓΗ: εφημ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 7-1-2012

Πίσω από κάθε ακρωτήρι ξεπροβάλλει ένα άλλο

του Nικου Γ. Ξυδακη

Ο ήλιος καταυγάζει τον Σαρωνικό, την Αττική, την πόλη των Αθηνών. Καταυγάζει ψυχές και αλλάζει διάθεση. Καθώς υποδεχόμαστε το 2012, νιώθουμε ότι τίποτε δεν είναι ίδιο πια, ίδιο με ό,τι γνωρίζαμε· η χρονιά που τέλειωσε μάς κατέπληξε, μας πόνεσε, μας φόβισε, τόσο που να περιμένουμε τα πάντα, ακόμη και χειρότερα.

Θα είναι δύσκολο το '12, αλλά θα αρχίσει να φαίνεται πια το τέλος· το τέλος της καθόδου. Δηλαδή, το τέλος της αβεβαιότητας: αυτή είναι η πιο επώδυνη, αυτή μουδιάζει τις ψυχές και τα μυαλά. Η πρόσκρουση στον πάτο θα είναι ανακουφιστική, διότι θα σημάνει το τέλος των ψευδαισθήσεων σωτηρίας εξ ουρανού, θα τερματίσει τον φόβο και την απόγνωση. Σημαίνει γείωση στο χώμα και τη στάχτη. Θα σημάνει επανέναρξη.

Βαθιά μέσα μας πεταρίζει μια πίστη καταγόμενη από το Tikkin olan της Καμπάλα: εκεί στα σκοτάδια του πάτου, ξαναβρίσκουμε τον βαθύ χρόνο, τον χρόνο πριν από τον χρόνο, πριν από την πτώση, και μαζί μάς αποκαλύπτεται η δυνατότητα αποκατάστασης, η δυνατότητα να αποκαταστήσουμε τον ραγισμένο κόσμο μας, να τον επαναφέρουμε καινούργιο· εκεί στα σκοτάδια του βυθού, απόκειται η τρομερή δυνατότητα της ανακαίνισης. Οχι αναπαλαίωση, όχι αναστήλωση ερειπίων, αλλά ανακαίνιση μέσα από την καταστροφή.

Αυγή.

Ο ήλιος βάφει μαγικά τον ουρανό πάνω απ' την Καστέλλα. Παραβάλλω αυτό το πυρετώδες ηλιοβασίλεμα με τη ζωγραφική «Αυγή» που μου 'στειλε ο Μποκόρος για ευχή. Ηλιόβγαλμα και ηλιοβασίλεμα υποστασιώνονται στα μάτια μας με ίδια χρώματα, ίδιες φόρμες, ίδια φευγαλέα δυναμική, ίδιο κέντρισμα να στοχαστείς τον χρόνο: στο τέλος η αρχή. Κύκλος.

Η κρίση φέρνει στον νου τον κυκλικό χρόνο των προνεωτερικών ανθρώπων, τέτοιων που ζουν ακόμη, τέτοιων που ήταν οι γονείς και οι παππούδες μας. Τη χρειαζόμαστε αυτή την κρίση για να αποτινάξουμε την τυραννία του γραμμικού χρόνου, του αυθάδους διανύσματος της διαρκούς προόδου, της αλαζονικής συσσώρευσης. Η απόγνωση της κρίσης μάς προσφέρει μια βαθύτερη επίγνωση του χρόνου: ο χρόνος σπαταλιέται, όταν δεν τον ζεις απόλυτα και μοναδικά, με ό,τι έχεις, όπως είσαι· μόνο έτσι, αλλιώς, η ζωή κλειδώνει σε βρόχους, κάνει λούπες, ξοδεύεται και καίγεται.

Κατά τα λοιπά, οι άνθρωποι:

Μπαινοβγαίνω σε ηλικίες, κλέβοντας ομιλίες και σημάδια εφήβων, είκοσι-κάτι, τριάντα-φεύγα, μεσηλίκων, ηλικιωμένων. Σε καφενεία, τραπεζώματα, ραδιοθαλάμους, σε φυσαλίδες σοσιαλμιντιακές και σωματικές προσκρούσεις, όλοι μου μεταγγίζουν δύναμη και πίστη στη ζωή. Σκέφτομαι ότι αυτό το κεφάλαιο είναι αφάγωτο, οι άνθρωποι: απρόβλεπτοι, ανόμοιοι, πληγωμένοι, σκόρπιοι, παρ' όλ' αυτά ακατάβλητοι, πομποί αισθημάτων και ζωτικότητας.

«Θα σταθούμε όρθιοι, ρε!» μου σφίγγει ζωηρά το χέρι και με χτυπάει στον ώμο πολυπράγμων συνομήλικος στην οδό Ασκληπιού, κι ένας άλλος στη Σκουφά διασχίζει το οδόστρωμα, με φιλάει στο κρύο μάγουλο και ψιθυρίζει εμπιστευτικά μες στη βουή: «Υγεία, αδελφέ, αγάπη, κι όλα θα 'ρθουν ...;». Εγκαρδιωμένος μοιράζομαι κονιάκ και ρακές, ώσπου να σκοτεινιάσει καλά. Από κάθε πόρο της πόλης αναδύεται γνώση και καρτερία, και μια θέληση αμίλητη ακόμη, ωστόσο υπαρκτή, φουσκώνει στις φλέβες: Θα σταθούμε όρθιοι, δεν θα μας πάρει αποκάτω.

Ξυπνάω πριν την αυγή.

Είμαι στο πλοίο, ακτή Κονδύλη, Σαρωνικός, Κάβο Κολώνες, Κάβο Ντόρος ανταριασμένος, Τζια, Γιούρα, κάτω δυτικά τα Θερμιά, ο κάβος της Σύρας, το μπουγάζι του Τσικνιά, το Φανάρι. Στο τέρμα του δρόμου, ο Αϊ-Λούκας των κεκοιμημένων, φλογίτσες δαρμένες από τον βοριά, και χαμομήλια την άνοιξη. Φλογίτσες. Φωτογραφίες από βαφτίσια με βιολιά στο νησί, φωτογραφίες από βαφτίσια με κλαρίνα στο βάλτο. Φλογίτσες.

Είμαι ξανά στο πλοίο. Χωρίς βιβλίο, χωρίς μουσική. Μόνο με κύμα μανιασμένο κι αρμύρα και τσιγάρο κλεισμένο μες στη φούχτα. (Δεκάξι, στο «Ναϊάς Ι», πενήντα τρία, στο «Ιθάκη», ίδιο ταξίδι, πάντα το ίδιο, από το ένα λιμάνι στο άλλο, πότε για ζωή και πότε για θάνατο.)

Πίσω από κάθε ακρωτήρι ξεπροβάλλει ένα άλλο.

ΠΗΓΗ: εφημ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 7-1-2012

Ο Ερικ Χόμπσμπαουμ ξαναδιαβάζει Μαρξ

Ο ιστορικός θα σταθεί ιδιαίτερα στα σημεία ανάλυσης του Μαρξ που παραμένουν βάσιμα και ουσιώδη
Ο Ερικ Χόμπσμπαουμ ξαναδιαβάζει Μαρξ




Ο διαβόητος επενδυτής Τζορτζ Σόρος στη στροφή του αιώνα πλησίασε σε ένα γεύμα τον ιστορικό Ερικ Χόμπσμπαουμ και τον ρώτησε τη γνώμη του για τον Μαρξ. Ο ιστορικός, θέλοντας να αποφύγει μια λογομαχία, του απάντησε με έναν γενικό χαρακτηρισμό, για να συμπληρώσει ο μεγαλοεπενδυτής: «Αυτός ο άνθρωπος ανακάλυψε κάτι για τον καπιταλισμό πριν από 150 χρόνια που οφείλουμε να το προσέξουμε». Το 2008 οι «Financial Times» του Λονδίνου είχαν βάλει πρωτοσέλιδο τίτλο «Ο καπιταλισμός σε αναταραχή». Ο Χόμπσμπαουμ δεν έχει αμφιβολία, ο Μαρξ γίνεται και πάλι επίκαιρος. Και αυτή την επικαιρότητά του προσπαθεί να αναδείξει στο βιβλίο του Πώς να αλλάξουμε τον κόσμο. Ο Χόμπσμπαουμ πιστεύει ότι υπάρχουν δύο σοβαροί λόγοι για να ξαναδούμε τη θεωρία του Μαρξ. Ο πρώτος είναι ότι η πτώση του «υπαρκτού» απελευθέρωσε τον Μαρξ από τους πάσης λογής ερμηνευτές του και «κυρίως από την καθολική ταύτισή του με τη λενινιστική θεωρία και τα λενινιστικά καθεστώτα». Ο δεύτερος λόγος είναι ότι κατά τη εκτίμησή του «ο παγκοσμιοποιημένος καπιταλιστικός κόσμος που αναδύθηκε τη δεκαετία του 1990 ήταν αλλόκοτα παρόμοιος με αυτόν που προέβλεπε ο Μαρξ στο "Κομμουνιστικό μανιφέστο"». Ο Ερικ Χόμπσμπαουμ θέτει το έργο του Μαρξ ατόφιο μπροστά του και προσπαθεί να το δει από την αρχή. Διαπιστώνει ότι πολλά από όσα έγραψε ο Μαρξ «είναι παρωχημένα και κάποια δεν είναι πλέον αποδεκτά». Καταλήγει ότι πρέπει να απορρίψουμε την ιδέα ότι υπάρχει σημαντική διαφορά ανάμεσα στον «ορθό» και τον «λάθος» μαρξισμό λέγοντας ότι ο τρόπος που ο μαρξισμός εξετάζει τα πράγματα θα μπορούσε να αποδώσει διαφορετικά συμπεράσματα και πολιτικές απόψεις.



Ο Χόμπσμπαουμ θα σταθεί ιδιαίτερα στα σημεία ανάλυσης του Μαρξ που παραμένουν βάσιμα και ουσιώδη. Το πρώτο αφορά την ανάλυση της παγκόσμιας δυναμικής του καπιταλισμού να αναπτύσσεται καταστρέφοντας όλα όσα προηγήθηκαν, ακόμη και εκείνα από τα οποία ο καπιταλισμός ωφελήθηκε, όπως η δομή της οικογένειας. Το δεύτερο αφορά την ανάλυση του μηχανισμού της καπιταλιστικής ανάπτυξης που επιτυγχάνεται με τη γέννηση εσωτερικών αντιφάσεων - ατέρμονες περιόδους εντάσεων και πρόσκαιρες λύσεις.


Πρόκειται για μια δίχως τέλος «δημιουργική καταστροφή» όπως έλεγε ο Σουμπέτερ, που θα οδηγούσε σε μια υπερβολικά συγκεντρωτική οικονομία. Οχι όμως όπως την αντιλαμβάνονταν οι σχεδιαστές της σοβιετικής οικονομίας αλλά όπως τη γνωρίζουμε σήμερα όπου μερικές χιλιάδες άνθρωποι καθορίζουν σε παγκόσμιο επίπεδο την οικονομία όλου του κόσμου. Το τρίτο σημείο, που αποτελεί και διαπίστωση του νομπελίστα οικονομίας σερ Τζον Χικς, είναι ότι ο μαρξισμός είναι η αναπόφευκτη θεωρία για όλους όσοι προσπαθούν να εντάξουν σε ένα γενικό πλαίσιο τη γενική διαδρομή της Ιστορίας, καθώς είναι αναγκασμένοι να χρησιμοποιήσουν τις μαρξιστικές κατηγορίες ή κάποια τροποποιημένη εκδοχή τους, εφόσον είναι ελάχιστες οι διαθέσιμες εναλλακτικές εκδοχές.


Το ερώτημα που θέτει ο Χόμπσμπαουμ με τον τίτλο του βιβλίου του ανακαλεί τη γνωστή ενδέκατη θέση του Μαρξ για τον Φόιερμπαχ: «Οι φιλόσοφοι δεν έκαναν τίποτε άλλο παρά να εξηγούν τον κόσμο με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Το πρόβλημα είναι να τον αλλάξουμε», για να διαπιστώσει ότι οι ερμηνευτές του Μαρξ απέτυχαν να τον αλλάξουν. Αλλά και ο ίδιος ο Μαρξ έπεσε έξω στην πρόβλεψή του ότι η αντικατάσταση του καπιταλισμού θα πραγματοποιούνταν από την «απαλλοτρίωση των απαλλοτριωτών», που βασιζόταν στην a priori υπόθεση (και όχι στην ανάλυση του μηχανισμού του καπιταλισμού) ότι η εκβιομηχάνιση θα δημιουργούσε πληθυσμούς χειρωνακτών προλετάριων. Ωστόσο, διαπιστώνει ο Χόμπσμπαουμ η εξαθλίωση δεν οδηγεί αναγκαστικά στην «απαλλοτρίωση των απαλλοτριωτών». Με λίγα λόγια, στην ανάλυση του Μαρξ εντοπίστηκαν ελπίδες για το μέλλον οι οποίες όμως δεν απέρρεαν από αυτήν.


Το εργατικό κίνημα και το μέλλον του

Μια παρερμηνεία επίσης του Μαρξ ήταν η θέση ότι τα εργατικά κινήματα πρέπει να γίνουν ή να παραμείνουν επαναστατικά.


Η πράξη απέδειξε ότι «το προλεταριάτο ήταν ή θα γινόταν μια πραγματικά επαναστατική τάξη ήταν προφανές πως ήταν αβάσιμη». Στις περισσότερες χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού τα εργατικά κινήματα συμβίωναν με το ανθηρό οικονομικό σύστημα των αρχών του 20ού αιώνα.


Οι εργάτες, διαπιστώνει ο άγγλος ιστορικός, στη χρυσή εποχή του ρεφορμισμού (1947-2973) ήταν σε ασύγκριτα καλύτερη κατάσταση από ό,τι θα μπορούσαν να φανταστούν και οι πιο αισιόδοξοι εκπρόσωποί τους πριν από το 1914. Μετά το 1970, όμως, οι σοσιαλδημοκράτες και τα ρεφορμιστικά συνδικάτα έχασαν τα βασικά τους θεμέλια: πρώτον, συρρικνώθηκε η χειρωνακτική εργατική τάξη με αποτέλεσμα να χάσει τη δυνατότητά της να ενώνει. Δεύτερον, με την πτώση του «υπαρκτού» εξέλιπεν ο φόβος του κομμουνισμού, ο οποίος τροφοδοτούσε τα ρεφορμιστικά συνδικάτα και τρίτον, η κοινωνική πολιτική των κυβερνήσεων άρχισε να μειώνεται και να κερδίζει οφέλη ο οικονομικός φιλελευθερισμός.


Ο Χόμπσμπαουμ διαπιστώνει όμως ότι και σήμερα εξακολουθεί να υπάρχει χάσμα μεταξύ κοινωνικών ομάδων με διαφορετικά συμφέροντα, έστω και αν αυτές τις ομάδες δεν τις αποκαλούμε «τάξεις». Το κράτος και οι θεσμοί του είναι αυτοί που διανέμουν το κοινωνικό προϊόν, συνεπώς η πολιτική παραμένει μια απαραίτητη διάσταση του αγώνα.


Ομως η κρίση δεν σημαίνει και αναπόφευκτη άνοδο της ιδεολογικής Αριστεράς. Ο άγγλος ιστορικός θυμίζει πως μετά την κρίση του 1929 -1933 σημειώθηκε μια δραματική απομάκρυνση από τα εργατικά κινήματα και την Αριστερά.


Πιο προφανές φαίνεται σε αυτή την εποχή του συνδυασμού της παγκοσμιοποίησης και της μεγάλης μαζικής ανεργίας η ανάπτυξη του πολιτικού εθνικισμού που μπορεί να κολακεύει τα ξενοφοβικά και προστατευτικά αιτήματα της λαϊκής εργατικής τάξης. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Χόμπσμπαουμ από όλους τους μαρξιστές επιλέγει να μνημονεύσει αναλυτικά τη σκέψη του Γκράμσι, του μόνου θεωρητικού που ανέπτυξε μια πολιτική θεωρία ικανή να δουλέψει για τον κοινωνικό μετασχηματισμό χωρίς ιδεοληψίες και ανέφικτα οράματα.


Ο Χόμπσμπαουμ θα κλείσει το βιβλίο του με μια αισιόδοξη νότα. Θα πει ότι ανακαλύψαμε και πάλι ότι ο καπιταλισμός δεν είναι η απάντηση αλλά το ερώτημα και αυτό είναι φανερό από την κατάρρευση των θεωριών του «τέλους της Ιστορίας», την απαξίωση της δήθεν απτόητης νίκης του οικονομικού και πολιτικού φιλελευθερισμού. Ως ιστορικός θα εκτιμήσει ότι οι απόπειρες του 20ού αιώνα να χειριστεί την ιστορία ως οικονομικό παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου απέτυχαν. Οπως απέτυχαν και οι υποσχόμενοι την εναλλακτική λύση του σοσιαλισμού μέσω της επανάστασης της χειρωνακτικής εργατικής τάξης. Και καταλήγει ότι «ένα σύστημα εναλλακτικό μπορεί να μην είναι στον ορίζοντα, αλλά το ενδεχόμενο της διάλυσης, ακόμη και της κατάρρευσης του υπάρχοντος συστήματος δεν πρέπει πλέον να αποκλείεται. Καμία πλευρά δεν ξέρει τι θα συνέβαινε ή τι θα μπορούσε να συμβεί στην περίπτωση αυτή». Την πεποίθησή του ότι κάτι μπορεί να αλλάξει τροφοδοτεί η εκτίμηση που δέχονται αριστεροί και δεξιοί ότι η απεριόριστη ανάπτυξη για την επιδίωξη ενός συνεχώς μεγαλύτερου κέρδους αποβαίνει σε βάρος των ανθρώπινων και φυσικών πόρων του πλανήτη.

ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 7-1-2012

Από την κρίση στην κριτική

Η μεγάλη ελπίδα είναι να μετασχηματιστεί η διαμαρτυρία σε δημιουργικότητα


του Αντώνη Λιάκου *

Ο φόβος είναι συναίσθημα πολύ ισχυρότερο της ελπίδας. Οχι μόνο σήμερα. Η νευροϊστορία, που εξερευνά τη δημιουργία του ανθρώπινου είδους σε μεγάλο βάθος χρόνου, ισχυρίζεται πως ο φόβος έχει εγγραφεί στους νευρώνες μέσα από διαδοχικά, απρόβλεπτα και ανεξήγητα σοκ τρόμου. Από το κυρίαρχο αρσενικό ανθρωποειδές που τρομοκρατούσε περιοδικά την ομάδα για να εδραιώσει την κυριαρχία του ως τους μεσαιωνικούς ιππότες που έσπερναν τον τρόμο στους αγρότες αρπάζοντας, σκοτώνοντας, βιάζοντας και καίγοντας τα χωριά τους. Από τους εξαναγκασμούς σε θάνατο του πληθυσμού από λιμό ως τις οικονομικές κρίσεις που απαιτούν αίμα και θυσίες, πάνω στον φόβο βασίστηκε η δημιουργία των κοινωνικών ιεραρχιών, συμπυκνώθηκαν εξουσίες, δημιουργήθηκαν κράτη. Σοκ και δέος ονομάστηκε ο πόλεμος στο Ιράκ. Ο φόβος είναι συστατικό στοιχείο της εξέλιξης των ανθρώπινων κοινωνιών, κυκλοφορεί μέσα στις φλέβες της Ιστορίας. Και το υπερθετικό του είναι η απελπισία. Η παντελής έλλειψη κάθε ελπίδας. Η συστροφή της οδύνης στον εαυτό της.


Η μόνη χαραμάδα εξόδου προς την ελπίδα είναι πόνος και βάσανα να αποκτήσουν νόημα. Γιατί αβάσταχτη είναι η οδύνη εκείνη που δεν καταλαβαίνουμε. Εκείνη που δεν έχει νόημα. Το μαρτύριο του Σίσυφου ήταν χειρότερο από εκείνο του Προμηθέα. Γιατί του Προμηθέα το μαρτύριο είχε νόημα: έδωσε τη φωτιά στους ανθρώπους, δηλαδή τη δυνατότητα δημιουργίας. Για να υπάρξει νόημα λοιπόν πρέπει να υπάρξει διανοητικό πλαίσιο. Το πλαίσιο αυτό, έχοντας ως κεντρικό του σημείο τη Λύτρωση, ήταν αυτό που πρόσφερε ο Χριστιανισμός. Η συνάντηση με το κακό, η νίκη του κακού δεν μπορούσε να είναι οριστική. Τα βάσανα των ανθρώπων, τα τωρινά και τα μελλούμενα, είναι το αντίτιμο της σωτηρίας τους. Η χριστιανική διδασκαλία προσέφερε το ισχυρότερο αντίδοτο στον φόβο: το νόημα. Δηλαδή τη νοητική και ψυχική επεξεργασία η οποία τον ακύρωνε. Δεν ακύρωνε τον πόνο, του έδινε νόημα, και έτσι δημιουργούσε αντίδοτο στον φόβο. Ο φόβος παρέμενε ισχυρός για όσους ήταν εκτός πλαισίου. Για όσους δεν είχαν «φόβο Κυρίου».


Ο Διαφωτισμός ήταν μια γιγάντια επιχείρηση αποτίναξης του φόβου από τις ευρωπαϊκές κοινωνίες, την ίδια εποχή βέβαια που οι λευκοί κυρίαρχοι έσπερναν τρόμο στις άλλες ηπείρους του πλανήτη. Η πρόοδος ήταν μια καινούργια έννοια σταδιακής βελτίωσης. Τα πράγματα πάνε από το καλό στο καλύτερο, ένα αόρατο χέρι τα οδηγεί, και αν φαίνονται αντιφατικά πολλές φορές, τελικά το καλό πάντα νικάει το κακό. Πολλές δεκαετίες πορεύτηκαν με την αισιοδοξία αυτή οι ευρωπαϊκές κοινωνίες, έως ότου συνειδητοποίησαν, και συνειδητοποιούν σιγά-σιγά, ότι ο φόβος πια δεν έδρευε έξω, μακριά από την ελπίδα, αλλά μερικές φορές ήταν συνυφασμένος μαζί της. Αυτή η τρομερή συνειδητοποίηση ότι πηγή του φόβου είναι η ίδια η νεωτερικότητα, δημιούργησε μια τεράστια αμφιθυμία. Ελπίζουμε εκείνο που φοβόμαστε, ή φοβόμαστε εκείνο που ελπίζουμε.


Ας δούμε μερικά παραδείγματα:


Η διατήρηση της υγείας και η επιμήκυνση της ζωής είναι από τις πιο παλιές, μύχιες και ισχυρές προσδοκίες, ατομικές και συλλογικές. Η επέμβαση στο ανθρώπινο γονιδίωμα, η δημιουργία κλώνων για μεταμοσχεύσεις, η σε προοπτική «βελτίωση» του ανθρώπινου είδους απελευθερωμένου από τον πόνο, η χειραφέτηση από τους περιορισμούς της βιολογίας, αποτελούν ταυτόχρονα και πηγή ελπίδας, και πηγή φόβου. Κι αν καταλήξει σε πολλά είδη ανθρώπων και υπερανθρώπων; Το όνειρο γίνεται εφιάλτης ενός μελλοντικού ανθρώπινου Jurassic Park. Αλλά δεν είναι κάτι μελλοντικό, ούτε κάτι που δεν μας ακουμπάει, καθώς εισερχόμαστε στην ιατρική τεχνοεπιστήμη σε κάποια φάση της ζωής μας, και χάνουμε το νήμα στους λαβυρίνθους μιας απίστευτης περιπέτειας, όπου κάθε ελπίδα μας βυθίζει πιο βαθιά στο υποφέρειν. Δεύτερο παράδειγμα: Αν όλοι οι άνθρωποι που κατοικούν στον πλανήτη συμμεριστούν έστω και στο ελάχιστο τον τρόπο ζωής όχι των πλουσίων, αλλά των μικρομεσαίων κατοίκων των δυτικών χωρών, ο πλανήτης θα πεθάνει, παρασύροντας μαζί του το ανθρώπινο είδος. Γιατί η ανθρωπότητα δεν «φιλοξενείται» πλέον πάνω στον πλανήτη, αλλά από τον καιρό που η μηχανή της προόδου μπήκε σε κίνηση μετατράπηκε σε μια γεωλογική δύναμη που συνδιαμορφώνει το βιοκλιματικό μέλλον της Γης. Τρίτο παράδειγμα, η σύγχρονη οικονομική κρίση: Αν αγνοήσουμε τη γνωστή στερεοτυπική σκέψη, θα αντιληφθούμε πως είμαστε παγιδευμένοι σε ένα σύστημα του οποίου η μεγέθυνση οδηγεί στη συρρίκνωση. Θα αντιληφθούμε πώς μια κοινωνία που ευαγγελιζόταν την ανάπτυξη, την αφθονία και την ευημερία δεν μπορεί να διατηρήσει ένα στοιχειώδες κράτος προνοίας. Θα καταλάβουμε πως η προσφερόμενη θεραπεία έχει τίμημα τη διεύρυνση των ανισοτήτων, που προκαλούν με τη σειρά τους νέες κρίσεις και νέες ανισότητες.


Δεν υπάρχει λοιπόν ελπίδα; Αν το αντίδοτο του φόβου είναι το νόημα, τότε εκεί που βρίσκεται η ελπίδα είναι στην αναζήτηση του νοήματος.


Δηλαδή σε μια μεγάλη διανοητική κινητοποίηση για να καταλάβουμε τι μας συμβαίνει. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την Ελλάδα. Το global υπάρχει στο local και η ιδιαιτερότητα αντικατοπτρίζει τον τρόπο που παγκόσμιες τάσεις αποκρυσταλλώνονται σε συγκεκριμένες συνθήκες. Βρισκόμαστε σε ένα καταπληκτικό παρατηρητήριο της μεγάλης κρίσης της νεωτερικότητας, όσο και αν βιώνεται οδυνηρά. Η μεγάλη ελπίδα είναι να μετατρέψουμε την κρίση σε κριτική. Σε διανοητική και έμπρακτη κριτική. Η ελπίδα βρίσκεται στο να μετατρέψουμε τη διαμαρτυρία σε δημιουργικότητα, σε μια δημιουργικότητα που θα κυκλοφορεί στο αίμα αυτής της κοινωνίας, αντίδοτο στις ενέσεις φόβου που τις προκαλούν κρίσεις πανικού κάθε λίγο και λιγάκι.


* Ο κ. Αντώνης Λιάκος είναι καθηγητής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Οι σκέψεις αυτές αναπτύσσονται εκτενέστερα στο πρόσφατο βιβλίο του «Αποκάλυψη, Ουτοπία και Ιστορία» (εκδόσεις Πόλις)

ΠΗΓΗ: εφημ.ΤΟ ΒΗΜΑ, 7-1-2012

Οι διανοούμενοι και το λαϊκό αίσθημα

του Τάκη Θεοδωρόπουλου

Σε καιρούς ευνοϊκότερους από τους σημερινούς ο λεγόμενος «πνευματικός κόσμος» δεν διέφερε και πολύ από τις υπόλοιπες χαρωπές κοινωνικές ομάδες που συμμετείχαν στην κραιπάλη της ανάπτυξης. Με παραγωγή έργου συνήθως αναντίστοιχη προς το εκτόπισμα της δημοσιότητας που απολάμβαναν, οι παρ' ημίν διανοούμενοι αρκούνταν στη διεκδίκηση ενός μεριδίου της παρ' ημίν ευημερίας. Αναφέρομαι κυρίως στα πιστοποιητικά βάσει των οποίων κάποιος εδικαιούτο να πολιτεύεται ως μέλος του λεγόμενου «πνευματικού κόσμου», να βλέπει την υπογραφή του κάτω από κείμενα, να αρθρογραφεί, να κάνει δηλώσεις και γενικά να υπενθυμίζει την παρουσία του όποτε το έκρινε απαραίτητο.

Το πιστοποιητικό της κοινωνικής νομιμοφροσύνης ήταν το πρώτο και το βασικό. Ενας «διανοούμενος» στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης δεν μπορούσε παρά να συμπλέει με το πνεύμα των λοιπών δημοκρατικών δυνάμεων και της εν γένει προοδευτικής κοινής γνώμης. Από τη στιγμή που το διέθετε εντασσόταν στην ποσόστωση των διανοουμένων που ήταν κοινωνικά αποδεκτή, χωρίς εννοείται να υπολογίζεται η βάση του δέκα. Ποιος δεν μπορεί να πει πως ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της Μεταπολίτευσης είναι η παρουσία ποιητών στα προεκλογικά μπαλκόνια ή οι ομαδικές παρεμβάσεις προοδευτικών διανοουμένων, όπως στις περιπτώσεις του Οτσαλάν ή σε εκείνη την κωμική υπόθεση της δίκης του Μπιλ Κλίντον στην Πλατεία Συντάγματος; Βάσει αυτού του κριτηρίου δε στην κατηγορία του πνευματικού κόσμου στριμώχνονταν συλλήβδην ηθοποιοί, τραγουδιστές, τυμπανιστές, συγγραφείς, τρομπετίστες και ποιητές. Ολοι προοδευτικοί, όλοι έτοιμοι να αφουγκραστούν το «λαϊκό αίσθημα», γιατί αυτός υποτίθεται πως είναι ο ρόλος των διανοουμένων. Το αποτέλεσμα το ζούμε σήμερα: η αδιανόητη αυταρέσκεια του πολιτικού λόγου της Αριστεράς σε συνδυασμό με την καχεξία κάθε συντηρητικής πολιτικής - συστατικά μιας προσχηματικής δημοκρατικής πολυφωνίας - οφείλονται κυρίως στην πολιτεία του λεγόμενου πνευματικού κόσμου. Δεν είναι τυχαίο ότι στη διάρκεια αυτών των χρόνων η λέξη «καλλιεργημένος» καταργήθηκε από το λεξιλόγιό μας.

Αν η χώρα μας, αντί να φτιάξει μουσεία, αντί να αξιοποιήσει τον πολιτισμικό της πλούτο, οργάνωσε Ολυμπιακούς Αγώνες, αυτό το οφείλουμε σε μεγάλο βαθμό στην κοινωνική αδράνεια του λεγόμενου πνευματικού κόσμου μας. Αν τα πανεπιστήμιά μας σήμερα είναι ερείπια τα οποία, σε αντίθεση με τα αρχαία ερείπια που διαθέτει ο τόπος μας, δεν ενδιαφέρουν κανέναν εκτός απ' τους πρυτάνεις τους, αυτό το οφείλουμε σε μεγάλο βαθμό στην πνευματική οκνηρία μιας κοινωνίας που ποτέ δεν φρόντισαν να τη θεραπεύσουν οι ταγοί της. Και το σημαντικότερο: αν η ευρωπαϊκή Ελλάδα καταρρέει σήμερα απαξιωμένη στα μάτια των εταίρων της, αυτό το οφείλουμε στο ότι δεν άνοιξε ποτέ μια δημόσια συζήτηση για τη σχέση μας με την Ευρώπη. Οχι την Ευρώπη των δανείων και των επιτοκίων, αλλά αυτή την Ευρώπη που κάποτε θεωρούσε ότι δεν μπορεί να υπάρξει αν ο Παρθενώνας δεν βρίσκεται μέσα στα σύνορά της.

Εργαστήκαμε σκληρά για να εξορίσουμε κάθε ίχνος διανόησης από την κοινωνική συναλλαγή. Αν όμως θέλουμε το σήμερα να έχει και αύριο, κάπως θα πρέπει να διανοηθούμε.

ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΑ ΝΕΑ, 6-1-2012

Η αλαζονεία των αγορών απειλεί τη δημοκρατία και τις αξίες του Διαφωτισμού

Η ελληνική έκδοση της συλλογής δοκιμίων του Έρικ Χομπσμπάουμ Πώς να αλλάξουμε τον κόσμο. Ιστορίες του Μαρξ και του μαρξισμού (μετ.: Μάνια Μεζίτη, εκδ. Θεμέλιο) παρουσιάστηκε την Τρίτη 20.12, από τον Σπ. Ι. Ασδραχά, τον Γ. Βούλγαρη, τον Π. Ιωακειμίδη, τον Ν. Καραπιδάκη, τον Η. Νικολακόπουλο και τον Κ. Τσουκαλά. Στο προηγούμενο φύλλο δημοσιεύσαμε τον χαιρετισμό του Ε. Χομπσμπάουμ (η ομιλία του Σπ. Ι. Ασδραχά δημοσιεύθηκε στην Εποχή, 25.12.2011)· συνεχίζουμε σήμερα με την ομιλία του Κ.Τσουκαλά. Το κείμενο προέρχεται από απομαγνητοφώνηση και διατηρεί τον προφορικό χαρακτήρα του λόγου. Ο τίτλος είναι των «Ενθεμάτων».

Η κατανόηση του κόσμου απαραίτητη προϋπόθεση για την αλλαγή του


του Κωνσταντινου Τσουκαλα

Αρχίζω από τον τίτλο του βιβλίου: Πώς να αλλάξουμε τον κόσμο. Αναφέρεται, το ξέρουμε όλοι, στη γνωστή θέση του Μαρξ για τον Φόυερμπαχ: οι φιλόσοφοι δεν αρκεί απλώς να κατανοήσουν τον κόσμο, πρέπει να τον αλλάξουν. Πρόκειται βέβαια για ένα σύνθημα, αλλά είναι πάρα πολύ σημαντικό. Και το ερώτημα πώς να αλλάξουμε τον κόσμο είναι, σήμερα, εξαιρετικά επείγον.

Το βιβλίο θέτει ορισμένα κεφαλαιώδη ερωτήματα. Κανείς δεν γνωρίζει, κανείς δεν μπορεί να προβλέψει ποια θα είναι ή ποια μπορεί να είναι τα νέα συλλογικά υποκείμενα. Θα είναι οι τάξεις; Ο Χομπσμπάουμ μας λέει κάπου ότι η ερμηνεία των συγκρούσεων πρέπει να είναι ταξική, ακόμα και αν δεν μπορούμε να εντοπίσουμε τις τάξεις. Δηλαδή, κατά κάποιον τρόπο, ξεπερνάει όλη αυτή τη μεγάλη φιλολογία, η οποία απασχόλησε έντονα τη μαρξιστική επιστήμη, στις αρχές της δεκαετίας του 1970, σχετικά με το τι είναι τάξη· δεν τον ενδιαφέρει τόσο τι είναι τάξη, αλλά το ότι εάν δεν αντιληφθούμε τις συγκρούσεις των ανθρώπων ως ταξικές δεν είναι δυνατόν να καταλάβουμε πώς κινείται η Ιστορία. Και, μέσα από την ιδιοφυΐα και την ιστορική του ευαισθησία, αντιπαρέρχεται όλες αυτές τις, σε ένα βαθμό, σχολαστικές αλτουσεριανές συζητήσεις.

Ποιες είναι οι τάξεις σήμερα; Το προλεταριάτο, ο Χομπσμπάουμ το λέει ρητά, δεν υπάρχει πια ως σημαίνον συλλογικό υποκείμενο. Τίθεται επίσης το μείζον ερώτημα κατά πόσον είναι δυνατόν, στον καιρό της παγκοσμιοποίησης, να επιζήσουν ως συλλογικά υποκείμενα τα έθνη-κράτη. Και, ακόμα, αυτή η περίφημη κατηγορία της αστικής κοινωνιολογίας, τα λεγόμενα μεσαία στρώματα, τα οποία υπήρξαν ως τώρα το στήριγμα της δημοκρατίας και της καλώς νοούμενης δυτικής κοινωνίας απειλούνται, σε σημείο που κινδυνεύουν να εκλείψουν.

Εμείς οι Έλληνες βρισκόμαστε, ίσως, από αναλυτικής απόψεως, σε πλεονεκτική θέση: συμβαίνουν στην Ελλάδα εκείνα που πολύ πιθανόν να επισυμβούν σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες αύριο. Ο Μαρξ, στην εισαγωγή του στη γερμανική έκδοση του Κεφαλαίου, λέει: εξετάζω την Αγγλία, αλλά απευθύνομαι στους Γερμανούς. Κι αν ο γερμανός αναγνώστης μου πει ότι τα πράγματα είναι διαφορετικά στη χώρα του, τότε πρέπει να του φωνάξω «De te fabula naratur!» [σε σένα αναφέρεται η αφήγηση].

Το πρόβλημα λοιπόν που τίθεται σήμερα είναι πώς θα αλλάξει ο κόσμος. Και πιστεύω, ακριβώς, ότι η κατανόηση του κόσμου, όπως την εννοεί ο Μαρξ, αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση: αλλιώς δεν είναι δυνατόν να χαραχθεί οποιαδήποτε πολιτική εξόδου από αυτή την κρίση.

Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια πρωτοφανή, θα έλεγα, στην ιστορία, διαδικασία ανακατανομής των πόρων υπέρ του κεφαλαίου και εις βάρος των εργαζομένων. Αυτό είναι το κύριο πρόταγμα του νεοφιλελεύθερου μοντέλου, το οποίο επικρατεί ουσιαστικά σε όλο τον κόσμο. Ταυτόχρονα, ξέρουμε πολύ καλά ότι το πρόταγμα της προόδου, το οποίο εξακολουθεί να αποτελεί εσωτερικευμένη προϋπόθεση του δυτικού πολιτισμού, αρχίζει να καταρρέει. Ένας από τους λόγους είναι ότι ενώ η επιστήμη και η τεχνολογία αναπτύσσονταν με αλματώδεις ρυθμούς, ενώ οι ρυθμοί ανάπτυξης των εθνικών εισοδημάτων ήταν συνεχείς, παρ' όλα αυτά, ακόμα και πριν την κρίση, το ποσοστό που πήγαινε στους εργαζόμενους ελαττωνόταν. Και, βέβαια, αυτή η δυσαναλογία εντείνεται ακόμα περισσότερο υπό το κράτος της κρίσης.

Αυτή η αστάθεια, την οποία ο Χομπσμπάουμ επισημαίνει ήδη το 2008, έχει γίνει σήμερα δομικό στοιχείο του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Δεν ξέρω αν θα καταρρεύσει ο καπιταλισμός. Αλλά δεν είναι δυνατόν να αλλάξουμε τον κόσμο, αν δεν κατανοήσουμε τις νέες δυνάμεις, οι οποίες φαίνεται να διαμορφώνουν ένα σύστημα που δεν έχει πλέον καμία σχέση με αυτό που γνωρίσαμε. Καπιταλισμός βέβαια υπάρχει. Εκείνο που αλλάζει είναι, πρώτα-πρώτα, οι ιδεολογικές, αξιακές και ηθικές μορφές, οι οποίες αναπτύσσονται στο λεγόμενο, μαρξικά, εποικοδόμημα. Ιδέες όπως η επιείκεια, η κοινωνική δικαιοσύνη, η ανακατανομή του εισοδήματος, η αναζήτηση ενός καλύτερου κόσμου, όλα αυτά που αποτελούσαν θεμελιώδες μέρος του ευρωπαϊκού πολιτισμού και Διαφωτισμού τα τελευταία διακόσια χρόνια, έχουν περίπου εξαφανιστεί από την πολιτική γλώσσα. Και αν ακόμα ορισμένοι αναφέρονται σ' αυτά, είτε δεν τα πιστεύουν είτε λειτουργούν σαν άλλοθι. Δεν υπάρχει πρόταγμα προς καλύτερες και πιο δίκαιες κοινωνίες· συμβαίνει το αντίθετο: η δυναμική της Ιστορίας σήμερα, σε όλο τον κόσμο, είναι η αύξηση των ανισοτήτων, η αύξηση της αδικίας, η ένταση των ταξικών συγκρούσεων ανάμεσα σε ένα κεφάλαιο που κινείται ελεύθερα σε όλο τον κόσμο και τους εργαζόμενους.

Πού θα καταλήξει όλο αυτό; Δεν ξέρω, αλλά θα ήθελα να επισημάνω και έναν άλλον κίνδυνο, ο οποίος για μένα είναι πολύ σημαντικός. Σήμερα, μέσα στο παγκόσμιο σύστημα, όλοι μας, δημοκράτες και μη, ανεπτυγμένοι και φτωχοί, Κίνα, Ινδία, Αμερική, Ευρώπη, όλοι ζούμε υπό τον αστερισμό της ανταγωνιστικότητας. Αυτή είναι η θαυμαστή λέξη που φαίνεται να κινεί τα πάντα: η ανταγωνιστικότητα. Στις επιταγές της οφείλουν να υποκλιθούν όλες, χωρίς εξαίρεση, οι άλλες αξιακές προδιαγραφές της Δύσης. Εάν λοιπόν σκεφτούμε ότι η μεσαία τάξη, ακόμα και αν δεν εξαφανίζεται, φθίνει (στο σύνολό της: είτε των υπαλλήλων είτε των μικροαστών είτε εκείνων που είναι μικροεπιχειρηματίες και μικροεπιτηδευματίες), τότε, επίσης, φοβούμαι, φθίνει και η εσωτερική συνοχή της θεμελιώδους αξίας που κουβαλάμε όλοι μας: της δημοκρατίας. Η δημοκρατία, από την εποχή του Ρουσώ σημαίνει συναίνεση, κοινωνικό συμβόλαιο, μια κοινωνία που συμφωνεί βασικά στις προϋποθέσεις του κοινωνικού γίγνεσθαι. Από τη στιγμή όμως που αυτές οι προϋποθέσεις δεν έχουν μέσα τους το αίτημα της κοινωνικής δικαιοσύνης, της επιείκειας και της ανακατανομής, τότε κινδυνεύει να καταρρεύσει η συναίνεση. Δεν ξέρω ποια θα είναι η κατάληξη. Ούτε ξέρουμε, κι αυτό το τονίζει ο Χομπσμπάουμ, ποιες μπορεί να είναι οι νέες μορφές συλλογικών υποκειμένων, οι οποίες θα κινήσουν την Ιστορία.

Εάν δεν κατανοήσουμε --και με αυτό θέλω να κλείσω-- τις εξαιρετικά σύνθετες διαμεσολαβήσεις ανάμεσα στην εξέλιξη των οικονομικών μεγεθών, την εξέλιξη των ιδεών και των αξιών και στη διαφαινόμενη εξέλιξη των πολιτικών συστημάτων (για να γυρίσω πάλι στον Μαρξ, αυτό είναι στοιχειώδες κομμάτι της σφαιρικής αντιμετώπισής του, της ιστορίας δηλαδή του γίγνεσθαι)· εάν δεν γίνει κατανοητή η εξαιρετικά περίπλοκη αυτή σχέση η οποία μας απομακρύνει ολοένα και περισσότερο από τις ηθικές και αξιακές αφετηρίες του Διαφωτισμού, μέρος των οποίων είναι και ο μαρξισμός, τότε φοβάμαι ότι θα βρεθούμε προ εκπλήξεων. Η δημοκρατία προϋποθέτει συναίνεση. Αν χάσουμε τη συναίνεση, αν η οικονομική απληστία και αλαζονεία των λεγόμενων αγορών οδηγήσει σε μείωση ή παρακμή της συνοχής των κοινωνιών, δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι πού θα πάει το πράγμα. Και --εγώ δεν είμαι ούτε αισιόδοξος ούτε απαισιόδοξος-- σε αυτή την ανάγκη αναδιατύπωσης και ανακατανόησης των νέων πραγματικοτήτων στο οικονομικό, το πολιτικό, το αξιακό πεδίο έγκειται και η αναγκαία προϋπόθεση για να αλλάξουμε τον κόσμο, όπως μας λέει ο Χομπσμπάουμ, ενενήντα πέντε χρονών σήμερα, και μας πείθει ότι πρέπει να συνεχίσουμε την προσπάθεια.

Από την άποψη αυτή, καθώς και εγώ παραμένω αμετανόητος μαρξιστής, η πίστη του Χομπσμπάουμ λειτούργησε, κατά κάποιον τρόπο, ως βάλσαμο μέσα μου. Εις πείσμα των καιρών, εις πείσμα της εξαιρετικά δυσάρεστης συγκυρίας, δεν χρειάζεται, τουλάχιστον ορισμένοι από εμάς, να μετανιώνουμε που όταν ήμασταν νέοι ελπίζαμε στο μέλλον.

ΠΗΓΗ: εφημ. ΑΥΓΗ, 1-1-2012

Για μια νέα Μεταπολίτευση

του Γιώργου Σιακαντάρη

Φαίνεται σήμερα πως ο πιο εύκολος στόχος, εκεί όπου εστιάζονται τα πυρά από πολλές πλευρές, είναι το πολιτικό σύστημα και οι εκπρόσωποί του. Οι κίνδυνοι όμως από τον απόλυτο και κατά βάθος απολιτικό χαρακτήρα που λαμβάνουν τα πυρά γενικά κατά του πολιτικού συστήματος απειλούν τις δημοκρατικές κατακτήσεις του ελληνικού λαού από το 1974 και ύστερα.

Η ισοπέδωση της μεταπολιτευτικής περιόδου, οι απλουστεύσεις και οι γενικεύσεις που αφορούν αυτήν και τους εκπροσώπους της συμπυκνώνονται στο σύνθημα «πως η χούντα δεν έπεσε» ακόμη. Οσοι θεωρούν ότι δεν υπάρχει καμία διαφορά μεταξύ της χούντας και της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας προσφέρουν τις χείριστες υπηρεσίες στους πολίτες. Οσοι μηδενίζουν τον πλουραλιστικό κοινοβουλευτισμό, έτσι όπως τον ζούμε σήμερα με τις αδυναμίες και τις εμφανείς ανεπάρκειές του, είτε δεν κατανοούν είτε κάνουν ότι δεν κατανοούν πως αποτέλεσμα μιας τέτοιας θέσης τις περισσότερες φορές είναι η δημιουργία προϋποθέσεων για την κατάλυση των δημοκρατικών θεσμών και ελευθεριών.

Αν η αντιπροσωπευτική δημοκρατία εμπεριέχει πάντα τον κίνδυνο της διολίσθησής της στην «τυραννία της πλειοψηφίας», η επιχείρηση αμφισβήτησης της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης εμπεριέχει τον κίνδυνο εκτροπής σε λύσεις που απολυτοποιούν είτε το απρόσωπο και ανορθολογικά κατευθυνόμενο πλήθος είτε τον όποιο «χαρισματικό» αυταρχικό ηγέτη ή πολιτικό κίνημα. Αν και μάλλον αυτές οι δύο κατευθύνσεις δεν είναι εναλλακτικές, αλλά συνήθως είναι η δεύτερη που ακολουθεί την πρώτη.

Για να γυρίσω στο μεταπολιτευτικό πολιτικό σύστημα, νομίζω ότι μια μη μηδενιστική τάση οφείλει να του αναγνωρίσει πως όλα αυτά τα χρόνια κατόρθωσε πολλά. Η Ελλάδα το 1981 με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή εντάχθηκε στην πιο αναπτυγμένη οικονομικά και κοινωνικά ένωση κρατών. Αν δεν υπήρχε αυτή η εξέλιξη, η χώρα θα αντιμετώπιζε από τότε το φάσμα της υποανάπτυξης και της ύφεσης. Με τον Ανδρέα Παπανδρέου η χώρα απαλλάχθηκε από το βάρος του διαχωρισμού των ελλήνων πολιτών σε δύο κατηγορίες. Η αποκλεισμένη μισή Ελλάδα ενσωματώθηκε στους θεσμούς, έστω και με στρεβλό τρόπο. Στα επόμενα χρόνια με την ηγεσία του Κώστα Σημίτη η χώρα ενσωματώθηκε στον πυρήνα της ευρωπαϊκής ενοποίησης, που ήταν η ευρωζώνη, εφάρμοσε πολιτικές ανάπτυξης των υποδομών, μετατράπηκε σε παράγοντα σταθερότητας και ειρήνης στα Βαλκάνια και στη Μεσόγειο και βοήθησε την Κύπρο να ενταχθεί στην ΕΕ.

Το μεγάλο κενό του όλου πολιτικού μας συστήματος ήταν ότι δεν κατανόησε εγκαίρως πως η βάση αυτών των επιτευγμάτων ήταν η εξάρτηση μιας αδύναμης παραγωγικά χώρας από το «φθηνό δανειακό χρήμα». Αυτό το πολιτικό σύστημα δεν κατανόησε ότι «λεφτά υπάρχουν» μόνο σε μια χώρα που παράγει περισσότερα απ' όσα καταναλώνει. Αντί να στραφεί προς την ενίσχυση της παραγωγικής Ελλάδας, στηρίχτηκε στο κράτος, το οποίο λειτούργησε ως χοάνη απορρόφησης της εργασίας. Ασκησε δηλαδή κρατικίστικες πολιτικές και είχε λαϊκίστικη πολιτική νομιμοποίηση.

Σήμερα υπάρχει όντως άμεση ανάγκη αλλαγής του πολιτικού συστήματος σε οριζόντιο επίπεδο. Αυτή όμως η οριζόντια αλλαγή δεν σημαίνει μια μηχανιστική ενότητα των δυνάμεων του αντικρατισμού και αντιλαϊκισμού. Σημαίνει μόνο πως το νέο πολιτικό προσωπικό θα πρέπει να προέλθει από τη μετατροπή των αυθεντικών παραγωγικών στοιχείων της κοινωνίας (δημιουργικοί εργαζόμενοι του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και ελεύθεροι επαγγελματίες, καινοτόμοι επιστήμονες και ερευνητές, αποδοτικοί και εξωστρεφείς επιχειρηματίες, τεχνοκράτες σχεδιαστές) σε κοινωνικούς και πολιτικούς ρυθμιστές. Μια τέτοια μετατροπή θα ενισχύσει τη δημιουργική και παραγωγική Ελλάδα σε βάρος της παρασιτικής πολιτικής, οικονομικής και συντεχνιακής ελίτ. Βεβαίως η μετάβαση σε μια νέα πολιτική τάξη δεν πρέπει να ξεχάσει πως και στο σημερινό πολιτικό σύστημα υπάρχουν δημιουργικές πολιτικές προσωπικότητες.

Αυτή βεβαίως η ανανέωση προϋποθέτει να τεθεί και ζήτημα αλλαγής του τρόπου εκλογής των βουλευτών. Εχω υπόψη μου κυρίως τη λογική του σταυρού, η οποία αναπαράγει τον χειρότερο λαϊκισμό. Η κατάργηση όμως του σταυρού μπορεί να γίνει μόνο όταν έχουμε να κάνουμε με κόμματα που λειτουργούν δημοκρατικά και με σαφείς ιδεολογικές αναφορές. Γιατί όσο είναι αλήθεια πως οι λαοί δεν ζουν από τις ιδέες, είναι εξίσου αλήθεια πως οι λαοί δεν μπορούν να ζουν χωρίς ιδέες. Και αυτό που έχουμε σήμερα είναι μια διαπάλη προσωπικών διαδρομών και όχι μια σύγκρουση ιδεολογικών αναφορών. Αυτό θα πρέπει να σταματήσει, για να περάσουμε από το σύστημα των πολιτικών χωρίς ιδιότητες (χωρίς γνώση δηλαδή της πραγματικότητας) στους πολιτικούς με ιδέες και ιδιότητες.

* Ο Γιώργος Σιακαντάρης είναι διδάκτωρ Κοινωνιολογίας. Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο του «Οι μεγάλες απουσίες» (εκδ. Πόλις)

Διαφήμιση

ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΑ ΝΕΑ, 4-1-2012

Φτωχική "Δημοκρατία";

του ΓΙΑΝΝΗ ΠΑΝΟΥΣΗ


 


Οι φτωχοί κρυώνουν

και μέσα στον ύπνο τους.

Αντ. Καλλιντζογιαννάκης, "Η οδύνη της πέτρας στην οργή των ανέμων"

 

Σήμερα ο φτωχός δεν είναι ένας πλούσιος με λιγότερα λεφτά αλλά ένας "άλλος άνθρωπος". Η εισοδηματική φτώχεια (έλλειψη πόρων) καταλήγει σε μια ανθρώπινη φτώχεια με την έννοια της άρνησης των κοινών αξιών. Καθώς δεν μοιραζόμαστε πλέον κοινούς μύθους, κοινές μορφές ζωής και κυρίως κοινές αντιλήψεις για τον άνθρωπο και για τον κόσμο και ούτε τρέφουμε ο καθένας για τον πλαϊνό συναισθήματα φιλαλληλίας, ο φτωχός αισθάνεται νομιμοποιημένος και εξ αρχής δικαιολογημένος στην οριστική απόρριψη τόσο της σταθερής τελικής αξίας της ζωής όσο και ορισμένων λειτουργικών αξιών της κοινωνίας.

Η φτώχεια ορίζεται συχνά ως επιδημία, οι φτωχοί χρεώνονται την αποτυχία τους, η αλληλεγγύη και η συμπόνια συνεχώς δυσφημούνται, ο πλουτισμός του ενός γίνεται δράμα για τον άλλο και εντέλει οι απόκληροι είναι καταδικασμένοι μόνο τα "δημόσια κακά" να μοιράζονται μεταξύ τους. Σ' ένα περιβάλλον ρίσκου που οι φτωχοί δεν μπορούν να ελέγξουν (αλλά μόνο να υποστούν), είναι χαμένοι από χέρι στα στοιχήματα της κοινωνίας της διακινδύνευσης, αφού κουβαλάνε -εν είδει σταυρού του μαρτυρίου- όλες τις γενικευμένες αβεβαιότητες και ανασφάλειες.

Ο φτωχός δεν νιώθει μόνον απροστάτευτος ή στερημένος αλλά, το χειρότερο, πιστεύει ότι είναι άχρηστος. Η "ελευθερία" της μηδενικής επιλογής και της μη-αυτοπροστασίας απέναντι στις αβεβαιότητες, καθώς και το χαμηλό αίσθημα αυτοεκτίμησης, οδηγεί αμετάκλητα σε έναν αμυντικό ατομικισμό, που καταργεί και την "κουλτούρα αλληλεγγύης της φτώχειας".

Από την άλλη χωρίς ταυτότητα και δίχως κοινότητα, οι νεόπτωχοι, (είτε ως περιστασιακοί ή εκούσιοι φτωχοί, είτε ως τοπικοί φτωχοί) έχουν αναχθεί σε ιδιαίτερη κατηγορία που απέκτησε εδραιωμένα στερεοτυπικά χαρακτηριστικά. Η κοινωνική εικόνα την οποία έχει σχηματίσει ο φτωχός προσδιορίζει και το πλαίσιο αποδεκτών αξιών που επηρεάζουν πολύ περισσότερο τη νόμιμη ή μη συμπεριφορά του απ' ό,τι η έλλειψη απασχόλησης.

Καθώς φαίνεται να πλησιάζει η φτώχεια "με απόλυτους όρους", καθώς η ακραία φτώχεια έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, ίσως είναι μια ευκαιρία να ξαναδούμε ορισμένες πτυχές του ζητήματος, που συνδέονται με την αντοχή των θεσμών, την κοινωνική συνοχή αλλά και την ποιότητα της Δημοκρατίας μας.

Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι ο φτωχός δεν συνιστά "παράπλευρη επίπτωση" αλλά θύμα του μύθου της ισορροπίας της αγοράς καθώς και της παγκοσμιοποιημένης ανισότητας.

Η ελάχιστη πολιτισμική αξιοπρέπεια (συμ)περιλαμβάνει ασυμπίεστα δικαιώματα (τροφής, στέγης, εργασίας κ.λπ.) που δεν μπορεί να εξαρτώνται από τις προτεραιότητες/ιεραρχήσεις μιας "περιφρακτικής κοινωνίας".

Το "ποιος θα ζήσει" και το "πώς θα ζήσει" δεν μπορεί να αφεθεί στην κρίση των επενδυτών, των νέων ιεραρχιών ή μιας κατευθυνόμενης αναγκαιότητας.

Το αρχαϊκό ερώτημα παραμένει ανοικτό και κρίσιμο: Πόση ανασφάλεια και αβεβαιότητα μπορεί να υποφέρει υπαρξιακά ένας άνθρωπος ώστε να μη διαρραγεί οριστικά η σχέση του με τους άλλους;

Αν είμαστε με το μέρος των χαμένων (κι όχι των αποκλεισμών), τότε πρέπει να συνδέσουμε το σύνθημα "παγκόσμια και ένδοξα" (globalorious) με την ενδυνάμωση των δικαιωμάτων του ανθρώπου, με τη διαπολιτισμική επικοινωνία, με την κατάργηση αποκλεισμών, μ' ένα σύγχρονο κοινωνικό συμβόλαιο.

* Ο Γιάννης Πανούσης είναι εγκληματολόγος - πανεπιστημιακός.

ΠΗΓΗ: εφημ. ΑΥΓΗ, 4-1-2012

Ηρθανε τα Φώτα με τα έθιμά τους

Συμβολίζουν τον «καθαρισμό» της γης από τα κακά πνεύματα και την αναγέννηση



Αν τα Χριστούγεννα τα χαρακτηρίζει το αίσθημα της προσμονής για την έλευση του Θεανθρώπου και την Πρωτοχρονιά η ελπίδα για τα δώρα του νέου χρόνου, τα Φώτα ξυπνούν αισθήματα χαράς και ιερού ξεφαντώματος. Φώτα είναι στο κάτω κάτω...

«Η γιορτή των Φώτων εντάσσεται στις γιορτές του 13ημέρου. Αφορά ουσιαστικά την περίοδο που γιορτάζουμε από τα Χριστούγεννα μέχρι τα Φώτα. Κατά τη διάρκεια του εορτασμού των Φώτων διασταυρώνονται ειδωλολατρικά και χριστιανικά έθιμα», εξηγεί ο καθηγητής λαογραφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Μηνάς Αλ. Αλεξιάδης.

Οπως σημειώνει ο κ. Αλεξιάδης «τα Θεοφάνεια είναι από τις μεγαλύτερες γιορτές του ελληνικού εορτολογίου. Γιορτάζεται η ανάμνηση της Βάπτισης του Χριστού στον Ιορδάνη ποταμό από τον Αγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο και αγιάζονται τα νερά. Την πρώτη μαρτυρία μάς τη δίνει ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς στις αρχές του 3ου αιώνα. Ο Κλήμης αναφέρει ότι οι οπαδοί του αιρετικού γνωστικού βασιλείου γιόρταζαν τη βάπτιση του Χριστού στις 6 Ιανουαρίου, γιατί πίστευαν ότι τότε γινόταν η ενσάρκωση του Θεού στον Χριστό».

«Ο λαός μας», συνεχίζει ο καθηγητής, «ονομάζει ποιητικά τα Θεοφάνεια "Φώτα", "Ολόφωτα", "Ξέφωτα" και "Φωτόγενα", γιατί τότε φωτίζεται ο κόσμος, αγιάζονται τα νερά και εκδιώκονται τα δαιμονικά όντα. Στις εκκλησίες ψάλλεται το "Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου Σου Κύριε..." και κατόπιν κλήρος και προσκυνητές κατευθύνονται στην πλησιέστερη θάλασσα, λίμνη, πηγή, ποτάμι, δεξαμενή για το ρίξιμο του σταυρού που θα αγιάσει τα νερά.

»Αμέσως οι κολυμβητές πέφτουν στο νερό σε μιαν άμιλλα για το ποιος θα κατορθώσει να πιάσει πρώτος τον σταυρό τον οποίο παλαιότερα συνήθιζαν να περιφέρουν στα σπίτια τους ως νικητές και συγκέντρωναν χρήματα για λογαριασμό τους ή για κάποιο φιλανθρωπικό σκοπό. Σε ορισμένα μέρη η περιφορά του σταυρού γίνεται ακόμη και σήμερα στα σπίτια. Το έθιμο της κατάδυσης του σταυρού εξακολουθεί να γίνεται με θρησκευτική ευλάβεια και σε ελληνικές παροικίες του εξωτερικού, όσες τουλάχιστον είναι κοντά σε θάλασσα, λίμνη ή ποτάμι (όπως στο Τάρπον Σπρινγκς της Φλόριντα, αλλά και στο Λονδίνο)».

Λαϊκή λατρεία και λαογραφία

Είναι εμφανές ότι ανεξαρτήτως προέλευσης τα περισσότερα έθιμα των ημερών έχουν έντονο καθαγιαστικό, εξαγνιστικό χαρακτήρα. Συμβολίζουν τον «καθαρισμό» της γης από τα κακά πνεύματα και την αναγέννηση που φέρνει ο ερχομός της νέας χρονιάς.

«Όπως έγραψε ο ακαδημαϊκός Γεώργιος Μέγας (στο κλασικό βιβλίο του "Ελληνικές Γιορτές και Έθιμα Λαϊκής Λατρείας") σε ορισμένες περιοχές της δυτικής Μακεδονίας οι χωρικοί θεωρούσαν τα Φώτα ως τη μεγαλύτερη γιορτή του χρόνου, γι' αυτό πρωτοφορούσαν τα Φώτα, ρούχο, με απώτερο στόχο να "φωτιστεί" κάθε καινούριο», αναφέρει χαρακτηριστικά ο κ. Αλεξιάδης και προσθέτει:

«Αλλού πίστευαν ότι τα Φώτα δεν βαπτίζονταν μόνο τα νερά αλλά και οι άνεμοι. Όποιος άνεμος τύχαινε και φυσούσε τότε, ημέρωνε κατόπιν ή αυτός θα φύσαγε όλο τον χρόνο. Στη Σινώπη εξάλλου σταύρωναν το σπίτι, κολλούσαν δηλαδή 4 κεριά στους τοίχους του δωματίου για να φύγουν οι "έξω από εδώ". Σε άλλα μέρη, την ίδια ημέρα γίνονται και μεταμφιέσεις. Οι μεταμφιεσμένοι έχουν τρομερή όψη, φέρουν κουδούνια και περιέρχονται τους δρόμους του χωριού ή της πόλης κάνοντας εκκωφαντικούς θορύβους.

»Ο Νικόλαος Πολίτης, ο ιδρυτής της ελληνικής λαογραφικής επιστήμης, είχε πιστέψει ότι η δοξασία των καλλικαντζάρων είχε πλαστεί με αφορμή τις μεταμφιέσεις αυτών ακριβώς των ημερών. Από το αίσθημα φόβου και ανησυχίας που προκαλούσαν άλλοτε οι πολλές φορές επικίνδυνα πειρακτικοί μεταμφιεσμένοι. Τη θεωρία όμως αυτή αργότερα την εγκατέλειψε ο Πολίτης.Ο ελληνικός λαός την θεωρεί μεγάλη γιορτή και την παραλληλίζει με το Πάσχα λέγοντας χαρακτηριστικά: "κάθε Φώτα και Λαμπρή"!

»Η περίοδος της εορτής των Φώτων είναι τριήμερη, ο αγιασμός, τα Θεοφάνεια και ο Αϊ Γιάννης. Η μέρα του αγιασμού όπου στην εκκλησία ψάλλεται η ακολουθία των Ωρών είναι η 5η Ιανουαρίου. Η δεύτερη μέρα είναι των Θεοφανείων. Η τρίτη ημέρα είναι η μέρα του Αϊ Γιαννιού που λέγεται "η Σύναξη του Προδρόμου" και είναι η πιο σημαντική από τις εορτές του Αγίου Ιωάννη»
, καταλήγει ο κ. Αλεξιάδης.

Το καλαντάρι των εθίμων

Δεν χρειάζεται τίποτε περισσότερο για να είναι η 6η και 7η Ιανουαρίου γεμάτες δρώμενα απ' άκρη σ' άκρη της Ελλάδας με τον αγιασμό των υδάτων και το «διώξιμο» των κακών πνευμάτων να έχουν τον πρώτο λόγο.

ΔΡΑΜΑ

«Γίνονται Αράπηδες δεν ντύνονται»


Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες εθιμικές παραδόσεις αναβιώνει αυτές τις μέρες στα χωριά γύρω από την πόλη της Δράμας.

Νέοι μεταμφιέζονται φορώντας προβιές και μουτσούνες ζώων, παίρνοντας με αυτόν τον τρόπο τραγόμορφη όψη. Κουνώντας ρυθμικά τις κουδούνες που κουβαλάνε στις στολές τους επιδιώκουν να διώξουν το κακό και να φέρουν την ευκαρπία και την ευγονία. Είναι οι λεγόμενοι «Αράπηδες».

Το έθιμο που διαδραματίζεται στα γύρω χωριά, Μοναστηράκι, Ξηροπόταμος, Βώλακας, Πύργοι, Πετρούσσα και Καλή Βρύση διαρκεί τρεις ολόκληρες μέρες, από τις 5 έως τις 7 Ιανουαρίου.

Από το πρωί μέχρι το βράδυ κρατάει η «τελετή των Αράπηδων», ενώ μεγάλο γλέντι με χορούς και τοπικά τραγούδια στήνεται σε κάθε χωριό σε διαφορετική μέρα και ώρα.

«Οι άνθρωποι "γίνονται" Αράπηδες, δεν ντύνονται», εξηγεί ο κ. Ιωάννης Παπουτσής, πρόεδρος του Κέντρου Πολιτιστικής Ανάπτυξης Ανατολικής Μακεδονίας, για να δείξει πώς οι άνθρωποι εκεί κυριολεκτικά ζουν τον ρόλο τους τις μέρες αυτές.

Το έθιμο, όπως είναι φυσικό, συγκεντρώνει πλήθος κόσμου από όλα τα μέρη της Ελλάδας. «Έρχονται από όλα τα μέρη, ακόμα και από την Κρήτη για να δουν αυτό το τελετουργικό. Οργανώνονται εκδρομές για την Δράμα» αναφέρει ο κύριος Παπουτσής.

Για την εφετινή χρονιά ο χορός των Αράπηδων στο Μοναστηράκι έχει προγραμματιστεί στις 3 το μεσημέρι της ημέρας των Θεοφανείων, ενώ παράλληλα ο Δήμος Δράμας οργανώνει εκδηλώσεις μετά την κατάδυση του Σταυρού στις πηγές της Αγίας Βαρβάρας και στην Ονειρούπολη που έχει στηθεί στον Δημοτικό Κήπο.

ΚΑΒΑΛΑ

Τα «Σάγια» και το ανάμα της φωτιάς


Στην γειτονική Νέα Καρβάλη, ανατολικά της πόλης της Καβάλας, κάθε χρόνο την παραμονή των Θεοφανίων αναβιώνουν τα «Σάγια», ένα έθιμο που τηρούνταν σε όλη την Καππαδοκία.

Το έθιμο αποτελεί μια σύνθετη τελετουργική πράξη με χορό και τραγούδι γύρω από αναμμένες πυρές που έχει ως κύριο σκοπό την ευημερία.

ΚΑΣΤΟΡΙΑ

Τα τριήμερα «ραγκουτσάρια»

Ενα από τα πιο γνωστά έθιμα των Θεοφανείων, τα «ραγκουτσάρια», αναβιώνει κάθε χρόνο στην πόλη της Καστοριάς, όπου κι εδώ οι κάτοικοι μεταμφιέζονται για να ξορκίσουν το κακό.

Φορούν μάσκες που έχουν συμβολικό χαρακτήρα και βάφονται με ζωηρά χρώματα. Περιφέρονται στους δρόμους κάνοντας θόρυβο με τα χάλκινα όργανά τους.
Συνηθίζουν να «ζητιανεύουν» από τον κόσμο την ανταμοιβή τους, επειδή όπως λένε είναι το αντίτιμο για να διώξουν τα κακά πνεύματα.

Φέτος το πρόγραμμα των εκδηλώσεων έχει ως εξής: Μετά τον αγιασμό των υδάτων ο Άι Βασίλης θα μοιράσει δώρα σε όλα τα παιδιά την πόλης. Συνοδευόμενος από παραδοσιακή λαϊκή μπάντα θα προσφέρει δώρα και καστοριανό κρασί σε όσους συναντά, ξεκινώντας από την πλατεία Δαβάκη και διασχίζοντας την οδό Μητροπόλεως.

Στο Δημαρχιακό Μέγαρο - στις 16:00 - θα γίνει η έναρξη του καρναβαλιού με τη συνοδεία, ως είθισται, χάλκινων οργάνων. Το «μπουλούκι» θα κατευθυνθεί από την οδό Μητροπόλεως στην πλατεία Ομονοίας.

Από αυτή τη στιγμή και μετά θα ξεχυθούν όλοι στους δρόμους και τα σοκάκια της πόλης, με ζωντανή μουσική από λαϊκές ορχήστρες σε καστοριανούς παραδοσιακούς ρυθμούς και ξέφρενο αδιάκοπο χορό.

Το μεσημέρι της επόμενης ημέρας το σκηνικό θα επαναληφθεί σε ακόμη πιο έντονο ρυθμό. Επιπλέον τα «μπουλούκια» από μικρούς και μεγάλους θα επισκέπτονται φιλικά σπίτια και σπίτια εορταζόντων που είναι ανοιχτά στις απρόσμενες επισκέψεις των μεταμφιεσμένων.

Οι εορταστικές εκδηλώσεις θα φθάσουν στην κορύφωσή τους την 8η Ιανουαρίου με τη μεγάλη παρέλαση στην οδό Μητροπόλεως (Τσαρσί) στη 13:00. Από το Δημαρχιακό Μέγαρο, στην οδό Μητροπόλεως και μέσω της πλατείας Ομονοίας, οι παρέες θα καταλήξουν στο «Ντολτσό» και την πλατεία του.

ΕΡΜΙΟΝΗ

«Γιάλα - γιάλα» από σοκάκι σε σοκάκι


«Στη θάλασσα θα πέσω καλέ, βαθιά στα κύματα, να πιάσω την ποδιά σου με τα κεντήματα, γιάλα-γιάλα.
Αν είσαι κι αν δεν είσαι του Δήμαρχου τσουπί, εγώ θα σε φιλήσω κι ας πάω φυλακή, γιάλα-γιάλα».
Το διάσημο «γιάλα - γιάλα» αναβιώνει στην Ερμιόνη της Αργολίδας πάνω από 50 χρόνια. Ανάλογα έθιμα επιβιώνουν και σε πολλά ψαροχώρια της περιοχής, όπως στο Πόρτο Χέλι και την Κοιλάδα.

Τα ξημερώματα των Φώτων, τα αγόρια που πρόκειται τη νέα χρονιά να παρουσιαστούν στο στρατό, συγκεντρώνονται, γευματίζουν όλοι μαζί και έπειτα γυρνούν σε όλα τα σπίτια της περιοχής από σοκάκι σε σοκάκι. Τα παιδιά φορούν παραδοσιακές ναυτικές φορεσιές και τραγουδούν το «γιάλα - γιάλα».

Την παραμονή των Φώτων οι κάτοικοι στολίζουν της βάρκες τους με φοίνικες, νεραντζιές και μυρτιές. Την 6η Ιανουαρίου τις δένουν τους στο λιμάνι όπου τελείται, όπως σε εκατοντάδες περιοχές της χώρας, το καθιερωμένο έθιμο της βουτιάς των νέων (αλλά καμιά φορά και των μεγάλων) στη θάλασσα για να πιάσουν το Σταυρό.

ΛΕΥΚΑΔΑ

Πορτοκάλια ευλογημένα από τη θάλασσα

Στην Λευκάδα τηρείται κάθε χρόνο τέτοιες μέρες το έθιμο «των πορτοκαλιών». Οι πιστοί βουτούν στη θάλασσα τα πορτοκάλια που κρατούν στα χέρια τους και τα οποία είναι δεμένα μεταξύ τους με σπάγκο.

Ύστερα τα παίρνουν στο σπίτι τους για ευλογία και αφήνουν ένα από αυτά για ένα ολόκληρο χρόνο στα εικονίσματα του σπιτιού χωρίς να μουχλιάζει.

Πριν την τελετή της κατάδυσης του Τιμίου Σταυρού, ρίχνουν στη θάλασσα τα παλιά πορτοκάλια.

ΛΕΣΒΟΣ

Οι βουτηχτάδες και η νεροκολοκύθα


Σε άλλα νησιά, όπως τη Λέσβο, την ώρα που πέφτουν στη θάλασσα οι βουτηχτάδες για να πιάσουν τον Σταυρό οι γυναίκες παίρνουν με μια νεροκολοκύθα νερό από 40... κύματα. Επειτα με βαμβάκι που βουτούν σ΄ αυτό καθαρίζουν τα εικονίσματα - χωρίς να μιλούν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας - και στη συνέχεια ρίχνουν το νερό σε μέρος
«που δεν πατιέται» (σε χωνευτήρι εκκλησίας).

Στα Δωδεκάνησα πάλι, κυρίως στη Σύμη και την Κάλυμνο, όσοι βουτούν να πιάσουν το Σταυρό στα κρύα νερά της θάλασσας, έχουν ως στόχο τους να κρατήσουν όσο περισσότερο μπορούν την ανάσα τους για να μείνουν όσο το δυνατόν πιο πολύ κάτω από το κρύο νερό.

Όση ώρα διαρκεί η παγωμένη βουτιά, οι ψαράδες των νησιών με τις βάρκες τους, σχηματίζουν έναν προστατευτικό κλοιό γύρω τους, μιας και θεωρούνται οι τυχεροί της νέας χρονιάς που μόλις μπήκε.

Ειρήνη Μαππά
Γεωργία Μισεμικέ

ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 5-1-2012

Η κρίση και το έθνος

του Αντώνη Λιάκου

Το βάθος και η έκταση της σημερινής κρίσης δεν μπορεί να αφήσoυν το έθνος ανεπηρέαστο. Το έθνος είναι συνειδησιακό φαινόμενο και η εθνική συνείδηση δεν αποτυπώνει απλώς την ιστορία αλλά αναπαράγεται στο σημείο όπου οι εμπειρίες, βιωμένες ή μαθημένες, συναντούν τις συλλογικές προσδοκίες, μέσα στις οποίες εγγράφονται και οι ατομικές. Εκεί οφείλεται η δυναμική της. Οταν οι προσδοκίες αντιστοιχούν και στηρίζονται στις εμπειρίες, η εθνική συνείδηση είναι δυναμική. Οταν υπολείπονται ή αποσυσχετίζονται, είναι αδύναμη. Αλλά ό,τι ζούμε στη σημερινή κρίση είναι κυριολεκτικά η κατάρρευση αυτής της σχέσης.

Για ποιες συλλογικές προσδοκίες θα μπορούσαμε να μιλήσουμε σήμερα; Ποιο μέλλον θα μπορούσαμε να φανταστούμε για αυτή τη χώρα; Αλλά εξίσου ασταθές είναι και το παρελθόν μας. Παρελθόν πελατειακών σχέσεων, διεφθαρμένων κυβερνήσεων και ανομίας ή παρελθόν προσπαθειών και σταδιακής βελτίωσης; Ενδοξο παρελθόν ή παρελθόν χώρας-παρία; Το δημόσιο αίσθημα βρίσκεται σε σύγχυση και είναι βαθιά πληγωμένο. Αντί προσδοκιών, η ματαίωσή τους.


Βέβαια οι μεγάλες κρίσεις δεν διαλύουν αναγκαστικά τα έθνη ούτε οδηγούν αναγκαστικά σε νέα αρχή. Ο τελευταίος μεγάλος πόλεμος σήμαινε μια βαθιά κρίση της ευρωπαϊκής συνείδησης και προκάλεσε τους προβληματισμούς που έθεσαν σε κίνηση την ευρωπαϊκή ενοποίηση. Σε άλλες χώρες όμως η κρίση κατέληξε στην κυριαρχία μιας αρνητικής συνείδησης, κατεδάφισε την αυτοπεποίθηση και τον αυτοσεβασμό τους για δεκαετίες. Και ακόμη, την κρίση της εθνικής συνείδησης δεν μπορούμε να τη δούμε χωρίς να υπολογίσουμε τη μεγάλη κρίση της ευρωπαϊκής συνείδησης, γιατί πλέον οι εθνικές εμπειρίες συναντούν τις προσδοκίες από το κοινό ευρωπαϊκό μέλλον. Και η κρίση της ευρωπαϊκής συνείδησης έχει λάβει ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Σε όποια ευρωπαϊκή πρωτεύουσα κι αν βρεθείς, με όποιον κι αν συζητήσεις, αν τυχόν αναφερθείς στους θεσμούς, στις διαδικασίες και στην ηγεσία της Ευρωπαϊκής Ενωσης θα διαπιστώσεις μια γενικευμένη δυσφορία και αποδοκιμασία. Αυτό δεν σημαίνει αντι-ευρωπαϊσμό. Κανείς δεν είναι αντιευρωπαϊστής, γιατί δεν υπάρχουν περιθώρια να ταυτιστεί με οτιδήποτε άλλο εκτός Ευρώπης, ό,τι κι αν υποστηρίζει. Ακόμη και η λαϊκή Ακροδεξιά υπέρ της Ευρώπης και της εθνολογικής της καθαρότητας τάσσεται. Η κατηγοριοποίηση σε ευρωπαιστές και αντι-ευρωπαϊστές είναι παραπλανητική.


Η σημερινή κρίση της ευρωπαϊκής συνείδησης είναι κρίση συνείδησης των Ευρωπαίων. Είναι κρίση πολιτικής συνείδησης, γιατί η Ευρώπη είναι πολιτικό πρόγραμμα, όχι αφηρημένες μακρινές πολιτισμικές «ρίζες». Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να αντιληφθούμε και την κρίση της ελληνικής εθνικής συνείδησης, γιατί από τη δημιουργία της, προοδευτικά, συναρτήθηκε με την ευρωπαϊκή. Ποιο μέλλον προσφέρουν οι ευρωπαϊκές ηγεσίες σήμερα στους Ευρωπαίους; Ενα ΅μέλλον δυσπιστίας, περιχαράκωσης, φόβου.


Αλλά η κρίση συνείδησης δεν αποτυπώνει απλώς την οικονομική κρίση. Είναι μια δυναμική συνιστώσα της γιατί διαμορφώνει πολιτική κουλτούρα, συμπεριφορές, βαθύτερες παραδοχές του πολιτικού. Εχει πολιτικές συνέπειες. Και η συνείδηση δεν αντανακλά το σωστό ή το λάθος, το ακριβές ή το μυθώδες. Γι' αυτό βλέπουμε μια ατμόσφαιρα αναζήτησης αποδιοπομπαίων τράγων για την κρίση και τη δαιμονοποίηση των αιτιών που τη δημιούργησαν στο πρόσωπο των Ελλήνων. Παρόμοιο ανθελληνικό πνεύμα στα λαϊκά ΜΜΕ δεν είχαμε ξαναδεί μετά την αντιστροφή του φιλελληνισμού και τους
Βασιλείς των Ορέων του Εδμόνδου Αμπού στα μέσα του 19ου αι. Στο ίδιο πλαίσιο βλέπουμε την αναβίωση ενός εσωτερικού ευρωπαϊκού οριενταλισμού, την άνοδο ενός νέου εθνικιστικού λαϊκισμού σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, ακόμη και στις βόρειες που διακρίνονταν για τη δημοκρατία και την ανεκτικότητα. Η σύγχρονη ευρωπαϊκή πολιτική συνείδηση, όπως άλλωστε και η ελληνική, αναπτύχθηκε σε έναν άξονα που εξασφάλιζε ευημερία, συνταγματικά κατοχυρωμένες ελευθερίες και δικαιώματα του πολίτη, διεύρυνση της πολιτικής συμμετοχής στις αποφάσεις και κράτος πρόνοιας. Σε ποια πορεία βρισκόμαστε και τι θα απομείνει από όλα αυτά; Σαν τι θα μοιάζει η ευρωπαϊκή κοινωνία που ονειρεύονται οι τραπεζίτες που χαράσσουν την πορεία σήμερα;

Στη νεοελληνική ιστορία το περιεχόμενο της εθνικής συνείδησης διαμορφώθηκε μέσα από μεγάλες κρίσεις, οι οποίες παρήγαγαν συχνά ιδεολογικούς διχασμούς που μεταμορφώθηκαν σε πολιτικούς πολέμους, δημιουργώντας ένα έθνος με ισχυρά εθνικά αισθήματα αλλά βαθιά διηρημένο.


Και σήμερα βλέπουμε να γεννιέται ένας βαθύς διχασμός ανάμεσα σε φιλομνημονιακό και αντιμνημονιακό λόγο. Οι μεν συντάσσονται με το μνημόνιο βλέποντας σωτηρία στη συμμόρφωση, οι δε το εξορκίζουν πιστεύοντας ότι η κρίση μπορεί να ξεπεραστεί με αλλαγή πολιτικών συσχετισμών στο εσωτερικό της χώρας και ανυπακοή. Ανάμεσα στα δύο στρατόπεδα υπάρχουν βέβαια εσωτερικές διαφοροποιήσεις, υβριδισμοί και μια νέα πατριωτική ρητορεία. Αλλά κυριαρχεί ανάμεσά τους ασυμμετρία και ασυμβατότητα ως προς την περιγραφή της κρίσης και των αιτιών της, την εικόνα της ελληνικής και της διεθνούς πραγματικότητας που έχει καθένα, τα βιώματα και τις προσδοκίες που προβάλλει. Και αυτό το χάσμα δηλώνει ότι ένα νέο εθνικό ρήγμα ανοίγεται μπροστά στα μάτια μας που διευρύνεται καθημερινά με συναισθήματα αμοιβαίας απώθησης. Ποια θα είναι η πορεία αυτού του διχασμού;


Μετά τον πόλεμο, όταν ο κόσμος της Αριστεράς συνειδητοποίησε ότι θυσιάστηκε ως «προκεχωρημένο φυλάκιο της παγκόσμιας επανάστασης», την εγκατέλειψε μαζικά ή πολυδιασπάστηκε. Τι θα συμβεί όταν οι Ελληνες συνειδητοποιήσουν ότι θυσιάζονται ανώφελα, απλώς για να κερδίσει χρόνο το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα, σε ένα πεδίο όπου το ένα ηφαίστειο φουσκώνει μετά το άλλο, χωρίς να ξέρουμε ποιο θα εκραγεί πρώτο; Τι θα συμβεί αν η χώρα αναγκαστεί να βγει ταπεινωμένη από το ευρώ αποσυνδέοντας την τύχη της από την Ευρώπη; Πιθανόν η θύελλα που θα ακολουθήσει δεν θα έχει ιστορικό προηγούμενο. Το διακύβευμα αφορά πράγματι τη συνοχή του έθνους και τον πυρήνα της εθνικής συνείδησης.

ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 2-7-2011