Η βία στις διαπροσωπικές σχέσεις
Image by Rickydavid via Flickr
της Μπετίνας Ντάβου,
καθηγήτριας Ψυχολογίας στο Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Από τα γραπτά του προσωκρατικού φιλοσόφου Εμπεδοκλή ως αυτά του σύγχρονου κοινωνιολόγου Κemper αλλά και από πλήθος ψυχολογικών και ανθρωπολογικών μελετών προκύπτει ότι η ανθρώπινη αλληλεπίδραση, παρ΄ όλη την πολυπλοκότητά της, κινείται ανάμεσα σε δύο πόλους: στη «φιλότητα» που περιλαμβάνει όλες τις δυνάμεις που ενώνουν τους ανθρώπους και στο «νείκος» που αφορά τις δυνάμεις που τους χωρίζουν. Οι δύο αυτές πτυχές αποτελούν θεμελιώδεις επεξηγηματικές παραμέτρους της ανθρώπινης αλληλεπίδρασης. Τα συναισθήματα αγάπης, στοργής και χαράς ενώνουν δημιουργικά τους ανθρώπους, ενώ τα συναισθήματα θυμού, φόβου, περιφρόνησης και αηδίας βρίσκονται στη βάση της έχθρας και της αντιπαλότητας.
Τα συναισθήματα που ορίζουν τους δύο πόλους της αλληλεπίδρασης είναι οικουμενικά. Βιώνονται και εκδηλώνονται από όλους τους ανθρώπους σε όλους τους πολιτισμούς εξυπηρετώντας την επικοινωνία και την επιβίωση. Συνήθως αποτελούν ακούσια ανταπόκριση του ανθρώπου σε μια εσωτερική ή εξωτερική διέγερση και δεν τιθασεύονται με την ίδια ευκολία που τιθασεύονται οι σκέψεις. Καταλαμβάνουν σύγκορμο τον άνθρωπο, ορίζουν αυτομάτως τις προτεραιότητές του και τον οδηγούν σε στιγμιαίες και άμεσες αποφάσεις χωρίς διερεύνηση των συνεπειών. Ωστόσο, κάθε πολιτισμός, με τις δικές του ιδιαίτερες συνθήκες και πρακτικές, συμβάλλει στην ένταση ή στην εξασθένηση της εκδήλωσης ορισμένων συναισθημάτων.
Τι είναι λοιπόν αυτό που στις «δικές μας» σύγχρονες δυτικές κοινωνίες εντείνει τον θυμό, τον φόβο, την περιφρόνηση και την αηδία, δηλαδή όλα εκείνα τα συναισθήματα επί των οποίων χτίζεται η βίαιη αλληλεπίδραση μεταξύ των ανθρώπων;
Θυμώνει όποιος διαψεύδεται και όποιος δυσφορεί, όποιος βρίσκεται συνεχώς μπροστά σε εμπόδια, αλλά και όποιος αναμετριέται με τους άλλους για να διατηρήσει ο ίδιος τον έλεγχο και την εξουσία. Διαψεύδεται αυτός που παγιδεύτηκε σε καταναλωτικά όνειρα και υποσχέσεις, αυτός που έμεινε άνεργος παρά τις καλές του σπουδές, όποιος πάσχισε για υψηλούς στόχους που δεν επιτεύχθηκαν ποτέ. Δυσφορεί αυτός που οι συνθήκες της καθημερινότητάς του, απλές ή σύνθετες, τον φέρνουν διαρκώς αντιμέτωπο με προβλήματα δισεπίλυτα. Θυμώνει εύκολα όποιος αποφασίζει να ακολουθήσει τις σύγχρονες επιταγές για «ανταγωνιστικότητα», διεκδικητικότητα και ατομική επιτυχία ή τις κοινωνικές προσταγές «να είναι καλά με τον εαυτό του» και να απαρνιέται «ό,τι δεν του αξίζει». Η σύγχρονη δυτική κουλτούρα του «ή ο άλλος ή εγώ» υπαγορεύει ενέργειες που τραυματίζουν τον άλλον και οι οποίες σε μια αλληλεξαρτώμενη κοινωνία συλλογικότητας και αμοιβαίας εμπιστοσύνης θα ισοδυναμούσαν με αυτοτραυματισμό.
Ο φόβος έρχεται ως απάντηση σε ενδεχόμενη συμβολική ή πραγματική βλάβη. Φοβάται όποιος απειλείται ψυχικά ή σωματικά, όποιος βρίσκεται μπροστά σε μια επερχόμενη απώλεια. Οι σύγχρονες δυτικές κοινωνίες, υποβοηθούμενες και από τα μαζικά μέσα ενημέρωσης, βιώνονται ως κοινωνίες γενικευμένης απειλής. Οποιαδήποτε στιγμή, οπουδήποτε, κάτι μπορεί να ξεσπάσει ξαφνικά που θα φέρει την καταστροφή σε τοπικό ή παγκόσμιο επίπεδο, σε κλίμακα ατομική ή συνολική. Η αηδία ως εξελικτικό υπόλειμμα που αφορούσε την προστασία του πρωτόγονου σώματος από ασθένειες διευρύνεται στον πολιτισμένο άνθρωπο ως αντίδραση προστασίας από κάθε είδους «μόλυνση», από οτιδήποτε μπορεί να βλάψει την ατομική ψυχή ή την τάξη μιας κοινωνίας. Και η περιφρόνηση είναι ένα συναίσθημα συνοδό της προκατάληψης, δηλαδή της απόρριψης συγκεκριμένων ομάδων ανθρώπων και της αντιμετώπισής τους ως «μη ανθρώπων». Για τα δύο αυτά συναισθήματα τα παραδείγματα περιττεύουν. Τα επακόλουθά τους έχουν γίνει οδυνηρά εμφανή στη μικρή μας χώρα τον τελευταίο μήνα. Μίασμα ή «μη άνθρωπος» μπορεί να γίνει στιγμιαία και εναλλάξ ένα δεκαπεντάχρονο παιδί, ένας εικοσιενάχρονος αστυνομικός ή μια αλλοδαπή συνδικαλίστρια, ανάλογα με τα συμφέροντα, τις παραστάσεις, τις αξίες ή το συναισθηματικό κλίμα μέσα στο οποίο γαλουχήθηκε ο κάθε «αηδιασμένος».
Ενα αδιάψευστο εύρημα στις επιστήμες της ψυχικής υγείας είναι πως όποιος κακοποιεί έχει προηγουμένως κακοποιηθεί ο ίδιος. Είναι λοιπόν σχεδόν αφελές να αναρωτιόμαστε γιατί έχει αυξηθεί η βία στις ανθρώπινες συναναστροφές ή γιατί οι άνθρωποι γίνονται μεταξύ τους ολοένα και πιο εχθρικοί. Η απάντηση είναι απλή. Ζουν σε έναν κόσμο που όλο και περισσότερο τους κακοποιεί και τους φοβίζει. Σε έναν κόσμο όπου η τεχνολογική πρόοδος ισοδυναμεί με περιβαλλοντική καταστροφή και όπου η κυρίαρχη αξία είναι η ατομική εξέλιξη. Σε έναν κόσμο που υπόσχεται σχεδόν τα πάντα αλλά εκπληρώνει ελάχιστα και όπου όταν ο ένας στόχος καλύπτεται ένας άλλος «καραδοκεί». Ζουν σε μια χώρα όπου βασικοί θεσμοί όπως η Παιδεία, η κοινωνική πρόνοια ή η υγεία είναι μόνιμες πηγές δυσφορίας. Σε μια Ελλάδα που «όπου κι αν πάνε τους πληγώνει», τους θυμώνει και τους περιφρονεί...
Η βία στις συναναστροφές αυξάνεται γιατί από πολύ νωρίς στη ζωή υποχρεωνόμαστε να αντέξουμε σε συνθήκες ανταγωνισμού, ατομισμού και εντατικοποίησης, δηλαδή σε συνθήκες που καλλιεργούν τον θυμό και τον φόβο. Αυξάνεται επειδή οι κοινοί στόχοι εκλείπουν και οι ατομικοί πολλαπλασιάζονται και έτσι από νωρίς μαθαίνουμε πολύ περισσότερα για ό,τι μας χωρίζει (από άλλους πολιτισμούς, άλλες ομάδες, άλλες ηλικίες, από το άλλο φύλο) παρά για ό,τι μας ενώνει.
ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 18 Ιανουαρίου 2009
![Reblog this post [with Zemanta]](http://img.zemanta.com/reblog_e.png?x-id=bb54278c-6905-4c67-81fa-c1a467b72d00)










RSS Feed για αυτό το θέμα
Τo σχόλιό σας