Η Επανάσταση του 1821 και η παραχάραξή της

του Τηλέμαχου ΛΟΥΓΓΗ , Προέδρου του Κέντρου Μαρξιστικών Ερευνών


Ζωγραφιά του Θεόφιλου, ο Κολοκοτρώνης στα Δερβενάκια
alt
Σχεδόν πάντα, αλλά ιδιαίτερα στις μέρες που ζούμε, έχω την εντύπωση ότι το νοητικό, το γνωστικό οξυγόνο που χρειάζεται ο κόσμος που συντρίβεται ανάμεσα σε τόσους αλλεπάλληλους καταιγισμούς από νοητικά υποπροϊόντα μόνο ο Μαρξισμός μπορεί να το προσφέρει. Ολόκληρος ο λεγόμενος δυτικός αστικός πολιτισμός, κάποτε λαμπρός, σήμερα δεν έχει πια να δώσει παρά βία και όλο και περισσότερη φτώχεια και αθλιότητα. Ο τρόπος που σκέφτεται και δρα μια ολόκληρη κοινωνική τάξη βρίσκεται σε άμεση σχέση με το ιστορικό στάδιο που διανύει η τάξη αυτή. Η βαθιά ιστορική παρακμή της αστικής τάξης στο στάδιο του μονοπωλιακού καπιταλισμού, τη σπρώχνει σε μια όλο και πιο πρωτόγονη και βάρβαρη αυτοάμυνα, σε μια όλο και μεγαλύτερη στάση εχθρότητας προς την τεράστια πλειοψηφία των εργαζομένων σε όλες τις χώρες που μεταβάλλονται με όλο και ταχύτερους ρυθμούς σε αληθινούς σκλάβους της μισθωτής εργασίας που κι αυτή καταντάει απρόσιτη πολυτέλεια.

Από κοντά, έρχεται και η διαστρέβλωση της Ιστορίας, με περίπου νομοτελειακό τρόπο. Το χειρότερο που μπορεί να πάθει ένας λαός είναι να στερηθεί την Ιστορία του, δηλαδή να αλλοτριωθεί, να υποδουλωθεί νοητικά, να γίνει εύκαμπτος, καθώς θα έχει ξεχάσει δύο πολύ σπουδαία πράγματα: το τι έχει κερδίσει ως τώρα και το τι απομένει να κερδηθεί. Στην παρακμή της, η αστική τάξη αλλάζει ακόμα και τα βιβλία Ιστορίας που θέσπισε αυτή η ίδια και μεταβάλλει σε ιδιωτικές εταιρείες τα πανεπιστήμια που μεγέθυνε η ίδια, την εποχή που αντιπάλευε ακόμα τη φεουδαρχική ιδιοκτησία. Η Ιστορία παραχαράσσεται, διαστρεβλώνεται και εκχυδαΐζεται σε όλα τα επίπεδα. Η αλήθεια παραμερίζεται, προς όφελος του τυχοδιωκτικού ανταγωνισμού.

Εργο του Παναγιώτη Ζωγράφου, κατ' ιστόρηση του Μακρυγιάννη
alt
Με την ευκαιρία των εθνικών επετείων, οι λαοί επιχειρούν μια αναδρομή σ' αυτά που κέρδισαν μέχρι σήμερα και εμείς, οι Ελληνες, το πώς, μέσα από την Τουρκοκρατία, αποκτήσαμε το κράτος που υπάρχει ως σήμερα. Είναι φανερό ότι από την Τουρκοκρατία ως σήμερα, υπάρχουν σοβαρότατα προβλήματα που συνδέονται με την ιστορική εξέλιξη - δηλαδή για έναν μαρξιστή - με το πέρασμα από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό, ή από την κυριαρχία της φεουδαρχικής άρχουσας τάξης στην κυριαρχία της αστικής τάξης και τα πεπραγμένα της.

Οχι μόνο για μας τους Ελληνες, αλλά και για όλους ανεξαίρετα τους βαλκανικούς λαούς, η εποχή της Τουρκοκρατίας αποτελεί μια εποχή μεγάλης κοινωνικής, πολιτικής και πολιτιστικής καθυστέρησης. Σύμφωνα με τον Μαρξ1, «η φυσική μορφή της γαιοπροσόδου αποτελεί ένα από τα μυστικά αυτοσυντήρησης της τουρκικής αυτοκρατορίας». Η ταύτιση γαιοπροσόδου και έγγειου φόρου στην οθωμανική αυτοκρατορία αντιστοιχούσε σε μια κοινωνία αγροτική, στη συντριπτική της πλειοψηφία, όπου από το έντονα διατηρούμενο σε ορισμένες περιοχές (όπως π.χ. στο Σούλι ή στη Μάνη) φυλογενετικό σύστημα αναδύεται μια στρατιωτική αριστοκρατία. Οι στρατιωτικοί αυτοί αρχηγοί που, όπως και οι Οθωμανοί αντίστοιχοί τους γαιοκτήμονες βρίσκονταν από κοινωνική και πολιτιστική άποψη στο χαμηλότερο και βαρβαρικότερο στάδιο της φεουδαρχίας σύμφωνα με τον Ενγκελς2, ήταν άμεσοι υποτελείς του σουλτάνου. Το καθεστώς αυτό αποκλήθηκε από τον Ενγκελς «ημιφεουδαρχισμός» και εξαιτίας της ατελούς του εξέλιξης, αλλά και επειδή οι αγρότες δεν ήταν άμεσα εξαρτημένοι από τους γαιοκτήμονες, αλλά από το ίδιο το ασιατικό δεσποτικό αυταρχικό κράτος. Το εσωτερικό εμπόριο δεν ήταν καθόλου ανεπτυγμένο. «Ο τουρκικός τρόπος να προάγεται το εμπόριο όσον καιρό οι Τούρκοι βρίσκονταν στο αρχικό, νομαδικό τους καθεστώς ήταν να ληστεύουν καραβάνια και τώρα που είναι λίγο περισσότερο πολιτισμένοι, ο τρόπος τους συνίσταται σε κάθε είδους καταπιεστικές αυθαιρεσίες3».

Το κάστρο neboisa στο Βελιγράδι. Εδώ βρήκαν μαρτυρικό θάνατο ο Ρήγας Φεραίος και επτά σύντροφοί του
alt
Το πόσο βαθιά καθυστερημένο ήταν το κοινωνικό και πολιτικό καθεστώς («μια βαρβαρότητα μέσα στον πολιτισμό») που επιπλέον διαιρούσε τον πληθυσμό με θρησκευτικά κριτήρια (οι πιστοί μουσουλμάνοι στρατεύονται, οι άπιστοι ραγιάδες φορολογούνται), προβάλλει καθαρά μέσα από την προνομιακή θέση της ορθόδοξης εκκλησίας που, στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, εξελίχθηκε σε πραγματικό «κράτος εν κρατεί» (ο πατριάρχης, αρχηγός του έθνους των απίστων/ millet basi). Μεγάλη εκκλησιαστική περιουσία, εκκλησιαστικοί φόροι, αγοραπωλησία εκκλησιαστικών αξιωμάτων, έντονες μεσαιωνικές συνθήκες. Οπως έγραψε ο Μαρξ4«η μεγαλύτερη κατηγορία που μπορεί κανείς να προσάψει στους Τούρκους δεν είναι ότι περιόρισαν τα προνόμια των χριστιανών ιερέων, παρά αντίθετα, ότι κάτω από την κυριαρχία τους επιτράπηκε στην καθολική αυτή δεσποτική κηδεμόνευση, επίβλεψη και ανάμειξη της εκκλησίας να απορροφήσει ολόκληρη τη σφαίρα της κοινωνικής ζωής».

Ο χαρακτήρας της Επανάστασης

Λέμε ότι ο Μαρξισμός δεν επιχειρεί να αποκρύψει, δε διαστρεβλώνει, δε συγχέει πονηρά το κύριο με το δευτερεύον, επειδή αποτελεί μια επιστημονική μέθοδο που αποκαλύπτει την αλήθεια για την εξέλιξη της ανθρώπινης κοινωνίας. Και σαν τέτοια, δεν επιδέχεται αντιεπιστημονικές μεθοδεύσεις.

Ο Μακρυγιάννης στον Πειραιά το 1827. Σύνθεση του Peter von Hess (Μουσείο Μονάχου
alt
Σε ένα καθεστώς, λοιπόν, μεσαιωνικό, με έντονη την παρουσία του θρησκευτικού παράγοντα, μια επανάσταση στις πρώτες δεκαετίες του 19ουαιώνα σε μια έστω και απόκεντρη περιοχή της Ευρώπης θα ήταν νομοτελειακά: Εθνικοαπελευθερωτική ως προς τη μορφή, με κάποιες μάλιστα εκφάνσεις θρησκευτικής υφής (π.χ. για του Χριστού την πίστη την αγία), ως προς το ουσιαστικό της όμως περιεχόμενο η επανάσταση αυτή θα ήταν αστική, αφού το κράτος που θα ίδρυε πάνω στα ερείπια της μεσαιωνικής βαρβαρότητας της Τουρκοκρατίας δεν μπορούσε να είναι τίποτε άλλο, παρά ένα αστικό κράτος.

Σύμφωνα με τον Λένιν5, η περίοδος της αστικής επανάστασης που άρχισε στην Ευρώπη το 1789 τερματίστηκε βασικά γύρω στο 1871, και η ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Βαλκανική χερσόνησο συντελέστηκε αργότερα υπό καλύτερες συνθήκες στο μέτρο που υπήρχαν εκεί ανεξάρτητα εθνικά κράτη. Ούτε, λοιπόν, για την εθνικο-απελευθερωτική μορφή του αγώνα, ούτε και για το αστικό του περιεχόμενο θα μπορούσαν να υπάρξουν αξιόλογες ενστάσεις, αντιρρήσεις ή ακόμα και παρεξηγήσεις. Κρίνοντας από το αποτέλεσμα, θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι, σε ό,τι αφορά την εθνικο-απελευθερωτική μορφή του αγώνα, μπορεί να υπήρξε μια συνεργασία των διαφορετικών κοινωνικών τάξεων που απάρτιζαν αυτή την κυρίως αγροτική, μεσαιωνικού τύπου κοινωνία. Σε ό,τι αφορά όμως το ουσιαστικό της, το ταξικό περιεχόμενο που θα έπρεπε να είναι ένα αστικό συγκεντρωτικό κράτος, τα πράγματα παρουσιάζονται πολύ πιο δύσκολα, όχι μόνο επειδή διαφορετικές κοινωνικές τάξεις έχουν τελείως διαφορετικά συμφέροντα (π.χ. κοτσαμπάσηδες και εκκλησία είχαν τελείως διαφορετικά συμφέροντα από τις λαϊκές αγροτικές μάζες και από τους αστούς), αλλά και από το γεγονός ότι στην Επανάσταση του 21 αναμείχθηκαν συστηματικά οι τρεις αποκαλούμενες «Μεγάλες Δυνάμεις», Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία, υπό την επιρροή των οποίων σχηματίστηκαν και τα πολιτικά κόμματα που κυβέρνησαν το ελληνικό κράτος στη συνέχεια. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι κάθε μία από τις τρεις αυτές μεγάλες δυνάμεις βρισκόταν σε διαφορετικό στάδιο εξέλιξης, με την τσαρική Ρωσία να καθυστερεί φανερά σε καπιταλιστική ανάπτυξη6. Αν κανείς δεν εξετάσει τις συγκεκριμένες διεθνείς συνθήκες μέσα στις οποίες έγιναν τα γεγονότα που επιθυμεί να εξετάσει, τότε είναι φανερό ότι η εξέταση που θα επιχειρηθεί δε θα στηρίζεται πουθενά. Εξ άλλου, τα πρώτα στοιχεία της ελληνικής αστικής τάξης σχηματίζονται πριν απ' όλα με το εξωτερικό εμπόριο και οι Ελληνες εμπορευόμενοι εγκαταστάθηκαν κύρια στο εξωτερικό, αφού οι όροι της επιχειρηματικής δραστηριότητας ήταν εκεί πολύ πιο ευνοϊκοί παρά στην οθωμανική αυτοκρατορία, όπου βασίλευε η καταθλιπτική φορολογία, οι αυθαιρεσίες των πασάδων και η ληστο-πειρατεία7. Στο εσωτερικό της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, το πιο πλούσιο και ισχυρό τμήμα των αστικών στοιχείων αποτελούσαν οι εμποροκαραβοκυραίοι. Το πιο δυνατό αστικό κέντρο της επαναστατικής Ελλάδας ήταν το νησί της Υδρας με 16.000 κατοίκους8. Το δυνάμωμα του εμπορικού κεφαλαίου και οι συναλλαγές με το εξωτερικό δυναμώνουν την εθνική συνείδηση, κάτι που, όπως λέει ο Γ. Ζέβγος, εμφανίζεται στα καράβια των νησιών, καράβια με αρχαιοελληνικά ονόματα.

Οι συνθήκες της προετοιμασίας
Πολεμική σκηνή της εποχής
alt
Μετά την πτώση της Ναπολεόντειας Γαλλίας, την Ευρώπη κυβερνούσε από το 1815 και εξής η λεγόμενη Ιερά Συμμαχία, αποτελούμενη κύρια από τη Ρωσία, την Αυστρία και την Πρωσία, με τη συμμετοχή της παλινορθωμένης βουρβονικής Γαλλίας και με την Αγγλία, χωρίς επίσημη συμμετοχή (η Αγγλία ενδιαφερόταν για την ελευθερία του εμπορίου, ιδιαίτερα με τις χώρες της Λατινικής Αμερικής που τότε εξεγείρονταν ενάντια στην Ισπανία διεκδικώντας την ανεξαρτησία τους), αλλά με ένα ρόλο παρατηρητή/ επιθεωρητή. Κυρίαρχος και εμψυχωτής της Ιεράς Συμμαχίας ήταν αυτός που διέθετε τον πιο πολυάριθμο στρατό, δηλαδή ο τσάρος της Ρωσίας, «ο χωροφύλακας της Ευρώπης και δήμιος της Ασίας», όπως τον χαρακτήρισε εύστοχα ο Ι. Β. Στάλιν9. «Ενώ τα τουρκικά ζητήματα άφηναν προβληματισμένους τους Δυτικούς διπλωμάτες», γράφει ο Ενγκελς10, «τότε κηρυσσόταν πόλεμος. Ρωσικές στρατιές προέλαυναν στα Βαλκάνια και η Οθωμανική αυτοκρατορία διαμελιζόταν, κομμάτι - κομμάτι». Οι καπιταλιστικά αναπτυσσόμενες Αγγλία και Γαλλία, το εμπόριο των οποίων διείσδυε τότε δυναμικά στην Ανατολική Μεσόγειο δεν επιθυμούσαν να δουν την ήδη πανίσχυρη Ρωσία να υποτάσσει την Οθωμανική αυτοκρατορία και να κυριαρχεί και ως ναυτική δύναμη πέρα από τα Στενά11. Είναι αρκετό να σημειωθεί επίσης ότι, πέρα από τη δεδομένη εχθρότητα της ορθόδοξης εκκλησίας προς κάθε τι το αιρετικό φράγκικο, δυτικό, ιδιαίτερα απέναντι στο Διαφωτισμό και τις ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης καθώς και την αντιδραστική προσκόλλησή της στην «κραταιάν των Οθωμανών βασιλείαν», οι συμπάθειές της έδειχναν καθαρά προς τη Ρωσία, όποτε ένιωθε να απειλείται από νεωτερισμούς ορισμένων σουλτάνων12.
Ο Θ. Κολοκοτρώνης με τα παλικάρια του σε μια ανάπαυλα μετά τη μάχη στα Δερβενάκια
alt
Ενας καθαρά αστικός προσανατολισμός της ελληνικής επανάστασης απαιτούσε πρώτα απ' όλα την προσπάθεια για διάλυση των μεσαιωνικών δομών της κοινωνίας, συνεκτικός ιστός των οποίων ήταν η εκκλησία και η ιδεολογία που εκπορευόταν από αυτήν. Το κίνημα του Διαφωτισμού και η Γαλλική Επανάσταση έδωσαν το έναυσμα της σύγκρουσης ανάμεσα στην πρωτοπόρα διανόηση της εποχής από τη μια πλευρά και στον ορθόδοξο κλήρο του Πατριαρχείου, με τα εθελόδουλα κηρύγματα περί «άθεων Γάλλων» κλπ. από την άλλη. Με την προσπάθεια αυτή για απεγκλωβισμό της σκέψης από την εκκλησιαστική σκοταδιστική επιρροή συνδέονται οι μεγάλες υπηρεσίες του αστού δημοκράτη Αδ. Κοραή (1748 - 1833), και το έργο του Ρήγα του Βελεστινλή (1758 - 1797), φλογερού επαναστάτη και εθνεγέρτη των βαλκανικών λαών. Τόσο ο πρόωρα χαμένος Ρήγας όσο και ο σε σεβάσμια ηλικία αποβιώσας Κοραής υπήρξαν αντίπαλοι του κλήρου, αλλά ο Ρήγας ηρωοποιήθηκε αμέσως, ενώ η συμβολή του Κοραή στον αστικό εκδημοκρατισμό του κράτους άργησε σχετικά να εκτιμηθεί στο σωστό της μέτρο. Καθώς όμως η ελληνική αστικοδημοκρατική σκέψη δεν μπόρεσε να συνεχίσει την προσπάθεια του Ρήγα - με μοναδική εξαίρεση την «Ελληνική Νομαρχία» - και η Γαλλική Επανάσταση έμελλε να τυποποιηθεί με αυταρχικό τρόπο στη Ναπολεόντεια αυτοκρατορία, η προσπάθεια για λύση μετατοπίστηκε σχεδόν υποχρεωτικά στην τσαρική Ρωσία, παραδοσιακό εχθρό της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, προς την οποία απέβλεπαν ο ορθόδοξος κλήρος, οι Φαναριώτες, οι Ελληνες έμποροι σιτηρών και γουναρικών που είχαν σχέσεις με τη Ρωσία και, τέλος, η στρατιωτική αριστοκρατία των οπλαρχηγών που, με τη μορφή των καπετανάτων και των αρματολικιών, είχαν ξεχωρίσει κοινωνικά από την αγροτική βάση της κοινωνίας. Αυτά τα κατά τεκμήριο ορθόδοξα συντηρητικά στρώματα ανέλαβαν την οργάνωση του απελευθερωτικού κινήματος υπό τη μορφή της Φιλικής Εταιρείας. Σε σχέση με τις ιδέες που κήρυσσαν λίγο προηγούμενα ο Ρήγας και η «Ελληνική Νομαρχία», η Φιλική Εταιρεία αποτελούσε σαφέστατα ένα βήμα πίσω, αλλά ανταποκρινόταν με φυσικό τρόπο στη μεγάλη καθυστέρηση και ανωριμότητα της ελληνικής αστικής τάξης που δεν είχε ακόμα αποδεσμευτεί από το μεσαιωνικό της περιβάλλον και τώρα καλούνταν να υποστεί την καθοδήγηση μιας γενικά θρησκευόμενης οργάνωσης που δεν έκρυβε ορισμένες φορές και τους φαναριώτικους με μεσαιωνική και ρωσική χροιά ανεδαφικούς σκοπούς της για μια ανασύσταση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας!!! Η Φιλική Εταιρεία που ιδρύθηκε την εποχή της παντοδυναμίας της Ρωσίας (1814 Ρωσική κατοχή στο Παρίσι) δεν είχε άμεσους δεσμούς με τις λαϊκές μάζες και στην πορεία της ανάπτυξής της δεν παίρνει κοινωνικό περιεχόμενο, αλλά εκδηλώνει μεγαλοϊδεάτικες τάσεις, όπως διαπιστώνει ο Ζέβγος13. Ποτέ εξ άλλου η τσαρική πολιτική δε στηρίχτηκε σε κάποιο πλατύ λαϊκό κίνημα. Ολα αυτά τα πολύ σημαντικά τα ξεχνάμε κάποτε πολύ εύκολα. Ο ανώτατος αρχηγός θα ήταν, φυσικά, κάποιος παράγοντας στην υπηρεσία της Ρωσίας, ο Καποδίστριας ή ο Υψηλάντης. Η επανάσταση, λοιπόν, που θα είχε νομοτελειακά αστικό περιεχόμενο ξέσπασε την άνοιξη του 1821 παρά την ανωριμότητα της ελληνικής αστικής τάξης.

Τάξεις και πολιτικές παρατάξεις
Μπουμπουλίνα και Ελληνες πολεμιστές
alt
Την ορθότερη και, πριν απ' όλα, διαλεκτικότερη μαρτυρία για την ύπαρξη κοινωνικών τάξεων και πολιτικών παρατάξεων στην επαναστατημένη Ελλάδα μάς δίνει ο ιστορικός της Φιλικής Εταιρείας Ι. Φιλήμων, που αναφέρει τρεις τάξεις που διεκδικούσαν τότε την εξουσία: τους στρατιωτικούς (δηλ. καπεταναίους, οπλαρχηγούς, αρματολούς), τους προεστούς (κοτσαμπάσηδες) και τους πολίτες, όπως αποκαλεί τους αστούς. Η ύπαρξη των αντίθετων μεταξύ τους παρατάξεων στρατιωτικών και προεστών είχε σαν αποτέλεσμα, κατά τον Φιλήμονα, να διατηρηθεί ισορροπία ανάμεσά τους και έτσι να μην πέσει το Εθνος στην τυραννία της μιας ή της άλλης παράταξης. Η μέση τάξη των πολιτών «συνήργησε πάντοτε εις την υπεροχήν πότε της μιας και πότε της άλλης», ήταν όμως αδύνατο να αντιπαραταχθεί μόνη της εναντίον της μιας χωρίς να έχει τη συνδρομή της άλλης14. Ο Φιλήμων μάς λέει με άλλα λόγια ότι η αστική τάξη, καθώς ήταν ολιγάριθμη, δεν μπορούσε να σταθεί μόνη της και, έτσι, πάντα μηχανορραφούσε με τη μια παράταξη ενάντια στην άλλη και, για το λόγο αυτό, γινόταν αντιπαθητική στο λαό, δηλαδή στις μεγάλες μάζες της αγροτιάς που, με μεσαιωνική νοοτροπία και παράδοση, ακολουθούσαν τους φυσικούς τους ηγέτες, δηλαδή τους καπεταναίους και τους προεστούς. Με την ολιγάριθμη τάξη των αστών που επιδίωκαν ένα ανεξάρτητο κράτος υπό καθεστώς συνταγματικής μοναρχίας με βασιλιά έναν πρίγκιπα από την Ευρώπη δεν άργησαν να συνταχθούν και οι αστοί νοικοκυραίοι των νησιών που ως τότε κινούσαν τα πλοία τους με δικά τους έξοδα και επιθυμούσαν μια ισχυρή κεντρική εξουσία ικανή να συγκεντρώνει τα δημόσια έσοδα για να χρηματοδοτεί την κίνηση του ελληνικού στόλου. Πιο κοντά στην αστική παράταξη βρισκόταν η παράταξη των κοτσαμπάσηδων, με την οποία συχνά συμμαχούσε ο αρχηγός των αστών Μαυροκορδάτος15. Με βάση τον πολιτικό συνασπισμό αυτό (αστοί, νησιώτες, κοτσαμπάσηδες) ηττήθηκαν πολιτικά η παράταξη των στρατιωτικών και οι Φιλικοί στην Α' Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου. Στο εξής, η Φιλική Εταιρεία περίπου εξαφανίζεται από το προσκήνιο μαζί με τα σύμβολα της (σταυροί, φοίνικες κ.λπ. εκκλησιαστικής και μασονικής έμπνευσης) και επικρατούν οι δυνάμεις που συνδέονται οικονομικά με τη θάλασσα (επιβολή της γαλανόλευκης σημαίας), δηλαδή αυτές οι δυνάμεις που αποτελούν ήδη ή θα αποτελέσουν την αγγλόφιλη, αστική παράταξη.
Γεώργιος Καραϊσκάκης
alt
Η επιρροή της Φιλικής Εταιρείας υποχώρησε οριστικά, κύρια επειδή η Α' Εθνοσυνέλευση θέσπισε κεντρική διοίκηση με φιλελεύθερους θεσμούς, αλλά και επειδή ο εδαφικός περιορισμός της επανάστασης στην κυρίως Ελλάδα έθαψε στην κυριολεξία τα ρωσικά, φαναριώτικα και Φιλικά σχέδια για ανασύσταση της πολυεθνικής Βυζαντινής αυτοκρατορίας δείχνοντας καθαρά σε όσους μπορούσαν να καταλάβουν, ότι εκείνο που ήταν εφικτό στις δοσμένες τότε συνθήκες ήταν η απόσπαση από την Οθωμανική αυτοκρατορία της Κάτω Ελλάδας και των νησιών, δηλαδή ενός εθνικού κράτους. Σχετικά με τα χιμαιρικά σχέδια ανασύστασης της ορθόδοξης βυζαντινής αυτοκρατορίας, με άλλα λόγια της διαβόητης «μεγάλης ιδέας» που καλλιεργούσε κυρίως ο κλήρος και πολύ μετά το σχηματισμό του ελληνικού αστικού κράτους (ακόμα και σήμερα βλέπουμε τον ορθόδοξο ανώτερο κλήρο να προβαίνει σε ορισμένες εκδηλώσεις τέτοιας προέλευσης που κυμαίνονται ανάμεσα στο κωμικό και στο επικίνδυνο) και που δεν είχαν την παραμικρή σχέση με το όραμα του Ρήγα για μια δημοκρατική, πολυεθνική βαλκανική ομοσπονδία πολλών θρησκειών, ο Μαρξ είναι κατηγορηματικός: «Οι έλληνες κάτοικοι του λεγόμενου βασιλείου... μπορεί να ονειρεύονται ακόμα και μια ανασύσταση της βυζαντινής αυτοκρατορίας, παρ' όλο που, γενικά, είναι ένας τετραπέρατος λαός για να πιστεύουν σε μια τέτοια ανοησία»16.

Οι επιτυχίες της Επανάστασης το 1822 έκαναν παντοδύναμη τη στρατιωτική παράταξη σε σημείο π.χ. που να αγνοεί την κεντρική κυβέρνηση ο Ανδρούτσος17, ενώ στη Β' Εθνοσυνέλευση του Αστρους (1823), οι στρατιωτικοί με επικεφαλής τον Κολοκοτρώνη θα εκφράσουν ολιγαρχικές απόψεις, όπως λέει ο Ζέβγος18. Με την ταξική πάλη είναι άρρηκτα συνδεμένο το πρόβλημα της εθνικής γης, δηλαδή τα πρώην τουρκικά κτήματα που ανακηρύχτηκαν εθνικά ήδη από την αρχή της επανάστασης.

Αδαμάντιος Κοραής, Ρήγας Βελεστινλής, Αλέξανδρος Υψηλάντης, σε λαϊκή λιθογραφία της εποχής
alt
Αν το κράτος που θα προέκυπτε θα ήταν εθνικό, αστικό, τότε θα έπρεπε να είναι ενιαίο, δηλαδή να διαθέτει ενιαία αγορά. Ο Μαρξισμός διδάσκει ότι η πανεθνική αγορά είναι το πρώτο σχολείο όπου η αστική τάξη διδάσκεται τον πατριωτισμό19. Με τη σειρά της, η ενιαία εσωτερική αγορά απαιτεί την αστικοποίηση της γαιοκτησίας, δηλαδή την εμπορευματοποίηση της γης ή τη μετατροπή της σε εμπόρευμα, ώστε να γίνει ικανή να παράγει εμπορεύματα. Ετσι, το εθνικό πρόβλημα είναι κατά βάθος πρόβλημα αγροτικό και η αγροτιά είναι δύναμη κρούσης του εθνικού κινήματος, όπως συνέβη και στη Γαλλική αστική επανάσταση.

Το στρατιωτικό ολιγαρχικό κόμμα απέκτησε πάρα πολλούς οπαδούς μέσα στην αγροτιά της Πελοποννήσου, όπου τα εθνικοποιημένα τούρκικα κτήματα ήταν πολλά. Καθώς οι νησιώτες, που δε διέθεταν κτήματα στα νησιά τους αλλά ξόδευαν τις περιουσίες τους για τα πλοία του αγώνα, ζητούσαν να αποζημιωθούν με εθνικά κτήματα, οι στρατιωτικοί εναντιώνονταν σ' αυτή την «καταπάτηση» του Μοριά από τους ξένους! Στη Στερεά, όπου τα εθνικοποιημένα κτήματα ήταν λίγα, οι αγρότες δεν ενδιαφέρονταν να αποκτήσουν γη στην Πελοπόννησο. Με λίγα λόγια, οι αγρότες δεν μπορούσαν τότε να έχουν σαφή αντίληψη για το τι είναι ένα αστικό εθνικό κράτος και εκείνο που καταλάβαιναν καλά ήταν ότι έπρεπε να εξομοιωθούν με τους ελεύθερους μουσουλμάνους. Με λίγα λόγια, δεν υπήρχε στη μεγάλη πλειοψηφία του αγροτικού πληθυσμού, που ζούσε σε μεσαιωνικές συνθήκες, αστική αντίληψη και η αντινομία της εποχής βρισκόταν στο ότι τα οικονομικά συμφέροντα της αγροτιάς ήταν ασύμβατα τότε με την αστική ανάπτυξη και τον εθνικό συγκεντρωτισμό. Δεν υπήρχε ακόμα ο απαραίτητος βαθμός αστικής ανάπτυξης, ώστε τα αιτήματα της αγροτιάς, δηλαδή η μοιρασιά της γης, να αποκτήσουν αντικειμενικά προοδευτικό χαρακτήρα.

Εθνικός συγκεντρωτισμός σε ένα αστικό κράτος σήμαινε διάλυση ή κατάργηση όλων των επαρχιακών, εδαφικών, τοπικών εξουσιών, δηλαδή των καπετανάτων, των οπλαρχηγών και των προκρίτων. Οι στρατιωτικοί ιδιαίτερα, ως μετέπειτα ρωσικό κόμμα δεν άργησαν να υιοθετήσουν το περιβόητο διαμελιστικό σχέδιο των λεγόμενων «τριών αποκομμάτων», για το χωρισμό της Ελλάδας σε Δυτική Στερεά (αρχηγός Μάρκος Μπότσαρης), σε Ανατολική Στερεά (αρχηγός Οδυσσέας Ανδρούτσος) και σε Πελοπόννησο/Μοριά (αρχηγός Θεόδωρος Κολοκοτρώνης), και οι τρεις περιοχές φόρου υποτελείς στο σουλτάνο που προωθήθηκε από τη ρωσική πολιτική το 1824 και αντιστοιχούσε σε φεουδαρχικές, μεσαιωνικές δομές τουρκικού τύπου (τρία βιλαέτια Ναύπακτος, Εγριπος, Μοριάς) ή ακόμα βυζαντινής εποχής (δεσποτάτο Ηπείρου, δουκάτο Αθηνών, πριγκιπάτο Αχαΐας). Αντίθετα, όπως ειπώθηκε, η ίδρυση ενός αστικού κράτους προϋπέθετε πρώτα απ' όλα ενοποίηση της εσωτερικής αγοράς, έτσι ώστε να μπορέσει να αναπτυχθεί η ντόπια εμπορευματική παραγωγή και το εξωτερικό εμπόριο. Αστικός συγκεντρωτισμός, σε τελευταία ανάλυση, σήμαινε και εθνική ανεξαρτησία, ενώ τοπικές εξουσίες, αρματολίκια, καπετανάτα, προεστάτα δεν μπορούσαν παρά να είναι κάτι σαν «χριστιανικά πασαλίκια», δηλαδή αυτόνομες περιοχές υποτελείς στο σουλτάνο κατά το υπόδειγμα της Μολδοβλαχίας και πρόσφορο έδαφος για στρατιωτική επέμβαση της φεουδαρχικής τσαρικής Ρωσίας υπό το πρόσχημα της προστασίας των ορθοδόξων. Στο σημείο αυτό ταυτίστηκαν οι αστικοί προσανατολισμοί της μέσης τάξης των πολιτών, όπως είδαμε να τους αποκαλεί ο Φιλήμων, με τις επιδιώξεις της αγγλικής πολιτικής στη Μεσόγειο, που επιδίωκε να εμποδίσει τις επεκτατικές τάσεις της ρωσικής αυτοκρατορίας.

Συμμαχίες και αντιθέσεις

Οι κοινωνικές συμμαχίες που είχαν συναφθεί από την Α' Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου ανατρέπονται, όταν συνάπτεται από την κυβέρνηση των αστών το πρώτο αγγλικό δάνειο. Τώρα συνασπίζονται στρατιωτικοί και κοτσαμπάσηδες της Πελοποννήσου που ανησυχούν για το ότι η κυβέρνηση, με αυξημένο κύρος, θα κατόρθωνε να κατανικήσει τις τοπικές, επαρχιακές αντιστάσεις και να ισχυροποιήσει την κεντρική εξουσία. Ως τότε, οι κοτσαμπάσηδες είχαν συνεργαστεί με τους αστούς, ιδιαίτερα στον πρώτο εμφύλιο πόλεμο.

Η υποθήκευση της εθνικής γης για τα εξωτερικά δάνεια απέκλειε τη δωρεάν διανομή της στους αγωνιστές και στους αγρότες. Αλλά η αστική ενότητα του έθνους ήταν τελείως αδύνατο να επιτευχθεί χωρίς οικονομικά μέσα, και αυτά μόνο από το εξωτερικό μπορούσαν να έρθουν. Ο δεύτερος εμφύλιος πόλεμος, στον οποίο ο Μακρυγιάννης αναγνωρίζει ότι «το δίκαιον και η πατρίδα ήταν με το βουλευτικόν»20 κατέληξε με ήττα του Κολοκοτρώνη και των συμμάχων του προεστώτων, ενώ νίκησε η αστική κυβέρνηση με τις λίρες και τους ρουμελιώτες οπλαρχηγούς. Από τότε αρχίζουν και οι σοβαρές προσπάθειες για τη δημιουργία τακτικού στρατού, κάτι που με τη βοήθεια του χρήματος, αποτελεί ρήγμα στο στρατό των ατάκτων και ένα ακόμα βήμα προς τον αστικό συγκεντρωτισμό.

Αυτό το αστικό ενιαίο κράτος, αντίθετο προς το σχέδιο των τριών αποκομμάτων που είχαν προωθήσει η Ρωσία και οι στρατιωτικοί, ταίριαζε περισσότερο με τις επιδιώξεις της αστικής Αγγλίας που, επί υπουργού εξωτερικών G. Canning, ασκούσε πολιτική αντίθετη από εκείνη της Ιεράς Συμμαχίας, προσπαθώντας ταυτόχρονα να ενισχύσει την ίδρυση ανεξάρτητων εθνικών κρατών που, με τη σειρά τους, θα αποτελούσαν προνομιακές αγορές για το εμπόριο και τη βιομηχανία της. Τα αγγλικά δάνεια έδεσαν οριστικά την Ελλάδα στο άρμα του αγγλικού καπιταλισμού21, αποτρέποντας την παραμονή σε φεουδαρχικό επίπεδο ανάπτυξης, είτε υπό οθωμανική κατοχή, είτε υπό την επιρροή της τσαρικής Ρωσίας.

Ετσι, τα πράγματα επιταχύνονται και, καθώς αρχίζει η εισβολή του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο (αρχές 1825), η Αγγλία υποκινεί τη γνωστή αίτηση προστασίας, την οποία προώθησαν πρώτοι απ' όλους οι Ρωσόφιλοι Ρώμας και Κολοκοτρώνης. Αυτό το γεγονός είναι δηλωτικό του ότι, στο μέτρο που η επανάσταση αρχίζει να εξαντλείται22, οι προσδοκίες για ανεξαρτησία αρχίζουν να μετατοπίζονται προς το εξωτερικό, όπου η αντοχή της επανάστασης δυναμώνει το φιλελληνισμό. Μόνο «οι κληρικοί φοβούμενοι μήπως η Ελλάς δουλωθεί από τους Δυτικούς, όχι πολιτικώς αλλά θρησκευτικώς... έφεραν εμπόδια εις την ελευθερίαν των Ελλήνων», μας πληροφορεί ο υπασπιστής του Κολοκοτρώνη Φωτάκος23. Ετσι, προκαθορίστηκε ότι η αστική ανάπτυξη της Ελλάδας θα λάβαινε χώρα κάτω από τη σκιά του δυτικού καπιταλισμού.

Το πρόβλημα της ανεξαρτησίας και οι μεγάλες δυνάμεις

Μπορεί όμως η αστική ανάπτυξη να απαιτούσε πλήρη ανεξαρτησία του ελληνικού κράτους που θα ιδρυόταν, αλλά η Αγγλία δεν μπορούσε να επιβάλει κάτι τέτοιο μόνη της, χωρίς πόλεμο με την Τουρκία. Ετσι, τα πράγματα άρχισαν να προσανατολίζονται προς μια αυτονομία υπό την επικυριαρχία του σουλτάνου, κάτι για το οποίο, όπως είδαμε, ήταν σύμφωνη και η τσαρική Ρωσία και έτσι μπορεί να εξηγηθεί και η μαζική προσέλευση των Ρωσόφιλων υπό τον Κολοκοτρώνη να υπογράψουν την αίτηση προστασίας των Ελλήνων από τη Μεγάλη Βρετανία. Αλλά το χαρακτηριστικότερο γνώρισμα της έστω και σιωπηρής εγκατάλειψης του αιτήματος για ανεξαρτησία και την αντικατάστασή του από μια υποτέλεια στο Σουλτάνο μπορεί να αποτελεί η συμφωνία Αγγλίας και Ρωσίας για εκλογή του Καποδίστρια, με τους Αγγλους R. Church και Th. Cochrane στην ηγεσία του στρατού και του στόλου αντίστοιχα, αλλά η πραγματικότητα πρέπει να αναζητηθεί στη βάση της κοινωνίας και δεν είναι άλλη, από την εξάντληση της ολιγάριθμης έτσι κι αλλιώς ελληνικής αστικής τάξης, οπότε η εξουσία περνάει και πάλι στους προκρίτους του Μοριά και καταλήγει εκεί που άρχισε, όπως λέει ο Ζέβγος, δηλαδή σε άνθρωπο του τσάρου. Στην αρχή ο Υψηλάντης, στο τέλος ο Καποδίστριας. Ετσι, ο Μαρξ κατηγόρησε τους Αγγλους πολιτικούς ότι ενεργώντας με δουλοπρέπεια απέναντι στη Ρωσία φόρτωσαν στην πλάτη των Ελλήνων τον Καποδίστρια24, που σε ένα γράμμα του προς τον Ενγκελς, αποκαλεί «ανέντιμο»25. Για τον Καποδίστρια, ισχύουν οι εύστοχες παρατηρήσεις του Γ. Ζέβγου που χαρακτηρίζει συνολικά τη διακυβέρνησή του «αντιδραστική» «με τον Κολοκοτρώνη συμβουλάτορα και δεξί του χέρι»26. Ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος και η συνθήκη της Αδριανούπολης του 1829 που δεν μπόρεσαν να αποτρέψουν η Αγγλία και η Γαλλία έδωσε την τελειωτική λύση στο ζήτημα της ανεξαρτησίας του ελληνικού κράτους.

Το τελικό συμπέρασμα είναι, όπως όλα τα ιστορικά γεγονότα, αντιφατικό. Από τη μια πλευρά, υπήρξε μια εθνική ανεξαρτησία ενός τμήματος του ελληνισμού. Από την άλλη όμως, αποδείχτηκε ότι οι οικονομικές και κοινωνικές προϋποθέσεις για μια καθαρά αστική, καθαρά καπιταλιστική εξέλιξη στο επίπεδο των προηγμένων καπιταλιστικών χωρών της Δυτικής Ευρώπης ήταν εξαιρετικά αδύναμες αν όχι ανύπαρκτες. Ετσι, η Ελλάδα πέρασε από την απολυταρχία του Καποδίστρια στην απολυταρχία της απόλυτης μοναρχίας πάντα υπό την επιρροή των ξένων δυνάμεων, ιδιαίτερα της Αγγλίας και της Γαλλίας και, μετά την παραχώρηση των Επτανήσων, στην αποκλειστική επιρροή της Αγγλίας που αντικαταστάθηκε πολύ αργότερα από το δόγμα Τρούμαν και το σχέδιο Μάρσαλ που, mutatis mutandis, ισχύουν ως σήμερα. Ο αγωνιζόμενος λαός μας έχει ανάγκη την Ιστορία του. Πρέπει να κάνει κτήμα του τα ιστορικά αυτά διδάγματα, αν θέλει οι αγώνες και οι θυσίες του να μην έχουν την τύχη του 1821. Τα λόγια αυτά είναι του Γιάννη Ζέβγου, που έπεσε σε μέρες σαν τη σημερινή (20 Μάρτη του 1947) πριν από εξήντα χρόνια.

(Το κείμενο είναι η ομιλία του Τηλέμαχου Λουγγή στην εκδήλωση της ΚΟΑ και της ΚΝΕ, που έγινε το Σάββατο 24/3/2007 στην αίθουσα Συνεδρίων του ΚΚΕ στον Περισσό με θέμα: «Η αλήθεια για την επανάσταση του 1821 και η παραχάραξή της από τα σχολικά βιβλία». Οι υπότιτλοι είναι του «Ρ»).

Πηγές:

1. Κ. Μαρξ, Das Kapital, Buch I., Erster Abschnitt, Kapitel 3, 113 (Ullmann Verlag): Die Natural form der Grundrente bildet eines der Selbsterhaltungsgeheimnisse des turkischen Reichs.

2. Μαρξ - Ενγκελς, British Politics (1853), Collected Works, 12 (Moscow 1979), 8.

3. Φ. Ενγκελς, The Turkish Question (1853), Collected Works 12 (Moscow 1979), 26.,

4. Κ. Μαρξ, The Greek insurrection (1854), Collected Works 13 (Moscow 1980), 72.

5. Β. Ι. Λένιν, Ο prave nacii na samoopredelenije, Izbrannye pro'izvedenija I (Moskva 1975), 569-621, εδώ 578 και, επίσης, 573: primer balkanskich gosudarstv fozhe govorit protiv nee, ibo vsiakii vidit teper', shto na'ilushchte uslovija razvitija kapitalizma na Balkanach sozdajutsia kak raz ν mere sozdanija na etom poluostrove samostojatel 'nych nacional 'nych gosudarstv.

6. Β. Ι. Λένιν, Η ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Ρωσία, Απαντα 3, Αθήνα (ΣΕ), 187, 339, αλλά και πρόλογο στη Β' έκδοση, 14.

7. Λ. Παπανικολάου, Κοινωνική ιστορία της ελληνικής επανάστασης του 19ου αιώνα, Αθήνα (ΣΕ) 1991, 68 και 76.

8. Γ. Ζέβγος, Σύντομη μελέτη της Νεοελληνικής Ιστορίας, Αθήνα (Διόνυσος, χ.χ.). Ι, 37.

9. Πρβλ. Ζέβγο, στο ίδιο, 1, 85.

10. Φρ. Ενγκελς, The Turkish Question (1853), Collected Works 12 (Moscow 1979), 23.

11. Παπανικολάου, στο ίδιο, 79.

12. Παπανικολάου, στο ίδιο, 90.

13. Ζέβγος, Ι, 47.

14. Ι. Φιλήμονος, Δοκίμιον ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας, Ναυπλία 1834, 96.

15. Παπανικολάου, στο ίδιο, 146 και 168.

16. Κ. Μαρξ, The Greek insurrection (1854), Collected Works 13 (Moscow 1980), 71.

17. Ζέβγος Ι, 78.

18. Ζέβγος Ι, 79.

19. Ι.Β. Στάλιν, Ο Μαρξισμός και το εθνικό ζήτημα, Απαντα 2, 344.

20. Μακρυγιάννη, Απομνημονεύματα, Αθήναι 1969 (Πάπυρος), Α', 99.

21. Παπανικολάου, στο ίδιο, 211.

22. Ζέβγος, Ι, 102.

23. Φωτάκου, Απομνημονεύματα περί της ελληνικής επαναστάσεως, Αθήναι 1955, 454.

24. Κ. Μαρξ, Herr Vogt (1860), Collected Works 17 (Moscow 1981), 143.

25. Κ. Μαρξ στον Φρ. Ενγκελς, 3 Μάη 1854, Collected Works 39 (Moscow 1983), 447.

26. Ζέβγος, I, 103 - 110.


ΠΗΓΗ: εφημ. ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 1-4-2007


Διασαλεύοντας την κοινή γνώμη

του Γιώργου Κακουλίδη

alt

1. Στο κέντρο της Αθήνας έχει συντελεστεί οριστικά ο χωρισμός των ανθρώπων, έχουν διαταραχθεί οι σχέσεις στην καθημερινότητα. Η αιτία γνωστή: ένα ελεεινό καθεστώς που σε καθημερινή βάση πετά κόσμο στο δρόμο, καταφέρνοντας να δημιουργήσει δύο νέα κοινωνικά σχήματα: τους αναξιοπαθούντες και τους «καταφερτζήδες» εργαζόμενους.

2. Με συγκίνηση υποδέχτηκε τα νέα κοινωνικά σχήματα το καθεστώς ελπίζοντας σε μια άμεση σύγκρουση μεταξύ τους. Με μεγαλύτερη συγκίνηση απευθύνθηκε στο πανελλήνιο με σκοπό να ξεσηκώσει το ελεήμον και φιλάνθρωπο συναίσθημα του πολίτη. Ας βασανίσω, για ευνόητους λόγους, τα αυτονόητα: όχι μόνο πρέπει στα δύσκολα να βοηθάει ο ένας τον άλλον, αλλά να δίνουμε και απ' αυτό που δεν έχουμε. Αυτό που με εξοργίζει είναι πως η προσφορά είναι στημένη έτσι, για να εξαγριώσει και αυτόν που δίνει, αλλά κυρίως αυτόν που δέχεται. Καθημερινά, κάτω από τα άγρυπνα μάτια των τηλεοπτικών παραρτημάτων του καθεστώτος, συντελείται η σίτιση. Γι' αυτό όποιος πολίτης πάρει στα χέρια του τη γνωστή σε όλους πλαστική σακούλα με το φαγητό, εξαφανίζεται από τα μάτια των δημοσιογράφων και τρυπώνει στο σπίτι του. Αν δεν έχει σπίτι, διαλέγει την πιο σκοτεινή γωνία για να φάει. Εχει υποστεί μεγάλο τραύμα, η ανάγκη τον εξωθεί ν' απλώσει το χέρι του. Οταν απλώνεις το χέρι σου, είσαι μακριά όχι μόνο από τους ανθρώπους, αλλά και από τον ίδιο σου τον εαυτό. Κι όταν στο δρόμο διασταυρώνονται τα βλέμματα, νιώθεις το θρίαμβο του καθεστώτος.

3. Τα κατάφερε. Είμαστε εμείς και εκείνοι. Για εκείνους είσαι ένας καταφερτζής με διάφορες ανεξιχνίαστες ικανότητες, αφού μπορείς και εργάζεσαι παρ' όλες τις πιέσεις. Είσαι κάποιος άλλος, σίγουρα δεν είσαι δικός τους, δεν έχεις περάσει τη γραμμή.

4. Δεν έχει καμία σημασία αν το καθεστώς παρέλθει. Το κακό ανάμεσα στις σχέσεις μας ίσως είναι ανεπανόρθωτο. Πρέπει ν' αναχαιτίσουμε την παλίρροια της ηλιθιότητας στην οποία μας καταδίκασαν να πνιγούμε. Πρέπει επειγόντως ν' ανατρέξουμε στον καθημερινό τρόπο ζωής που μας μεγάλωσε, όχι όμως σα μηχανική επανάληψη. Πρέπει να σχηματιστούν σε κάθε γωνιά του κέντρου καταστάσεις που θα φέρουν τον έναν δίπλα στον άλλο. Ο μόνος τρόπος για ν' αποφύγουμε μια σύγκρουση με τους αδελφούς μας είναι το άνοιγμα της ψυχής στον άλλο, να τον νιώσουμε και να νιώσει πως δεν έχουμε να μοιράσουμε τίποτα άλλο παρά τη μιζέρια μας.

ΠΗΓΗ: εφημ. ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 1-4-2012


1 8 2 1 : Διαδρομές εθνικού προσδιορισμού

Όψεις του «ελληνικού» στην αναζήτηση εθνικής ταυτότητας, μέρος Β'


από τη Μάρθα Πυλια

alt



ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΔΗΜΗΡΟΥΛΗ, διδάκτορος Θεωρίας και Ιστορίας της λογοτεχνίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο



Aς μου επιτραπεί τώρα ένα χρονικό άλμα, από την εποχή του Σολωμού, κατά την οποία εθνικός λόγος και εθνική ταυτότητα ζητούν να αυτοπροσδιοριστούν ετερότροπα, σε μιαν άλλη εποχή, στην οποία η ετεροτροπία αφομοιώνεται στην όψη του «ελληνικού» μέσω της αισθητικής του μοντερνισμού. Πρόκειται για το ¶ξιον Eστί του Oδυσσέα Eλύτη, που πρωτοδημοσιεύτηκε το 1959.

Aπό την αρχή ο Eλύτης, αλλά και η γενιά του '30 στο σύνολό της, βίωσαν επώδυνα ένα αισθητικό και ιδεολογικό δίλημμα, του οποίου ο ένας πόλος ήταν η ελληνική παράδοση και ο άλλος ο ευρωπαϊκός μοντερνισμός. H γενιά αυτή πρόκρινε και πρόβαλε διάφορες εκδοχές της ελληνικότητας‡ παράλληλα, ωστόσο, και επίμονα δοκιμάστηκε στη λυδία λίθο του ποιητικού μοντερνισμού. O Eλύτης για πολλά χρόνια αμφιταλαντεύεται, με προφανή όμως την επικυριαρχία του υπερρεαλισμού στα ποιητικά του οράματα. Oδηγήθηκε έτσι βαθμιαία σε μια κρίση ταυτότητας, από την οποία ουσιαστικά λυτρώθηκε μόνον με τη συγγραφή του ¶ξιον Eστί, δηλαδή με τη μορφική και νοηματική επικράτηση του «ελληνικού» στους ποιητικούς πειραματισμούς του. H εσωτερίκευση του ετερότροπου στο έργο αυτό είναι πλήρης. Πρόκειται για αφομοιωτική διαδικασία με ισχυρές ιδεολογικές ενισχύσεις που συγκροτεί το πεδίο μιας καινούργιας εθνικής αισθητικής. Με τη θεαματική αυτή «στροφή» ο υπερρεαλιστής ποιητής αποκαθιστά τη συνέχειά του με την παράδοση και τον πνευματικό διάλογο με τον πρόγονό του εθνικό ποιητή.

Όπου και να σας βρίσκει το κακό, αδελφοί,

όπου και να θολώνει ο νους σας,

μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό

και μνημονεύετε Aλέξανδρο Παπαδιαμάντη.

H λαλιά που δεν ξέρει από ψέμα

θ' αναπαύσει το πρόσωπο του μαρτυρίου

με το λίγο βάμμα του γλαυκού στα χείλη.

Tο ¶ξιον Eστί είναι η "χειρονομία" ενός εθνικού ποιητή, καρπός αισθητικής αναζήτησης και μεθοδικής εργασίας 14 χρόνων, που ήρθε να διεκδικήσει φιλόδοξα ένα μέλλον και να αποκαταστήσει ένα παρελθόν. Στο ποίημα αυτό ο υπερρεαλισμός γίνεται εθνικός, ο ποιητής αντηχεί προφητικός και το ποίημα λειτουργεί σαν εθνικό μνημείο. Mε αυτόν τον τρόπο ο Eλύτης υποτάσσει την προσωπική στη συλλογική μυθολογία και, συνάμα, ανακυκλώνει σύμβολα εθνικού περιεχομένου, αναγκάζοντας έτσι τη μοντέρνα εξάρτυσή του να βαδίσει με τους ρυθμούς και την όψη του ελληνικού. Tο ¶ξιον Eστί είναι η απόκριση του ποιητή στη εποχή του, και είναι εξαρχής απόκριση εθνικού ποιητή.

Tα θεμέλια μου στα βουνά

και τα βουνά σηκώνουν οι λαοί στον ώμο τους

και πάνω τους η μνήμη καίει

άκαυτη βάτος.

Mνήμη του λαού μου σε λένε Πίνδο και σε λένε ¶θω.

Tο ¶ξιον Eστί είναι έτσι δομημένο, ώστε να παραπέμπει στη δομή του, να εννοεί τη γλώσσα του, να σημαίνει το ύφος του. H ρητορική του είναι μνημειακή, υποτάσσει δηλαδή την ιστορία στο μέγεθος του λόγου του. Έτσι, αναδεικνύεται ο συμβολικός ναός του εθνικού ποιήματος, που το περιεχόμενό του είναι η ίδια του η κατασκευή. Πρόκειται για μια πανδαισία λόγου, μέσω της οποίας ο ρόλος της γλώσσας είναι συστατικός στη διαμόρφωση του «ελληνικού» στον σύγχρονο κόσμο:

Tη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική‡

το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Oμήρου.

Mοναχή έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Oμήρου

Eκεί σπάροι και πέρκες

ανεμόδαρτα ρήματα

ρεύματα πράσινα μες στα γαλάζια

όσα είδα στα σπλάχνα μου ν' ανάβουνε.

 

Mοναχή έγνοια η γλώσσα μου με τα πρώτα Δόξα σοι

Eκεί δάφνες και βάγια

θυμιατό και λιβάνισμα

τις πάλες ευλογώντας και τα καριοφίλια.

Στο χώμα το στρωμένο με τ' αμπελομάντηλα

κνίσσες, τσουγκρίσματα

και Xριστός Aνέστη

με τα πρώτα σμπάρα των Eλλήνων.

Aγάπες μυστικές με τα πρώτα λόγια του Ύμνου.

Mονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα

λόγια του Ύμνου!

O σύγχρονος, ο μοντέρνος ποιητής ρίχνει με αυτόν τον τρόπο μια γέφυρα προς το παρελθόν και συναντά τον πρόγονό του, τον Mέγα εθνικό ποιητή, για να μπορέσει και αυτός να διεκδικήσει με τη σειρά του την ελληνική διάσταση της ποιητικής αισθητικής, αναπροσαρμόζοντας τη σχέση του τόσο με τη δική του προηγούμενη ποιητική παραγωγή όσο και με τον εξωελληνικό λόγο του μοντερνισμού.

Aντίθετα όμως από τον Σολωμό, η αγωνία για τη μεταφυσική, καθολική διάσταση του ελληνικού, έχει τώρα μεταφερθεί στον μικρόκοσμο της ελληνικής φύσης και ιστορίας: «Aυτός ο κόσμος ο μικρός ο μέγας», όπως λέει ο ποιητής. Έχουμε εδώ μια επιστροφή στο ταπεινό και ελάχιστο, που μετασχηματίζεται όμως σε κάτι απόλυτο και υψηλό, λόγω ακριβώς της αυτάρκειας και της ιδιομορφίας του. O ποιητής νιώθει το βάρος της παράδοσης και αποδέχεται τον δημιουργικό διάλογο με τη γλώσσα και την τέχνη που τον διαμόρφωσαν.

Δεν βρίσκεται στη θέση του Σολωμού, θέση δύσκολη και αβάσταχτη, που έπρεπε, ταυτόχρονα, να γράψει μεγάλη ποίηση, σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα, αλλά και να θεμελιώσει την ποιητική ταυτότητα ενός έθνους και μιας γλώσσας υπό διαρκή ανασχηματισμό. H όψη του «ελληνικού» στον Eλύτη είναι ένας ολόκληρος κόσμος, με τους μύθους, τα παθήματά του και τη φυσική του υπόσταση. Όλα τα υπόλοιπα, οτιδήποτε επείσακτο ή ανοίκειο, πρέπει να ενταχθεί σε αυτήν την Eλλάδα του ονείρου και της όρασης. Η επιστροφή του Ελύτη, μέσω Σεφέρη, στον Σολωμό σηματοδοτεί την απόφασή του να αναμετρηθεί δυναμικά με τη συλλογική μυθολογία του «ελληνικού». Ο εξελληνισμένος υπερρεαλισμός του πέρασε έτσι στις υπολογίσιμες εφεδρείες του.

Tο τρίτο παράδειγμα θα έπρεπε κανονικά να είχε προηγηθεί, αλλά λόγω της ιδιομορφίας του είναι προτιμότερο να το δούμε τελευταίο. Πρόκειται για το ποίημα Mπολιβάρ του Nίκου Eγγονόπουλου που δημοσιεύτηκε το 1944 και φέρει τον υπότιτλο Ένα ελληνικό ποίημα. H ιδιομορφία του έγκειται όχι τόσο στις μορφικές και υφολογικές καινοτομίες του, όσο στην πρωτότυπη αναζήτηση του «ελληνικού» πέραν της ελληνικότητάς του. Tο ποίημα λειτουργεί συνεχώς σε διπλό επίπεδο, με την αδιάκοπη μετατροπή και αποσύνθεση της ταυτότητάς του:

Γι' αυτούς θα 'πω τα λόγια τα ωραία, που μου

τα υπαγόρευσε η Έμπνευσις,

καθώς εφώλιασε μέσα στα βάθη

του μυαλού μου όλο συγκίνηση

Για τις μορφές, τις αυστηρές και τις υπέροχες

του Oδυσσέα Aνδρούτσου και του Σίμωνος Mπολιβάρ.

 

Όμως τώρα θα ψάλλω μονάχα τον Σίμωνα, αφήνοντας

τον άλλο για κατάλληλο καιρό,

αφήνοντας τον για ναν τ' αφιερώσω σαν έρθ' η ώρα,

ίσως το πιο ωραίο τραγούδι που έψαλα ποτέ,

ίσως τ' ωραιότερο τραγούδι που ποτές

εψάλανε σ' όλο τον κόσμο.

Kι αυτό όχι για τα ότι κι οι δύο τους υπήρξαν

για τις πατρίδες, και τα έθνη και τα σύνολα

κι άλλα παρόμοια, που δεν εμπνέουν,

παρά γιατί σταθήκανε στους αιώνες,

κι οι δυο τους, μονάχοι πάντα,

κι ελεύθεροι, μεγάλοι γενναίοι και δυνατοί.

 

Kαι τώρα ν' απελπίζουμαι που ίσαμε σήμερα

δεν με κατάλαβε, δεν θέλησε, δεν μπόρεσε να

καταλάβει τι λέω, κανείς;

Bέβαια, την ίδια τύχη νάχουνε και αυτά

που λέω τώρα για τον Mπολιβάρ,

που θα πω αύριο για τον Aνδρούτσο;

Σε όλο το ποίημα η υπόμνηση του ελληνικού γίνεται σε φόντο εξωτικό, και με αυτόν τον τρόπο η όψη του μοιάζει ταυτόχρονα οικεία και ξένη, συμπαγής και αποσπασματική. O Eγγονόπουλος φαίνεται να προσπαθεί να προβάλει την ελληνικότητά του σε μακρινά τοπία, σαν να θέλει να δοκιμάσει την αντοχή της, σαν να επιδιώκει να αποστασιοποιηθεί από τα πάθη της. Δεν είναι μόνο ο ήρωας, ένα είδος λατινοαμερικάνου Aνδρούτσου, που συντελεί σε αυτό, είναι και το ίδιο το ξετύλιγμα του ποιήματος που επιτρέπει την ταυτόχρονη ανάπτυξη του «ελληνικού» και του «ξένου», σαν να είναι οι δύο όψεις του ίδιου πράγματος:

Σαν μιλάς, φοβεροί σεισμοί ρημάζουν το παν,

από τις επιβλητικές ερημιές της Παταγονίας

μέχρι τα πολύχρωμα νησιά,

Hφαίστεια ξεπετιούνται στο Περού και ξερνάνε

στα ουράνια την οργή τους,

Σειούνται τα χώματα παντού και

τρίζουν τα εικονίσματα στην Kαστοριά,

Tη σιωπηλή πόλη κοντά στη λίμνη.

Mπολιβάρ, είσαι ωραίος σαν Έλληνας.

Tο "ελληνικό" στην περίπτωση του Eγγονόπουλου δεν ταυτίζεται με την τοπικότητα ούτε εκφράζει την εθνική εσωστρέφεια αλλά ξανοίγει την ταυτότητά του στο παγκόσμιο και το διαφορετικό, για να ανακαλύψει, μέσα από αυτά, τη βαθύτερη φύση του. O ποιητής αντιλαμβάνεται το ζήτημα της συλλογικής μυθολογίας και της εθνικής ταυτότητας ως πορεία προς την ετερότητα, έτσι ώστε το ελληνικό να δοκιμαστεί στη συνάντησή του με το άλλο. Aκόμη και στο επίπεδο της τεχνικής ο Eγγονόπουλος ακολουθεί τον δικό του δρόμο: αν ο Eλύτης επεδίωξε, και εν πολλοίς κατάφερε, να εθνικοποιήσει τον υπερρεαλισμό, ο Eγγονόπουλος κατόρθωσε να εκθέσει το εθνικό στον υπερρεαλισμό, και να καταλήξει έτσι στο αντίθετο αποτέλεσμα: όχι σε έναν εθνικό υπερρεαλισμό αλλά σε έναν υπερρεαλιστικό εθνισμό, που μιλά έτσι:

Mπολιβάρ! Eίσαι του Pήγα Φεραίου παιδί

του Aντωνίου Oικονόμου που τόσο άδικα τον σφάξανε

και του Πασβαντζόγλου αδελφός,

τ' όνειρο του μεγάλου Mαξιμιλιανού ντε Pομπεσπιέρ

ξαναζεί στο μέτωπό σου.

Eίσαι ο ελευθερωτής της Nότιας Aμερικής.

Δεν ξέρω ποια συγγένεια σε συνέδεε, αν είτανε

απόγονός σου ο άλλος μεγάλος Aμερικανός,

από το Mοντεβίντεο αυτός,

Ένα μονάχα είναι γνωστό, πως είμαι γιός σου.

Eίδαμε, πολύ βιαστικά και κατ' ανάγκην σχηματικά, τρεις όψεις του «ελληνικού»:

1) H πρώτη υπηρετεί το ρητορικό όραμα της σύμμειξης του εθνικού και του παγκόσμιου σε μιαν υπερβατική Iδέα.

2) H δεύτερη προσοικειώνεται τον ποιητικό μοντερνισμό, αφομοιώνει την αισθητική του, και προβάλει τη μοναδικότητα της ταυτότητάς του, με μια πολυφωνική στροφή στην παράδοση.

3) H τρίτη ταξιδεύει την εθνική ιθαγένεια σε άγνωστες θάλασσες και δοκιμάζει τις αντοχές της σε πρωτόγνωρες εμπειρίες και επικίνδυνες φιλίες. Eίναι μια έξοδος προς το άλλο.

Δεν είναι μοναδικές αυτές οι όψεις αλλά ενδεικτικές. Eνδεικτικές ως προς τη μορφή και το νόημα του ελληνικού, το οποίο δεν ορίζεται ως κάτι απόλυτο και μονοπαγές αλλά συντίθεται, δημιουργείται, από τους ίδιους τους Έλληνες, ανάλογα με την εποχή του χρόνου και τις ανάγκες των ανθρώπων. Oι ποιητές, με τον δικό τους τρόπο, αναζητούν το εθνικό σε ό,τι αντιλαμβάνονται ως αληθές και όχι αντίστροφα. H ποίηση αποδεικνύει φυσικά την πολυμορφία αυτής της αλήθειας και από αυτή την πολυμορφία αντλεί τη δύναμή της. H ποίηση που αποβλέπει στο «συλλογικό» είναι μια αδιάκοπη άσκηση σε αυτό που ο Kαβάφης αποκάλεσε «εις τεύχη ελληνισμών πολλή ερμηνεία».

Eίναι ιδιαίτερα σημαντικό, στη σημερινή ιστορική συγκυρία, να μην περιφρονήσουμε τους ποιητές αλλά να τους ακούσουμε. Ίσως μάθουμε πολλά από τις όψεις του «ελληνικού» στο έργο τους. Ίσως επίσης ανακαλύψουμε τον πλούτο της ανοιχτής ταυτότητας, που δεν φοβάται να δοκιμαστεί, να συγκριθεί και να συνυπάρξει. H επέτειος αυτή θα μπορούσε να είναι, πέραν όλων των άλλων, και μια καλή ευκαιρία να στοχαστούμε για το πώς υπάρχουμε «ελληνικά» μέσα στην παράξενη και γόνιμη αλλοτρίωση της τέχνης.

Aς μου επιτραπεί να κλείσω αυτήν την ομιλία, συμβολικά, με τους τελευταίους στίχους του Mπολιβάρ, εκφράζοντας έτσι και τη δική μου αμφίσημη ανταπόκριση σε μια τέτοια επίσημη στιγμή αλλά και την αλλόκοτη όψη του «ελληνικού» σε μια ιστορία που, αν μπορούσα, θα προσυπέγραφα:

στρατηγέ

τι ζητούσες στη Λάρισα

συ

ένας

Yδραίος!

ΠΗΓΗ: εφημ. ΑΥΓΗ, 1-4-2012


Λουτσιάνο Κάνφορα: Η Κρίση και η Δημοκρατία

alt


* Βλέπω ότι φέτος, στο πλαίσιο του μαθήματός σας, επιλέξατε να διδάξετε στους φοιτητές σας, μεταξύ άλλων, τα κεφάλαια 48-97 από το 8ο βιβλίο της Ιστορίας του Πελοποννησιακού Πολέμου του Θουκυδίδη. Πρόκειται για το σημείο όπου ο Αλκιβιάδης υπόσχεται στους Αθηναίους τη βοήθεια των Περσών του Τισσαφέρνη, με αντάλλαγμα την αλλαγή του αθηναϊκού πολιτεύματος...

Σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, ο Αλκιβιάδης θεωρούσε τη δημοκρατία ως «έναν παγκοίνως αναγνωρισμένο παραλογισμό», κι άρα, πιθανότατα, επινόησε ο ίδιος την υπόσχεση βοήθειας του πέρση σατράπη Τισσαφέρνη και την προϋπόθεση αλλαγής του πολιτεύματος. Εκείνη τη στιγμή ο Τισσαφέρνης δεν είχε κανένα ενδιαφέρον να αποστείλει βοήθεια στους Αθηναίους. Μελετώντας την ελληνική ιστορία, όμως, μπορούμε να βρούμε ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο. Θα μπορούσε κανείς να πάει πολύ πίσω στον χρόνο, όταν, μετά την τελευταία εξέγερση εναντίον της μακεδονικής ηγεμονίας στην ελληνική χερσόνησο (322 π.Χ.), επιβλήθηκε στους Αθηναίους, οι οποίοι είχαν πρωτοστατήσει στον ξεσηκωμό, από τον νικητή Κάσσανδρο, να αλλάξουν το πολίτευμά τους και να περιορίσουν τον αριθμό όσων δικαιούνταν να έχουν πολιτικά δικαιώματα, σε μόλις 9.000 άνδρες. Στην πόλη η οποία γέννησε το «δημοκρατικό μοντέλο» επιβλήθηκε τότε, από την μεγάλη δύναμη η οποία τους υποδούλωσε, ένα τιμοκρατικό πολίτευμα, το οποίο αναγνώριζε πολιτικά δικαιώματα μόνο στους εύπορους.

Η διδακτορική διατριβή του Φυστέλ ντε Κουλάνζ είχε τίτλο: Ο Πολύβιος ή η Ελλάδα υπό τους Ρωμαίους κατακτητές (1858). Ο μεγάλος γάλλος ιστορικός ανακατασκεύαζε πλήρως και με δεξιοτεχνικό τρόπο αυτή τη μακρά ιστορική διαδικασία, με την οποία η Ελλάδα μετατράπηκε πολιτικά σε δορυφόρο της Ρώμης, παρόλο που πολιτισμικά ήταν η Ρώμη αυτή που εξελληνίστηκε. (Γι' αυτό έχει ειπωθεί ορθά ότι ο ηττημένος εκπολίτισε τον «βάναυσο νικητή»). Η δυναμική δεν διέφερε πολύ απ' όσα είχαν συμβεί 150 χρόνια πριν, με τους Μακεδόνες. Οι κοινωνικές συγκρούσεις ήταν άγριες και οι πλούσιοι, για να τη γλυτώσουν, ζήτησαν την προστασία της πανίσχυρης στρατιωτικής μηχανής, του προτύπου κάθε ολιγαρχικής δημοκρατίας: της ρωμαϊκής. Έτσι, η Ελλάδα βρέθηκε, για άλλη μια φορά, υπό προστασία.

Κάτι τέτοιο, αν κάνουμε ένα άλμα χιλιετιών, πάει να γίνει και σήμερα. Αυτοί που σήμερα θα υποστούν τις συνέπειες των εντολών της «τριανδρίας» (Ε.Ε., ΕΚΤ, ΔΝΤ) είναι οι φτωχοί, κι όχι βέβαια οι κοσμοπολίτες δισεκατομμυριούχοι.

 

* Το 1982 εκδώσατε ένα βιβλίο με τίτλο Αναλογία και ιστορία1. Εκεί, αναφέρεστε στην έννοια της αναλογίας ως μεθοδολογικού εργαλείου (η ανάλυσή σας ξεκινά με μια αναφορά στα Ιστορικά και στην Ιστορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου του Ντρόυζεν), αλλά και στην πολιτική χρήση ιστορικών παραδειγμάτων, γράφοντας ότι «η αναλογία και η ιδεολογία διαπλέκονται βαθύτατα» κι ότι «σε κάθε αναλογία εμπλέκεται, κατά κάποιον τρόπο διόλου δευτερεύοντα, κι ένας προσανατολισμός, πολιτικός, ιδεολογικός, θρησκευτικός». Αυτή την εποχή στην Ελλάδα, στον δημόσιο λόγο, εμφανίζονται διαρκώς δύο αναλογίες. Μια αναλογία μεταξύ της σημερινής οικονομικής κρίσης κι εκείνης του 1929. Και μια αναλογία μεταξύ της σημερινής κρίσης της δημοκρατίας κι εκείνης της εποχής της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Θα θέλατε να μας πείτε τη γνώμη σας επ' αυτού;

 

Και οι δύο αναλογίες έχουν την αξία τους. Όμως, καμιά αναλογία δεν μπορεί ποτέ να είναι τέλεια. Η σημερινή οικονομική κρίση είναι σίγουρα η πιο σοβαρή από την εποχή του 1929, αλλά δεν βλέπω ομοιότητες μεταξύ τους. Τότε ήταν η Γερμανία και οι ΗΠΑ οι χώρες που επλήγησαν περισσότερο, κι αυτές δρομολόγησαν, αντίστοιχα, το «Νιου Ντηλ» και τον εθνικοσοσιαλισμό. Σήμερα, η κρίση δημιουργήθηκε από την απόλυτη εξουσία των τραπεζών και του χρηματιστηριακού κεφαλαίου και δεν υπάρχουν αντίδοτα παραγωγικού τύπου που να μπορούν να περιορίσουν τον γκαγκστερισμό των τραπεζιτών. Η πολιτική εξουσία δεν τολμά να τους αντιπαρατεθεί, ούτε καν φραστικά. Όσον αφορά την πολιτική κρίση της Βαϊμάρης, είναι σωστό να την επικαλούμαστε. Αυτή τη φορά, όμως, η ακύρωση του πολιτικο-δημοκρατικού μηχανισμού εκτυλίσσεται με έναν πολύ πιο υπόγειο και αδιόρατο τρόπο, σε σχέση με ό,τι συνέβη τότε, και μάλιστα με τη συναίνεση σχεδόν όλων των πολιτικών δυνάμεων, μεταξύ των οποίων η διάκριση αριστερά/δεξιά τείνει προς εξαφάνιση.

 

* Στο έργο σας Η Δημοκρατία. Ιστορία μιας ιδεολογίας2, έχετε γράψει ότι «ο καπιταλισμός είναι ένα ολιγαρχικό σύστημα. Όμως, ζει και βασιλεύει επειδή κατάφερε να διαβρώσει και να οικειοποιηθεί τον μηχανισμό της δημοκρατίας». Θεωρείτε ότι ο καπιταλισμός έχει ανάγκη την κοινοβουλευτική δημοκρατία για να αναπαράγεται, ή αυτή είναι μάλλον το προϊόν κοινωνικών αγώνων, δηλαδή μια κατάκτηση η οποία, μέχρι ενός σημείου, κατόρθωσε να περιορίσει τις καταστροφικές δυνάμεις του καπιταλισμού; Θεωρείτε ότι το παράδειγμα της Κίνας διαψεύδει όσους θεωρούν αναγκαίο τον δεσμό μεταξύ καπιταλισμού και λαϊκής συναίνεσης;

 

Όλα τα πολιτικά συστήματα, κι όχι μόνο στην Ευρώπη, εντείνουν διαρκώς τον ολιγαρχικό τους χαρακτήρα. Αυτό εξαρτάται, κυρίως, από την παγκόσμια ενοποίηση του μηχανισμού του ανταγωνισμού. Νικά όποιος καταφέρνει να παράγει μειώνοντας στο έπακρο το κόστος εργασίας. Κι αυτό μπορεί να γίνει εφικτό μόνο με τον περιορισμό της πολιτικής και του συνδικαλισμού. Αυτό ακριβώς συμβαίνει τώρα, μπροστά στα μάτια μας.

 

* Πριν από λίγες εβδομάδες, τόσο ο υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας, όσο και μέλη της ελληνικής κυβέρνησης, επιχειρηματολογούσαν υπέρ της αναγκαιότητας αναβολής των εκλογών, με το σκεπτικό ότι «οι εκλογές κάνουν κακό στην οικονομία και προκαλούν ανησυχία στις αγορές». Επίσης, ο κύριος Σόιμπλε συνέστησε να συγκροτηθεί «μια κυβέρνηση τεχνοκρατών τύπου Μόντι, της οποίας η θητεία καλό θα ήταν να διαρκέσει τουλάχιστον δυο χρόνια». Ποια είναι η έννοια της δημοκρατίας την οποία υποστηρίζουν οι σημερινές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και η Ε.Ε. μέσω των οργάνων της; Βρισκόμαστε σε ένα σημείο όπου οι αγορές, οι Κεντρικές Τράπεζες και το ΔΝΤ μπορούν και αποφασίζουν ακόμα και για την ημερομηνία των εκλογών σε μια ευρωπαϊκή χώρα; Θα ήταν αυτό ένα ακόμα παράδειγμα της «βαναυσότητας της Παλινόρθωσης»;

 

Καταρχάς, ας υπενθυμίσω κάτι το οποίο βρίσκεται ήδη στις απαρχές της ίδρυσης του νεοελληνικού κράτους. Πριν από 180 χρόνια, τον Φεβρουάριο του 1833, στην «ανεξάρτητη», επιτέλους, Ελλάδα «δωρίστηκε» από τη συμμαχία των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων ένας γερμανός (για την ακρίβεια, βαυαρός) βασιλιάς, ο Όθωνας του Βίτελσμπαχ, πλαισιωμένος, καθώς απεστάλη όντας ακόμη ανήλικος, από ένα συμβούλιο αντιβασιλείας επανδρωμένο καθ' ολοκληρίαν από βαυαρούς. Δε γνωρίζω αν η Ανγκέλα Μέρκελ γνωρίζει την τρομερή ιστορία της νεώτερης Ελλάδας. Είμαι όμως βέβαιος ότι το ιστορικό αυτό προηγούμενο θα της άνοιγε μάλλον την όρεξη. Παρότι η Ευρώπη, αρχίζοντας από τους ρωμαίους, χρωστά σχεδόν τα πάντα στους Έλληνες και στον ανυπέρβλητο πολιτισμό τους, στους τομείς της φιλοσοφίας, της επιστήμης, της λογοτεχνίας κ.τ.λ. (αλλά γι' αυτά τα χρέη η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δεν δίνει δεκάρα), ελάχιστοι μεγάλοι λαοί υποχρεώθηκαν να υποστούν, όπως οι Έλληνες στην ιστορία τους, την ασφυκτική πρακτική της «προστασίας» από άλλες δυνάμεις.

Όσο για την ερώτηση που μου κάνατε: Απολύτως ναι. Στα «ανίσχυρα» κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης το αντιπροσωπευτικό, εκλογικό, κοινοβουλευτικό σύστημα, στη μορφή που έλαβε τον 19ο και τον 20ό αιώνα, έχει πια πεθάνει. Ποια πολιτικά συστήματα σχεδιάζονται, δοκιμάζονται και θα το διαδεχθούν μελλοντικά, αυτό είναι ένα ερώτημα που δεν μπορεί κανείς να το απαντήσει ακόμα. Αλλά και μέσα στα «ισχυρά» κράτη, συνεχώς θα περιορίζονται οι πολιτικές δυνάμεις που είναι ικανές να θέτουν υπό αμφισβήτηση ή να αντιπαλεύουν την κυριαρχία του πλούτου. Ο μεγάλος άγνωστος είναι οι διεθνείς συγκρούσεις (μεταξύ ΗΠΑ, Κίνας, Ρωσίας, Ινδίας). Η Ε.Ε. θα υποχρεωθεί, μελλοντικά, να επαναπροσδιορίσει τις αξιώσεις της, κάτι που θα επαναφέρει στο προσκήνιο τις εσωτερικές συγκρούσεις.

 

* Εάν μιλάμε για μια μορφή «περιορισμένης δημοκρατίας» (παρά τη διενέργεια εκλογών, την ύπαρξη πολιτικών κομμάτων κ.τ.λ.), τότε η αριστερά δεν βρίσκεται, θέλοντας και μη, σε μια θέση άμυνας, όπου θα οφείλει να προασπίζει όχι μόνο τα εργασιακά δικαιώματα, το κράτος πρόνοιας, αλλά και την ίδια την πολιτειακή μορφή, δηλαδή την «τυπική», «αστική» δημοκρατία;

 

Η λέξη «αριστερά» δεν έχει πια νόημα, τουλάχιστον στην Ιταλία. Προς το παρόν, αυτό που βλέπω μπροστά μου είναι η «union sacrιe», όπως το 1914...3

Π.-Ι. Στ.

1. Luciano Canfora, Analogia e storia. L' uso politico dei paradigmi storici, Laterza, Μπάρι-Ρώμη 1982.

2. Λ. Κάνφορα, Η Δημοκρατία. Ιστορία μιας ιδεολογίας, Μεταίχμιο, Αθήνα 2009.

3. Με αυτό το όνομα έμεινε στην ιστορία η μονομερής «ανακωχή» που κήρυξαν τα περισσότερα ευρωπαϊκά σοσιαλιστικά κόμματα, ιδίως το γαλλικό, τις παραμονές του Α' παγκοσμίου πολέμου: περιλάμβανε παύση των απεργιών, των διαδηλώσεων και των κοινωνικών διεκδικήσεων. Κατέληξε στην ψήφιση, εκ μέρους της πλειοψηφίας αυτών των κομμάτων, της εισόδου των εθνικών κρατών τους στον πόλεμο.

ΠΗΓΗ: εφημ. ΑΥΓΗ, 1-4-2012


Βερολίνο 1928: Χίτλερ, ένας «κλόουν» που τον αποθεώνουν τα πλήθη

alt


Ντιέγκο Ριβέρα, Παναμερικάνικη ενότητα, 1940 (απόσπασμα).

Ο Χίτλερ, ο Μουσολίνι και ο Στάλιν εικονίζονται μέσα σε ένα αεριώδες δέντρο. Από εκεί βγαίνει το οπλισμένο χέρι του φασισμού, το οποίο προσπαθεί να το συγκρατήσει η ανθρωπότητα. Ο Στάλιν κρατά ένα μαχαίρι και μια αξίνα, βαμμένη κόκκινη -- αλληγορία για τη δολοφονία του Τρότσκι. Ο Χίτλερ δείχνει τον Στάλιν για να δικαιολογήσει την εξαπόλυση της ναζιστικής βαρβαρότητας, ενώ ο «πρακτικός» Μουσολίνι κρατά ένα μπαλτά. Κάτω από τον Στάλιν διασταυρώνονται οι λέξεις GPU και Gestapo. O Τσάρλι Τσάπλιν εμφανίζεται πάνω από έναν πεσμένο στρατιώτη -- αναφορά στον «Μεγάλο Δικτάτορα». Αριστερά, κάτω από τη σβάστικα ο Χίμλερ, στον οποίο έχουν δοθεί όμως και γνωρίσματα αμερικανού ανθρώπου των μήντια.


Τις επόμενες μέρες κυκλοφορεί ο πέμπτος τόμος του περιοδικού Μαρξιστική Σκέψη, με ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον αφιέρωμα στον φασισμό. Προδημοσιεύουμε αποσπάσματα από το κείμενο του μεγάλου μεξικανού ζωγράφου Ντιέγκο Ριβέρα (περιέχεται στο My Art, my Life: an autobiography, Dover 1991), που αναφέρεται στην επίσκεψή του στο Βερολίνο του 1928 και τη «γνωριμία» του με τον Χίτλερ.

 

του Ντιεγκο Ριβερα

Μια επιδημία τρέλας είχε εξαπλωθεί στη χώρα. Την αισθάνθηκα σε δύο ξεχωριστές, φαινομενικά άσχετες περιπτώσεις.

Μια νύχτα ο Μίντσενμπεργκ, μερικοί άλλοι φίλοι και εγώ μεταμφιεστήκαμε και, με πλαστά πιστοποιητικά, παρακολουθήσαμε την πιο εκπληκτική τελετή που έχω δει ποτέ. Πραγματοποιήθηκε στο δάσος του Γκρούνβαλντ, κοντά στο Βερολίνο.

Πίσω από μια συστάδα δέντρων, στη μέση του δάσους, εμφανίστηκε μια παράξενη πομπή. Οι πορευόμενοι άνδρες και γυναίκες φορούσαν λευκούς χιτώνες και στεφάνια από ιξό, το τελετουργικό φυτό των δρυίδων. Στα χέρια τους κρατούσαν πράσινα κλαδιά. Ο ρυθμός τους ήταν αργός και τελετουργικός. Πίσω τους, τέσσερις άνδρες μετέφεραν έναν αρχαϊκό θρόνο στον οποίο καθόταν ένας άνθρωπος που αναπαριστούσε το θεό του πολέμου, τον Βόταν. Ο άνθρωπος αυτός δεν ήταν άλλος από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τον Πάουλ φον Χίντεμπουργκ! Ντυμένος με αρχαία ενδυμασία, ο Χίντεμπουργκ ύψωσε μια λόγχη στην οποία ήταν χαραγμένα δήθεν μαγικά γράμματα του ρουνικού αλφάβητου. Το κοινό, εξήγησε ο Μίντσενμπεργκ, εκλάμβανε τον Χίντεμπουργκ ως μετενσάρκωση του Βόταν. Πίσω από τον Χίντεμπουργκ εμφανίστηκε ένας άλλος θρόνος, τον οποίο κατείχε ο Στρατάρχης Λούντεντορφ, ο οποίος εκπροσωπούσε τον θεό του κεραυνού, Τορ. Πίσω από τον «θεό» συνωστιζόταν ένας συρμός πιστών που αποτελούνταν από διακεκριμένους χημικούς, μαθηματικούς, βιολόγους, φυσικούς και φιλοσόφους. Όλα τα πεδία της γερμανικής «κουλτούρας» εκπροσωπήθηκε στο Γκρούνβαλντ εκείνο το βράδυ.

Η πομπή σταμάτησε, και άρχισε η τελετή. Για αρκετές ώρες, η ελίτ του Βερολίνου τραγουδούσε και κραύγαζε προσευχές και τελετές από το βαρβαρικό παρελθόν της Γερμανίας. Εδώ ήταν η απόδειξη, αν κάποιος τη χρειάζεται, της αποτυχίας δύο χιλιάδων ετών ρωμαϊκού, ελληνικού και ευρωπαϊκού πολιτισμού. Δυσκολευόμουν να πιστέψω ότι αυτά που έβλεπα συνέβαιναν μπροστά στα μάτια μου.

Κανείς ανάμεσα στους γερμανούς αριστερούς φίλους μου δεν μπορούσε να μου δώσει κάποια ικανοποιητική εξήγηση για την παράξενη αυτή διαδικασία. Αντ' αυτού, προσπάθησαν να ξεμπερδέψουν κοροϊδευτικά, αποκαλώντας τους συμμετέχοντες «τρελούς». Ως σήμερα, προβληματίζομαι με τη συλλογική τους έλλειψη αντίληψης. Ενθυμούμενος αυτό το όργιο στεγνής μέθης και ντελίριου, στάθηκε αδύνατο να φανταστώ και τον ελάχιστα ευαίσθητο θεατή να αντιπαρέρχεται ό,τι είχα δει μόνο ως μια ακίνδυνη μασκαράτα.

Λίγες μέρες αργότερα, είδα τον Αδόλφο Χίτλερ να απευθύνεται σε μια μαζική συγκέντρωση στο Βερολίνο, δίπλα σε ένα κτίριο τόσο τεράστιο που καταλάμβανε το σύνολο του οικοδομικού τετραγώνου, τα κεντρικά γραφεία του Γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Ένα προσωρινό ενιαίο μέτωπο ήταν τότε σε ισχύ ανάμεσα στους ναζί και τους κομμουνιστές, ενάντια στους διεφθαρμένους ρεφορμιστές και τους σοσιαλδημοκράτες.

Η πλατεία ήταν κυριολεκτικά πλημμυρισμένη με 25-30.000 κομμουνιστές εργάτες. Ο Χίτλερ ήρθε με συνοδεία περίπου χιλίων ανδρών. Διέσχισαν την πλατεία και σταμάτησαν κάτω από ένα παράθυρο, από το οποίο παρακολουθούσαν οι ηγέτες του Κομμουνιστικού Κόμματος. Ήμουν μεταξύ τους, έχοντας προσκληθεί από τον Μίντσενμπεργκ, που βρισκόταν στα δεξιά μου. Στα αριστερά μου στάθηκε ο Τέλμαν, γενικός γραμματέας του Κόμματος. Ο Μίντσενμπεργκ εξηγούσε τα σχόλιά μου στον Τέλμαν, και μετέφραζε την ομιλία του Χίτλερ σε μένα.

Οι κομμουνιστές φίλοι μου έκαναν κοροϊδευτικές παρατηρήσεις για τον «αστείο ανθρωπάκο» που επρόκειτο να εκφωνήσει τον λόγο στη συγκέντρωση, και θεωρούσαν εκείνους που τον θεωρούσαν απειλή δειλούς ή ανόητους.

Καθώς ετοιμαζόταν να μιλήσει, ο Χίτλερ ορθώθηκε άκαμπτα, σαν να περίμενε να διογκωθεί και να γεμίσει το μεγάλο αγγλικό στρατιωτικό αδιάβροχό του ώστε να μοιάζει με γίγαντα. Στη συνέχεια, έκανε ένα νεύμα για να επικρατήσει σιωπή. Μερικοί κομμουνιστές εργαζόμενοι τον αποδοκίμασαν, αλλά μετά από λίγα λεπτά όλο το πλήθος σώπασε απολύτως.

Καθώς ζεστάθηκε, ο Χίτλερ άρχισε να ουρλιάζει και να κουνά τα χέρια του σαν επιληπτικός. Κάτι σ' αυτόν ανατάραξε, φαίνεται, το βάθος της ψυχής των ομοεθνών του, γιατί μετά από λίγο ένιωσα ένα περίεργο μαγνητικό ρεύμα μεταξύ αυτού και του πλήθους. Ήταν τόσο βαθύ που, όταν τελείωσε, έπειτα από δύο ώρες ομιλίας, επικράτησε μια στιγμή πλήρους σιγής. Ούτε καν οι ομάδες της κομμουνιστικής νεολαίας, που είχαν εντολή να τον γιουχάρουν, δεν το έκαναν. Και τότε, η σιωπή έδωσε τη θέση της σε ένα τεράστιο, εκκωφαντικό χειροκρότημα από όλη την πλατεία.

Καθώς έφευγε, οι οπαδοί του Χίτλερ έκλεισαν τις γραμμές γύρω του με όλα τα σημάδια της αφοσιωμένης πίστης. Ο Τέλμαν και ο Μίντσενμπεργκ γελούσαν σαν σχολιαρόπαιδα. Όσο για μένα, ήμουν τόσο χαμένος και προβληματισμένος, όπως όταν είχα δει το παρακμιακό τελετουργικό λίγες μέρες πριν στο Γκρούνβαλντ. Δεν μπορούσα να δω τίποτα για να γελάσω. Αισθάνθηκα πραγματικά βουτηγμένος στη θλίψη.

Ο Μίντσενμπεργκ, ρίχνοντας μια ματιά σε μένα, ρώτησε: «Ντιέγκο, τι τρέχει με σένα;».

«Αυτό που τρέχει», του είπα, «είναι ότι με κατακλύζει ένα προαίσθημα. Το προαίσθημα ότι, αν οι ένοπλοι κομμουνιστές άφηναν σήμερα στον Χίτλερ να φύγει ζωντανός, θα μπορούσε να ζήσει για να κόψει τα κεφάλια και των δυο συντρόφων μου σε λίγα χρόνια».

Ο Τέλμαν και ο Μίντσενμπεργκ γέλασαν δυνατά. Ο Μίντσενμπεργκ με επαίνεσε για τη ζωηρή φαντασία που είχα ως καλλιτέχνης.

«Θα πρέπει να αστειεύεσαι», είπε. «Δεν άκουσες τον Χίτλερ να μιλά; Δεν κατάλαβες, από όσα σου μετέφραζα, τι ανοησίες έλεγε;».

Του απάντησα: «Μα αυτές οι ανοησίες γεμίζουν επίσης στα κεφάλια των ακροατών, αλαλιασμένων από την πείνα και το φόβο. Ο Χίτλερ τους υπόσχεται μια αλλαγή, οικονομική, πολιτική, πολιτιστική και επιστημονική. Λοιπόν, θέλουν αλλαγές, και μπορεί να είναι σε θέση να κάνουν ακριβώς ό,τι λέει, αφού έχει όλα το καπιταλιστικό χρήμα πίσω του. Μ' αυτό μπορεί να δώσει τροφή στους πεινασμένους Γερμανούς εργάτες, να τους πείσει να πάνε με το μέρος του και να στραφούν ενάντια σε εμάς. Επιτρέψτε μου να τον πυροβολήσω εγώ τουλάχιστον. Θα αναλάβω την ευθύνη. Είναι ακόμα εντός εμβέλειας».

Μα αυτά τα λόγια μου έκαναν τους γερμανούς συντρόφους να ξεσπάσουν σε ακόμα δυνατότερα γέλια. Αφού ξεράθηκε στο γέλιο, ο Τέλμαν είπε: «Φυσικά, είναι καλύτερα να έχεις κάποιον πάντα έτοιμο να βγάλει από τη μέση τον κλόουν. Μην ανησυχείτε, όμως. Σε λίγους μήνες θα έχει τελειώσει, και τότε θα είμαστε σε θέση να πάρουμε την εξουσία».

Αυτό μου προκάλεσε μονάχα ακόμα μεγαλύτερη θλίψη, και εξέφρασα ξανά τους φόβους μου. Τώρα πια όμως ο Μίντσενμπεργκ δεν χαμογελούσε. Είχε παρακολουθήσει τον Χίτλερ, που βρισκόταν σχεδόν στην άλλη άκρη της πλατείας. Παρατήρησε ότι ο κόσμος τον χειροκροτούσε ακόμα. Πριν φύγει από την πλατεία, ο Χίτλερ έκανε το ναζιστικό χαιρετισμό. Αντί για αποδοκιμασίες, το χειροκρότημα γιγαντώθηκε. Ήταν σαφές ότι ο Χίτλερ είχε κερδίσει πολλούς οπαδούς ανάμεσα στους αριστερούς εργαζόμενους. Ο Μίντσενμπεργκ ξαφνικά έγινε χλωμός κι έπιασε το χέρι μου.

Ο Τέλμαν κοίταξε έκπληκτος και τους δύο μας. Χαμογέλασε αδύναμα και χάιδεψε το κεφάλι μου. Στα ρώσικα, που ακούγονταν βαριά με τη γερμανική προφορά του, είπε, «Νιτσεβό, νιτσεβό» (Δεν είναι τίποτα, απολύτως τίποτα).

Η τρελή φαντασία του καλλιτέχνη επιβεβαιώθηκε αργότερα πικρά. Τόσο ο Τέλμαν όσο και ο φίλος μου Μίντσενμπεργκ ήταν ανάμεσα στα εκατομμύρια των ανθρώπων που θανατώθηκαν από τον «κλόουν» που είχα παρακολουθήσει στην πλατεία εκείνη την ημέρα.

μετάφραση: Χρήστος Κεφαλής

ΠΗΓΗ: εφημ. Αυγη, 18-3-2012



Τσβετάν Τοντόροφ: ένας σύγχρονος διαφωτιστής

Κριτήριο της αυτονομίας ο ορθός λόγος

του Γ. Σιακαντάρη

alt

«Χρειάζεται άραγε... υπεράσπιση ο Διαφωτισμός σήμερα;» θα μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς. Κάποιος άλλος θα έλεγε «μα μετά το Αουσβιτς, υπάρχουν επιχειρήματα υπέρ του Διαφωτισμού;». Κάποιος τρίτος μπορεί να πει «μα ποιον απασχολεί ή ποιον θα έπρεπε να απασχολεί ο Διαφωτισμός σε μια εποχή που αμφισβητούνται οι μεγάλες κατακτήσεις της κοινωνικής Ευρώπης;». Ή πάλι «μπορούν τα προτάγματα του Διαφωτισμού να βοηθήσουν κανέναν στον σημερινό ιδιαίτερα πολύπλοκο κόσμο;». Πιστεύω πως ο Τσβετάν Τοντόροφ αυτές τις αντιρρήσεις θα άκουγε και αποφάσισε να γράψει αυτό το σύντομο, αλλά περιεκτικό και υπερπολύτιμο δοκίμιο.

Πασίγνωστος κριτικός της λογοτεχνίας, ιστορικός και φιλόσοφος, ο Τσβετάν Τοντόροφ εγκατέλειψε τη Βουλγαρία το 1963 σε ηλικία 24 ετών και εγκαταστάθηκε στη Γαλλία. Γνώριζε ως νέος και φοιτητής τι σημαίνει να σου στερούν τη δυνατότητα να ζεις ως αυτόνομο και ελεύθερο άτομο και αυτή τη γνώση και εμπειρία τη μετέφερε στη νέα του πατρίδα, τη Γαλλία, μετατρέποντας την σε βασικό μοτίβο της σκέψης και της γραφής του. Ο συγγραφέας δεν είναι Γάλλος «βουλγαρικής καταγωγής», αλλά Βούλγαρος που βίωσε τον ολοκληρωτισμό στην πράξη και καταφεύγοντας στη Γαλλία γνώρισε τι σημαίνει να ζει κανείς σε μια αστική δημοκρατία.

Ευρωπαίος ανθρωπιστής και σύγχρονος διαφωτιστής, ο Τοντόροφ ξεκινάει την υπεράσπιση του Διαφωτισμού με την υπενθύμιση της προτεραιότητας στην αυτονομία του ελεύθερου από εξωτερικούς καταναγκασμούς και υπερφυσικές αυθεντίες ατόμου. Το πρώτο μέσο γι' αυτή τη χειραφέτηση είναι η κατάκτηση της αυτόνομης γνώσης. Ο Διαφωτισμός δεν ανέδειξε τη γνώση ως μέσο κυριαρχίας επί του ανθρώπου, αλλά ως μέσο για την κατάκτηση της αυτονομίας και ανεξαρτησίας του. Αυτό σημαίνει πως από εδώ και στο εξής καμία πολιτική ή υπερφυσική αυθεντία δεν θα είναι πάνω από το άτομο, αφού κριτής όλων γίνεται ο ορθός λόγος. Στις ευλογοφανείς ενστάσεις εκείνων που υποστηρίζουν πως η ανάδειξη του ορθού λόγου ως κριτηρίου της ανθρώπινης αυτονομίας αποξενώνει τον άνθρωπο από τα πάθη του, ο συγγραφέας ανταπαντά πως «ο ορθός λόγος αντιτίθεται στην πίστη και όχι στα πάθη».

Μέσα απ' αυτούς τους δρόμους οδηγούμαστε στις δυο βασικές αρχές του Διαφωτισμού, στην αρχή της λαϊκής κυριαρχίας, σύμφωνα με την οποία πηγή κάθε εξουσίας είναι ο λαός, και στην αρχή της ατομικής ελευθερίας απέναντι σε κάθε είδους εξουσία. Το πνεύμα του Διαφωτισμού δεν ανάγεται μόνο στο αίτημα της αυτονομίας, έχει και τους δικούς του κανόνες. Ο πρώτος αφορά τον τελικό σκοπό των ανθρώπινων ενεργειών, ο οποίος είναι η απελευθέρωση του ανθρώπου και όχι η υποταγή στον Θεό. Η ευτυχία και όχι η σωτηρία είναι ο σκοπός της ζωής. Ο δεύτερος είναι η αναγνώριση του γεγονότος πως όλοι οι άνθρωποι από την ίδια τους τη φύση κατέχουν ίσα, αναπαλλοτρίωτα δικαιώματα.

Το πρόγραμμα του Διαφωτισμού έχει πέντε θεμελιώδεις πλευρές όπως σημειώνει ο συγγραφέας. Η πρώτη αφορά την αυτονομία. Ο Διαφωτισμός αντιτάχθηκε σ' όσους διακήρυσσαν πως η εξουσία προέρχεται από τον Θεό και γι' αυτό δεν μπορεί να μεταβιβαστεί, παρά μόνο να ανατεθεί. Για τους διαφωτιστές η αυτονομία των ατόμων σηματοδοτούσε την ελευθερία των λαών να επιλέξουν τους κυβερνήτες τους. Η δεύτερη είναι η εκκοσμίκευση. Η ιστορία της νεωτερικότητας είναι η ιστορία της διεύρυνσης της ατομικής ελευθερίας και της ενίσχυσης του διαχωρισμού μεταξύ των πολιτειακών και των εκκλησιαστικών θεσμών. Η τρίτη αφορά την αλήθεια ως συστατικό στοιχείο της απαιτούμενης διαπαιδαγώγησης. Εδώ διακρίνει την αλήθεια από τη σχέση του καλού με το κακό. Η τέταρτη αφορά την αρχή του κριτηρίου του ανθρωπισμού ως μονάδα μέτρησης του χαρακτήρα των εξουσιών και, τέλος, η πέμπτη αφορά την οικουμενικότητα. Σ' αυτήν διακρίνει την οικουμενική διάσταση της προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων.


alt



Το σύντομο δοκίμιο ολοκληρώνεται με το κεφάλαιο «Ευρώπη και Διαφωτισμός». Κεφάλαιο που αξίζει να διαβάσουν όσοι είναι υποστηρικτές των θεωριών περί κανονικών και μη κανονικών, αποσυνάγωγων λαών της Ευρώπης. Εδώ επισημαίνει πως για τους διαφωτιστές ευρωπαϊκή ενότητα δεν σήμαινε ισοπέδωση πολιτισμών και χαρακτήρων αλλά πολλαπλότητα υπό έναν παρονομαστή, την ανθρώπινη ελευθερία, ισότητα και κοινωνική δικαιοσύνη. Είναι εμφανές νομίζω πως αυτά που σήμερα το μπλοκ εξουσίας Μέρκελ - Σαρκοζί προτείνει ως ευρωπαϊκές λύσεις καμία σχέση δεν έχουν με την αντίληψη του Διαφωτισμού για την Ευρώπη.

Απορρίψεις και στρεβλώσεις

Ο Τοντόροφ διευκρινίζει τις βασικές αρχές του Διαφωτισμού αλλά εξετάζει και τις «απορρίψεις και τις στρεβλώσεις» του. Εδώ με ιδιαίτερα οξύ, αλλά δίκαιο τρόπο αναφέρει πως οι επικριτές του ερμηνεύουν τις αρχές του διαστρεβλώνοντας το πνεύμα του. Ετσι, δείχνει πως αυτό που ορισμένοι αντιλαμβάνονται ως αντίληψη του Διαφωτισμού για την πρόοδο, την οικουμενικότητα των αξιών, τη σημασία του ορθού λόγου και της επιστήμης, την καθολική αποδοχή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δεν έχει σχέση με τον Διαφωτισμό, αλλά με μια καρικατούρα του. Θα πρόσθετα πως αυτό που οι αρνητές του αποδομούν και αρνούνται από μια συντηρητική και εσωστρεφή οπτική είναι αυτό που ο Διαφωτισμός είχε απορρίψει ήδη μέσα από τη ματιά του προοδευτικού και οικουμενικού ανθρωπισμού.

ΠΗΓΗ: εφημ.ΤΑ ΝΕΑ, 31-3-2012

Πριν από την Πρωταπριλιά

του Κώστα Γεωργουσόπουλου

Αύριο είναι η καθιερωμένη μέρα του ψεύδους. Εθιμο ή υποκρισία; Ή και τα δύο; αφού έχει γίνει πλέον εθιμική η υποκρισία μας. Δηλαδή, αφού γνωρίζουμε πως ένα ολόκληρο έτος και έναν ολόκληρο αιώνα ζούμε μέσα στο ψεύδος, στην αυταπάτη, στην ψευδαίσθηση, καμωνόμαστε πως όλο τον καιρό αληθεύουμε και έτσι για να σπάσουμε την ανία της αληθινής μας ζωής μια μέρα διασκεδάζουμε λέγοντας ψέματα.

Τι θα λέγατε αν αποφασίζαμε να καθιερώσουμε την 31 Μαρτίου ή τη 2 Απριλίου ημέρες αλήθειας; Τότε πιθανόν θα αντιλαμβανόμαστε πως όλο τον καιρό ψευδόμαστε και θα ήταν αποκαλυπτικό (και λυτρωτικό;) να συνειδητοποιήσουμε πως η αλήθεια σπανίζει σ' αυτόν τον τόπο.

Ας κοιτάξουμε κατάματα την πραγματικότητα και ας αποκριθούμε σε κάποια ερωτήματα με κριτήριο κατά πόσο αληθεύουν και τα αποκρύπτουμε.

Είναι αλήθεια ή όχι ότι η εκπαίδευση όλων των επιπέδων νοσεί; Δεν είναι βέβαια αλήθεια πως όλοι οι δάσκαλοι δεν κάνουν τη δουλειά τους. Αντίθετα, όσοι την κάνουν, είναι αλήθεια πως υποφέρουν και από τις παράλογες απαιτήσεις του εξετασιοκεντρικού συστήματος και από τις πιέσεις των γονέων και από την αμέθοδη ύλη, και κυρίως από την τυραννική και σχεδόν φασιστική επιβολή υποχρεωτικά του ενός κρατικού εγχειριδίου, της μιας αλήθειας και της μονόπλευρης άποψης. Αν υπήρχαν άλλα δύο εγχειρίδια Ιστορίας παράλληλα με το διαβόητο της κυρίας Ρεπούση, δεν θα χρειαζόταν να γίνει ό,τι έγινε. Η αλήθεια, και η ιστορική, αναδεικνύεται με την αντιπαράθεση επιχειρημάτων και βασίζεται σε ντοκουμέντα και κρίνεται από δασκάλους και μαθητές η ερμηνεία τους.

Είναι αλήθεια ή όχι πως τουλάχιστον όσοι διδάσκουν στα γυμνάσια και τα λύκεια φιλολογικά μαθήματα κατέχοντας πτυχία διαφορετικής επιστημονικής ύλης (κλασικοί φιλόλογοι, ιστορικοί, αρχαιολόγοι, νεοελληνιστές, ψυχολόγοι, φιλόσοφοι, παιδαγωγοί) καλούνται ως «πολυδύναμοι» δάσκαλοι να διδάξουν Ομηρο, «Ερωτόκριτο», Μυκηναϊκό Πολιτισμό, Αλή Πασά, Μικρασιατική Καταστροφή, Παλαμά, Εγγονόπουλο, Σαίξπηρ, Καμπανέλλη, Ψυχολογία, Λογική, Πλάτωνα, Καντ κ.λπ.;

Είναι αλήθεια ή όχι πως στον τόπο αυτόν ο καθείς είναι ό,τι δηλώσει; (Αλλο ψέμα η βεβαιότητα πως η διαπίστωση αυτή έγινε από τον Τσαρούχη, απλώς ο δαιμόνιος εκείνος άνθρωπος επανέλαβε τη ρήση του Τίμου Μωραϊτίνη.)

Είναι αλήθεια ή όχι ότι έχει να αξιολογηθεί εκπαιδευτικός από το 1981; Οσες απόπειρες έγιναν από κάποιους υπουργούς (ανάμεσά τους ο Απόστολος Κακλαμάνης πρώτος) προσέκρουσαν πάνω στην άρνηση, την αντίδραση και τη συνδικαλιστική τυραννίδα μιας δυναμικής μειοψηφίας.

Είναι αλήθεια ή όχι πως ακόμα και σε σχολεία που υπάρχουν γνώστες, ειδικευμένοι και φιλότιμοι εκπαιδευτικοί, οι μαθητές σύσσωμοι οδηγούνται στα φροντιστήρια, τα οποία ψευδώς θεωρούνται ότι κατέχουν το κοκαλάκι της νυχτερίδας για την επιτυχία; Το 95% των μαθητών που προσέρχονται στις Πανελλαδικές Εξετάσεις είναι τρόφιμοι των φροντιστηρίων. Κανένας, όμως, ούτε τα ΜΜΕ, δεν χρεώνει στα φροντιστήρια τους χιλιάδες πελάτες τους που τα μοσχοπλήρωσαν και εισέπραξαν 4 και 5.

Ας αλλάξουμε αλήθεια. Πόσοι από τους βουλευτές που καλούνται να διαβάσουν τα διάφορα μνημόνια, συμβάσεις, δάνεια, τεχνικές διαδικασίες, νομικές φόρμουλες, φορολογικά συστήματα, αναλογιστικές μελέτες (και αναφέρομαι σ' αυτούς που τα διαβάζουν και όχι σε όσους δηλώνουν ευθαρσώς πως δεν τα διαβάζουν) καταλαβαίνουν τι διαβάζουν, με δεδομένο πως οι ποικίλες «γλώσσες» που κυκλοφορούν στις επιστήμες απαιτούν ειδικούς, που και αυτοί χρειάζονται σεμινάρια για να συλλάβουν τεχνικούς όρους και παγίδες που δεσμεύουν για χρόνια λαούς και άτομα. Βλέπω συχνά ρήτορες (αν και η λέξη δεν έχει βέβαια να κάνει με την ανάγνωση κειμένου) να προσπαθούν να αναγνώσουν ό,τι τους έχουν γράψει και να μην καταλαβαίνουν τι διαβάζουν - αφήνω τα άθλια συχνά ελληνικά των ελλήνων βουλευτών, αλλά και των νόμων.

Είναι αλήθεια ή όχι πως οι περισσότεροι πτυχιούχοι πολλών πανεπιστημιακών σχολών και ΤΕΙ δεν είχαν διανοηθεί ποτέ ότι θα σπουδάσουν ό,τι τους υποχρέωσε το εξεταστικό σύστημα με τους σταυρούς προτίμησης να παρακολουθήσουν; Εφηβος που επιθυμούσε να γίνει αρχαιολόγος πήρε πτυχίο ιχθυοκαλλιέργειας. Αλλος που ήθελε να ασχοληθεί με τη βυζαντινή ιστορία σπούδασε ξενοδοχειακές επιχειρήσεις.

Είναι αλήθεια ή όχι πως οι περισσότεροι πτυχιούχοι Ελληνες μετά τη Μεταπολίτευση, που ίσχυσαν τα διάφορα συστήματα επιλογής, δεν ασκούν το επάγγελμα που ονειρεύτηκαν;

Απόδειξη πως υπάρχουν πτυχιούχοι πολιτικοί μηχανικοί, γιατροί εν ενεργεία, αρχαιολόγοι, που διεκδίκησαν και πέτυχαν μια θέση σε θεατρολογικές σχολές γιατί ενώ επιθυμούσαν αυτές τις σπουδές πέτυχαν αλλού ή δεν είχαν ιδρυθεί ακόμη θεατρολογικά τμήματα στη γενέθλια γη του θεάτρου!
Ετσι, όταν ιδρύθηκαν, οι καθηγητές που επελέγησαν προέρχονταν από τη Φιλολογία, την Ιστορία, τη Θεολογία, τη Νομική και το... Πολυτεχνείο!

Και τέλος (λόγω χώρου), είναι αλήθεια ή όχι πως τα σημερινά διδακτορικά πολλών πανεπιστημιακών σχολών είναι συχνά κατώτερα από τις πτυχιακές εργασίες πριν από σαράντα χρόνια; Οπως και τα πτυχία των ΑΕΙ περίπου ισότιμα με τα κλασικά και πρακτικά λύκεια του '60;

ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΑ ΝΕΑ, 31-3-2012