« Τα πρότυπα ομορφιάς αλλάζουν συνέχεια | Οι μεταφυσικές προϋποθέσεις των σύγχρονων φυσικών επιστημών »

Ο Ροΐδης και η πολιτική της ειρωνείας

 

του ΓΙΑΝΝΗ ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ διδ. Νεοελληνικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

Στη μνήμη του Φίλιππου Ηλιού


image Αν η πρόσληψη ενός βιβλίου είναι ένας ασφαλής δείκτης για να εντοπίσουμε τον κοινωνικό αντίκτυπο της γραφής, τότε θα συμφωνήσουμε πως η εμφάνιση της «Πάπισσας Ιωάννας» του Ροΐδη (1866) αποτελεί μια κεντρική στιγμή ιδεολογικής και πολιτισμικής αναμέτρησης, μέσα στα «ρομαντικά χρόνια». Ο αφορισμός, η εισαγγελική παρέμβαση, η κατάσχεση και η λογοκρισία του βιβλίου, καθώς και η άμυνα του Ροΐδη με την απάντησή του στην Ιερά Σύνοδο, τις «Επιστολές ενός Αγρινιώτου» και το «Υπόμνημά» του προς τους εφέτες του Πλημμελειοδικείου συνθέτουν ένα σύνολο συμβάντων και κειμένων που οδηγούν όλα στο ίδιο συμπέρασμα: η «Πάπισσα» δεν ήταν ένα απλό μυθιστόρημα αλλά μια πολιτική αλληγορία, που απειλούσε το επίσημο εθνορομαντικό ιδεολόγημα του «ελληνοχριστιανισμού», μέσα από την «καρναβαλοποίηση» των κυρίαρχων αφηγηματικών και ρητορικών του κωδίκων. Δεν είναι καθόλου τυχαίο, λοιπόν, το γεγονός ότι η δημόσια συζήτηση για την «Πάπισσα» έφερε στο προσκήνιο όλους τους κεντρικούς πρωταγωνιστές της δημόσιας σφαίρας (την Εκκλησία, την Πολιτεία, τον Τύπο, τη λογιοσύνη), με αντιδράσεις πρωτοφανούς έντασης και έκτασης.

Οι όροι που διαλέγει ο Ροΐδης για να εμπλακεί στην αντιπαράθεση, επισημαίνοντας τις αδράνειες και τις αναντιστοιχίες της νεοελληνικής κοινωνίας σε σχέση με την ευρωπαϊκή, είναι συνάρτηση της πολεμικής του απέναντι στην ηγεμονική συμμαχία κράτους και Εκκλησίας· μιας συμμαχίας που καλλιεργούσε συστηματικά την ιδέα για ένα υπερβατικό έθνος με ακμαία χριστιανική πίστη και ιστορική αποστολή ανά τους αιώνες. Αν συμφωνήσουμε, λοιπόν, πως ο «πολιτικός» Ροΐδης είναι απόρροια του «ρητορικού» Ροΐδη, τότε μπορούμε να θεωρήσουμε την Πάπισσα Ιωάννα το πρώτο επεισόδιο ενός ολόκληρου αφηγηματικού προγράμματος που δείχνει ότι ο συγγραφέας είχε πάρει αρκετά σοβαρά το ρόλο του ως αντιρρητικού κοινωνικού αναμορφωτή.

«Αν είναι σωστό, καθώς συμβουλεύει ο Στεντάλ, ότι πρέπει να μπαίνουμε στη ζωή με μια μονομαχία, λίγοι ακολούθησαν τη συμβουλή αυτή τόσο έξυπνα όσο ο Ροΐδης· όχι μονάχα σε ορισμένο άτομο μα σε ολάκερη κοινωνία».1 Η Πάπισσα ήταν η πρώτη πράξη αυτής της μονομαχίας, μιας μονομαχίας που σφράγισε την πολιτική σκέψη του Ροΐδη και, κυρίως, τον ώθησε να εξειδικεύσει τη στρατηγική του μέσα από μια νέα τροπικότητα του λόγου· μια τροπικότητα που θα λειτουργούσε ανοικειωτικά μέσα στο πεδίο της κυρίαρχης ιδεολογίας. Διαμορφώνοντας το λόγο του μέσα από τις συνθήκες της διαρκούς ρήξης, της συνεχούς αντιπαλότητας, της ριζικής άρνησης, ο Ροΐδης, αυτός ο μόνιμος πολιτισμικός αντιρρησίας του 19ου αιώνα,2 υπερέβη τελικά τα όρια των ειδολογικών τυποποιήσεων (λογοτεχνία, κριτική, δοκίμιο, ιστορία, δημοσιογραφία) για να ανακηρύξει τη γραφή του «σε απόλυτο τόπο τέλεσης της αντιθετικής πράξης».3 Ο Ροΐδης είναι ένας μονομάχος της γραφής. Η ρητορική του φαντασία υπαγορεύει και την πολιτική του πρακτική. Και ακριβώς όπως ο λόγος του επαναλαμβάνει μονότροπα το ειρωνικό παιχνίδι της ρητορικής, έτσι και η πολιτική του παραμένει μετέωρη ανάμεσα στην απόσταση που χωρίζει τις επιθυμίες από τις πραγματικότητες της «σημερινής Ελλάδος». Η πολιτική σκέψη του Ροΐδη 4 είναι παράγωγο αυτής της πολιτικής της ειρωνείας.

Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως η γραφή του Ροΐδη έχει ένα σταθερό και μόνιμο ριζοσπαστικό περιεχόμενο. Η αναδρομική ταύτιση της σάτιρας με ένα «προοδευτικό» πολιτικό περιεχόμενο αποτελεί μια αρκετά εξιδανικευμένη εικόνα και για την ιστορία των λογοτεχνικών ειδών αλλά και για την ιστορία των πολιτικών ιδεών.

Η σατιριτική αρθρογραφία του Ροΐδη στον Ασμοδαίο, οι συχνές αντικοινοβουλευτικές του νύξεις στην ταραγμένη περίοδο 1875-1876, οι αριστοκρατικές του απόψεις για την πολιτική ανωριμότητα του λαού και η προσήλωσή του σε έναν μάλλον μαξιμαλιστικό μεγαλοϊδεατισμό είναι εύγλωττα δείγματα για τον τρόπο που ο ίδιος ο συγγραφέας, τουλάχιστον μετά το 1875, εξέφρασε τις πολιτικές του αντιλήψεις.5 Η σκέψη του πολιτικού Ροΐδη δεν είναι μία και ενιαία, και πάντως δεν εξαντλείται στο «φιλοτρικουπισμό του». Η κρίσιμη δεκαπενταετία 1860-1875 στάθηκε καθοριστική όχι μόνο για τις πολιτικές του εμπειρίες αλλά, τελικά, και για τις ιδεολογικές και αισθητικές επιλογές του. Οπως σωστά έχει επισημανθεί, «ο Ροΐδης εμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα ως οπαδός των συντηρητικών εκπροσώπων του γαλλικού ρομαντισμού... και ως κήρυκας των αξιών του επίσημου πολιτικού και ιδεολογικού κώδικα» για να καταλήξει, εκεί γύρω στα 1865, μετά τον αντιδυναστικό αγώνα και την αντιοθωνική εξέγερση, στους κύκλους του ριζοσπαστικού αντι-ρομαντικού διαφωτισμού.6 Η Πάπισσα είναι προϊόν αυτής της στιγμής. Η επαναλαμβανόμενη, όμως, απογοήτευσή του από τη Μεσοβασιλεία, από τη διακυβέρνηση Βούλγαρη, από τον Γεώργιο, και η υπερβολική επένδυσή του στον Τρικούπη, θα επιβεβαιώσει τη διαρκή του διάσταση με το πολιτικό και κοινωνικό περιβάλλον του 19ου αιώνα· διάσταση που εξέθρεψε την πολιτική επιλογή της απαισιοδοξίας αλλά και της διαρκούς αναμονής για τη βελτίωση των πολιτικών πραγμάτων, τον «εξευρωπαϊσμό» της χώρας και την ολοκλήρωση των αστικών πολιτειακών θεσμών. Τα όρια που χωρίζουν τον κριτικό μηδενισμό 7 από τον πολιτικό μεσσιανισμό 8  μερικές φορές δεν είναι μόνο δυσδιάκριτα, είναι συμπληρωματικές όψεις του ίδιου νομίσματος.

Παρ' όλα αυτά δεν θα πρέπει να αποδώσουμε την πολιτική συμπεριφορά του Ροΐδη σε μια μορφή αντιδραστικού ανορθολογισμού. Από μια πιο μακροσκοπική ματιά, θα λέγαμε ότι η πολιτική στάση του Ροΐδη διαμορφώνεται μέσα από τρεις κεντρικές ιδεολογικές παραμέτρους της εποχής, που τις συναντάμε πολύ συχνά μέσα στον κριτικό λόγο των διανοητικών και κοινωνικών ελίτ του 19ου αιώνα: α) την ανάγκη εδραίωσης σύγχρονων αστικών δημοκρατικών θεσμών στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος, ιδίως μετά τον απόηχο του «ευρωπαϊκού 1848» 9, που φέρνει στην επικαιρότητα τις ατομικές και συνταγματικές ελευθερίες, τον επιστημονικό ορθολογισμό και την αποστροφή στο θεοκρατικό και φεουδαρχικό πνεύμα, β) «το ζήτημα της πολιτισμικής αναντιστοιχίας ανάμεσα στην ελληνική και τις ευρωπαϊκές κοινωνίες», και, άρα, την ανάγκη επέκτασης του Διαφωτισμού 10 και του «εξευρωπαϊσμού», γ) την εθνική αναγκαιότητα της ολοκλήρωσης του πρότυπου ελληνικού βασιλείου μέσα στην προοπτική της Μεγάλης Ιδέας. Από αυτή την άποψη, ο Ροΐδης δεν αποτελεί εξαίρεση ούτε εμφανίζει ξεχωριστό ενδιαφέρον στην ιστορία των πολιτικών ιδεών του 19ου αιώνα. Εγγράφεται και αυτός μέσα σε εκείνο το ρεύμα της λογιοσύνης, που δοκιμάζει τα πολιτικά της οράματα αλλά και τις εμμονές της γύρω από τον άξονα του «αστικού εκσυγχρονισμού». Δεν χρειάζεται να τον χρεώσουμε ούτε στις ηττημένες πρωτοπορίες ούτε, βέβαια, στον αντικοινοβουλευτικό συντηρητισμό της ριζοσπαστικής δεξιάς.11 Μας αρκεί ίσως το πορτρέτο του, έτσι όπως το φιλοτέχνησε ο Κλέων Παράσχος: «Υλιστής ώς το κόκαλο, ρεαλιστής ανοιχτομάτης, τόσο που να καταντά κυνικός, σκεπτικός για όλους και για όλα».12 Ενας μόνιμος «σχολιαστής» της σύγχρονης πραγματικότητας, που «βάζει σωστά το πολιτικό θέμα στην κρίσιμη στιγμή»13, στο μέτρο και στο βαθμό που του επιτρέπουν οι πιέσεις των δημοσιογραφικών του ενασχολήσεων, αλλά και το ρίσκο της μονομαχίας απέναντι σε μια ολόκληρη κοινωνία. Ο Ροΐδης μιλούσε με την «ενοχλητική» φωνή του διαφωτιστικού σκεπτικισμού, την ώρα που ο Διαφωτισμός γνώριζε την ανάσχεσή του. Αυτή ακριβώς η παραφωνία του -ή μήπως η μονοτονία του;- υπαγόρευσε, σε μεγάλο βαθμό, τη θέση του μέσα στο 19ο αιώνα, και κατέστησε δυνατή την επικαιρότητά του μέσα στον 20ό. Επικεντρώνοντας το βλέμμα του ανατόμου πάνω στο διχασμένο σώμα της νεοελληνικής κοινωνίας και ιδεολογίας, παρατηρούσε, ήδη από το 1879, τα συμπτώματα που διαμόρφωσαν το σκληρό πυρήνα του συντηρητισμού: «Ο εσωτερικός ούτος διχασμός επέτρεψεν εις ημάς, και μόνους ημάς, να συνταυτίσωμεν την αποστολήν του κράτους και της εκκλησίας απαιτούντες μεν παρ' αυτής να οδηγήση τας υμετέρας ψυχάς εις ουρανόν, προ πάντων όμως ημάς αυτούς εις την ποθητήν πρωτεύουσαν του Ελληνισμού».14 Πέρα από τους επετειακούς λόγους και τα φιλολογικά μνημόσυνα, ο Ροΐδης εξακολουθεί να προκαλεί «ημάς αυτούς» για τα πολιτικά διακυβεύματα της γραφής του.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Κλέων Β. Παράσχος Εμμανουήλ Ροΐδης. Η ζωή, το έργο, η εποχή του, τόμ. Α', Αθήνα, 1942, σ. 59.
2. Δημ. Δημηρούλης, «Το δίχτυ της γραφής και ο υμένας του ύφους», στο: Δημ. Δημηρούλης (επιμ.), Εμμανουήλ Ροΐδης, Αφηγηματικά κείμενα, Ιδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα, 1995, σ. 17-21.
3. Δημ. Δημηρούλης, «Το δίχτυ της γραφής...», ό.π., σ. 19. Για την πολιτική σημασία του ύφους του Ροΐδη βλ. τις καίριες παρατηρήσεις του Διονύση Καψάλη, «Ούτως ειπείν: ο τροπικός του Ροΐδη», Χάρτης 16 (1985) 388-402.
4. Για ένα γενικό αλλά κατατοπιστικό σχεδιάγραμμα της πολιτικής σάτιρας του Ροΐδη βλ. Αλκης Αγγέλου, «Εμμανουήλ Ροΐδης» στο Σάτιρα και Πολιτική στη Νεώτερη Ελλάδα, Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, Σχολή Μωραΐτη, Αθήνα 1991 (=1979), σ. 128-153.
5. Βλ. σχετικά Λίνα Λούβη, Περιγέλωτος Βασίλειον. Οι σατιρικές εφημερίδες και το εθνικό ζήτημα (1875-1886), «Εστία», Αθήνα, 2002, σ. 52-56.
6. Αθηνά Γεωργαντά, Εμμανουήλ Ροΐδης. Η πορεία προς την Πάπισσα Ιωάννα, «Ιστός», Αθήνα, 1993, σ. 282.
7. Δημ. Δημηρούλης, «Το δίχτυ της γραφής...», ό.π. σ. 23.
8. Αλκης Αγγέλου, «Εμμανουήλ Ροΐδης», στο «Σάτιρα και Πολιτική», ό.π., σ. 147.
9. Ο Τάσος Βουρνάς έχει εξετάσει αρκετά πρώιμα (1949) τη σχέση της Πάπισσας με αυτό το διανοητικό και πολιτικό πλαίσιο, εφαρμόζοντας την παραδοσιακή, για την εποχή, μαρξιστική ανάλυση. Βλ. Τάσος Βουρνάς, Η ιστορική και φιλολογική καταγωγή της Πάπισσας Ιωάννας. Αντίχτυποι του ευρωπαϊκού και ελληνικού 1848, «Λογοτεχνική Γωνιά», [Αθήνα], 1949.
10. Παν. Μουλλάς, «Για το ήθος και το ύφος του Ροΐδη. Τρία σημειώματα», στο Παν. Μουλλάς, Ρήξεις και συνέχειες. Μελέτες για το 19ο αιώνα. «Σοκόλη», Αθήνα, 1993, σ. 331.
11. Για αυτή τη γραμμή σκέψης στο 19ο αιώνα βλ. Αθανάσιος Μποχώτης, Η ριζοσπαστική Δεξιά. Αντικοινοβουλευτισμός, συντηρητισμός και ανολοκλήρωτος φασισμός στην Ελλάδα 1864-1911, «Βιβλιόραμα», Αθήνα, 2003.
12. Κλέων Β. Παράσχος, Εμμανουήλ Ροΐδης..., ό.π., σ. 54.
13. Αλκης Αγγέλου, «Εμμανουήλ Ροΐδης», στο «Σάτιρα και Πολιτική», ό.π., σ. 152.
[14] Εμμ. Ροΐδης, «Επιθεώρησις του έτους 1879», Απαντα, τόμ. Γ', «Ερμής», Αθήνα, 1978, σ. 23.

ΠΗΓΗ: Ε-ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ, 04/06/2004

Reblog this post [with Zemanta]

Τo σχόλιό σας

Αποστολή ως ανώνυμος

XHTML: Μπορείτε να χρησιμοποιείσετε τα tags: <a href= title=> <abbr title=> <acronym title=> <b> <blockquote cite=> <code> <em> <i> <strike> <strong>


ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΚΑΙ ΛΥΣΤΕ ΣΤΑΥΡΟΛΕΞΑ
ΧΑΡΤΗΣ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΩΝ
Free Visitor Maps at VisitorMap.org
Get a FREE visitor map for your site!
ΕΠIΣΚΕΠΤΕΣ ΤΩΡΑ
ΒΙΒΛΙΟΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
Powered by pathfinder blogs
>
ΛΑΪΚΟΙ ΖΩΓΡΑΦΟΙ: ΘΕΟΦΙΛΟΣ
ΝΕΟΕΛΛΗΝΕΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ

ΠΟΙΕΙΝ: ΤΟ ΡΑΔΙΟΦΩΝΟ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ