Παρασκευή, 19 Αυγούστου 2016

Φάκελος Μυθιστόρημα

Πανεπιστημιακοί καθηγητές Νεοελληνικής Φιλολογίας, κριτικοί, συγγραφείς, εκδότες, εκπαιδευτικοί, βιβλιοπώλες τοποθετούνται σε πτυχές του ζητήματος


Φάκελος Μυθιστόρημα

επιμ. Κουζέλη Λαμπρινή

Ο αναγνώστης της αγγλόφωνης ανθολογίας σύγχρονης ελληνικής ποίησης που επιμελήθηκε η Κάρεν βαν Ντάικ, καθηγήτρια Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Columbia της Νέας Υόρκης (Austerity Measures, εκδόσεις Penguin Books, Λονδίνο, 2016), στην ενότητα για την αφηγηματική ποίηση που γράφεται στις μέρες μας θα βρει την εξής σημείωση: «Influenced by a strong tradition of the short story - the Greek novel barely exists- prose poetry also plays a big part». Εκείνο που ενδιαφέρει την επιμελήτρια του τόμου είναι να υπογραμμίσει την πολυμορφία και τον δυναμισμό της ποιητικής σκηνής στην Ελλάδα, παρεμπιπτόντως όμως πληροφορεί το διεθνές αναγνωστικό κοινό του τόμου ότι στην Ελλάδα υπάρχει μια ισχυρή παράδοση στο διήγημα και ότι ελληνικό μυθιστόρημα σχεδόν δεν υπάρχει. Το ελληνικό μυθιστόρημα είναι σχεδόν ανύπαρκτο.


Οι απόλυτοι αριθμοί δείχνουν ότι υπάρχει μυθιστόρημα στην Ελλάδα - εκδίδεται και διαβάζεται. Ας αφήσουμε στην άκρη τα αισθηματικά μυθιστορήματα της μαζικής λογοτεχνίας που σκαρφαλώνουν ομαδηδόν στην κορυφή των ευπωλήτων και κυκλοφορούν σε δεκάδες χιλιάδες αντίτυπα το καθένα. Ας εστιάσουμε σε ποιοτικές περιπτώσεις. Αν το ελληνικό μυθιστόρημα είναι σχεδόν ανύπαρκτο, τι συνιστούν μυθιστορήματα όπως ηΠάπισσα Ιωάννα (1866) του Εμμανουήλ Ροΐδη, Η ζωή εν τάφω (1924) του Στράτη Μυριβήλη, η Αργώ (1933) του Γιώργου Θεοτοκά, η Eroica (1937) του Κοσμά Πολίτη, ηΜενεξεδένια πολιτεία (1937) του Αγγελου Τερζάκη, ο Γιούγκερμαν (1938) του Μ. Καραγάτση, οι Δύσκολες νύχτες (1938) της Μέλπως Αξιώτη, η Γαλήνη (1939) του Ηλία Βενέζη, το Σόλο του Φίγκαρο (1939) του Γιάννη Σκαρίμπα, ο Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά (1946) του Νίκου Καζαντζάκη, το Πλατύ ποτάμι (1946) του Γιάννη Μπεράτη, ηΠολιορκία (1953) του Αλέξανδρου Κοτζιά, οι Ακυβέρνητες πολιτείες (1960) του Στρατή Τσίρκα, το Μυθιστόρημα της κυρίας Ερσης (1966) του Ν. Γ. Πεντζίκη, το Ζ, φανταστικό ντοκυμανταίρ ενός εγκλήματος (1966) του Βασίλη Βασιλικού, ο Λοιμός (1972) του Ανδρέα Φραγκιά, το Κιβώτιο (1974) του Αρη Αλεξάνδρου, η Αρχαία σκουριά (1979) της Μάρως Δούκα, η Μεγάλη πλατεία (1987) του Νίκου Μπακόλα, το Τρίτο στεφάνι (1962) του Κώστα Ταχτσή, το Συναξάρι Ανδρέα Κορδοπάτη (1972) και η Ορθοκωστά (1994) του Θανάση Βαλτινού, η Αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα (1987) της Αλκης Ζέη, ο Βίος του Ισμαήλ Φερίκ πασά (1989) της Ρέας Γαλανάκη, το Με το φως του λύκου επανέρχονται (1993) της Ζυράννας Ζατέλη, για να αναφέρουμε ορισμένα έργα που εγγράφονται στον ειδολογικό ορίζοντα του μυθιστορήματος, που γνώρισαν την αποδοχή της κριτικής, που διαβάστηκαν, που έχουν διάρκεια στον χρόνο; Είναι αστρικές λάμψεις σε ένα σκοτεινό σύμπαν μυθιστορηματικής ανυπαρξίας;


Να ξεκαθαρίσουμε εξαρχής ότι η αμερικανή νεοελληνίστρια δεν αυθαιρετεί. Επαναλαμβάνει έναν κοινό τόπο για την ελληνική μυθιστοριογραφία που ακούγεται συχνά σε ιδιωτικές συζητήσεις και λογοτεχνικά πηγαδάκια: μυθιστόρημα στην Ελλάδα δεν γράφεται. Η απαξιωτική αυτή εκτίμηση ακούγεται κυρίως από ποιητές, τους ίδιους οι οποίοι διαμαρτύρονται για τον εξοστρακισμό της ποίησης από τα ένθετα των εφημερίδων προς χάριν του ποιητοβόρου είδους του μυθιστορήματος. Η συζήτηση διεξάγεται με επιπολαιότητα και προχειρότητα σε λογοτεχνικά περιοδικά αλλά και στο Διαδίκτυο, όταν όμως αυτή η συλλήβδην απαξιωτική ρήση καταλήγει στις σελίδες ενός τόμου που συστήνει τη νέα ελληνική λογοτεχνία στο παγκόσμιο κοινό μέσα από τον κατάλογο του μεγαλύτερου εκδοτικού οίκου στον κόσμο, τότε τα πράγματα σοβαρεύουν και αξίζει να τα εξετάσουμε πιο μεθοδικά.
      
Το «καλό» μυθιστόρημα

Εκείνο που βρίσκεται μεταμφιεσμένο στον γενικευτικό αφορισμό «νεοελληνικό μυθιστόρημα δεν υπάρχει» είναι η μια κριτική αποτίμηση: καλό, αξιόλογο νεοελληνικό μυθιστόρημα δεν υπάρχει, εννοούν όσοι μιλούν, χωρίς όμως να μπαίνουν στον κόπο να εξηγήσουν ποιο κατά τη γνώμη τους μπορεί να είναι αυτό το καλό μυθιστόρημα. Εχει γίνει λόγος για την απουσία της μυθιστοριογραφίας ως αναπηρία της λογοτεχνίας μας σε έναν κόσμο όπου το μυθιστόρημα είναι το κυρίαρχο λογοτεχνικό είδος, μια απουσία που αποτελεί δείκτη ανωριμότητας της λογοτεχνίας, του πολιτισμού και της κοινωνίας μας και έχει διατυπωθεί η άποψη ότι το καλό μυθιστόρημα πρέπει να το αναζητήσουμε στις μεταφράσεις. Δεν έχουμε έναν Ντίκενς, έναν Τολστόι, έναν Ντοστογέφσκι, έναν Μπαλζάκ, λένε όσοι ισχυρίζονται ότι δεν υπάρχει νεοελληνικό μυθιστόρημα. Αναρωτιέται βέβαια κάποιος, στον βαθμό που διαδίδεται η άποψη ότι είμαστε «λαός ποιητών και όχι πεζογράφων», ποιοι είναι οι νεοέλληνες ποιητές που μπορούν να διεκδικήσουν το διεθνές κοινό ενός Τολστόι και ενός Μπαλζάκ - με την εξαίρεση ίσως του Κ. Π. Καβάφη.

Οταν λοιπόν μιλάμε για «καλό» ή «ολοκληρωμένο» μυθιστόρημα, ποιο μυθιστόρημα έχουμε κατά νου; Το ρεαλιστικό του Ντίκενς και του Μπαλζάκ; Το μοντερνιστικό του Τζόις και του Προυστ; Το μεταμοντέρνο του Φόκνερ και των επιγόνων του; Το οργιαστικής πλοκής λατινοαμερικάνικο του μαγικού ρεαλισμού; Οι νεότερες γενιές συγγραφέων και αναγνωστών, που ανακαλύπτουν τον κόσμο μέσα από τη μεταφρασμένη πεζογραφία, ανακαλύπτουν τον μεταμοντερνισμό στη δεκαετία του 2010 ίσως γιατί αγνοούν την ύπαρξη των Στοιχείων για τη δεκαετία του '60 (1989) του Βαλτινού. Πενήντα χρόνια νωρίτερα ο Στέλιος Ξεφλούδας στο δοκίμιό του Το σύγχρονο μυθιστόρημα (1955) είχε διαφορετική άποψη. Κατά τη γνώμη του, στο μυθιστόρημα της προηγούμενης τριακονταετίας«παρατηρεί κανείς όλες τις τεχνοτροπίες κι όλα τα είδη του μυθιστορήματος: το κοσμοπολιτικό, το κυκλικό, τον εσωτερικό μονόλογο, εκδηλώσεις ανάλογες και συγγενικές μ' εκείνες του Προυστ, της Γουλφ, του Ζιντ και των άλλων πρωτοπόρων συγγραφέων της Ευρώπης και της Αμερικής». Λίγα χρόνια νωρίτερα, τον Νοέμβριο του 1950, η νεοσυσταθείσα Ομάδα των Δώδεκα θέσπιζε ετήσιο βραβείο για νέο πεζογράφο υποστηρίζοντας την αξία της ελληνικής πεζογραφίας. Στο μεσοδιάστημα από τότε ως τις μέρες μας το ποιοτικό ελληνικό μυθιστόρημα έπεσε σε ανυποληψία τέτοια που δικαιολογεί τις μειωτικές κρίσεις; Είναι όντως ανυπόληπτο το ελληνικό μυθιστόρημα ή μήπως όσοι εύκολα το απαξιώνουν - αναγνώστες, κριτικοί, συγγραφείς - δεν το διαβάζουν και δεν το γνωρίζουν;

Το μεγάλο ελληνικό μυθιστόρημα

Μια άλλη ανάγνωση της φράσης «το ελληνικό μυθιστόρημα είναι σχεδόν ανύπαρκτο» γίνεται με έμφαση στο επίθετο ελληνικό, που παραπέμπει στην αδυναμία της ελληνικής κριτικής να υποδείξει το μεγάλο ελληνικό μυθιστόρημα ή τον μεγάλο έλληνα μυθιστοριογράφο. Σε μια εποχή που στην παγκόσμια πολιτεία των γραμμάτων ηγεμονεύει η Αμερική, με την αγάπη στις ταξινομήσεις, στις λίστες και στις ιεραρχίες, η αδυναμία να ξεχωρίσουμε το μυθιστόρημα ή τον μυθιστοριογράφο που εκφράζει τις ελληνικές αξίες και την ελληνική κοινωνία ερμηνεύεται ίσως ως ανυπαρξία υποψηφίων έργων ή συγγραφέων.


Tον Αύγουστο του 2010 ο διεθνής Τύπος ασχολούνταν με τον Τζόναθαν Φράνζεν που παρουσιαζόταν στο εξώφυλλο του περιοδικού «Τime» ως «Μεγάλος αμερικανός μυθιστοριογράφος», διότι με το νέο του μυθιστόρημα, την Ελευθερία, έδειχνε στους αναγνώστες πώς ζουν σήμερα οι Αμερικανοί. Ποιος είναι ο μυθιστοριογράφος που δείχνει πώς ζουν σήμερα οι Eλληνες; Γιατί, ενώ έχουμε στην ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας πολλά παραδείγματα ποιητών στους οποίους έχει απονεμηθεί περιστασιακά ή διαρκέστερα ο τίτλος του «εθνικού ποιητή» (Ρήγας Βελεστινλής, Διονύσιος Σολωμός, Γεώργιος Δροσίνης, Κωστής Παλαμάς, Αγγελος Σικελιανός, Γιώργος Σεφέρης, Οδυσσέας Ελύτης κ.ά.), δεν έχουμε περιπτώσεις «εθνικών μυθιστοριογράφων»; Μυθιστοριογράφων που να έχουν κερδίσει την τιμή του τίτλου είτε με την πατριωτική θεματική και τη δημοτικότητα του έργου τους σε παλαιότερες εποχές είτε με τη δημόσια λειτουργία τους ως εθνικών συγγραφέων είτε με τη συγκρότηση μιας μυθοπλαστικής γλώσσας που να εμπεριέχει την ελληνική παράδοση και να εξελίσσεται σε εργαλείο εθνικό.

Μυθιστόρημα vs διήγημα

Η περί ανυπαρξίας μυθιστορήματος συζήτηση ενισχύεται, όπως είδαμε και στην αρχή, από την πεποίθηση ότι υπάρχει ισχυρή ελληνική παράδοση στη διηγηματογραφία, ότι είμαστε λαός διηγηματογράφων και όχι μυθιστοριογράφων.

«Διαβάζω πολυσέλιδα μυθιστορήματα που δεν περικλείονται στην αυτοαναφορικότητά τους και διαρκώς απαιτούν από τους αναγνώστες τους την ανοιχτότητα του μυαλού τους και τη διαθεσιμότητα του χρόνου τους. Είναι τόσο περισσότερο συναρπαστικά όσο είναι πιο απαιτητικά. Και φορές φορές αναρωτιέμαι αν η λατρεία των Ελλήνων για τη μικρή φόρμα και την αυταρέσκεια της γραφής δεν κρύβει μιαν κάποια πνευματική οκνηρία» διατύπωνε προ μηνών έλληνας εκδότης στο Facebook.

Είναι γεγονός ότι το ελληνικό διήγημα ανθεί την τελευταία πενταετία. Πολλοί παράγοντες συνετέλεσαν σε αυτό: η οικονομική κρίση, για παράδειγμα, δεν ευνοεί την έκδοση πολυσέλιδων ακριβών εκδόσεων, οι ταχείς ρυθμοί της ζωής μας και το Διαδίκτυο ευνοούν την αποσπασματική γραφή και τη μικρή φόρμα, ενώ στα εργαστήρια δημιουργικής γραφής, τα οποία οργανώνονται στη βάση του διηγήματος ως πρώτου βήματος στη συγγραφή μυθοπλασίας, έχουν εκπαιδευτεί νέοι πεζογράφοι αξιώσεων που με τη γραφή τους έχουν επιβάλει το διήγημα και στους εκδότες. Δύσκολα τυπώνονταν πριν από έξι χρόνια συλλογές διηγημάτων. Η κυκλοφορία τους τώρα και η θετική υποδοχή τους από την κριτική ίσως μας κάνει να ξεχνούμε ότι πριν από το γύρισμα της χιλιετίας η πλειονότητα των εκδοτών απέρριπτε a priori τις συλλογές διηγημάτων. Ηδη από τη γενιά του 1930, τη γενιά που θεωρείται ότι καθιέρωσε το μυθιστόρημα, το είδος μεσουράνησε στο εκδοτικό τοπίο. Τη μεταπολιτευτική του παρουσία αποκαλεί «έκρηξη» ο Ρόντρικ Μπίτον, η οποία στο διάστημα 1985-2010 λαμβάνει μεγάλες διαστάσεις. Αρκεί, συνεπώς, η λαμπρή διηγηματογραφία του 1880, του Βιζυηνού, του Παπαδιαμάντη και των ηθογράφων για να χαρακτηρίσει μια εθνική λογοτεχνία στην πορεία της ιστορίας της «ισχυρής παράδοσης στη διηγηματογραφία»;

Από την άλλη, διατυπώσεις όπως η προαναφερθείσα προϋποθέτουν μια ιεράρχηση των ειδών, με το μυθιστόρημα ως είδος σε θέση ανώτερη από το διήγημα. Είναι συνθετότερο είδος, που απαιτεί μεγαλύτερη δέσμευση του συγγραφέα και μεγαλύτερη δεξιοσύνη, εκτιμούν πολλοί κριτικοί και μελετητές. Είναι το πρώτο βήμα του πεζογράφου που δοκιμάζεται στη μυθοπλασία, ο οποίος, αν έχει ικανότητες, θα πρέπει να εξελιχθεί σε μυθιστοριογράφο. Υπάρχει βέβαια και ο αντίλογος: το (καλό) διήγημα απαιτεί οικονομία λόγου και μέσων, διακρίνεται από συμπύκνωση ποιητικού βαθμού, ενώ τα διηγήματα μιας ομόθεμης συλλογής, που λειτουργούν ως σπόνδυλοι αρθρωτού μυθιστορήματος, δεν υπολείπονται σε συνθετική δύναμη των πολυσέλιδων μυθιστορημάτων.

Μυθιστόρημα και αστική κοινωνία

Τέλος, σύμφωνα με έναν άλλον κοινό τόπο που βασίζεται στην παραδοχή ότι το μυθιστόρημα είναι το κατ' εξοχήν είδος της νεωτερικότητας και πολιτισμικό προϊόν των ανεπτυγμένων αστικών κοινωνιών, νεοελληνικό μυθιστόρημα δεν υπάρχει διότι δεν υπήρξε ανεπτυγμένη αστική ελληνική κοινωνία.

Με έμφαση στην κοινωνική κινητικότητα που αρχίζει να παρατηρείται με την εμφάνιση των εγχρήματων οικονομιών, το ευρωπαϊκό αστικό μυθιστόρημα περιγράφει τις εμπειρίες του μεμονωμένου ατόμου που αρχίζει να κινείται σε άγνωστα κοινωνικά στρώματα. Στο πλαίσιο αυτό, πώς νοείται διαφορετικά ο ελληνικός Γιούγκερμαν από τα γαλλικά και αγγλικά του ισοδύναμα; Πώς μια λογοτεχνική συζήτηση εξελίσσεται σε συζήτηση για την πολιτισμική ωριμότητα της ελληνικής κοινωνίας; Πού σταματά ο μύθος και αρχίζει η αλήθεια για το ελληνικό μυθιστόρημα;

«Το Βήμα» ανοίγει σήμερα τον «Φάκελο Μυθιστόρημα» σε δημόσια συζήτηση. Στις έξι εβδομάδες που ακολουθούν πανεπιστημιακοί καθηγητές Νεοελληνικής Φιλολογίας, κριτικοί, πεζογράφοι, εκδότες, εκπαιδευτικοί, βιβλιοπώλες θα τοποθετηθούν σε πτυχές του ζητήματος που άπτονται της έρευνας και της εμπειρίας τους. Σκοπός αυτού του αφιερώματος δεν είναι να δοθούν τελεσίδικες απαντήσεις. Σκοπός είναι, εκμεταλλευόμενοι τη θερινή σχόλη και ραθυμία που ευνοεί τον στοχασμό, τις εποπτικές πτήσεις πεδίου και τη συζήτηση, να ανοίξει ένας διάλογος στο πλαίσιο του οποίου θα εξεταστούν μύθοι, ιδεοληψίες, κοινοτοπίες σε ό,τι αφορά τη μυθιστορηματική παραγωγή στην Ελλάδα.

Τα κείμενα που θα δημοσιευθούν θέτουν τις βάσεις αυτής της συζήτησης δίνοντας πρώτα από όλα γραμματολογικά στοιχεία για την ιστορία του νεοελληνικού μυθιστορήματος και μεταφέροντας δεδομένα και εμπειρίες από το συγγραφικό εργαστήρι, το εκδοτικό γραφείο, το σχολείο και το βιβλιοπωλείο σήμερα προκειμένου να γίνει μια ουσιαστική συζήτηση για το νεοελληνικό μυθιστόρημα μακριά από εντυπωσιολογικούς και δογματικούς αφορισμούς.

Μονογραφίες αλλά όχι συνολική ιστορία

Οι ευκαιριακές κρίσεις για το ελληνικό μυθιστόρημα ευνοούνται από την έλλειψη βιβλιογραφίας για το είδος και την εξέλιξή του στην Ελλάδα. Εχουμε διατριβές και μονογραφίες για υποείδη του μυθιστορήματος, το ιστορικό, το πικαρικό, το ρομαντικό, ή για το μυθιστόρημα συγκεκριμένων περιόδων, μας λείπουν όμως οι αυτοτελείς συνολικές μονογραφίες για το μυθιστόρημα. Η «Θεωρία και άγνωστη ιστορία του μυθιστορήματος στην Ελλάδα, 1760-1870» (Καρδαμίτσα, 1992) του Απόστολου Σαχίνη είναι ήδη παρωχημένη και η «Ιστορία του ελληνικού μυθιστορήματος» (Πατάκης, 2001) του Ανρί Τονέ δεν είχε συνέχεια. Ο αναγνώστης που ενδιαφέρεται να παρακολουθήσει το νεοελληνικό μυθιστόρημα στην ιστορική του διαδρομή ανατρέχει αναγκαστικά στα οικεία κεφάλαια των γενικών ιστοριών της νεοελληνικής λογοτεχνίας των Κ. Θ. Δημαρά, Λίνου Πολίτη, του Μάριο Βίτι και του Ρόντρικ Μπίτον και στις εισαγωγές του Γιώργου Κεχαγιόγλου, του Παναγιώτη Μουλλά, του Νάσου Βαγενά και του Αλέξανδρου Αργυρίου στις σειρές της ελληνικής πεζογραφίας των εκδόσεων Σοκόλη. Είναι ενδιαφέρον ότι ο τόμος για το ελληνικό μυθιστόρημα που επιμελήθηκε ο Μπίτον («The Greek novel, AD 1-1985», Croom Helm, 1988) δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά. Μια ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας από τη σκοπιά των λογοτεχνικών ειδών, από το 1509 ως σήμερα, που ετοιμάζεται τώρα στις εκδόσεις Gutenberg σε επιμέλεια του Δημήτρη Αγγελάτου, καθηγητή Νεοελληνικής Φιλολογίας και Θεωρίας της Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών δεν θα κυκλοφορήσει πριν από το 2018, όταν θα μπορούμε πλέον να έχουμε μια επισκόπηση των μετασχηματισμών κάθε είδους, της εξέλιξής τους, της διαμόρφωσης νέων καταστάσεων και μια αξιολόγηση των ειδών.


Μυθιστόρημα: Είναι τελικά ανύπαρκτο στην Ελλάδα;

Δεν έχουμε έναν Ντίκενς, έναν Τολστόι, έναν Ντοστογέφσκι, έναν Μπαλζάκ, λένε ορισμένοι. Μήπως όμως όσοι απαξιώνουν την ελληνική πεζογραφία δεν τη διαβάζουν και δεν τη γνωρίζουν;
Μυθιστόρημα: Είναι τελικά ανύπαρκτο στην Ελλάδα;
Ο Γουίλεμ Νταφόε στον «Τελευταίο πειρασμό», κινηματογραφική απόδοση από τον Μάρτιν Σκορσέζε του μυθιστορήματος του Νίκου Καζαντζάκη

Μυθιστορία, περιπέτεια, έθνος και ρομαντισμός

Τα νέα ερευνητικά δεδομένα σχηματίζουν μια διαφορετική εικόνα για την πεζογραφία του 19ου αιώνα
Μυθιστορία, περιπέτεια, έθνος και ρομαντισμός
Η Γιούλικα Σκαφιδά και ο Αλέξανδρος Βάρθης, ως Ιωάννα και Φλουμέντιος στην «Πάπισσα Ιωάννα» του Δημήτρη Μαυρίκιου που ανέβηκε στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών το 2014

«Τι είναι το μυθιστόρημα είναι δύσκολο να πούμε... Πρόκειται για είδος που αντιστέκεται σε κάθε απόπειρα ακριβούς ορισμού του» υποστηρίζει ο άγγλος θεωρητικός Τέρι Ιγκλετον (The English Novel: An Introduction, Wiley-Blackwell, 2004), διότι «το μυθιστόρημα κατασπαράσσει άλλους λογοτεχνικούς τρόπους και αναμειγνύει τα κομμάτια τους αδιακρίτως».

Απροσδιόριστες και οι αρχές του. Κατάγεται από το έπος, πρόγονοί του είναι τα ερωτικά - περιπετειώδη αρχαιοελληνικά μυθιστορήματα των ελληνιστικών χρόνων ή οι έμμετρες ερωτικές μυθιστορίες του Μεσαίωνα; Είναι μοιρασμένοι οι ιστορικοί του μυθιστορήματος. Μεγάλη διάδοση γνωρίζει η άποψη ότι πρόκειται για προϊόν της νεωτερικότητας, που εμφανίζεται στα τέλη του 17ου αιώνα ή αργότερα.

Στα δικά μας γράμματα, συστηματικά για το είδος ενδιαφέρεται ο Αδαμάντιος Κοραής που εξελίσσεται στον πρώτο ιστορικό και θεωρητικό του νεοελληνικού μυθιστορήματος, προτείνοντας το 1804 τον όρο «μυθιστορία» για να ονοματίσει το είδος που οι Γάλλοι αποκαλούν «roman», αντί των μεταφραστικών δανείων «ρωμάντζον» και «ρωμανόν».
Την πορεία του είδους στα χρόνια μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους εκθέτουν αναλυτικά σήμερα ο Νάσος Βαγενάς και η Σοφία Ντενίση.

Το ερώτημα βέβαια είναι πόσοι γνωρίζουν τον Λέανδρο (1834) του Παναγιώτη Σούτσου - έχει θεωρηθεί το πρώτο νεοελληνικό μυθιστόρημα - ή τη σπαρταριστή και καυστική πρωτοπρόσωπη Στρατιωτική ζωή εν Ελλάδι (1870) του υπαξιωματικού Χ. Δημόπουλου, που περιγράφει με οξυδέρκεια στοιχεία του προσώπου της ελληνικής κοινωνίας απαράλλαχτα ως σήμερα;


ΝΑΣΟΣ ΒΑΓΕΝΑΣ

Η ηρωική εποχή της πεζογραφίας μας

Η μυθοπλασιακή παραγωγή των πρώτων πενήντα χρόνων του ελληνικού κράτους είναι σήμερα λιγότερο ασήμαντη απ' ό,τι πιστευόταν και λιγότερο διαφορετική από εκείνη που ακολούθησε μετά το 1880. Ωστόσο επί έναν περίπου αιώνα, ως το τέλος της δεκαετίας του 1980, βρισκόταν σε ανυποληψία εξαιτίας του γλωσσικού προβλήματος και της πεποίθησης ότι τα λογοτεχνικά έργα αυτής της εποχής γράφονταν σε μια γλώσσα τεχνητή: «Ο,τι λογοτεχνικό γράφθηκε στην καθαρεύουσα», σημείωνε το 1939 ο Κ. Θ. Δημαράς, «μένει έξω από τη ζωντανή γραμματεία».

Καθαρότερη εικόνα

Ηταν κυρίως οι πολιτισμικές ζυμώσεις της πρώτης δεκαετίας της Μεταπολίτευσης, με την υπέρβαση των ακροτήτων του δημοτικιστικού αγώνα, εκείνο που επέτρεψε σε μια νεότερη γενιά μελετητών να ερευνήσει και να περιγράψει με καθαρότερη ματιά την εικόνα της πεζογραφίας αυτής της περιόδου. Τέσσερα είναι τα χαρακτηριστικά αυτής της εικόνας που οι έρευνες αυτές έχουν τροποποιήσει: α) η άποψη περί ισχνής μυθοπλασιακής παραγωγής· β) η πεποίθηση ότι η μυθιστοριογραφία της περιόδου αρχίζει με το ιστορικό μυθιστόρημα, και ότι το μυθιστόρημα αυτό αποτελεί το κυρίαρχο είδος της· γ) η διαπίστωση ότι ο σύγχρονος κοινωνικός προβληματισμός και το ρεαλιστικό στοιχείο δεν εμφανίζονται παρά στα μέσα της δεκαετίας του 1850· και δ) η βεβαιότητα ότι η γλώσσα των μυθιστορημάτων της περιόδου είναι καθ' ολοκληρίαν τεχνητή, διαφορετική από την ομιλουμένη, και ότι η ζωντανή γλώσσα μπαίνει σε αυτά μόνο μετά το 1870, με τους διαλόγους που περιέχουν.

Ως προς το πρώτο: ο αριθμός των αυτοτελώς εκδεδομένων μυθιστορηματικών έργων, ποικίλης εκτάσεως, δεν ήταν περίπου 30, όπως συναγόταν από τις απαριθμήσεις τους στιςΙστορίες της νεοελληνικής λογοτεχνίας και στις μελέτες για την πεζογραφία της περιόδου, αλλά περίπου 120 (Σοφία Ντενίση). Ως προς το δεύτερο: το ιστορικό μυθιστόρημα εμφανίζεται το 1850 με τον Αυθέντη του Μωρέως του Αλέξανδρου Ρίζου Ραγκαβή (τα έως τότε δημοσιευόμενα μυθιστορήματα δεν είναι ιστορικά, όπως και αν ορίσουμε την έννοια του είδους), γνωρίζει τη μεγαλύτερη ανάπτυξή του κατά τη δεκαετία του 1860, και δεν αποτελεί το κυρίαρχο είδος της πεντηκονταετίας. Οσο για τον ρεαλισμό, αυτός εμφανίζεται σε ορισμένα προ του 1855 μυθιστορήματα, ενώ προσεκτικότερη εξέταση δείχνει ότι η πεζογραφική γλώσσα ήταν σε σημαντικό βαθμό ζωντανή, με ένα ευρύ φάσμα μορφικών τύπων, ο γενικός χαρακτηρισμός των οποίων με τον όρο καθαρεύουσα είναι περιοριστικός (αυτό που αργότερα θα ονομαζόταν καθαρεύουσα έχαιρε τότε ενός σημαντικού βαθμού προφορικότητας).

Θεματική ποικιλία

Η διάλυση της βεβαιότητας περί ολιγάριθμων πεζογραφικών έργων έκανε περισσότερο ευδιάκριτη τη θεματική ποικιλία της περιόδου. Παρότι θα μπορούσαμε, γενικεύοντας, να ονομάσουμε την όλη παραγωγή ρομαντική και να διακρίνουμε χοντρικά τρεις θεματικές κατευθύνσεις (ρομαντική-«ηθογραφική», ρομαντική-ιστορική και ρομαντική-ερωτική), οι προσμίξεις στοιχείων μεταξύ των τριών κατευθύνσεων και η προσθήκη άλλων στοιχείων (λ.χ. του πολιτικού) δυσκολεύουν την ειδολογική ταξινόμηση των έργων. Πάντως η προσπάθεια απεικόνισης της σύγχρονης πραγματικότητας εμφανίζεται ισχυρότερη από την επιθυμία φυγής από την πραγματικότητα, η οποία εθεωρείτο το κυρίαρχο μυθοπλασιακό αίσθημα, εκφραζόμενο από την, υποτιθεμένως ως επί το πλείστον ιστορική, μυθιστοριογραφία της περιόδου. Η προσπάθεια αυτή, που εμφανίζεται κυρίως με τα «ηθογραφικά» πεζογραφήματα, με εκείνα δηλαδή που επιχειρούν να περιγράψουν κοινωνικά ήθη της εποχής, προσλαμβάνει συχνά εκείνα τα χαρακτηριστικά που αργότερα θα ονομαστούν ρεαλισμός.

Τα έργα

Τα σημαντικότερα έργα αυτής της περιόδου συγκροτούν μιαν αξιόλογη μυθιστορηματική παράδοση προλειαίνοντας το έδαφος γι' αυτό που θα ακολουθήσει μετά το 1880. Τον δρόμο ανοίγουν οι αδελφοί Σούτσοι, με τον Λέανδρο ο Παναγιώτης (1834) και με τον Εξόριστο του 1831 ο Αλέξανδρος (1835). Ερωτικοπατριωτικό το πρώτο και ρεαλιστικό το δεύτερο, εκφράζουν τα αισθήματα των συγγραφέων τους για την κατάσταση των πρώτων χρόνων του νεοσύστατου κράτους, με ευδιάκριτες ουτοπικο-σοσιαλιστικές (σαινσιμονικές) αναζητήσεις. Πικαρικά (μυθιστορήματα της περιπετειώδους περιπλάνησης) με ισχυρά (εν οις σατιρικά) στοιχεία κοινωνικής κριτικής είναι ο Πολυπαθής του Γρηγορίου Παλαιολόγου (1839) και ο Πίθηκος Ξουθ του Ιακώβου Πιτσιπίου (1848), ενώ ο Ζωγράφος του πρώτου (1842) δίνει μιαν εναργή εικόνα των ηθών «εις την πατόκορφα εξευρωπαϊσθείσαν Ελλάδα». Με τον Αυθέντη του Μωρέως ο Ραγκαβής, στην έξαψη της Μεγάλης Ιδέας, αναπλάθει εθνικορομαντικά ένα ιστορικό επεισόδιο της φραγκοκρατούμενης Πελοποννήσου. Στο πλαίσιο της διαπλοκής του αστικού στοιχείου με τον αγροίκο κόσμο της υπαίθρου (στην οποία σημαίνοντα ρόλο διαδραματίζει το πρόβλημα της ληστείας) ο Θάνος Βλέκας του Πάνου Καλλιγά (1855) απεικονίζει με ρεαλιστική ματιά φλέγοντα ζητήματα της εποχής. Με εμφανείς σατιρικές αναφορές στη σύγχρονή του ελληνική πραγματικότητα συντάραξε την Αθήνα του 1866 η ιδιοφυής «μεσαιωνική μελέτη» της Πάπισσας Ιωάννας του Εμμανουήλ Ροΐδη, ενώ στους γραμμένους μετά την κρητική επανάσταση του 1866 Κρητικούς γάμους ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος (1871) ζωντανεύει εθνικοφρονηματικά την αποτυχημένη κρητική επανάσταση του 1570 της ενετοκρατούμενης Κρήτης. Απομνημονευματικής φύσεως οΛουκής Λάρας του Δημητρίου Βικέλα (1879) αφηγείται με αντιηρωική, πραγματιστική διάθεση, τον περιπετειώδη αγώνα επιβίωσης, κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του 1870, ενός χιώτη εμπόρου.

Στην περίοδο αυτή, παρότι δημοσιεύτηκε το 1882, ανήκει ο, κατά βάσιν αυτοβιογραφικός,Αλί Χουρσίντ μπέης του Βασιλείου Νικολαΐδη, που μυθιστορεί τα πρώτα χρόνια της ζωής ενός υιοθετημένου από έναν τούρκο πασά ελληνόπουλου που θα γίνει αξιωματικός του ελληνικού στρατού.

Η ανάπτυξη του μυθιστορήματος προϋποθέτει την ανάπτυξη αστικών κοινωνιών. Αν σκεφτεί κανείς ότι το σύνολο των κατοίκων της Αθήνας και του Πειραιά ήταν το 1834 12.500, το 1850 30.044 και το 1870 55.473, δεν μπορεί να μη διαπιστώσει ότι τα έργα της μυθοπλασιακής πεζογραφίας της Ρομαντικής μας περιόδου υπερβαίνουν, ως προς τον αριθμό και την ποιότητα όχι λίγων από αυτά, τις υλικές συνθήκες της παραγωγής τους.

Ο κ. Νάσος Βαγενάς είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.


ΣΟΦΙΑ ΝΤΕΝΙΣΗ

«Συ κύριε έγραψες μυθιστορίας ...»

Ο 19ος αιώνας κατέχει αναμφισβήτητα τα πρωτεία στον χώρο των λογοτεχνικών «μύθων» σε μια χώρα γνωστή ούτως ή άλλως παγκοσμίως για τη μυθολογία της. Ως τις ημέρες μας επιβιώνει ο μύθος της καθυστερημένης έλευσης του μυθιστορήματος, είδους που απαιτεί προηγμένες κοινωνικές δομές τις οποίες δεν διέθετε η «καθυστερημένη» ελληνική κοινωνία. Αλλά και κάποιοι που δεν υιοθέτησαν την παραπάνω άποψη υποστήριξαν ή υποστηρίζουν ακόμη πως το πρώτο είδος που καλλιεργήθηκε ήταν αυτό του ιστορικού μυθιστορήματος ή πως η μυθιστορηματική παραγωγή ως το 1880 ήταν αναιμική και υπηρετούσε πατριωτικά, εθνεγερτικά και ψυχωφελή ιδεώδη, αντιλήψεις που έχουν καταρριφθεί ήδη από τη δεκαετία του 1990. Υπάρχουν όμως και άλλοι μύθοι σε σχέση με την πεζογραφική παραγωγή του 19ου αιώνα, όπως αυτός της ανυπαρξίας διηγήματος πριν από τη δεκαετία του 1880 ή αυτός της κυριαρχίας της ηθογραφίας κατά την ίδια δεκαετία.

Γιατί δημιουργήθηκαν αυτοί οι μύθοι; Οι προφανείς λόγοι είναι η ως πρόσφατα έλλειψη βιβλιογραφικών εργαλείων που να διαφωτίζουν την εν λόγω περίοδο, καθώς και οι δύσκολες ερευνητικές συνθήκες στις ελληνικές βιβλιοθήκες. Λόγοι που τείνουν τώρα να εκλείψουν αφενός με την έκδοση και την ηλεκτρονική διάθεση αξιόπιστων βιβλιογραφικών εργαλείων για τον 19ο αιώνα, καθώς και με την ψηφιακή διάθεση μεγάλου μέρους του υλικού του προπερασμένου αιώνα από τις βιβλιοθήκες.

Ο Παλαμάς και το μυθιστόρημα

Υπάρχει όμως επιπλέον και ένας «κεκρυμμένος» λόγος, πολυπλοκότερος, ο οποίος χρήζει ερμηνείας. Στην ανίχνευσή του θα μας βοηθήσει το σχόλιο του Mario Vitti πως «ο Παλαμάς ξεκινά για μια επανάκτηση του παρελθόντος επιλέγοντας συστηματικά τους προγόνους του», καθώς και η διαπίστωσή του πως «προσδιορίζει το έτος 1880 ως αφετηρία μιας νέας ιστορικής εποχής» (Μ. Vitti, Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Οδυσσέας, 2008, σελ. 292). Και εκεί βρίσκεται ενδεχομένως το κλειδί για την επικράτηση της αντίληψης πως τίποτα δεν υπήρχε στο πεδίο της πεζογραφίας πριν από τη δεκαετία του 1880. Αν μελετήσει κανείς τις απόψεις της κριτικής της γενιάς του Παλαμά θα ανακαλύψει πως σε αυτήν οφείλονται οι βασικοί μύθοι οι σχετικοί με την απαξίωση της πεζογραφικής παραγωγής που προηγήθηκε. Και οι λόγοι είναι πολλοί και πολυσύνθετοι.

Αφενός η χαμηλή υπόληψη του μυθιστορηματικού είδους έναντι της υψηλής θέσης της ποίησης, υπόληψη η οποία μειώνεται ακόμη περισσότερο λόγω των ηχηρών αντιδράσεων μπροστά στο φαινόμενο της σαρωτικής δημοτικότητας των μεταφρασμένων, κυρίως γαλλικών «ανήθικων» μυθιστορημάτων, τα οποία διαβάζει μετά πάθους το διψασμένο για περιπέτειες, έρωτες και πάθη αναγνωστικό κοινό. «Συ κύριε έγραψες μυθιστορίας...» κατηγόρησαν τον αξιοσέβαστο λόγιο και πολιτικό Α. Ρ. Ραγκαβή επειδή είχε γράψει μυθιστορήματα. Αφετέρου η επίδραση των έργων αυτών στην όχι αριθμητικά ευκαταφρόνητη πρωτότυπη παραγωγή είχε ως αποτέλεσμα ένας μεγάλος αριθμός έργων να «κοιτά» έντονα προς τη Δύση με «ξενικές» υποθέσεις οι οποίες δεν βοηθούσαν τις εθνικές επιδιώξεις. Χωρίς αυτό να σημαίνει πως το σύνολο της πεζογραφικής παραγωγής ακολουθούσε αυτούς τους κανόνες. Υπήρχαν ασφαλώς και οι εξαιρέσεις και δεν είναι τυχαίο πως οι όποιες επιβιώσεις ανήκουν στις εξαιρέσεις, δηλαδή σε έργα με ελληνικές υποθέσεις (Η Ηρωίς της Ελληνικής Επαναστάσεως του Στέφανου Ξένου, Η ορφανή της Χίου του Ιάκωβου Πιτσιπιού, Ο Κατσαντώνης του Κωνσταντίνου Ράμφου κ.ά.). Τα έργα αυτά χαιρετίζονται ως εθνωφελή σε ένα περιβάλλον όπου κυριαρχεί το αίτημα για δημιουργία «εθνικού μυθιστορήματος». Το αίτημα αυτό θα οδηγήσει τελικά την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα στην επικράτηση της ηθογραφίας μέσω του διηγήματος.

Οι ανωτέρω λόγοι μαζί με την καθαρεύουσα ή ακόμη και αρχαΐζουσα γλώσσα στην οποία είναι γραμμένα τα περισσότερα μυθιστορήματα, η οποία υιοθετείται για εθνικούς λόγους, αρκούν για να ριφθούν από τους μεταγενέστερους, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, στο πυρ το εξώτερον. Ετσι αφέθηκαν στη λήθη οι καθόλου αριθμητικά ευκαταφρόνητες προσπάθειες για συγγραφή μυθιστορήματος δεκάδων, συχνά αυτοσχέδιων, μυθιστοριογράφων.

Η πεζογραφία του 19ου αιώνα με αριθμούς

Στην αναθεωρημένη και επεκταμένη ως το 1900 εκδοχή παλαιότερου καταλόγου αυτοτελώς εκδομένων μυθιστορημάτων και διηγημάτων (Σ. Ντενίση, Ο Πολίτης, 109 [1990], 55-63), σε τελικό στάδιο σήμερα, σε συνεργασία με τον συνάδελφο Λάμπρο Βαρελά, για την περίοδο 1834 ως το 1880 έχουμε 154 τίτλους, εκ των οποίων οι 117 ανήκουν σε μυθιστορήματα και οι 37 σε διηγήματα. Από τα παραπάνω μυθιστορήματα περισσότερα από 30 γνωρίζουν δεύτερες, τρίτες ή ακόμη και τέταρτες εκδόσεις, ενώ δεύτερες και τρίτες εκδόσεις γνωρίζουν 12 διηγήματα. Τα ανωτέρω στοιχεία φανερώνουν πως ούτε ισχνός είναι ο αριθμός των πρωτότυπων μυθιστορημάτων ούτε είναι έργα χωρίς απήχηση στην εποχή τους και ακόμη πως υπήρχε διηγηματική παραγωγή και κατά την πρώτη πεντηκονταετία του 19ου αιώνα.

Οσον αφορά τη δεκαετία του 1880, την υποτιθέμενη δεκαετία του διηγήματος και της ηθογραφίας, η καταγραφή μας δίνει 124 τίτλους, εκ των οποίων 79 ανήκουν σε νέα μυθιστορήματα και μόνο 12 σε νέα διηγήματα, ενώ 32 τίτλοι ανήκουν σε επανεκδόσεις παλαιότερων μυθιστορημάτων και δύο είναι δεύτερες εκδόσεις μυθιστορημάτων της ίδιας δεκαετίας. Η αυτοψία των έργων φανέρωσε πως ειδολογικά η μικρότερη κατηγορία ήταν αυτή των ηθογραφικών έργων (5 διηγήματα στο σύνολο της παραγωγής). Τέλος, η δεκαετία του 1890 δίνει ανατρεπτικά στοιχεία με 135 πεζά έργα, εκ των οποίων 54 είναι μυθιστορήματα ενώ 82 διηγήματα. Αυτή τη δεκαετία εξαφανίζονται σχεδόν τα παλαιότερα ονόματα πεζογράφων με εξαίρεση τους Βικέλα, Ξένο και Ράμφο που επανεκδίδονται.

Με βάση την παραπάνω καταγραφή μπορούμε να πούμε πως ο 19ος αιώνας έδωσε 381 πρωτότυπα πεζογραφήματα, εκ των οποίων τα 250 είναι μυθιστορήματα και τα 131 διηγήματα/συλλογές διηγημάτων (82 εξ αυτών δημοσιεύτηκαν τη δεκαετία του 1890). Τα έργα αυτά μαζί με τις επανεκδόσεις τους υπολογίζονται στους 460 τίτλους. Νομίζω ότι οι αριθμοί μιλούν από μόνοι τους. Τώρα αν πρόκειται για σπουδαία λογοτεχνία αυτό είναι ένα άλλο ερώτημα.

Η κυρία Σοφία Ντενίση είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια Ιστορίας και Κριτικής της Λογοτεχνίας στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών.

Τα χρόνια της ενηλικίωσης;

Η εμπειρία του πολέμου, οι ρεαλιστικές καταβολές και η πρόκληση του ευρωπαϊκού μοντερνισμού και η σχέση με τη ζέουσα πραγματικότητα στον 20ό αιώνα

Τα χρόνια της ενηλικίωσης;
Η Αλεξάνδρα Αϊδίνη ως Μαρίνα στη θεατρική διασκευή του μυθιστορήματος του Μ. Καραγάτση «Μεγάλη χίμαιρα» από τον Δημήτρη Τάρλοου

Από τη ρομαντική εποχή ως το '30, μια δρασκελιά δρόμος, διάσπαρτος με τη Γυφτοπούλα(1884) του Παπαδιαμάντη, τον Ζητιάνο (1896) του Καρκαβίτσα, το ιμπρεσιονιστικόΦθινόπωρο (1917) του Χατζόπουλου. Μυθιστορήματα που μας οδηγούν στη γενιά που έχει συνδεθεί με τη «δημιουργία» του μυθιστορήματος. «Ο Θεοτοκάς και οι σύγχρονοί του (...) έχουν ξεχάσει, αλήθεια, πως υπήρχαν μυθιστορήματα κατά τη ρομαντική εποχή και μένουν με την εντύπωση ότι το διήγημα επικρατεί απόλυτα στην ελληνική πεζογραφία» επισημαίνει ο Ανρί Τονέ στην Ιστορία του ελληνικού μυθιστορήματος (Πατάκης, 2001). Αστικό μυθιστόρημα και οικογενειακή saga, ο Θεοτοκάς, ο Καραγάτσης, ο Τερζάκης. Νεωτερική γραφή, Κοσμάς Πολίτης, Eroica (1937), Ν. Γ.  Πεντζίκης, Ο πεθαμένος και η Ανάσταση(1944), Γιάννης Σκαρίμπας, Το σόλο του Φίγκαρο (1939), Μέλπω Αξιώτη, Δύσκολες νύχτες(1938). Η Ζωή εν τάφω (1924) του Μυριβήλη, αντιπολεμικό μυθιστόρημα που συμβαδίζει με τα ευρωπαϊκά. Η Μικρασία και ο Βενέζης. Η Κατοχή, ο Εμφύλιος και οι μυθιστοριογράφοι μετά τον πόλεμο. Αντέχουν στον χρόνο και στη σύγκριση με την ξένη μυθιστοριογραφία της εποχής τους; H Αγγέλα Καστρινάκη και η Ερη Σταυροπούλου γράφουν για το ελληνικό μυθιστόρημα πριν και μετά τον Β' Παγκόσμιο πόλεμο, στην τρίτη συνέχεια μιας συζήτησης που, όπως φαίνεται παραπάνω, διεξάγεται εδώ και έναν αιώνα χωρίς να έχουν ελεγχθεί εσφαλμένες εντυπώσεις που την ορίζουν.


Αγγέλα Καστρινάκη


Bildungsroman και φιλοδοξίες

Δεν είναι ανυπόστατη φήμη ότι στην Ελλάδα δεν έχουμε (ή μήπως να πούμε: δεν είχαμε) μυθιστόρημα. Αυτό το πελώριο ευρωπαϊκό είδος που γεννήθηκε στον 18ο αιώνα και άνθησε στον 19ο γνώρισε σαφώς μια περιορισμένη εκπροσώπηση στη χώρα μας. Δεν είχαμε Μπαλζάκ, δεν είχαμε Σταντάλ, ούτε Ντίκενς, ούτε Τολστόι. Είχαμε ορισμένους συγγραφείς που προσπαθούσαν να τους μοιάσουν. Αλλά συνήθως αποτύγχαναν.

Σκέφτομαι τον πρώιμο Παπαδιαμάντη και ξαναδιαβάζω τη Γυφτοπούλα. Ολα τα έβαλε μέσα, όσα είχε μάθει από τους ευρωπαίους δασκάλους ότι απαρτίζουν το μυθιστόρημα: ίντριγκες, μυστήρια, πρόσωπα υψηλά και πρόσωπα χαμηλά, τη μεγάλη ιστορία των εθνών και τη μικρή ιστορία των προσώπων, ιδέες και σύμβολα. Γιατί αποτυγχάνει αυτός που και ευφυΐα διαθέτει και κουλτούρα και καλλιτεχνικό αισθητήριο σε αφθονία; Αποτυγχάνει πιστεύω γιατί δεν έχει υψηλό κίνητρο. Ο άνθρωπος πρέπει, κυρίως, να βγάλει το ψωμί του. Γράφει στις εφημερίδες κατεβατά από ανούσιους διαλόγους για να γεμίσει τη σελίδα. Ουσιαστικά βαριέται. Μέριμνά του η τέρψη του κοινού - έτσι όμως δεν παράγεται το μέγα έργο.

Κίνητρο και αριστοκρατία

Το μυθιστόρημα απαιτεί μια συγκέντρωση προσπάθειας, μια τεράστια επιμονή, μια προσήλωση στον στόχο, και έναν πολύ ισχυρό λόγο για να τα πράξει κανείς όλα αυτά. Πριν από κάποια χρόνια, μελετώντας ορισμένα ελληνικά μυθιστορήματα διαμόρφωσης του πρώτου μισού του 20ού αιώνα (Το φλογισμένο ράσο του Πλάτωνος Ροδοκανάκη και τονΛεωνή του Θεοτοκά) σε σύγκριση με ευρωπαϊκά, είχα καταλήξει στις εξής σκέψεις: Πρώτον, οι Ελληνες δεν έχουν να αντιταχθούν σε πολύ ισχυρούς μηχανισμούς καταπίεσης, οικογένεια, σχολείο, θρησκεία, κάτι που στην Αγγλία τροφοδοτεί το Bildungsroman, ως μια προσπάθεια απελευθέρωσης από αυτούς τους θεσμούς. Δεύτερον, στην Ελλάδα υπάρχει μια πολύ περιορισμένη ανάπτυξη ενός αισθήματος εγωτισμού, δηλαδή των αστικών αξιών που γεννούν το μυθιστόρημα της διαμόρφωσης· το εγώ υποχωρεί πάραυτα μπροστά στην ανάδυση συλλογικών αξιών και προταγμάτων. Το ελληνικό Bildungsroman είναι μια ισχνή (και σε σελίδες) εκδοχή του αγγλικού: οι ήρωες ξεμπερδεύουν πολύ εύκολα με τα διλήμματά τους, ενώ, ως προς το είδος, αντί για μυθιστόρημα έχουμε ουσιαστικά νουβέλα.

Το τρίτο και σημαντικότερο ίσως για το θέμα μας συμπέρασμα προκύπτει και από τη συγκριτική μελέτη των ελληνικών έργων με τον Βίλελμ Μάιστερ του Γκαίτε. Ο νεαρός ήρωας εκεί επιθυμεί μέσω της παιδείας του, μέσω της Bildung, να εξισωθεί με τους αριστοκράτες, να κατακτήσει το δικό τους μορφωτικό επίπεδο. Και ο ίδιος ο Γκαίτε, γράφοντας τον Βίλελμ Μάιστερ, επιθυμεί και αυτός την είσοδό του στο άβατο της αριστοκρατίας όπου δεν ανήκε από τη γέννησή του. Στο αγγλικό μυθιστόρημα διαμόρφωσης επίσης όλοι, ή σχεδόν, οι νεαροί ήρωες κατευθύνονται στη ζωή από την επιθυμία να γίνουν gentlemen. Κι ακόμα, ο Μπαλζάκ, αστός την καταγωγή, προβάλλοντας μετά πάθους στο έργο του την αριστοκρατία, κατάφερε εντέλει και στη ζωή του να γίνει Ονορέ ντε Μπαλζάκ.

Λέγεται μερικές φορές ότι στην Ελλάδα δεν έχουμε μυθιστόρημα επειδή δεν έχουμε αστική τάξη. Αστική τάξη όμως κουτσά-στραβά διαθέτουμε. Αυτό που μας λείπει εντελώς είναι η αριστοκρατία. Και άρα το κίνητρο που θα είχε η αστική τάξη να της μοιάσει, να κατακτήσει το οχυρό της παιδείας, να γίνει η νέα αριστοκρατία στη θέση της παλιάς. Ο Παπαδιαμάντης δεν χρειαζόταν να κατακτήσει κανένα υψηλότερο μορφωτικό ιδεώδες από αυτό που κατείχε ήδη μέσα από την αυτομόρφωσή του. Η βούληση για τη μεγάλη υψηλού επιπέδου σύνθεση έλειψε· εκφράζει την ψυχή του (άρτια και συγκινητικά) μέσα από το λιγότερο φιλόδοξο είδος του διηγήματος.

Γενιά του 1930, εξίσωση με την Ευρώπη

Φιλοδοξία: πιστεύω ότι είναι μια λέξη-κλειδί για το θέμα μας. Και εδώ θα μπορούσαμε να προσθέσουμε και άλλες φιλοδοξίες, πέρα από την πρωταρχική. Η φιλοδοξία της εξίσωσης με την Ευρώπη· να δείξουμε στους Ευρωπαίους ότι μπορούμε να γίνουμε ισότιμο μέλος της οικογένειάς τους. Μήπως η ξαφνική άνθηση του μυθιστορήματος στη γενιά του '30 είναι ξένη προς αυτή τη φιλοδοξία; Θεοτοκάς, Πετσάλης-Διομήδης, Καραγάτσης, Τερζάκης: ο τελευταίος μάλιστα εντελώς ανάγλυφα, στην Πριγκιπέσσα Ιζαμπώ, όπως δημοσιεύτηκε σε επιφυλλίδες το 1937-'38 (στην έκδοση του 1945 αυτό άλλαξε), αναδεικνύει την άμιλλα με τους Δυτικούς σε πεδίο δόξης για τα αλλοτινά αρχοντόπουλα του Μοριά καθώς και για τους σύγχρονους μυθιστοριογράφους.

Ακόμη ένα παράδειγμα: η επίσης ξαφνική άνθηση του μυθιστορήματος των γυναικών στο τέλος του Β' Παγκόσμιου Πολέμου: Λυμπεράκη, Κρανάκη (και οι δύο με μυθιστορήματα διαμόρφωσης), Εύα Βλάμη (ο επικός Σκελετόβραχος) και άλλες. Θεωρώ ότι η εμφάνιση των μυθιστορημάτων αυτών σχετίζεται με την έφοδο προς την ισότητα που πραγματοποίησαν οι γυναίκες τα ίδια χρόνια. Ισχυρότατο κίνητρο: η κατάκτηση του χώρου των ανδρών. Αν το Bildungsroman στην Ευρώπη δημιουργείται από την ανάγκη αυτοπροσδιορισμού μιας κοινωνικής τάξης και εμπέδωσης της κυριαρχίας της, το γυναικείο Bildungsroman προκύπτει από ανάλογη ανάγκη αυτοπροσδιορισμού ενός ολόκληρου φύλου.

Συνήθως λοιπόν θα έλεγα ότι είναι το κίνητρο, οι βλέψεις μιας συγκροτημένης κοινωνικής ομάδας που οδηγούν στη δημιουργία του είδους μυθιστόρημα. Χωρίς να αποκλείονται βέβαια και οι μοναχικοί καβαλάρηδες: ο Καζαντζάκης μονάχος του κίνησε για την κατάκτηση του κόσμου· και έπος και μυθιστόρημα. Αλλά σε αυτόν είχε συγκεντρωθεί (ποιος ξέρει πώς και γιατί) η φιλοδοξία των αιώνων...

Τέλος: καλές οι μεγάλες φιλοδοξίες· βέβαια, εκτός από αριστουργήματα μπορεί να βγάλουν και τέρατα. Καλές όμως και οι μικρές φιλοδοξίες και οι χαμηλές φωνές. Το διήγημα, προϊόν μικρότερης προσπάθειας οπωσδήποτε, μπορεί να φτάσει σε πολύ υψηλότερη καλλιτεχνική τελειότητα. Ενα διήγημα μπορεί να είναι άψογο σε αναλογίες, σε ρυθμό, σε γλωσσική ευαισθησία, κάτι που ένα μυθιστόρημα από τη φύση του αδυνατεί να είναι.

Η σημερινή πληθώρα των μυθιστορημάτων δεν σημαίνει ακριβώς ότι κάτι κατακτήσαμε και στο επίπεδο της ποιότητας.

Η κυρία Αγγέλα Καστρινάκη είναι καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης και συγγραφέας.


Ερη Σταυροπούλου

Μεταπολεμικά έργα και συγγραφείς
Γέννημα μιας ταραγμένης ιστορικά εποχής, σε μια χώρα με μεγάλα πολιτικοκοινωνικά και οικονομικά προβλήματα που πάλευε να ορθοποδήσει, με μια πρόοδο που ανακόπηκε από την επτάχρονη δικτατορία, με περιορισμένη παράδοση στον αφηγηματικό λόγο, το μεταπολεμικό μυθιστόρημα παρουσιάζει πλουσιότατη παραγωγή. Είναι, κατά τη γνώμη μου, αφελές να συγκρίνουμε τους νεοέλληνες συγγραφείς με τα μεγαλύτερα ονόματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, γιατί κανένας συγγραφέας, όσο ταλαντούχος κι αν είναι, δεν γράφει ανεξάρτητα από την εποχή και τον τόπο του. Η τέχνη του αρδεύεται όχι μόνο από την παιδεία, τη λογοτεχνική παράδοση αλλά και από τη γύρω ζωή.

Συνέχειες και τομές

Για να δείξω ότι το μυθιστόρημα κατά τη μεταπολεμική περίοδο γνώρισε σημαντική καρποφορία, θα θυμίσω πολύ συνοπτικά ορισμένα έργα. Βιβλία που αγαπήθηκαν από τους αναγνώστες, συζητήθηκαν, βραβεύτηκαν, μεταφράστηκαν, αξιοποίησαν νεωτερικούς τρόπους γραφής σε διάλογο με την ευρωπαϊκή λογοτεχνία, άνοιξαν νέες προοπτικές στο νεοελληνικό μυθιστόρημα, διασκευάστηκαν με επιτυχία για το θέατρο, την τηλεόραση ή τον κινηματογράφο. Σε αυτά αποτυπώνονται και οι προσωπικές μου προτιμήσεις. «Ο καθείς και τα όπλα του» γράφει ο Ελύτης. Παρ' όλο που παραθέτω αντιπροσωπευτικά έργα ευρύτερων τάσεων, δεν επιλέγω συγγραφείς και κείμενα με κριτήρια της παραδοσιακής Ιστορίας της λογοτεχνίας. Πρόθεσή μου είναι να φανούν μετασχηματισμοί (συνέχειες και τομές) στην πεζογραφική μας παράδοση, καθώς υποστηρίζω θερμά την άποψη ότι υπάρχουν αξιόλογα ελληνικά μυθιστορήματα. Κι αν ο χώρος μου δεν ήταν τόσο περιορισμένος, δεν θα αναφερόμουν μόνο σε σχετικά παλαιότερους μεταπολεμικούς πεζογράφους, ούτε μόνο σε τόσα κείμενα. Αδικώ για τον ίδιο λόγο και τους συγγραφείς που αναφέρω, γιατί οι περισσότεροι δεν έχουν μόνο ένα πολύ αξιόλογο μυθιστόρημα.

Θα αρχίσω με τα Ψάθινα καπέλα (1946) της Mαργαρίτας Λυμπεράκη, που συνεχίζουν την παράδοση του εφηβικού μυθιστορήματος. Με παρατηρητικότητα και ευαισθησία η συγγραφέας διαγράφει τον γυναικείο ψυχισμό αντιμέτωπο με ζητήματα, όπως η ηλικία, η μητρότητα και η διάθεση για δημιουργία.

Το δράμα της Μικρασιατικής καταστροφής ιστορήθηκε ως τις μέρες μας σε πολλά βιβλία. ΤαMατωμένα χώματα (1962) της Διδώς Σωτηρίου ξεχωρίζουν, γιατί μέσα από την τραγική περιπέτεια του ήρωα προβάλλεται η μακρόχρονη ειρηνική συνύπαρξη Ελλήνων και Τούρκων, επισημαίνονται οι λόγοι της συμφοράς και κατονομάζονται οι αίτιοι.

Οι τρίτομες Aκυβέρνητες πολιτείες (1960-1965) του Στρατή Τσίρκα, μια πλατιά σύνθεση για τον πόλεμο στην Αίγυπτο και τη Μέση Ανατολή, συνδυάζει τις περιπέτειες των ετερόκλητων, διαφορετικής εθνικότητας ηρώων με την κριτική στην ελληνική πολιτική.

Ο Mήτσος Aλεξανδρόπουλος στο δίτομο Nύχτες και αυγές (1961-1963) δίνει με λιτή ακρίβεια τον πόλεμο και την Αντίσταση, προβάλλοντας τον ηρωισμό και τα οράματα των ανθρώπων που θέλησαν να αλλάξουν τον κόσμο.

Tο Τρίτο στεφάνι (1962) του Κώστα Ταχτσή ζωγραφίζει τη μικροαστική Ελλάδα μέσα από τη γλαφυρή αφήγηση δύο γυναικών.

Το Ζ (1966) του Bασίλη Bασιλικού αποτυπώνει τη συγκλονιστική υπόθεση Λαμπράκη και τη δύναμη του παρακράτους. Ενα «non fiction novel» (όπως το Εν ψυχρώ του Τρούμαν Καπότε) μυθοποιεί το ιστορικό γεγονός, συνδυάζοντας το δημοσιογραφικό ρεπορτάζ και τα ντοκουμέντα με τη μυθοπλασία.

Ο Λοιμός (1972) του Αντρέα Φραγκιά αποτυπώνει τον παραλογισμό και τη βία της σωφρονιστικής μεθόδου της Μακρονήσου αλλά προσφέρεται και για μια προφητική ανάγνωση της καταπίεσης του απρόσωπου τιμωρητικού συστήματος της σύγχρονης εποχής, που θα περιγράψει στο Πλήθος (1985-1986).

Την ίδια χρονιά (1972) κυκλοφορεί Ο γενναίος Τηλέμαχος του Αλέξανδρου Κοτζιά, ένα αντιχουντικό και αντιαμερικανικό μυθιστόρημα, τοιχογραφία της μεταπολεμικής Ελλάδας από το 1951 ως το 1968 και καταγγελία των διεργασιών που οδήγησαν στην απριλιανή δικτατορία, διεργασίες στις οποίες θα επανέλθει στη νουβέλα Το σοκάκι (1992).

Το μυθιστόρημα της Μεταπολίτευσης

Στο μυθιστόρημα Tο κιβώτιο (1974) του Αρη Aλεξάνδρου η δυσερμήνευτη και αινιγματική απολογία του μόνου επιζήσαντος μιας εφιαλτικής αποστολής μετατρέπεται σε κριτική ιδεών και πρακτικών, ενώ το άδειο κιβώτιο γίνεται συνώνυμο με το «αδειανό πουκάμισο».

Η Βιοτεχνία υαλικών (1975) του αθηναιογράφου Μένη Κουμανταρέα είναι μια ελεγεία των μικρών ανθρώπων, που σχεδιάζουν τη ζωή τους με όνειρα για κοινωνική αλλαγή, και τελικά βυθίζονται στην ασημαντότητα, την κατάθλιψη και την παρακμή.

H Αρχαία σκουριά (1979) της Mάρως Δούκα, πολιτικό μυθιστόρημα μαθητείας, δείχνει μέσα από την κριτική ματιά μιας νέας κοπέλας την πτώση της δικτατορίας και τη διάψευση των ιδεολογιών και των οραμάτων.

H αρραβωνιαστικιά του Aχιλλέα (1987) της Αλκης Ζέη περιγράφει τη ζωή μιας γυναίκας από το 1940 ως το 1970 και μαζί την πορεία μιας «νικηφόρας» επανάστασης που χάθηκε στην Ελλάδα, την Τασκένδη, την Ευρώπη.

Τα Βαμμένα κόκκινα μαλλιά (1989) του Κώστα Μουρσελά, εκτός από την πολυπρόσωπη εικόνα της μετεμφυλιακής Ελλάδας, προσφέρει έναν καταπληκτικά ζωντανό αντιήρωα, το Λούη, απείθαρχο και αντιφατικό, καθρέφτη και τιμητή της κοινωνίας.

Τα Στοιχεία για τη δεκαετία του '60 (1989) του Θανάση Bαλτινού, έργο πρωτότυπο, χωρίς ήρωες και αφήγηση, αποδίδει τη συλλογική ταυτότητα της εποχής, παραθέτοντας μια μεγάλη σειρά από πεποιημένα ντοκουμέντα.

Η Ρέα Γαλανάκη στο O βίος του Iσμαήλ Φερίκ πασά (1989) αξιοποιώντας ιστορικά γεγονότα, ερευνά ένα σύγχρονο πρόβλημα, αυτό της ταυτότητας και της ετερότητας, της εσωτερικής και εξωτερικής πραγματικότητας, του ψυχολογικού και κοινωνικού εαυτού.

Τούτη η συναγωγή κειμένων, αν και δεν έγινε με αυτόν τον στόχο, απαντά σε ένα ευρύτερο αίτημα για τη σχέση της λογοτεχνίας με τη ζέουσα πραγματικότητα. Καθώς τα μυθιστορήματα αυτά συνθέτουν ένα πανόραμα της τραγικής περιπέτειας του ελληνισμού από τα μέσα του 19ου αιώνα ως τη μεταπολίτευση, φανερώνουν ότι οι μεταπολεμικοί συγγραφείς στάθηκαν κριτικά απέναντι στο παρόν, αναστοχάστηκαν το παρελθόν, δεν έκρυψαν ούτε ωραιοποίησαν τα λάθη και τα δεινά της χώρας.

Η κυρία Ερη Σταυροπούλου είναι καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.


Μυθιστοριογραφία: μύθοι και ουσία

Μία κριτικός, ένας εκδότης, ορισμένες εκτιμήσεις για την τρέχουσα μυθιστοριογραφία. Προϋποθέσεις για έργα αξιώσεων, ανεπάρκειες και ερμηνείες και η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής παραγωγής στην ξένη αγορά

Μυθιστοριογραφία: μύθοι και ουσία
Η Αλεξάνδρεια στις αρχές του 20ού αιώνα. Μία από τις τρεις Ακυβέρνητες Πολιτείες στην ομώνυμη τριλογία του Στρατή Τσίρκα

Αχαρτογράφητο ακόμη από τους ιστορικούς της λογοτεχνίας το τοπίο της πρόσφατης και σύγχρονης μυθιστοριογραφίας. Η κριτικός Ελισάβετ Κοτζιά παρακολουθεί συστηματικά την ελληνική πεζογραφία από τη Μεταπολίτευση και εξής. Στη μελέτη που ετοιμάζει για την πεζογραφία των συγγραφέων που εμφανίστηκαν από το 1974 ως το 2010 επιχειρεί να εμβαθύνει στους όρους και στα γενικά χαρακτηριστικά της παραγωγής της περιόδου αυτής. Ορισμένες πρώτες διαπιστώσεις μοιράζεται μαζί μας, μετακινώντας τη συζήτηση από τη μυθολογία περί ανυπαρξίας ελληνικού μυθιστορήματος σε ζητήματα ουσιαστικά: Γιατί δεν έχουμε μεγάλες πολυφωνικές συνθέσεις; Γιατί δεν διακρίνεται το σύγχρονο καλό ελληνικό μυθιστόρημα στο εξωτερικό; Ποια η σχέση των μυθιστοριογράφων με την πραγματικότητα και με την αγορά του βιβλίου;

Σε αυτή την αγορά, πρώτος αντιλαμβάνεται τις αξιώσεις της μυθιστορηματικής παραγωγής ο εκδότης. Στον 20ό αιώνα η Εστία συνδέθηκε με το μυθιστόρημα των αστών του Μεσοπολέμου, ο Κέδρος με των μεταπολεμικών αριστερών. Στη δεκαετία του 1980 ο Καστανιώτης εξέδωσε ποιοτική μυθιστοριογραφία γυναικών και η Εστία νέους μυθιστοριογράφους. Πατάκης και Μεταίχμιο έγιναν στο γύρισμα της χιλιετίας στέγη για καταξιωμένους και νεόκοπους μυθιστοριογράφους. Ο νεαρός εκδοτικός οίκος Αντίποδες του Κώστα Σπαθαράκη και του Θοδωρή Δρίτσα, με πέντε συλλογές διηγημάτων στον κατάλογό του, θα κυκλοφορήσει το πρώτο του ελληνικό μυθιστόρημα τον Νοέμβριο. Συνομήλικοι των νέων συγγραφέων, αποδέκτες των προβληματισμών και των χειρογράφων τους, οι εκδότες μεταφέρουν μια εικόνα των ζυμώσεων στον χώρο της πεζογραφίας. Γράφεται μυθιστόρημα σήμερα; Είναι αξιόλογο; Ποιος ο ρόλος του εκδότη στην υποστήριξη της μυθιστοριογραφίας;

Ελισάβετ Κοτζιά

Πραγματικότητα που δεν χωράει σε καλούπια

Η απόφανση πως «δεν υπάρχει ελληνικό μυθιστόρημα» δεν είναι αληθινή. Το αποδεικνύει η μακρά σειρά παλαιότερων και σύγχρονων μυθιστοριογράφων που επιπλέον έχουν αξιοσημείωτο αναγνωστικό κοινό. Βαλτινός, Νόλλας, Δούκα, Πανσέληνος, Ζατέλη, Γιατρομανωλάκης, Συμπάρδης, Χουρμουζιάδου, Μπουραζοπούλου είναι μερικά ονόματα, για να περιοριστώ σε σημερινούς συγγραφείς.

Αληθινό ίσως είναι ότι «δεν έχουμε πολύ μεγάλους μυθιστοριογράφους», τόσο μεγάλους όσο τουλάχιστον είναι οι μεγάλοι ποιητές μας - το οποίο και πάλι δεν σημαίνει πως «είμαστε λαός ποιητών».

Μύθος ακόμα το ότι «είμαστε λαός διηγηματογράφων», πως «το διήγημα είναι κατώτερο είδος από το μυθιστόρημα», πως «η συγγραφή ποίησης και διηγήματος αποτελεί εκδήλωση οκνηρίας», πως «το μόνο αξιόλογο μυθιστόρημα που βγαίνει στην Ελλάδα είναι το μεταφρασμένο».

Γαϊτανάκι αποφθεγμάτων

Ολοι αυτοί οι αφορισμοί προσπαθούν να βάλουν σε καλούπια μια πραγματικότητα πολύ πιο πλούσια και σύνθετη απ' ό,τι είμαστε ικανοί και έτοιμοι να παραδεχθούμε. Κι έτσι πλέκεται ένα γαϊτανάκι αποφθεγμάτων που η πραγματικότητα διαρκώς διαψεύδει καθώς ούτε ο Τσέχοφ είναι κατώτερος από τον Ντοστογέφσκι, ούτε ο Παπαδιαμάντης χαμηλότερος από τον Ροΐδη, ούτε η Αλις Μονρό λιγότερη από τον Μάρκες. Ούτε βέβαια είναι ευκολότερη η πολιτογράφηση «στων ιδεών την πόλη» μέσα από την ποίηση και το διήγημα απ' ό,τι μέσα απ' το μυθιστόρημα διότι σε όλα τα είδη απέχει «το σκαλί το πρώτο πολύ από τον κοινό τον κόσμο». Υπό την προϋπόθεση βέβαια πως θεωρούμε, όπως ο καβαφικός αισθητής, τη λογοτεχνία «απόσταγμα από βότανα γητεύματος», ύλη, ουσία, στοιχείο «κατά τες συνταγές αρχαίων Ελληνοσύρων μάγων καμωμένο» που για λίγην ώρα επαναφέρει τα είκοσι τρία χρόνια μας, τον φίλο, την κάμαρη, την αγάπη, την ομορφιά, δημιουργεί «τον μικρό κίτρινο τοίχο» του Μπεργκότ, φιλοτεχνεί την έλλαμψη, πλάθει τη «στιγμή», «the stuff dreams are made on». Οι όροι για παρόμοιες αποκαλύψεις δεν συνιστούν ποσοτική συνάρτηση αλλά απαιτούν την ύπαρξη καλλιτεχνικής χάρης σε οποιοδήποτε είδος, διήγημα, ποίηση ή μυθιστόρημα. Γενικότητες όπως οι παραπάνω είναι τόσο αληθινές όσο και η παλαιά αποφθεγματική ρήση «μέγα βιβλίον, μέγα κακόν».

Ελληνική δημιουργία - υποθέσεις εργασίας

Τούτων λεχθέντων και αφού απομακρυνθούμε από τις μεγαλοστομίες και τις ταμπέλες, θα μπορούσε ίσως κανείς να προσπαθήσει να διερευνήσει κατά πόσον έχουν ερμηνευτική ισχύ μερικές υποθέσεις εργασίας για κάποια από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ελληνικής καλλιτεχνικής πράξης. Γιατί είναι βέβαια αληθές ότι σε ορισμένες περιόδους άνθησαν το διήγημα ή η ποίηση και όχι το μυθιστόρημα. Πώς και γιατί συνέβη; Η θεωρία έχει εκφράσει πολλές υποθέσεις για τις κοινωνικές ορίζουσες, για τις προϋποθέσεις και τις συνθήκες που οδηγούν σε ορισμένα αποτελέσματα.

Ναι, θα μπορούσαμε να πιστέψουμε λοιπόν πως στην Ελλάδα δεν είχαμε την αναγκαία αστική τάξη που θα οδηγούσε σε μια μυθιστορηματική άνθηση όπως την παρακολουθήσαμε στη Γαλλία και στην Αγγλία του 19ου αιώνα. Πόσο ισχυρή όμως είναι η υπόθεση αυτή όταν, για παράδειγμα, στις χώρες της Λατινικής Αμερικής σημειώθηκε στον 20ό αιώνα η πασίγνωστη άνθηση του λατινοαμερικανικού μαγικού ρεαλισμού μέσα σε συνθήκες όχι αστικής ελευθερίας αλλά πολιτικοκοινωνικού αυταρχισμού - για να μη μιλήσουμε για την άνθηση του κλασικού ρωσικού μυθιστορήματος στον 19ο αιώνα;

Θα μπορούσαμε επίσης να παρατηρήσουμε ότι οι έλληνες συγγραφείς αποφεύγουν τις πολύ μεγάλες, πολυφωνικές, πολυεπίπεδες, πολυπρισματικές συνθέσεις. Διότι ακόμα και το πολυάνθρωπο μυθιστόρημα, που καλύπτει μεγάλες χρονικές περιόδους και εκτυλίσσεται σε πολλούς τόπους, είναι τις περισσότερες φορές μονοφωνικό σε αντιπαράθεση προς το πολυεπίπεδο, πολυπρισματικό, πολυεστιακό μυθιστόρημα που η αρχιτεκτονική του παραπέμπει σε καθεδρικό ναό. Γι' αυτό έχουμε πολύ λίγα πολυφωνικά, πολυεπίπεδα, πολυεστιακά μυθιστορήματα σαν την τριλογία Ακυβέρνητες πολιτείες του Στρατή Τσίρκα και αντιθέτως πολυάριθμα μονοφωνικά μυθιστορήματα σαν την τριλογία Αναζήτηση, Ανατροπήκαι Αναλαμπή του Νίκου Θέμελη. Στο είδος της κάθε μία από τις τριλογίες είναι άξια. Φαίνεται όμως πως δυσκολευόμαστε στις μεγάλες συνθέσεις, εκεί όπου πρέπει να κινήσει κανείς πολλά διαφορετικά νήματα με ανεξάρτητους ρυθμούς.

Μήπως είναι η παιδεία μας που δεν ευνοεί παρόμοια συνθετικά εγχειρήματα αν λάβουμε υπόψη την ισοπεδωτική λειτουργία καθολικών εθνικών θεσμών, όπως λόγου χάρη οι πανελλήνιες εξετάσεις; Και για να πάμε ακόμα βαθύτερα, οφείλεται η συνθήκη αυτή στην άποψη που διατύπωσε ο πολιτικοκοινωνικός μεταπολεμικός πεζογράφος Δημήτρης Χατζής, ότι αποτύχαμε στην Ελλάδα να συνθέσουμε το παραδοσιακό λαϊκό στοιχείο του ελληνικού πολιτισμού με το λόγιο αστικό στοιχείο του έτσι όπως έγινε μετά τον Μεσαίωνα στις χώρες της Δύσης;

Η διείσδυση στις ξένες αγορές

Και εφόσον το ελληνικό μυθιστόρημα υπάρχει, πού οφείλεται η αδυναμία του να διεισδύσει στις ξένες αγορές - όπως έκανε λόγου χάρη το πρόσφατο weird cinema των Λάνθιμου, Κούτρα και Τσαγγάρη; Είναι κατώτερο από το ξένο; Οχι ως προς τους μέσους όρους του. Η λειτουργία όμως των νόμων της αγοράς δεν αποδίδει πάντοτε αξιολογική αισθητική δικαιοσύνη. Κι ενδεχομένως λειτουργούν αρνητικά και άλλες ιδιομορφίες του, όπως λόγου χάρη η απουσία μιας κεντρικής ομογενοποιητικής ταυτότητας που θα καθιστούσε την ελληνική πεζογραφία αναγνωρίσιμη και θα την έκανε ενδεχομένως του συρμού. Ή θα μπορούσε ακόμα να παίζει ρόλο το γεγονός πως ασχέτως προς την ποιότητά της, η ελληνική πεζογραφία των ημερών μας δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα να απεικονίσει την περιβάλλουσα πραγματικότητα. Χάνει έτσι το δυνάμει αλλοδαπό κοινό που γοητευμένο από τις χάρες της χώρας μας θα ενδιαφερόταν να τη γνωρίσει καλύτερα μέσα από τα λογοτεχνικά έργα της διαδίδοντας και καθιστώντας τις σελίδες τους ευρύτερα γνωστές.
      
Η κυρία Ελισάβετ Κοτζιά είναι κριτικός λογοτεχνίας. Ετοιμάζει μελέτη για την πεζογραφία της περιόδου 1974-2010.


Κώστας Σπαθαράκης

Ο υψηλός πήχης και η στροφή στο διήγημα

Eνα από τα πιο εμφανή χαρακτηριστικά της τρέχουσας ελληνικής λογοτεχνικής παραγωγής, όπως μπορούμε να τη χαρτογραφήσουμε ενδεικτικά από τα χειρόγραφα που λαμβάνουν οι εκδόσεις Αντίποδες αλλά και από τις συζητήσεις με νεότερους λογοτέχνες, είναι η στροφή των καλλιεργημένων ιδίως συγγραφέων προς το διήγημα, και μάλιστα προς την πιο σύντομη εκδοχή του. Iσως η εικόνα που έχουμε εμείς να είναι παραπλανητική, αφού επιλέξαμε να ξεκινήσουμε με συλλογές ελληνικών διηγημάτων, και έτσι τα κείμενα που λαμβάνουμε πιθανόν να προσανατολίζονται προς τα εκεί.

Ωστόσο, πιστεύω πως πρόκειται για μια γενικότερη τάση. Η τάση αυτή μάλιστα συντονίζεται κατά κάποιον τρόπο με την αδιάκριτη περιφρόνηση προς το άμεσο παρελθόν της ελληνικής βιβλιοπαραγωγής, προς το μυθιστόρημα που γραφόταν τα τελευταία είκοσι χρόνια, και εν τέλει τη γενικότερη απόρριψη της ελληνικής λογοτεχνίας: «Δεν διαβάζω Ελληνες». Ισως λοιπόν να πρόκειται για μια προσπάθεια να διαφύγουμε από την ευκολία που χαρακτήρισε μεγάλο μέρος της πρόσφατης μυθιστοριογραφίας μέσα από τη στροφή προς άλλες μορφές, που είναι υποτίθεται εγγενώς πιο «καλλιτεχνικές».

Δημόσιος λόγος και αποικιακές σχέσεις

Κι όμως, δεν υπάρχει σύγχρονη λογοτεχνία χωρίς το μυθιστόρημα, χωρίς αυτή τη λαϊκή, μαζική και συγχρόνως βαθιά καλλιτεχνική μορφή της μυθοπλασίας με την απέραντη ελευθερία στην έκταση, στη φόρμα και στα εκφραστικά μέσα. Η θέση λοιπόν ότι δεν υπάρχει ελληνικό μυθιστόρημα (ή ότι είναι αισθητικά αδιάφορο) ισοδυναμεί, στη δική μου αντίληψη, με τη θέση ότι δεν υπάρχει ελληνική λογοτεχνία εν γένει. Η θέση αυτή στηρίζεται σε δύο παρανοήσεις: πρώτον, ότι το σώμα των λογοτεχνικών κειμένων ταυτίζεται με τον κανόνα, ότι δηλαδή η λογοτεχνία αποτελείται μόνο από λίγες κορυφές, και όλα τα ενδιάμεσα έργα δεν είναι παρά αδιάφορη χλωρίδα προορισμένη μόνο για τους φυσιοδίφες της φιλολογίας· δεύτερον, ότι το μυθιστόρημα είναι ένα αμιγώς «υψηλό» είδος, αποσυνδεδεμένο από τον δημόσιο λόγο της εποχής του, ότι μπορεί να προορίζεται για την αισθητική απόλαυση των ειδημόνων και όχι για το μεγάλο κοινό.

Θα μπορούσαμε εδώ να πούμε πολλά: ότι η αντίληψη αυτή αναπαράγει ένα κλειστό παραδοσιοκεντρικό σχήμα (τι σημασία έχει αν υπάρχει ή όχι ειδικά ελληνικό μυθιστόρημα;), υιοθετεί μια αποικιακή σχέση κέντρου-περιφέρειας, στο πλαίσιο της οποίας οι περιφερειακές λογοτεχνίες μπορούν να επιδοθούν μόνο στο αντάρτικο των μικρότερων μορφών, ότι αγνοεί τα σημαντικά ελληνικά μυθιστορήματα του παρελθόντος και καταδικάζει εκ των προτέρων κάθε σημερινή προσπάθεια.

Ας πω μόνο αυτό που με αφορά ως εκδότη που τον ενδιαφέρει ιδιαίτερα η λογοτεχνία που γράφεται σήμερα: το αξίωμα περί ανυπαρξίας του μυθιστορήματος οδηγεί στην αγνόηση της παλαιότερης μυθιστοριογραφίας μας και υπονομεύει κάθε εγχείρημα για μια μεγαλύτερη σύνθεση. Αν δεν γνωρίζει κανείς πώς έλυσαν οι προηγούμενοι τα προβλήματα που τους τέθηκαν ή έστω πού απέτυχαν, αρχίζει από το μηδέν και έτσι δεν μπορεί να προχωρήσει πέρα από τα πρώτα απλά βήματα. Το μυθιστόρημα έχει τις δικές του τεχνικές απαιτήσεις, και αν τα μέσα και οι τρόποι που έχει στη διάθεσή του ο συγγραφέας είναι πολύ απλοϊκά και ατελή ή, το σημαντικότερο, μεταφέρονται αυτούσια από την ξένη λογοτεχνία, τότε οι δυνατότητες είναι εξαρχής πολύ περιορισμένες. Δεν είναι περίεργο που μια τέτοια αντίληψη οδηγεί σε υπερπαραγωγή ποιητικίζουσας πρόζας (κάτι μεταξύ διηγήματος και ποίησης), η οποία είναι καταστατικά ατελής, ακόμη και όταν παράγει αισθητικό αποτέλεσμα. Αυτή τουλάχιστον είναι η δική μας αναγνωστική εικόνα, τόσο από τα χειρόγραφα όσο και από τον πάγκο του βιβλιοπωλείου.

Ελλειψη σαφούς προσανατολισμού

Ασφαλώς ο κόπος που απαιτεί μια μεγαλύτερη σύνθεση με βαθιές λογοτεχνικές αξιώσεις είναι πολύ μεγάλος· πολλές φορές το ίδιο αποτέλεσμα μπορεί να επιτευχθεί καλειδοσκοπικά με μια συλλογή διηγημάτων με κοινό άξονα. Αυτή ήταν άλλωστε και η κατεύθυνση που επιδιώξαμε με τις συλλογές διηγημάτων που εκδώσαμε. Φαίνεται επίσης από τα κείμενα που λαμβάνουμε και διαβάζουμε ότι όσοι επιχειρούν να διαφύγουν από τις μικρότερες μορφές δεν έχουν σαφή προσανατολισμό: τα ιστορικά μυθιστορήματα πάσχουν ως προς την πλοκή και το ύφος, τα κοινωνικά μυθιστορήματα ρέπουν προς τη σχηματοποίηση, ενώ τα έργα με μεγαλύτερη λογοτεχνική αυτοσυνείδηση δυσκολεύονται να ξεφύγουν από τα πρότυπά τους.

Εδώ κατά τη γνώμη μου αναδεικνύονται και ορισμένα βαθύτερα προβλήματα: το μυθιστόρημα δεν γράφεται εν κενώ· πατά πάντοτε στα γενικότερα χαρακτηριστικά του δημόσιου λόγου, ακόμη και για να τα υπερβεί. Κατά κάποιον τρόπο εξαρτάται από αυτόν περισσότερο από τα άλλα είδη ως προς την εμβέλειά του, την ιδεολογική υποδομή του και το εύρος των εκφραστικών του μέσων. Μας λείπουν όμως εκείνες οι διαμεσολαβήσεις ανάμεσα στις ειδικές επιστήμες και στον δημόσιο λόγο, που θα προμήθευαν τον συγγραφέα με υλικό, επιτρέποντάς του να ερευνήσει σε βάθος το θέμα του και να στηριχτεί σε κάτι άλλο πέρα από τις προκαταλήψεις, τις εμπειρίες και τις ιδέες του για να διαμορφώσει μια συγκεκριμένη εικόνα του κόσμου.

Ο μυθιστοριογράφος-Ροβινσώνας

Ομως η μακρά αναμονή του καλού μυθιστορήματος έχει θέσει υπερβολικά ψηλά τον πήχη: ζητάμε πλέον από τον μυθιστοριογράφο να γίνει συγχρόνως κοινωνιολόγος και φιλόλογος, ιστορικός και ψυχολόγος, γνωρίζοντας ότι, αν δεν αριστεύσει, θα αγνοηθεί, ενώ με ένα «καλό» διήγημα βρίσκεται πιο κοντά στην εφήμερη λογοτεχνική επιτυχία. Οποιος φιλοδοξεί να γράψει σήμερα μυθιστόρημα μοιάζει λίγο με τον Ροβινσώνα: είναι υποχρεωμένος να φτιάξει μόνος του το καταφύγιό του, να ξεχερσώσει τη ζούγκλα, να εξημερώσει τα άγρια ζώα, να αντιμετωπίσει τους ανθρωποφάγους.

Η δική μας λογική είναι ότι πρέπει, δείχνοντας εμπιστοσύνη στις επιλογές μας, να δημιουργήσουμε την ατμόσφαιρα που θα επιτρέψει στους συγγραφείς να αποτολμήσουν μια μεγαλύτερη σύνθεση, εγκαταλείποντας την ευκολία μιας αυτοαναφορικής λογοτεχνίας.

Ο κ. Κώστας Σπαθαράκης είναι εκδότης.



Κυριακή, 30 Αυγούστου 2015

Η κληρονομιά του Λε Κορμπυζιέ

του Ανδρέα Γιακουμάτου *


Αποτέλεσμα εικόνας για ΛΕ ΚΟΡΜΠΥΖΙΕ

Λίγες δημιουργικές φυσιογνωμίες συνέβαλαν τόσο καθοριστικά στη μορφοποίηση της ιδέας της νεωτερικότητας στον 20ό αιώνα όπως ο Λε Κορμπυζιέ. Η προσωπικότητα του γαλλοελβετού αρχιτέκτονα, όπως για παράδειγμα εκείνες του Πικάσο ή του Αϊνστάιν, υπερβαίνει το δεδομένο πλαίσιο καλλιτεχνικής ή επιστημονικής παραγωγής και μετατρέπεται σε οικουμενικό σύμβολο, σε αντιπροσωπευτική εικόνα μιας ολόκληρης εποχής και σύνθεσης του κόσμου. Ο Λε Κορμπυζιέ (1887-1965) θεωρείται σήμερα ένα είδος Λεόν Μπατίστα Αλμπέρτι της νεωτερικότητας, ένας διανοούμενος, καλλιτέχνης και αρχιτέκτων μετά τον οποίο τίποτε δεν επρόκειτο να είναι όπως πριν. Οπως και εκείνος, ο Λε Κορμπυζιέ, αυτοδίδακτος αρχιτέκτων, πρώτα ταξιδεύει και οικοδομεί το θεωρητικό του σύμπαν, ύστερα εγκαινιάζει τη συγγραφική παραγωγή του με τη σύνταξη θεμελιωδών πραγματειών (Για μία Αρχιτεκτονική, 1923) και στη συνέχεια σχεδιάζει το βασικό σώμα του έργου του, με κτίρια-μανιφέστα που θα αλλάξουν για πάντα την ιδέα της φόρμας και της σχέσης της με τον αρχιτεκτονημένο χώρο. Με την ένταση της Αποκάλυψης στον λόγο και με μοναδική έμφαση στην ισχύ του σχεδιασμένου παραδείγματος, ο Λε Κορμπυζιέ κατακτά μια οικουμενική διάσταση καθώς είναι σε θέση να δημιουργήσει έναν νέο κόσμο αναφοράς που γεφυρώνει ιδέες και σχήματα, αρχιτεκτονική και τέχνες, κτίρια και πόλεις, ιστορική μνήμη και σύγχρονη συνθήκη. Ο Λε Κορμπυζιέ λατρεύτηκε από τους αρχιτέκτονες γιατί ακριβώς φάνηκε να εκπροσωπεί ιδανικά το αιώνιο όνειρό τους: δεν ήταν μόνο σχεδιαστής ωραίων κατασκευών αλλά ήταν και διανοούμενος και καλλιτέχνης και συγγραφέας, διαφορετικός από όλους τους συγχρόνους του. Ηταν δηλαδή ένας ουμανιστής του 20ού αιώνα για τον οποίο το τεχνικό ζήτημα είχε περιορισμένη σημασία στο γενικό εγχείρημα «πλαστικής ανακατασκευής του κόσμου», που σημαίνει την οικοδόμηση μιας νέας ποιητικής ιδέας των πραγμάτων. Στη συνείδησή μας ο Λε Κορμπυζιέ δεν είναι ένας σχεδιαστής κτιρίων αλλά ένας καλλιτέχνης που παράγει «αντικείμενα ποιητικής αντίδρασης» και κινείται ισότιμα και αριστοτεχνικά ανάμεσα στην αρχιτεκτονική, στη ζωγραφική και στη γλυπτική (αλλά όχι και στη μουσική, με την οποία φαίνεται ότι δεν είχε ιδιαίτερα καλές σχέσεις).


Η «μηχανή του σώματος»

Το 2015 είναι η επέτειος των 50 ετών από τον θάνατο του Δασκάλου, με αρκετές εκδηλώσεις κυρίως στην Ευρώπη (συνέδρια, εκθέσεις κ.τ.λ.) που επικεντρώνονται για άλλη μία φορά στη σημασία της δράσης και της συμβολής του. Το νέο φαινόμενο είναι ωστόσο μια «αναθεωρητική» προσπάθεια ανάδειξης κάποιων πλευρών ίσως λιγότερο ευχάριστων για την προσωπικότητά του, όπως η εξαρχής γνωστή άλλωστε «ιδιαίτερη» σχέση του με την πολιτική και η αντίληψη της ανώτερης Εξουσίας ως μοναδικού εργαλείου μετατροπής του κόσμου και κοινωνικής αλλαγής, ανεξάρτητα από το χρώμα ή την προέλευσή της. Τουλάχιστον τρία βιβλία έχουν εκδοθεί πρόσφατα στη Γαλλία για τον «δεξιό» Λε Κορμπυζιέ, που, όπως σε κάθε ανάλογη περίσταση, απομονώνουν φαινόμενα και καταστάσεις αναδεικνύοντάς τα με εκτυφλωτικό φως, ενώ δείχνουν να αγνοούν πόσο σύνθετη υπήρξε όχι μόνο η ζωή του Γαλλοελβετού αλλά και η εποχή την οποία διήνυσε με μοναδική προσωπική και δημιουργική ένταση. Για μερικούς, ακόμα και το σύστημα του Μοντυλόρ που ο Λε Κορμπυζιέ εφευρίσκει το 1943 σχετίζεται με τις ανθρωπομετρικές θεωρήσεις των Ναζί για την ανωτερότητα της άριας φυλής και αποτελεί μια υπολογιστική «μηχανή του σώματος» ανάλογη με τη «μηχανή του κατοικείν» που στη γλώσσα του Δασκάλου ταυτιζόταν με την ίδια την ιδέα του σπιτιού. Ο υποτιθέμενος συντηρητισμός και ο ιδεολογικός μυστικισμός του Λε Κορμπυζιέ επιβεβαιώνονται άλλωστε, σύμφωνα με τους νέους βιογράφους του, και από τη λατρεία του για την ιδέα της τάξης και του κλασικισμού, που οδήγησε άλλωστε και στη διαμόρφωση της ποιητικής του Πουρισμού (Purisme) και του Νέου Πνεύματος (Esprit Nouveau) νεοπλατωνικής προέλευσης, με τα οποία κατεδαφιζόταν όλη η γύρω από τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο καλλιτεχνική πρωτοπορία: ο γαλλοελβετός αρχιτέκτονας απεχθανόταν τον ντανταϊσμό, τον σουρεαλισμό και τον εξπρεσιονισμό, καθώς και τον κυβισμό, τον οποίο αντιπάλεψε με σθένος (Aprιs le cubisme, 1918). Πρόκειται μάλλον για μια «εποχική» και απλοϊκή κριτική, λες και είναι δυνατό να προχωρήσουμε σήμερα σε μια νέα δίκη των καλλιτεχνικών πρωτοποριών και σε μια νέα αξιολογική ταξινόμησή τους που δεν μπορεί να είναι παρά σχηματική, αυθαίρετη και ιδεολογική.


Πριν από 28 χρόνια, το 1987, γιορτάσαμε τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Λε Κορμπυζιέ. Η επέτειος εκείνη συνοδεύθηκε από μια πραγματική έκρηξη γεγονότων, εκθέσεων, εκδηλώσεων και δημοσιεύσεων, μέχρι και εγκυκλοπαιδειών για το έργο του μεγάλου αυτού δασκάλου της αρχιτεκτονικής, του πρώτου αρχιστάρ της εποχής μας. Είχαν τότε περάσει μόλις δύο δεκαετίες από τον θάνατό του και το έργο του ασκούσε μεγάλη επιρροή ως ζων παράδειγμα, μέσω μάλιστα του μεγάλου αριθμού μαθητών του που ήσαν ακόμη δρώντες αρχιτέκτονες· άλλωστε βρισκόμασταν ακόμη στον αστερισμό του μεταμοντερνισμού, δηλαδή σε μια έντονη ιδεολογική αντιπαράθεση για την πορεία της αρχιτεκτονικής και την τύχη της κληρονομιάς του μοντέρνου κινήματος στα τέλη του 20ού αιώνα.


Επικαιρότητα και ιστορία

Η σημερινή «επέτειος» δείχνει πολύ πιο μεστή, πιο στοχαστική και χαμηλόφωνη, σαν ο Λε Κορμπυζιέ να μην είναι πλέον μέρος της επικαιρότητας αλλά κομμάτι της Ιστορίας. Του οφείλουμε ίσως τα πάντα, αλλά πιθανώς αισθανόμαστε ότι ένας κύκλος έχει κλείσει, ότι η συμβολή του έχει αρχίσει να ιστορικοποιείται, να μην αποτελεί δηλαδή εργαλειακό παράδειγμα. Μιλώ για τη διεθνή πραγματικότητα και για τους νέους φοιτητές αρχιτεκτονικής διεθνώς, για τους οποίους το έργο του Λε Κορμπυζιέ μπορεί να είναι ακόμη και άγνωστο, εν πάση περιπτώσει μακρινό. Στην Ελλάδα τα πράγματα είναι κάπως διαφορετικά, με αυτό το τελείως ιδιότυπο κλίμα λατρείας και στοργής με το οποίο περιβάλλεται ακόμη το έργο του γαλλοελβετού δασκάλου. Υπήρξε όμως αρχιτεκτονική ακόμη και μετά τον Αλμπέρτι, και όπως δείχνουν τα πράγματα υπάρχει και μετά τον Λε Κορμπυζιέ.


Δεκαεπτά έργα πάντως του Γαλλοελβετού, στη Γαλλία και στην Ευρώπη, αναμένουν ακόμη την τελική αποδοχή της UNESCO για την ένταξή τους στον κατάλογο της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς, γεγονός πρωτοφανές για έναν αρχιτέκτονα.


* Ο κ. Ανδρέας Γιακουμακάτος είναι καθηγητής Αρχιτεκτονικής στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών.


ΠΗΓΗ:  εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 23-8-2015 


Κυριακή, 30 Αυγούστου 2015

Τα δάση του ρομαντισμού

του Γ. Σιακαντάρη *

Αυτό το καλοκαίρι βρέθηκα στα δάση της Πομερανίας. Μουντός ουρανός, ελαφρύ αεράκι και φύλλα που ακούγονται σαν τον παφλασμό των μεσογειακών κυμάτων. Σοπενική μουσική που παίζουν τα φύλλα των σημύδων και οι κορμοί των πεύκων υπό τη διεύθυνση του ανέμου που περνά ανάμεσα και από πάνω τους. Οι πολύχρωμες πεταλούδες και το τρομαγμένο ελαφάκι που τρέχει στη μητέρα του βγάζουν τη γλώσσα τους στη μονοχρωμία του ουρανού. Η φουσκοθαλασσιά των πάντα πράσινων ψηλών χορταριών απέναντι στα γκρίζα νέφη, τα οποία ο άνεμος όλο και ετοιμάζεται να σπρώξει μακριά αλλά την τελευταία στιγμή το μετανιώνει.


Στην Πομερανία της Ανατολικής Πρωσίας και της Δυτικής Πολωνίας στον 19ο αιώνα κυριαρχούσαν οι ημιφεουδαλικές σχέσεις και ένας βαθύτατος θρησκευτικός συντηρητισμός. Εδώ υπήρξε η μεγαλύτερη αντίσταση στην πολιτική εκσυγχρονισμού του Μεγάλου Φρειδερίκου. Εδώ όμως γεννήθηκε ο γερμανικός και ο πολωνικός ρομαντισμός. Σε αυτά τα δάση καταλαβαίνεις καλύτερα  τους Γερμανούς Σίλερ, Νοβάλις, Χέρντερ, τους Πολωνούς Μιτσκιέβιτς, Σλοβάτσκι, Κρασίνσκι από τον Λέσινγκ, τον Καντ και τον ρεαλιστή πολωνό νομπελίστα Ρέιμοντ. Καταλαβαίνεις πόσο πιο εύκολο είναι να σε παρασύρει ο αντικοινωνικός Καρλ από τους «Ληστές» του Σίλερ και όχι ο υπερήφανος αλλά παραιτημένος πρώσος αξιωματούχος Τελχάιμ από το θεατρικό «Μίνα φον Μπάρχενλμ» του Λέσινγκ. Η «Μπαλαντύνα» του Σλοβάτσκι καρφώνεται περισσότερο στο μυαλό απ' οποιοδήποτε ξεπερασμένο ήδη θεατρικό του Βολταίρου όταν αυτή μαζεύοντας σμέουρα στο δάσος βλέπει την  αδελφή της να έχει περισσότερα κερδίζοντας έτσι την αγάπη του πρίγκιπα. Και τη σκοτώνει.  


Εδώ η φύση αφυπνίζει το αίσθημα της ανθρώπινης ανεξαρτησίας (Διαφωτισμός) αλλά και της ανημπόριας απέναντι στο μεγαλείο της (Ρομαντισμός). Μια φύση που κατά τον Σίλερ «διατηρεί έναν κόσμο μυρμηγκιών, όμως τους ανθρώπους, το πιο ένδοξο δημιούργημά της, σε μια στιγμή απερισκεψίας της, τους συντρίβει μέσα στα πελώρια χέρια της». Αυτή η πολλαπλότητα, πολυμορφία, ποικιλοχρωμία εξηγεί την αντίδραση του ρομαντισμού στην ενότητα σκοπών και μέσων του Διαφωτισμού και του ορθολογισμού, στον υποτιθέμενο μονισμό του κόσμου της Λογικής.


Ο Νοβάλις υποστήριζε πως ο πόλεμος των Υπερασπιστών του Λόγου και του Κλήρου είναι αδυσώπητος. Φιλονικούν για το ίδιο πράγμα. Να εξηγήσουν τη φύση, το πώς και γιατί υπάρχει. Ο θαυμασμός της φύσης γίνεται όμως πολύ επικίνδυνος όταν μετατρέπεται σε παραίτηση από την ιδέα της Ηθικής Πολιτείας, όταν η Αισθητική Πολιτεία του Σίλερ κατακτά αυτόνομο λόγο ύπαρξης και επαίρεται πως μόνον αυτή είναι σε θέση να παρέχει ελευθερία μέσω της ελευθερίας.


Η αισθητικοποίηση της πολιτικής, η αίσθηση πως οι πολίτες είναι πρώτη ύλη στα χέρια του πολιτικού-καλλιτέχνη είναι το πρώτο βήμα προς τον φασισμό. Αν το βασίλειο της ισότητας υπάρχει στην αισθητική και όχι στην ηθική καντιανή προσταγή και πολιτεία, τότε ο γερμανός αξιωματούχος που κλαίει ακούγοντας τη μελωδική κουφότητα του Μπετόβεν νομιμοποιείται στο πρωινό του ξύπνημα να σκοτώνει με το πιστόλι του κάποιους ανθρώπους που έτσι και αλλιώς το μεσημέρι θα οδηγήσει στο κρεματόριο. Ο βασιλιάς Παύλος νομιμοποιείται να συγκινείται με τον Προμηθέα Δεσμώτη που παίζουν μπροστά σ' αυτόν και τους βασανιστές τους οι κρατούμενοι της Μακρονήσου. Ετσι όμως οι στοίχοι του Σίλερ «στο βασίλειο του ιδεώδους τρέξε με χαρά, μακριά από τη γκρίζα ζωή» μετατρέπουν το αισθητικό μεγαλείο σε ανθρώπινο πόνο και μίσος. Οταν στην αισθητικοποίηση της ζωής προστίθεται και ο εθνικισμός, τότε τα πράγματα δυσκολεύουν πολύ.


Το δάσος του ρομαντισμού μπορεί να σε στρέψει είτε στον Γκαίτε είτε στον Γκέμπελς. Γιατί εκεί υπάρχει μια αλληλουχία φωνών και σιωπών, λέξεων και σημάτων, φύσης και ανθρώπινης αδυναμίας, σκέψης και πνευματικής κόπωσης. Στα βαθιά «άκρα» αυτού του δάσους ελλοχεύει ο αριστεροδέξιος εθνικισμός. Εκεί φαίνεται πόσο πολύ είναι επικίνδυνο ο φόβος από τη φύση να υποκαθίσταται στην ψυχή των ανθρώπων με την ασφάλεια της «κοινότητας» εξοστρακίζοντας έτσι την προτεραιότητα της αυτονομίας και ελευθερίας του ατόμου.


Οταν όμως δεν χάνεσαι στα βαθιά άκρα του εθνικισμού αλλά βαδίζεις μόνος στο δάσος του κλασικού ρομαντισμού, μαθαίνεις να μην είσαι μονόχρωμος, μονόχνωτος και ισχυρογνώμων. Μαθαίνεις να αναγνωρίζεις τα λάθη σου και να χαίρεσαι με τα επιτεύγματα των άλλων. Μαθαίνεις, όπως ισχυριζόταν ο Γκαίτε, να είσαι υπερήφανα ταπεινός. Ο Μιτσκιέβιτς που πεθαίνει από χολέρα στην Κριμαία πολεμώντας τους Ρώσους ψιθυρίζει λίγο προτού πεθάνει: «Είθε (οι άνθρωποι) να αγαπούν αλλήλους για πάντα». Μαθήματα που σε εποχές όπου κυριαρχεί ένας γενικευμένος ναρκισσισμός είναι υπέροχα και πολύτιμα.


* Ο κ. Γιώργος Σιακαντάρης είναι διδάκτωρ Κοινωνιολογίας, συγγραφέας.


ΠΗΓΗ:  εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 15-8-2015


Δευτέρα, 8 Ιουνίου 2015

Παρακμή των διανοουμένων;

του Θανάση Γιαλκέτση

Ο Γάλλος ιστορικός Κριστόφ Προσασόν είναι διευθυντής σπουδών στην Ιcole des hautes ιtudes en sciences sociales. Η ακόλουθη συνέντευξή του δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Le Magazine littιraire.

" Η εμφάνιση του διανοούμενου χρονολογείται κλασικά στη Γαλλία της υπόθεσης Ντρέιφους. Τότε ο όρος διανοούμενος από επίθετο γίνεται ουσιαστικό. Ο διανοούμενος είναι επομένως εκείνος που παίρνει τον λόγο για να υπερασπιστεί μια σφαιρική ιδέα, ανώτερη από όλες τις επιμέρους ιδέες («το καθολικό») - αυτό που στις δεκαετίες 1960 και 1970 εκπροσωπούσαν προσωπικότητες όπως ο Σαρτρ και ο Αρόν. Επειτα έχουμε την εισβολή των «μιντιακών διανοουμένων» και τη μεταβολή που συνεπάγεται η ιδέα του Μισέλ Φουκό για τον «ειδικό διανοούμενο», ο οποίος παρεμβαίνει στη δημόσια ζωή στο όνομα των γνώσεων που έχει κατακτήσει στο πεδίο του και των στοχασμών που αντλεί από αυτές. Συμμερίζεστε αυτή την αναπαράσταση του ζητήματος των διανοουμένων;

Η ιστορία των διανοουμένων γράφεται συνήθως με νοσταλγική διάθεση, τροφοδοτώντας τη μελαγχολία που προκαλεί αυτός «ο κόσμος που έχουμε χάσει». Επικαλούμαστε έτσι κάποια μεγάλα επεισόδια (την υπόθεση Ντρέιφους ως αναλλοίωτη ιδρυτική στιγμή, τον αντιφασισμό της δεκαετίας 1930, τον πόλεμο της Αλγερίας κ.λπ.) και μερικά ονόματα (Ζολά, Σαρτρ, Αρόν, Φουκό ή Μπουρντιέ), που υποτίθεται ότι συνοψίζουν από μόνα τους μια ολόκληρη ιστορία.

Αυτές οι επικλήσεις διασταυρώνονται συχνά με μια θεματική την οποία αναπαράγει τακτικά ο Τύπος: την υποτιθέμενη εξαφάνιση των διανοουμένων ή την παρακμή τους σε σχέση με τη μυθολογία τους. Στην πραγματικότητα, η διαδοχή διακεκριμένων μορφών μετά το βάπτισμα της υπόθεσης Ντρέιφους μέχρι τον τόσο στιγματισμένο μιντιακό διανοούμενο αποκρύπτει πολλές σταθερές. Αν υιοθετήσουμε ένα ευρύτερο αναλυτικό πρίσμα, θα διαπιστώσουμε ότι οι διανοούμενοι υπήρξαν πάντοτε και ταυτόχρονα «καθολικοί», «μιντιακοί» και «ειδικοί».

Αυτό είναι που τους κάνει διανοούμενους, δηλαδή πρόσωπα που αφιερώνουν το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνικής τους δραστηριότητας στην παραγωγή και τη διάδοση της σκέψης. Από μια ορισμένη άποψη, υπάρχει μια λειτουργική συνέχεια ανάμεσα στον Πλάτωνα και, ας πούμε για παράδειγμα -αυτό θα του δώσει μεγάλη χαρά-, τον Μπαντιού.

" Σε σχέση με τις προηγούμενες εποχές, πού τοποθετείται η ιδιαιτερότητα της τωρινής περιόδου της πνευματικής ζωής στη Γαλλία;

Εδώ και τριάντα χρόνια, το διανοητικό πεδίο έχει γνωρίσει πολύ σημαντικές αλλαγές. Η πρώτη αλλαγή συνδέεται με τη μαζικοποίηση των διανοουμένων, η οποία έπληξε τα προηγούμενα μοντέλα που καλλιεργούσαν μια μοναδική, ηρωική, για να μην πούμε ρομαντική μορφή διανοούμενου. Παρά την πρακτική της συλλογής υπογραφών, που αναπτύχθηκε κυρίως στα τέλη του 19ου αιώνα, όπου ο αριθμός είχε σημασία, ο διανοούμενος τοποθετούνταν επί μακρόν από την πλευρά της ποιότητας μάλλον παρά της ποσότητας.

Παρακμή των διανοουμένων;

Σήμερα το πανεπιστήμιο συγκεντρώνει χιλιάδες δυνητικούς διανοούμενους, ιδίως στις κοινωνικές επιστήμες. Αυτό το αριθμητικό αποτέλεσμα καθιστά πολύ πιο δύσκολη ή σχεδόν αδύνατη την εμφάνιση κάποιων κυριαρχικών μορφών της σκέψης, σαν αυτές που έχει γνωρίσει στο παρελθόν η πνευματική ζωή, πόσο μάλλον που τα δημοκρατικά μας ήθη, ενισχυμένα από μια ευκολότερη πρόσβαση στη γνώση, δεν ανέχονται αυτές τις παλιές μορφές της διανοητικής κυριαρχίας.

" Υπάρχει και η εξέλιξη των τεχνικών ...

Πράγματι. Το έντυπο έχει πάψει να είναι ο μοναδικός ή ο πιο σημαντικός φορέας της παραγωγής και μετάδοσης της σκέψης. Η εμφάνιση του ραδιοφώνου, έπειτα της τηλεόρασης, τέλος του διαδικτύου και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης απαιτούσε νέες δεξιότητες με τις οποίες οι διανοούμενοι όφειλαν να συμμορφωθούν. Ορισμένοι κατόρθωσαν να ανταποκριθούν σε αυτούς τους νέους τρόπους έκφρασης, άλλοι λιγότερο. Το πιο ανησυχητικό είναι όμως ότι, κατακερματίζοντας τις ανταλλαγές, αυτά τα τεχνικά μέσα συνέβαλαν στη γέννηση δημόσιων χώρων.

Οι διαμάχες -που αποτελούν το άλας της διανοητικής ζωής τουλάχιστον μετά την υπόθεση Καλάς- είναι όλο και περισσότερο περιορισμένες και μόνο λίγες μείζονες διενέξεις κερδίζουν το ευρύτερο δημόσιο ενδιαφέρον. Τέλος, έχουν εξαφανιστεί οι «μεγάλες αφηγήσεις», οι θεωρίες ή τα συστήματα ερμηνείας του κόσμου που προμήθευαν σημεία αναφοράς, νόημα και κατευθύνσεις. Μαζί τους έχουν χαθεί και οι θεσμοί που τις συνόδευαν, όπως για παράδειγμα το κομμουνιστικό κόμμα, που υπήρξε για πολλές δεκαετίες το μεγάλο σπίτι των διανοουμένων.

Πάνε πια ο μαρξισμός, ο υπαρξισμός, ο στρουκτουραλισμός! Μια από τις συνέπειες αυτής της κατάρρευσης -για την οποία μπορούμε να χαιρόμαστε καθώς συνέβαλε στην απελευθέρωση της σκέψης από τα δεσμά που μερικές φορές μπλόκαραν τολμηρούς και ριψοκίνδυνους διανοούμενους- είναι η εξαφάνιση του φεουδαλικού μοντέλου πάνω στο οποίο στηριζόταν ο κλασικός διανοούμενος: ένας δάσκαλος (Μπερξόν, Σαρτρ, Φουκό, Μπουρντιέ κ.λπ.) και οι μαθητές του, πιστοί ή αποκηρυγμένοι.

Με εντυπωσιάζει να διαπιστώνω σε ποιο βαθμό πολλοί διανοούμενοι, ιδίως μεταξύ εκείνων που διεκδικούν μια αριστερή ταυτότητα, αισθάνονται ορφανοί και θέλουν να ανασυγκροτήσουν αυτό το παλιό αντιδημοκρατικό μοντέλο, αναζητώντας νέους δασκάλους που μάταια προσπαθούν να ανακαλύψουν. Λες και η σκέψη που εξαπλώνεται παντού είναι η ένδειξη της παρακμής!

" Μεταξύ των διάφορων μορφών του διανοούμενου, ποια σας φαίνεται κυρίαρχη σήμερα;

Τείνω να αναγνωρίζω τρεις μορφές μάλλον παρά μόνο μία. Η πρώτη, την οποία παράγει κυρίως το σύγχρονο πανεπιστήμιο, είναι εκείνη του διανοούμενου-ειδικού. Αυτός κλείνεται σε έναν μοναδικό κύκλο ειδικών γνώσεων και αρνείται να βγει από αυτόν. Οι οικονομολόγοι της «τυποποιημένης» οικονομικής επιστήμης αντιπροσωπεύουν το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Διατείνονται ότι προσφέρουν έτοιμες λύσεις στα προβλήματα των κοινωνιών. Ονειρεύονται πάντοτε, όπως στον καιρό του Ογκίστ Κοντ, μια κυβέρνηση σοφών.

Ο δεύτερος τύπος είναι εκείνος του μιντιακού διανοούμενου χωρίς ιδιαίτερες ειδικές γνώσεις. Ακόμη και αν του αποδίδεται μια ορισμένη ιδιότητα (συγγραφέας, καλλιτέχνης, φιλόσοφος, οικονομολόγος, κοινωνιολόγος, ιστορικός κ.λπ.), οι απόψεις του είναι τόσο γενικές και τόσο λίγο διακριτές από τον κοινό νου -αντίθετα με τον ειδικό διανοούμενο- ώστε ο ρόλος του είναι μάλλον να ενισχύει τις κοινώς παραδεδεγμένες ιδέες, συμβάλλοντας έτσι στο να τις νομιμοποιεί επειδή λέει ότι είναι «διανοούμενος».

Τέλος, ένας τρίτος τύπος, πιο παραδοσιακός, είναι εκείνος του κομματικού διανοούμενου, όπως ανευρίσκεται ακόμη στην άκρα Αριστερά ή στην άκρα Δεξιά, λιγότερο ή περισσότερο συνδεδεμένος με οργανώσεις, του οποίου όμως η γνώση αποβλέπει πάνω απ' όλα στην υπεράσπιση μιας θέσης στην οποία υποτάσσονται η περιγραφή και η ανάλυση του κοινωνικού κόσμου.

" Θα μπορούσαμε να πούμε ότι μια ορισμένη θεώρηση του διανοούμενου -εκείνη που τον συνδέει με το «καθολικό»- είναι ξεπερασμένη;

Οι διανοούμενοι καλούνται ήδη προφανώς να είναι περισσότερο μετριόφρονες. Δεν θα ξαναγίνουν οι αριστοκράτες της δημοκρατίας, όπως επί μακρόν υπήρξαν εξαιτίας τής προφανώς υπερβολικής αξίωσής τους να διατηρούν προνομιακές σχέσεις με το καθολικό. Οι δημοκρατικοί καιροί μας δεν τους αναγνωρίζουν ένα τέτοιο προνόμιο. Οι κοινωνίες μας όμως έχουν μεγαλύτερη ανάγκη διανοουμένων ικανών να αρθρώνουν ειδικές γνώσεις και να δίνουν νόημα στη δράση.

Αυτόν τον ρόλο μπορούν να τον παίξουν πολλοί και θα ήταν ευκταίο να μην ανατίθεται μόνον στους «ειδικούς του καθολικού» που σκέφτονται τον κόσμο από απόσταση. Αντί να εμπιστευτούμε αυτόν τον ρόλο σε μια κατηγορία προσώπων, θα ήταν ίσως καλύτερο να επινοήσουμε «χρόνους στοχασμού», «χρόνους για το καθολικό», που θα ανήκαν σε όλους όσοι στρατεύονται στη δράση. [ ...]

ΠΗΓΗ:  εφημ. ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ 16-5-2015


Κυριακή, 15 Φεβρουαρίου 2015

Χαμένοι στο Διαδίκτυο

της Τασούλας Καραϊσκάκη

Αποτέλεσμα εικόνας για νεοι και διαδικτυο

Αν παλαιότερα αυτό που ονειρευόταν ένας έφηβος με την είσοδό του στο πανεπιστήμιο ήταν η ελεύθερη φοιτητική ζωή, οι γνωριμίες, οι ερωτικές σχέσεις, τα πάρτι, σήμερα εκείνο που κυρίως προτιμά είναι τα ηλεκτρονικά gadgets και η ζωή στο Διαδίκτυο. Ερευνητές ζήτησαν από 1.200 Αμερικανούς φοιτητές να επιλέξουν αυτό που περισσότερο ποθούν, ανάμεσα σε 77 επιλογές. Δήλωσαν, λοιπόν, ότι αυτό που περισσότερο λαχταρούν είναι ένα συγκεκριμένο έξυπνο κινητό (η τελευταία εκδοχή του πούλησε σε δύο ημέρες τον περασμένο Σεπτέμβριο 10 εκατ. κομμάτια). Επειτα, θα ήθελαν να απολαύσουν έναν καφέ. Η τρίτη επιλογή τους ήταν να στείλουν ένα μήνυμα, η τέταρτη να μπουν στο facebook, η πέμπτη να αποκτήσουν μια ταμπλέτα της ίδιας εταιρείας (η πρώτη ανά τον κόσμο σε πωλήσεις - 50 έως 80 εκατ. κομμάτια ετησίως). Οι επόμενες δέκα επιλογές τους έχουν ως εξής. Να μπουν στο Instagram, να πιουν μια μπίρα, να επικοινωνήσουν με snapchat (αποστολή σε αυστηρά επιλεγμένους χρήστες φωτογραφίας ή βίντεο, που σε λίγα δευτερόλεπτα διαγράφεται), να κάνουν γυμναστική, να μπουν στο twitter, να ανοίξουν το laptop, να δουν τον κολλητό/ή τους, να βγουν για ένα ποτό, να παίξουν ποδόσφαιρο με την ομάδα της σχολής τους, να βγάλουν selfies.

Το μεγαλύτερο μέρος της επικοινωνίας γίνεται πια μέσα από τη μικρή οθόνη. Τα σώματα έχουν βολευτεί στη σκυφτή στάση με το δάχτυλο στη συσκευή, μέσα από αυτήν γίνεται το βύθισμα στον παλμό των στιγμών, σε έναν ιστό από δεσμούς και αντιθέσεις, ποντίσματα και εξάρσεις, την ακατάπαυστη οφιοειδή κίνηση της ζωής.

Ο μέσος χρήστης έξυπνου κινητού το χρησιμοποιεί περισσότερες από 1.500 φορές την ημέρα ή επί 3 ώρες και 16 λεπτά, ενώ τα δύο τρίτα «μπαίνουν» να κάνουν μία από τις 221 διαφορετικές εργασίες που πραγματοποιούν από το κινητό χωρίς να το συνειδητοποιούν. Είναι ο σύντροφός μας (ο... εξανθρωπισμός της συσκευής αποτελεί την πιο βαθιά αλλαγή), το παιχνίδι, το φυλαχτό, το αποκούμπι, το «όπλο». Η επέκταση του κεντρικού νευρικού μας συστήματος, το alter ego, ο διασκεδαστής, η ασπίδα προστασίας σε ένα εχθρικό περιβάλλον, το ηρεμιστικό. Αμερικανική έρευνα έδειξε ότι μια σύντομη επικοινωνία μέσω κινητού συμβάλλει στην έκκριση ενδορφινών, των φυσικών χημικών ουσιών που ανακουφίζουν από το στρες.

Ετσι, γίνεται όλο και πιο σφιχτός ο εναγκαλισμός με μια τεχνολογία που καθιστά τα πάντα εύκολα. Πιο ευρεία η κοινωνικοποίηση χωρίς φυσική παρουσία. Πιο συχνή η παράδοση της προσωπικής ζωής, το μάρκετινγκ του εαυτού, στο αχανές Διαδίκτυο. Στο εδώ και στο παντού (όλοι οι τόποι είναι εδώ). Σε ένα παρόν διαρκώς μεταλλασσόμενο.

Το Ιντερνετ έφερε μια μετατόπιση από τους θεσμούς στα άτομα. Τα blogs κατήργησαν τη διάκριση παραγωγών-καταναλωτών πληροφοριών· σήμερα όλοι μπορούμε να είμαστε παραγωγοί. Στη μεγάλη δημοκρατία του Ιντερνετ κάθε χρήστης είναι εν δυνάμει ρεπόρτερ και σχολιαστής. Μεταδότης των δικών του και ξένων ιδεών. Το πρόβλημα είναι ότι η έκρηξη της διαδικτυακής επικοινωνίας και η αύξηση των μέσων δείχνουν να έχουν στρεβλώσει τη βασική αφετηρία (την αναζήτηση για θερμότερη συντροφιά, μεγαλύτερη ελευθερία, περισσότερη συμπαράσταση) και να έχουν εξαφανίσει τον τελικό προορισμό. Εχουμε χαθεί στη διάδραση...

ΠΗΓΗ:  εφημ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 15-2-2015


Κυριακή, 28 Δεκεμβρίου 2014

Η έκλειψη των διανοούμενων

του Θανάση Γιαλκετσή

Η έκλειψη των διανοούμενων

Ο μιντιακός διανοούμενος «κατασκευάζεται» από την πολιτιστική βιομηχανία τονίζει ο Εντσο Τραβέρσο


Κυκλοφόρησε πρόσφατα και στη γλώσσα μας το βιβλίο του Ιταλού ιστορικού Εντσο Τραβέρσο «Τι απέγιναν οι διανοούμενοι;» (μετάφραση Νίκος Κούρκουλος, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου). Ο Εντσο Τραβέρσο είναι σήμερα καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κορνέλ της Νέας Υόρκης. Στη γλώσσα μας κυκλοφορούν επίσης τα βιβλία του «Διά πυρός και σιδήρου» και «Οι ρίζες της ναζιστικής βίας» (Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2013). Η ακόλουθη συνέντευξη του Εντσο Τραβέρσο δημοσιεύτηκε στον γαλλικό ιστότοπο Mediapart.

" Ο Σαρτρ έλεγε ότι «ο διανοούμενος είναι κάποιος που φυτρώνει εκεί που δεν τον σπέρνουν» ...

alt

Ζούμε σε ένα πλαίσιο διαφορετικό από εκείνο στο οποίο ο Σαρτρ είχε επινοήσει τον ορισμό του διανοούμενου. Η έλευση της ψηφιακής τεχνολογίας και το μαζικό Πανεπιστήμιο διεύρυναν τα όρια των διανοητικών κύκλων. Περισσότερα πρόσωπα μπορούν να παρεμβαίνουν ενεργά στις συζητήσεις. Στο βάθος όμως ο ρόλος του διανοούμενου δεν άλλαξε: οφείλει να ελέγχει, δηλαδή να αμφισβητεί την εξουσία, αυτός ο θεμελιώδης ρόλος παραμένει.

" Ο διανοούμενος δεν οφείλει να είναι παραγωγός γνώσης ή κατανόησης;

Βέβαια, αλλά πρέπει να διακρίνουμε τον διανοούμενο από τον άνθρωπο των γραμμάτων. Ο άνθρωπος των γραμμάτων περιορίζεται στο να παράγει γνώσεις, ο διανοούμενος παρεμβαίνει στη ζωή της πολιτείας. Οι γνώσεις για τον κόσμο και την κοινωνία είναι τόσο ειδικευμένες, διαφοροποιημένες, κατακερματισμένες, ώστε σήμερα είναι δύσκολο να υιοθετήσει κανείς μια στάση εγκυκλοπαιδιστή -σαν τον Ντιντερό-, που έγκειται στο να εκφέρει έγκυρη κρίση για τα πάντα. Η προσπάθεια πρέπει να κατατείνει στην κριτική αυτονομία και στην οικουμενική προοπτική, οι οποίες πρέπει να διασωθούν. Για να γίνει διανοούμενος, ο άνθρωπος των γραμμάτων οφείλει να αξιοποιεί τη φήμη που απέκτησε χάρη στις έρευνές του, για να παρεμβαίνει στη δημόσια σφαίρα. Ακολουθώντας την προτροπή του Καντ, οφείλει να ασκεί την κριτική λειτουργία και τη δημόσια χρήση του λόγου.

" Η δημόσια σφαίρα όμως είναι γεμάτη με σφετερισμένες διασημότητες!

Η πολιτιστική βιομηχανία πράγματι δεν παύει να προωθεί στο προσκήνιο ψευτοδιανοούμενους ή υποτιθέμενους ειδικούς. Ο μιντιακός διανοούμενος «κατασκευάζεται» από την πολιτιστική βιομηχανία, η οποία του εξασφαλίζει μια προβολή χάρη στα μέσα μαζικής επικοινωνίας. Ο «ειδικός» είναι ένας πνευματικός άνθρωπος ο οποίος μπαίνει στην υπηρεσία της εξουσίας, απαρνούμενος στις περισσότερες περιπτώσεις την κριτική του αυτονομία. Ούτε ο ένας ούτε ο άλλος δεν αμφισβητούν τις δομές ή τις μορφές της κυριαρχίας. Ολα αυτά εγγράφονται σε ένα πλαίσιο ιδεολογικής και πολιτικής κατάπτωσης: τα κόμματα δεν έχουν πλέον ιδέες για να τις υπερασπίζονται και δεν καλούν τους διανοούμενους για να επεξεργαστούν τα προγράμματά τους (απασχολούν μόνο διαφημιστές για να τους εγγυώνται μιαν εικόνα ...). Μερικές φορές αυτές οι δύο μορφές συμπίπτουν: ο «μιντιακός ειδικός» ενσαρκώνει τότε την πλήρη αντίθεση στον κλασικό διανοούμενο.

" Θεμελιώδεις συνδετικοί κρίκοι, όπως τα εργατικά κέντρα ή τα συνδικάτα, έχουν χαθεί ...

Οι διανοούμενοι εξασφάλιζαν άλλοτε μια μορφή μετάδοσης της γνώσης, καθώς αποτελούσαν τους φορείς μιας κουλτούρας που την κατείχε μόνο μια ελίτ. Εκπλήρωναν επομένως μια παιδαγωγική αποστολή που περνούσε μέσα από κοινωνικές οργανώσεις, οι οποίες απέβλεπαν μεταξύ άλλων και στο μοίρασμα της γνώσης. Επειτα η κουλτούρα εκδημοκρατίστηκε, ενώ οι διανοούμενοι, στη μεγάλη τους πλειονότητα, έγιναν εργαζόμενοι σαν τους άλλους. Ορισμένοι, για να διατηρούν μια προβολή -ουσιαστικά στα μέσα μαζικής επικοινωνίας-, υιοθετούν μια αλαζονική ελιτίστικη στάση. Αλλοι φορούν το κοστούμι του γνωστού ταραξία των τηλεοπτικών συζητήσεων, αλλά πρόκειται, στις περισσότερες περιπτώσεις, για καταμερισμό ρόλων.

" Στην κλασική εποχή του ο διανοούμενος φαινόταν ικανός να μας επιτρέπει να εξηγούμε και ταυτόχρονα να μετασχηματίζουμε τον κόσμο ...

Υπαινίσσεστε την ενδέκατη θέση για τον Φόιερμπαχ, στην οποία ο Μαρξ δήλωνε το 1845 ότι «οι φιλόσοφοι μέχρι τώρα δεν έκαναν τίποτε άλλο από το να ερμηνεύουν τον κόσμο με διάφορους τρόπους, αλλά αυτό που έχει σημασία είναι να τον αλλάξουμε». Ο διανοούμενος -χρησιμοποιώ αυτήν την έννοια με αναχρονισμό, επειδή δεν υπήρχε ακόμη εκείνη την εποχή-, μαζί με τους καλλιτέχνες, έδινε μορφή στο συλλογικό φαντασιακό, το οποίο τότε ήταν γεμάτο ουτοπίες. Η σύνδεση ερμηνείας και μετασχηματισμού ήταν αναγκαία γι' αυτή την προβολή στο μέλλον. Ο διανοούμενος επινοούσε τη διαλεκτική μιας τέτοιας κίνησης. Σήμερα φαίνεται να του έχει δοθεί μια άλλη λειτουργία: αντί να επινοεί το μέλλον, αφοσιώνεται στην εργασία πένθους των κοινωνιών μας. Αναπόφευκτα έχει πληγεί μετωπικά από την ανάδυση της μνήμης -μείζον γνώρισμα της εποχής μας-, η οποία εκθρονίζει την ουτοπία. Στις κατακερματισμένες ή «ρευστές» κοινωνίες μας, όπου οι ζωές έχουν εξατομικευτεί και έχουν γίνει επισφαλείς, εκείνοι που καταγγέλλουν τις καταπιέσεις και την άδικη τάξη του κόσμου δίνουν την εντύπωση φωνής βοώντος εν τη ερήμω. Ο αμφισβητίας διανοούμενος δεν βγήκε σώος και αβλαβής από την ιστορική ήττα των επαναστάσεων του 20ού αιώνα. Η ανυποληψία του σταλινισμού και του μαοϊσμού κλονίζει την εικόνα του στρατευμένου διανοούμενου. Αυτή η αμφισβήτηση της στράτευσης έγινε στη δεκαετία του 1980, σε μιαν εποχή κατά την οποία εμφανίστηκαν -στη Γαλλία και αλλού- οι μιντιακοί ψευτοδιανοούμενοι και οι ειδικοί. Οι εορτασμοί της επετείου των διακοσίων χρόνων της Γαλλικής Επανάστασης, το 1989, που ορισμένοι ξένοι παρατηρητές ορθά θεώρησαν ως πολυτελή κηδεία της, σηματοδοτούν συμβολικά αυτή τη στροφή. Τα κοινωνικά κινήματα είναι ήδη κινήματα χωρίς ηγέτες και χωρίς εμπνευστές, για καλούς λόγους (είναι περισσότερο αυτοδιευθυνόμενα και δημοκρατικά από όσο ήσαν στο παρελθόν) καθώς και για κακούς λόγους (δεν είναι φορείς ενός σχεδίου αλλαγής της κοινωνίας). Και όταν ο φιλόσοφος Σλάβοϊ Ζίζεκ πάει να μιλήσει στην Ελλάδα, μπορεί να γίνεται θερμά δεκτός, αλλά δεν καλύπτει αυτό το κενό. Βρισκόμαστε σε μια μεταβατική κατάσταση. Ο κόσμος θα επινοήσει αναμφίβολα νέες ουτοπίες και θα χρειαστεί να τις ορίσουμε ή να τους δώσουμε συστηματική μορφή. Τότε θα χρειαστούμε νέους διανοούμενους.

altHenry de Groux «Ο Ζολά αντιμέτωπος με τον όχλο» (1898) | 

" Νιώθετε νοσταλγία για το παρελθόν ή δεν πρέπει ποτέ να απελπιζόμαστε;

Οι δυο τελευταίοι αιώνες υπήρξαν εποχές που σημαδεύτηκαν από ήττες, πτώσεις, οπισθοδρομήσεις, εξορία, καταπίεση, καταστολή του κριτικού λόγου. Υπήρξαν επίσης δύο αιώνες πάλης, κατακτήσεων και μεγάλων ελπίδων. Ακόμη και στις χειρότερες στιγμές ο ορίζοντας δεν σκοτείνιαζε. Ακόμη και στη διάρκεια του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου, όταν όλα ήταν στο χείλος της αβύσσου, η ελπίδα μπορούσε να λάμπει. Σήμερα, σε μια κατάσταση λιγότερο τραγική, η προσδοκία φαίνεται να έχει εκλείψει: αξίζει τον κόπο να παλέψουμε γι' αυτήν; Πολλοί είναι εκείνοι που, στην πράξη, έχουν απαντήσει αρνητικά σε αυτό το ερώτημα, ίσως χωρίς καν να το έχουν θέσει συνειδητά. Σε μια τέτοια σύγχυση, σε έναν τέτοιο αποπροσανατολισμό, χρειάζεται να κρατήσουμε ανοιχτή την προοπτική μιας κριτικής σκέψης σε σύνδεση με τα κινήματα που θα αναδυθούν, που θα είναι διαφορετικά αλλά αναπόφευκτα. Δεν πιστεύω στη διάγνωση του Φρανσουά Φιρέ, ο οποίος, στο βιβλίο του «Le passι d' une illusion» (1995) έγραφε: «Είμαστε καταδικασμένοι να ζήσουμε στον κόσμο στον οποίο ζούμε». Ο ιστορικός Πέρι Αντερσον και μερικοί άλλοι εναντιώθηκαν σε μια τέτοια «συναινετική ηπιότητα», αρνούμενοι το υποτιθέμενο τέλος της Ιστορίας μετά την πτώση του κομμουνισμού, το οποίο αναγόρευε τον καπιταλισμό σε οικουμενική πανάκεια. [ ...]

ΠΗΓΗ: ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ, 28-12-2104


Πέμπτη, 25 Δεκεμβρίου 2014

Ο μονοδιάστατος άνθρωπος

Ο μονοδιάστατος άνθρωπος


Ο «μονοδιάστατος άνθρωπος» έχει χάσει την ατομικότητά του, την ελευθερία του και την ικανότητά του να διαφωνεί, και να σκέφτεται κριτικά


του Θανάση Γιαλκετσή

Πριν από πενήντα χρόνια, το 1964, εκδόθηκε στην Αμερική ένα από τα πιο πολυδιαβασμένα βιβλία του εικοστού αιώνα, ένα έργο που άσκησε μεγάλη επίδραση στα γεγονότα του καιρού του. Ηταν το βιβλίο του Χέρμπερτ Μαρκούζε «Ο μονοδιάστατος άνθρωπος» (ελληνική έκδοση: Παπαζήση, 1971), το οποίο αποτέλεσε μία από τις βασικές πηγές έμπνευσης των κινημάτων του 1968, που εκδηλώθηκαν τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ευρώπη. Η θέση του Μαρκούζε είναι μια θέση ολικής κριτικής και ριζικής αντίθεσης στην καπιταλιστική «κοινωνία της αφθονίας». Ο Μαρκούζε δανείζεται από τον Μπρετόν και τους σουρεαλιστές την έννοια της «Μεγάλης Αρνησης», για να ορίσει ταυτόχρονα την ατομική εξέγερση και αντίσταση στο κυρίαρχο σύστημα και την αναζήτηση οραμάτων ενός άλλου, ριζικά διαφορετικού κόσμου. Ο Μαρκούζε αναλύει τη βιομηχανική και τεχνολογική κοινωνία συνδυάζοντας δύο διαφορετικές θεωρητικές προσεγγίσεις: εκείνη του Μαρξ (που έβλεπε τον καπιταλισμό να αναπτύσσει την επιστήμη και την τεχνική για να τις θέσει εργαλειακά στην υπηρεσία της παραγωγής και του κέρδους) και εκείνη του δασκάλου του, του Χάιντεγκερ, που ερμήνευε τη νεωτερικότητα ως εποχή της τεχνικής.

Η κριτική στην τεχνολογία που ενσαρκώνει μια μορφή κυριαρχίας έχει σαφή χαϊντεγκεριανή προέλευση και ενισχύει με αριστερή επιχειρηματολογία την καταδίκη που διατύπωσε ο Χάιντεγκερ εναντίον της τεχνικής, την οποία θεωρούσε ακραία έκφραση του σύγχρονου μηδενισμού. Σύμφωνα με τον Μαρκούζε, η σύγχρονη τεχνική και ο καπιταλισμός συναπαρτίζουν ένα συνεκτικό βιομηχανικό σύμπαν που ελέγχει και καταδυναστεύει τα ανθρώπινα υποκείμενα και που επιτρέπει την «αλλαγή» μόνο μέσα στο πλαίσιο των δικών του θεσμικών, ιδεολογικών και πολιτικών παραμέτρων. Με άλλα λόγια, η σύγχρονη βιομηχανική κοινωνία, μολονότι γίνεται αποδεκτή από τη μεγάλη πλειονότητα του πληθυσμού, τείνει να γίνει ολοκληρωτική. Η συναίνεση στην οποία στηρίζονται οι κοινωνίες του ύστερου καπιταλισμού οφείλεται κατά τον Μαρκούζε στην ικανότητά τους να διαπλάθουν τις συνειδήσεις, τις επιθυμίες, τις ανάγκες και τους τρόπους σκέψης και ζωής των υποκειμένων.

Η κοινωνία της κατανάλωσης και της αφθονίας τείνει να εξαλείψει πλήρως την ελεύθερη υποκειμενικότητα, την κριτική σκέψη, τη διαφωνία και την αντιπολίτευση, οδηγώντας έτσι σε ένα ουσιαστικά ολοκληρωτικό και μονολιθικό σύστημα. Στη μονοδιάστατη κοινωνία το ατομικό υποκείμενο υποχρεώνεται σε συμμόρφωση προς τις επιταγές επιβλητικών αντικειμενικών δομών και χάνει την ικανότητά του να ανιχνεύει εναλλακτικούς δρόμους και δυνατότητες απελευθέρωσης, που κινούνται πέρα από τον ορίζοντα της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων. Αυτό που απειλείται είναι η ίδια η ύπαρξη υποκειμένων ικανών για δημιουργία, ελευθερία, αυτονομία.

Ο «μονοδιάστατος άνθρωπος» έχει χάσει την ατομικότητά του, την ελευθερία του και την ικανότητά του να διαφωνεί, να σκέφτεται κριτικά, να αντιστέκεται στους μηχανισμούς κυριαρχίας και να δρα αυτόνομα προκειμένου να ελέγξει και να καθορίσει τη μοίρα του. Η βιομηχανική και τεχνολογική κοινωνία είναι εκείνη που χειραγωγεί τις ανάγκες του και διαμορφώνει τις προσδοκίες του, τις ελπίδες του, τους φόβους του και τις αξίες του.

Το ακριβό τίμημα που πληρώνει για τις καταναλωτικές απολαύσεις του είναι η παραίτηση από την ελευθερία του και την ατομικότητά του. Η εφαρμογή της επιστήμης και της τεχνικής στις παραγωγικές διαδικασίες και η βιομηχανική οργάνωση της εργασίας έχουν αυξήσει την παραγωγικότητα της οικονομίας και έχουν ανεβάσει το βιοτικό επίπεδο των πολιτών. Ταυτόχρονα όμως έχουν δημιουργήσει νέες μορφές ελέγχου και μηχανισμούς κυριαρχίας, που μετατρέπουν τον άνθρωπο σε απλό γρανάζι ενός δεσποτικού συστήματος. Ο Μαρκούζε διαπίστωνε τις ανορθολογικές και καταστροφικές τάσεις που ενυπάρχουν ακόμη και στα πιο πολυδιαφημισμένα επιτεύγματα του αναπτυγμένου καπιταλισμού.

Ο μονοδιάστατος άνθρωπος

Υποστήριζε ότι η ευημερία και η ανάπτυξη της κοινωνίας βασίζονται σε σπατάλη και καταστροφή, ότι η πρόοδός της τροφοδοτείται από εκμετάλλευση και καταπίεση, ενώ η ελευθερία και η δημοκρατία της στηρίζονται στη χειραγώγηση. Φώτιζε έτσι τη ριζική αμφισημία της «κοινωνίας της αφθονίας» και ασκούσε κριτική στην αλλοτρίωση, στην υποδούλωση στο εργασιακό της σύστημα, στον φετιχισμό της κατανάλωσης, στον κομφορμισμό της κουλτούρας της και στους κινδύνους που απέρρεαν από την κυριαρχία του στρατιωτικοβιομηχανικού της συμπλέγματος. Συμπέραινε ότι αυτή η κοινωνία, παρά τα θεαματικά επιτεύγματά της, είναι τελικά ανορθολογική, στον βαθμό που θυσιάζει την ελεύθερη ανάπτυξη των ανθρώπινων ικανοτήτων στον βωμό της οικονομικής απόδοσης και παραγωγικότητας.

Η αναπτυγμένη βιομηχανική κοινωνία διαθέτει τον πλούτο, την επιστήμη, την τεχνολογία και τη βιομηχανία που θα μπορούσαν να εξαλείψουν τη φτώχεια και τη δυστυχία, αλλά χρησιμοποιεί αυτά τα εργαλεία για να αυξήσει την κυριαρχία, τη βία, την επιθετικότητα και την αδικία. Ο Μαρκούζε ανέλυε ιδιαίτερα τον ρόλο του καταναλωτισμού, της διαφήμισης, των μέσων μαζικής επικοινωνίας και της μαζικής κουλτούρας στη σταθεροποίηση του καπιταλισμού και στην ενσωμάτωση των ατόμων στο κυρίαρχο σύστημα παραγωγής. Το αποτέλεσμα ήταν η δημιουργία ενός «μονοδιάστατου» σύμπαντος, στο οποίο η κουλτούρα υποβαθμιζόταν σε «θετική» σκέψη (θετικισμός, εμπειρισμός, επιστημονισμός κ.λπ.), ενώ η ικανότητα για άρνηση, για κριτική αναζήτηση και για επαναστατική πράξη έτεινε να εκλείψει.

Ο Μαρκούζε διαπίστωνε την παρακμή του επαναστατικού δυναμικού της εργατικής τάξης των αναπτυγμένων καπιταλιστικών κοινωνιών και εναπέθετε τις ελπίδες του για αλλαγή στους περιθωριοποιημένους, στις μη ενσωματωμένες μειονότητες και στη ριζοσπαστική διανόηση. Αμφισβητούσε έτσι δύο από τα βασικά αξιώματα του ορθόδοξου μαρξισμού: την ιδέα του επαναστατικού ρόλου της εργατικής τάξης και εκείνη του αναπόφευκτου της καπιταλιστικής κρίσης. Σύμφωνα με τον Μαρκούζε, κανένας κοινωνικός μετασχηματισμός δεν είναι δυνατός αν δεν προηγηθεί ένας μετασχηματισμός της συνείδησης των υποκειμένων.

Με άλλα λόγια, ο μετασχηματισμός της υποκειμενικότητας δεν θα είναι το αποτέλεσμα της ριζικής αλλαγής των κοινωνικών σχέσεων, αλλά αποτελεί αντίθετα την πρωταρχική και αναγκαία προϋπόθεση αυτής της αλλαγής. Η κριτική του Μαρκούζε στον ύστερο καπιταλισμό δεν θέτει στο επίκεντρό της τα ζητήματα της αναδιανομής ή της δικαιοσύνης, αλλά είναι κυρίως μια κριτική που ασκείται στο όνομα του «ευδαίμονος βίου», στο όνομα δηλαδή μιας εναλλακτικής αντίληψης του «ευ ζην».

Η αναπτυγμένη βιομηχανική κοινωνία επικρίνεται επειδή είναι ένα κοινωνικοοικονομικό σύστημα που δεν επιτρέπει στους ανθρώπους να ζουν καλά, να ζουν στο ύψος των δυνατοτήτων που ανοίγει μπροστά τους η παραγωγική και τεχνική ανάπτυξη. Δεν είναι επομένως διόλου τυχαίο το γεγονός ότι ο «Μονοδιάστατος άνθρωπος» άσκησε τόσο μεγάλη επίδραση στα κινήματα του 1968 και στους νέους ριζοσπάστες που συγκρότησαν τη Νέα Αριστερά. Αυτά τα νέα κοινωνικά κινήματα θέλησαν να συνδέσουν την αλλαγή της συνείδησης με την αλλαγή της κοινωνίας, το προσωπικό με την κοινωνικοπολιτική απελευθέρωση.

Δεν διεκδικούσαν πρόσβαση σε μεγαλύτερο τμήμα του κοινωνικού πλούτου, αλλά αντίθετα απέρριπταν τον τύπο καταναλωτικής ευημερίας που η κοινωνία τους προσέφερε. Πρότειναν μια πολιτιστική επανάσταση, μια ριζική αλλαγή στην ιεράρχηση των αξιών, ένα μετασχηματισμό των αναγκών και μια διαφορετική ιδέα περί του «ευ ζην». Αμφισβητούσαν το μοντέλο του γενικευμένου ανταγωνισμού και απέρριπταν την απεριόριστη ανάπτυξη και συσσώρευση ως μέτρο της κοινωνικής προόδου. Ετσι, στα μέσα της δεκαετίας του 1960, μια νεότερη γενιά αριστερών ακτιβιστών έστρεψε το βλέμμα της στο έργο του Γερμανού πρόσφυγα, προκειμένου να βρει σ' αυτό ιδέες ικανές να προσανατολίσουν τους αγώνες για μια ριζική αλλαγή στους σκοπούς και στις αξίες της κοινωνίας.

ΠΗΓΗ:  ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ, 14-12-2014


Παρασκευή, 19 Δεκεμβρίου 2014

Πλευρές της βαρβαρότητας

του Σωτήρη Δημητρίου

 alt

SPURIDAKIS, MANOS, The Liminal Worker, Surrey, Ashgate, 2013, σελ. 261

 

Όλοι, σχεδόν, μάθαμε ότι η ανθρωπότητα διανύει τα στάδια: Αγριότητα-Βαρβαρότητα-Πολιτισμός. Στο στάδιο του Πολιτισμού βρίσκεται η Δύση, στη Βαρβαρότητα ανήκουν οι παλαιότερες αυτοκρατορίες και οι μεγάλοι κοινωνικοί σχηματισμοί της Ασίας, ενώ οι απλές κοινωνίες και οι λεγόμενοι «πρωτόγονοι» ανήκουν στην Αγριότητα. Το σχήμα αυτό της ιστορίας διατυπώθηκε τον 18ο αιώνα από τον Σκωτσέζο ιστορικό Φέργκιουσον και καθιερώθηκε από τον κυρίαρχο ρόλο της Δύσης. Πολύ λίγοι, όμως, γνωρίζουν ότι το σχήμα αυτό της ιστορίας, σύμφωνα με το οποίο η Δύση έχει την αποστολή να μεταδώσει τον πολιτισμό και στον υπόλοιπο κόσμο μέσω της αποικιοκρατίας, είναι εντελώς άκυρο. Κάθε κουλτούρα, όπως έδειξε η ανθρωπολογία, πιστεύει ότι είναι ανώτερη και ότι οι άλλες είναι βάρβαρες. Το ίδιο πίστεψε και η Δυτική κουλτούρα, και είναι καιρός να επισημάνουμε και τις διάφορες άλλες προκαταλήψεις της -ρατσισμός, σωβινισμός, ανδροκρατία κ.ά,- που της δημιουργούν προβλήματα. Στη δεκαετία του '60 σημειώθηκε μια μεγάλη μια μεγάλη ανατροπή. Από τις έρευνες της ανθρωπολογίας διαπιστώθηκε ότι οι απλές κοινωνίες των τροφοσυλλεκτών αγνοούν τον πόλεμο και διατηρούν σχέσεις ισονομίας. Η αποκάλυψη αυτή κατέρριπτε την άποψη ότι πρώτη φάση της ανθρωπότητας ήταν η Αγριότητα. Σ' αυτό συνέβαλε και η αποκάλυψη της αρχαιολογίας ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις πολέμου πριν τον αιώνα του Χαλκού, δηλαδή πριν το 2.000 π.Χ. Αν σ' αυτά προσθέσουμε και το γεγονός ότι στην περίοδο του πολιτισμού οι νεκροί από πολέμους υπερβαίνουν κατά πολύ τους νεκρούς από πολέμους των άλλων περιόδων, είναι φανερό ότι το σχήμα Αγριότητα-Βαρβαρότητα-Πολιτισμός είναι εντελώς αθεμελίωτο.

Μετά τις παραπάνω διαπιστώσεις, μπαίνει το ερώτημα για το πόσο «πολιτισμένος» είναι ο πολιτισμός της Δύσης. Είναι τεράστιο ερώτημα και το αφήνουμε για άλλες συζητήσεις. Παραμένει, εντούτοις, ακέραιο το ζήτημα της κριτικής της κουλτούρας μας. Παραβλέποντας παλαιότερες επικρίσεις για τον Δυτικό πολιτισμό, π.χ. από τους Α. Tocqueville, O. Spengler, J. Papini κ.ά., από τη δεκαετία του '70 άρχισαν να πληθαίνουν, κυρίως στη Γαλλία, απόψεις ότι η Δύση έχει εισέλθει στη φάση της βαρβαρότητας - σ' αυτές εγγράφονται και οι θέσεις του M. Foucault για την βιοηθική και τη βιοεξουσία.

Εκείνο που προκύπτει είναι ότι εφόσον οι μετά το 2.000 π.Χ. κοινωνίες είναι στη μεγάλη τους πλειοψηφία κοινωνίες της ανισότητας, δεν μπορούμε να μιλάμε για ανώτερο πολιτισμό. Η βιομηχανική κοινωνία παρουσιάζει ορισμένες θετικές πλευρές, π.χ. αύξηση της τεχνολογίας, του επιπέδου υλικής ζωής, του ορίου ηλικίας κ.ά., αλλά παράλληλα χαρακτηρίζεται από στοιχεία βαρβαρότητας που είναι ανύπαρκτα στις προηγούμενες κοινωνίες. Για παράδειγμα, ενώ δίνει έμφαση στην ανάπτυξη της ατομικής πρωτοβουλίας, ταυτόχρονα επιβάλλει το μεγαλύτερο από κάθε άλλη κουλτούρα έλεγχο στο άτομο. Πιο σημαντική είναι η έλλειψη ομοιοστασίας, γι' αυτό, αντίθετα από τις άλλες κουλτούρες, παρουσιάζει φτώχεια, ανεργία και άστεγους. Στην περίοδο της αποδόμησης που διέρχεται, τα συμπτώματα αυτά διογκώνονται και, σε σύνδεση με τη βία που τα συνοδεύει, αποτελούν την επέλαση της βαρβαρότητας.

Σε πρόσφατο του βιβλίο ο Z. Bauman καταγράφει τις «Παράπλευρες απώλειες» που προκαλεί η αποδόμηση του συστήματος: αβεβαιότητα, ανασφάλεια, φοβία, εχθρότητα, συρρίκνωση της δημοκρατίας και που αποτελούν μορφές της βαρβαρότητας. Στο τελευταίο του βιβλίο, που εκδόθηκε στα αγγλικά, ο Μάνος Σπυριδάκης αναλύει μια άλλη, εξίσου σοβαρή πλευρά της βαρβαρότητας, αυτήν που προέρχεται από την ραγδαία αύξηση της ανεργίας. Ποια μπορεί να είναι η σχέση της ανεργίας με τη βαρβαρότητα;

Ας το δούμε πιο συγκεκριμένα. Σύμφωνα με τον κυρίαρχο ιδεαλισμό, πιστεύαμε ότι στην πορεία της εξέλιξης οι πρόγονοί μας έγιναν άνθρωποι από τη στιγμή που απέκτησαν τη γλώσσα και ότι η απόκτηση της γλώσσας ήταν προϊόν της βιολογικής εξέλιξης. Το 1876 ο F. Engels διατύπωσε την τολμηρή για τότε θέση ότι η γλώσσα υπήρξε το προϊόν της δράσης του ανθρώπου στη φύση μέσω της εργασίας. Η θέση του δικαιώθηκε μετά από έναν αιώνα, όταν επιβεβαιώθηκε από την προϊστορική αρχαιολογία ότι, αφότου εμφανίζεται ο άνθρωπος πριν 2.9 εκατπμμύρια χρόνια, με κριτήριο την κατασκευή εργαλείου από άλλο εργαλείο, χρειάστηκαν 1,5 εκατομμύριο χρόνια συνεχούς δράσης στον πλανήτη μας μέχρι να κατακτήσει τη γλώσσα.

Η εμφάνιση του ανθρώπου αποτελεί βαθιά τομή στη φυσική εξέλιξη. Η επιβίωσή του δεν εξασφαλίζεται από το γενετικό κώδικα και τα λεγόμενα ένστικτα, όπως συμβαίνει με όλους τους ζωντανούς οργανισμούς, αλλά με την επίκτητη μάθηση και τη δράση του στο μετασχηματισμό της φύσης διαμέσου της κοινωνικής συγκρότησης. Η διαφορετική αυτή σχέση που συνάπτει με τη φύση, σχέση επέμβασης σ' αυτήν και μετασχηματισμού της, είναι η σχέση εργασίας. Με τη σχέση εργασίας ο άνθρωπος μεταμορφώνει το περιβάλλον και το χρησιμοποιεί με βάση τις ανάγκες του - παράγει τη φωτιά, δαμάζει τα ζώα, κατασκευάζει καταυλισμούς, αξιοποιεί τη δύναμη του ανέμου και του νερού, επεμβαίνει στην ίδια τη δομή της ύλης με την ατομική ενέργεια. Χάρη στη σχέση εργασίας, αποκτά την ικανότητα να επιβιώνει σε οποιοδήποτε περιβάλλον του πλανήτη μας χωρίς να αλλάζει είδος, ικανότητα που δεν την διαθέτει κανείς άλλος ζωντανός οργανισμός. Χάρη στην εργασία, τέλος, αναπτύσσει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του που τον ξεχωρίζουν από τη βιόσφαιρα: δημιουργικότητα, επινοητικότητα, προσωπικότητα. Μέσα από τις σχέσεις εργασίας προσδιορίζεται η ηθική του υπόσταση.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, που είναι σε όλους γνωστά αλλά αποσιωπούνται σκόπιμα, η αφαίρεση της εργασίας, η ανεργία, αποτελεί, μαζί με τις επιθέσεις κατά της υγείας και της παιδείας, μια από τις σοβαρότερες μορφές της επερχόμενης βαρβαρότητας. Δεν αποτελεί, απλά, οικονομικό μέγεθος ή όρο της παραγωγής. Καταλύει την προσωπικότητα και την ηθική υπόσταση του ατόμου. Τις επιπτώσεις αυτής της βαρβαρότητας, που αποτελεί κοινωνικό πλήγμα, εξετάζει στο βιβλίο του, ο Μάνος Σπυριδάκης. Δεν περιορίζει το φαινόμενο μόνο στους ανέργους αλλά το επεκτείνει και σε όλους όσοι έχουν ανασφάλεια εργασίας οι οποίοι, δεδομένης της κατάργησης των συλλογικών συμβάσεων και του ελέγχου που ασκείται στους μονίμους υπαλλήλους, αφορούν το σύνολο του πληθυσμού.

Η έρευνά του αφορά τους απολυμένους της καπνοβιομηχανίας, τους εργαζόμενους στη Ναυπηγοεπισκευαστική Ζώνη στο Πέραμα και στους τραπεζικούς υπαλλήλους. Το γενικό γνώρισμα όλων αυτών, πιο έντονο στους ανέργους, είναι η ανασφάλεια της εργασίας. Διάγουν σε κατάσταση «κατωφλιού», δηλαδή σε συνθήκες εκκρεμότητας ή περιθωριοποίησης. Από τη μια πλευρά διαπιστώνει ότι η αύξηση της ανασφάλειας συνδέεται με αύξηση της ανισότητας και μείωση της παραγωγικότητας, σε αντίθεση με τις εξαγγελίες των «ειδικών». Από την άλλη, η ανασφάλεια της εργασίας προκαλεί στους εργαζόμενους ασάφεια ηθικής. Οι περισσότεροι στιγματίζονται, είτε εξωτερικά είτε εσωτερικά. Θεωρούν ότι η κατάστασή τους οφείλεται σε προσωπική τους αποτυχία, πράγμα που τους προκαλεί ψυχολογικά προβλήματα. Μειώνουν τις κοινωνικές επαφές τους και τη δραστηριότητά τους, μειώνουν την κοινωνική δράση τους, γίνονται απαθείς και αποδομούν το χρόνο τους ή οδηγούνται στην αυτοκτονία. Για να βρουν νέα δουλειά ή για να εξασφαλίσουν αυτήν που έχουν υποβάλλονται σε χειρότερες μορφές συναίνεσης και σε έκπτωση της αξιοπρέπειας. Η απώλεια της ένταξής τους στο κοινωνικο-πολιτισμικό σύστημα, που προκύπτει από την απώλεια ή την ανασφάλεια της εργασίας, επιφέρει κλονισμό της σωματικής και της ψυχικής τους υγείας.

Είναι προφανείς οι επιπτώσεις που προκαλούνται από την ανασφάλεια εργασίας σε όλη την οικογένεια του εργαζόμενου, ώστε δεν χρειάζεται να επεκταθούμε σ' αυτό. Το σημείο στο οποίο επιμένει ο Μ. Σπυριδάκης είναι η πλήρης ανατροπή της θεωρίας του νεοφιλελευθερισμού, δηλαδή «η επιλογή του ατόμου για αύξηση του κέρδους με το ελάχιστο κόστος». Για τη μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού αυτό δεν ισχύει, γιατί οι εργαζόμενοι δεν έχουν επιλογές και γιατί αν έχουν κάποια επιλογή αυτή αφορά τη μόνιμη εργασία και όχι το κέρδος. Το πιο σοβαρό είναι ότι, επειδή η ανεργία, μαζί με την αποδόμηση του βιομηχανικού μοντέλου, διογκώνονται συνεχώς, ομοίως διογκώνεται και το φάσμα της βαρβαρότητας.

 

Βιβλιογραφία

Bauman, Z. "Collateral damages", Cambridge/Malden, Polity, 2011.

Engels, F., The Part Played by Labour in the Transition from Ape to Man, Moscow, Progress, 1974 [1876]

ΠΗΓΗ:  εφημ. ΑΥΓΗ, 14-12-2014


Τρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2014

Με ένα βαμπίρ ξεχνιέμαι

της Πόπης Διαμαντάκου

 

Έ

γινε μόδα η λατρεία -τη χαρακτήρισαν και εθιστική- του βαμπιρικού τρόμου. Εξελίχθηκε σε είδος εφηβικής υστερίας, η οποία σφράγισε τη νεανική κουλτούρα των τελευταίων χρόνων. Και σήμερα, ολοήμερο αφιέρωμα εγχώριου συνδρομητικού καναλιού στη σειρά των πέντε ταινιών «Twilight», οι οποίες έγιναν αφορμή για ένα απρόσμενο εμπορικό πανδαιμόνιο, ανακεφαλαιώνει την τάση, που, όσο κι αν ανησύχησε γονείς και ψυχολόγους, έδωσε αφορμή για έναν ευρύ προβληματισμό σχετικά με τις ανάγκες και τον ψυχισμό των σημερινών εφήβων.


Το φαινόμενο ξεκίνησε από την εφηβική λογοτεχνία, με τη συγγραφέα Στέφανι Μέγιερ να υπογράφει την τετραλογία «Twilight» και να ανταγωνίζεται το σουξέ της Τζ. Κ. Ρόουλινγκ του «Χάρι Πότερ», για να ακολουθήσουν ο κινηματογράφος και η τηλεόραση. Αλλά σε όσους έσπευσαν να χειροκροτήσουν το γεγονός ότι τουλάχιστον φαίνεται πως οι έφηβοι δεν εγκαταλείπουν τη συνήθεια της ανάγνωσης, όπως ήθελαν πολλές έρευνες, απάντησαν ταχύτατα οι κριτικοί, οι οποίοι χαρακτήρισαν τα βιβλία της Μέγιερ «κακή λογοτεχνία». Το ενδιαφέρον είναι ότι και πολλοί εκ των νεαρών αναγνωστών τους είχαν την ίδια γνώμη -εφημερίδα Le Mond, Μάιος 2009-, που σημαίνει ότι διαθέτουν και το κριτήριο. Αυτά τα συμπεράσματα καταχωρίστηκαν στα θετικά της εν λόγω τάσης. Αλλωστε, οι φαν των βαμπιρικών ιστοριών λένε ότι αυτό που απολαμβάνουν στις εν λόγω ιστορίες δεν είναι το κείμενο, αλλά τα στοιχεία της ιστορίας με τα οποία ταυτίζουν τις ζωές και τις επιθυμίες τους. Οι ρομαντικές ιστορίες με ήρωες βαμπίρ εκφράζουν τον τρόμο τους για το μεγάλωμα και την αλλαγή του σώματος, εξηγούν οι ψυχολόγοι. Οι έρευνες ανέδειξαν ένα ακόμη ενδιαφέρον στοιχείο για τις νεανικές συνήθειες, ότι τα μεν βαμπιρικά βιβλία έχουν κυρίως κοριτσίστικο κοινό -άλλωστε, έρευνες αποκαλύπτουν ότι η συνήθεια της ανάγνωσης είναι κυρίως γένους θηλυκού- ενώ τα αγόρια προτιμούν ταινίες και σειρές.


Κατόπιν αυτού έσπευσε η τηλεοπτική αγορά να μεταφέρει όχι μόνον τα βιβλία της Μέγιερ σε σειρές, αλλά να επεκταθεί και σε σενάρια παλαιότερων ταινιών, όπως το «Teen Wolf», μια αμερικανική κινηματογραφική επιτυχία του 1985. Μεταφέρθηκε στην τηλεόραση του MTV, γνώρισε μεγάλη επιτυχία και από τον περασμένο Ιούνιο η ομώνυμη με την ταινία σειρά βρίσκεται στον τέταρτο κύκλο της. Εν τω μεταξύ, όσο κι αν προβληματίζει για τα διαφυγόντα κέρδη τους παραγωγούς η δύσκολα ελέγξιμη μέθοδος του downloading, στην οποία επιδίδεται με πάθος το φανατικό νεανικό κοινό των εν λόγω τηλεοπτικών προϊόντων, αναγνωρίζουν ότι συντηρεί την τάση και, ως εκ τούτου, την αγορά και υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ότι ακριβώς αυτό συμβαίνει.


Αλλωστε, η γοητεία των βαμπίρ και των λυκανθρώπων έχει επεκταθεί και σε ενήλικο κοινό, καθώς όλες οι λογοτεχνικές και τηλεοπτικές εκδοχές τους εξυμνούν την αιώνια εφηβική νιότη, το ιδανικό όνειρο της εποχής των μεγάλων ψευδαισθήσεων, στης οποίας τον απόηχο μεγαλώνουν πλέον οι έφηβοι. Μιας εποχής, την οποία έχουν τη δυνατότητα και την κρίση να τη βλέπουν απογυμνωμένη από τους μύθους που ταύτιζαν την ενήλικη πραγματικότητα τουλάχιστον με την εξουσία και τη δύναμη. Και είναι επόμενο να φοβούνται το μεγάλωμα. Αυτούς τους φόβους τους συμπυκνώνει και εκτονώνει το είδος της φανταστικής λογοτεχνίας της Μέγιερ και ολόκληρη η τηλεοπτική και κινηματογραφική παραγωγή, η οποία βασίστηκε σε αυτήν.


Οπως κι αν έχει, το φαινόμενο κρούει τον κώδωνα του κινδύνου όχι γιατί καλλιεργεί τη ρομαντική φαντασία κοριτσόπουλων για βαμπίρ ή γιατί δεν είναι καλή λογοτεχνία τα βαμπιρικά βιβλία ή καλή τηλεόραση, αλλά γιατί αποτελεί ένδειξη ότι οι σχέσεις μεταξύ των γενεών έχουν διαταραχθεί, με αποτέλεσμα την ενίσχυση της φυσικής ανασφάλειας των εφήβων απέναντι στον κόσμο που κληρονομούν.


Μπορεί όλα αυτά τα παραμύθια, που συντηρούν λίγο ακόμη την παιδικότητα πριν την εγκαταλείψει οριστικά ο έφηβος, να μην είναι καν τρομακτικά ως προς το περιεχόμενο, αλλά η μόδα τους θεωρείται ένδειξη μιας ανάγκης των εφήβων να ταυτιστούν με μια δύναμη, έστω και μεταφυσική. Αλλωστε η μεταμόρφωση πολύ συνηθισμένων σε εμφάνιση εφήβων σε παντοδύναμα κτήνη ακριβώς αυτό εκφράζει. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο λατρεμένος των κοριτσόπουλων Εντουαρντ, του «Twilight», να έχει χαρακτηριστικά, όπως και το όνομα, που ρομαντικά μυθιστορήματα, ιδίως της Τζέιν Οστεν -η αγαπημένη συγγραφέας άλλωστε, της Μέγιερ- δίνουν σε διανοούμενους και ποιητές. Η φιγούρα του νεαρού ηθοποιού Ρόμπερτ Πάτινσον, που απέχει μακράν από το μοντέλο του μυώδους νεαρού άνδρα, το οποίο κατακλύζει περιοδικά του λαϊφ-στάιλ, αποδείχθηκε ιδανική επιλογή για να ενισχύσει τις φαντασιώσεις του κοριτσίστικου κοινού των ταινιών του είδους.


Πρόκειται για μια συνταγή του τρόμου-ως-αλληγορία-για-τα-δεινά-της-ζωής θα μπορούσε να πει κανείς, αν και οι βαμπιρικές ιστορίες διαχειρίζονται μάλλον την ντροπαλή σεξουαλικότητα των εφήβων, ενίοτε και τρομακτική για τους ίδιους. Αλλωστε ανέκαθεν υπήρχε ένα μεγάλο κοινό που γοητευόταν από αιμοσταγείς ιστορίες και είναι οι μόνες που μπορούν εύκολα να αναπαραχθούν και να προσαρμοστούν στην εποχή, η οποία τις χρειάζεται. Προφανώς διανύουμε μια τέτοια ακριβώς.


ΠΗΓΗ: εφημ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 7-12-2014


Τρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2014

Ελίτ και μάζες στην ψηφιακή εποχή

του Θανάση Γιαλκέτση

alt

Πέρα από την ολική άρνηση και την άκριτη απολογία, ο Εκο αναζητούσε έναν «τρίτο δρόμο» και υποστήριζε την ανάγκη μιας εποικοδομητικής παρέμβασης των διανοουμένων στον χώρο της μαζικής επικοινωνίας


Πριν από πενήντα χρόνια, το 1964, ένας νέος μελετητής, ο 32χρονος τότε Ουμπέρτο Εκο, δημοσίευσε μία συλλογή δοκιμίων του με τίτλο «Κήνσορες και θεράποντες» (ελληνική έκδοση: Γνώση, 1987). «Κήνσορες» ήταν εκείνοι που διατύπωναν ένα αυστηρό κατηγορητήριο εναντίον της μαζικής κουλτούρας και της αντέτασσαν μια συνολική άρνηση. «Θεράποντες» ήταν αντίθετα εκείνοι που έβλεπαν μόνο τις θετικές δυνατότητες των νέων μέσων επικοινωνίας. Πέρα από την ολική άρνηση και την άκριτη απολογία, ο Εκο αναζητούσε έναν «τρίτο δρόμο» και υποστήριζε την ανάγκη μιας εποικοδομητικής παρέμβασης των διανοουμένων στον χώρο της μαζικής επικοινωνίας. Η ακόλουθη συνέντευξη του Ουμπέρτο Εκο δημοσιεύτηκε στην ιταλική περιοδική επιθεώρηση ICS Magazine.


- Το βιβλίο σας «Κήνσορες και θεράποντες» έγινε πενήντα ετών. Στο μεταξύ υπήρξε η επανάσταση του διαδικτύου, που γέννησε τη νιοστή εκδοχή αυτής της διχοτομίας. Η δεύτερη φάση της ψηφιακής εποχής, ωστόσο, με την εγγενή της κοινωνικότητα, φαίνεται να ευνοεί τις στάσεις των «θεραπόντων». Υπάρχει ένα ολόκληρο πάνθεον μεταφορών και όρων -άνοιγμα, συνεργασία, μοίρασμα- που προσλαμβάνονται ως «καθαυτό καλές », ως από τη φύση τους λυτρωτικές. Τι σκέφτεστε γι' αυτό;


Η αποστολή κάθε κουλτούρας είναι να παράγει μια συλλογική ανάπτυξη. Αυτή η ανάπτυξη, όμως, ακόμα και με πλήρη ελευθερία έκφρασης (διαφορετικά, μιλάμε για δικτατορία και όχι για αληθινή κουλτούρα), αρθρώνεται πάντοτε ως διαρκής κριτική του λόγου του άλλου. Είναι το ιδεώδες υπόδειγμα του σωκρατικού διαλόγου: ένας σηκώνεται και λέει τα δικά του, έπειτα ο άλλος, είτε είναι ο δάσκαλος είτε ο φίλος ή οποιοσδήποτε άλλος, σηκώνεται και με τη σειρά του εκφράζει τη διαφωνία του και ούτω καθεξής. Αυτό φυσικά ισχύει για την κοινωνία όπως ισχύει και για τα άτομα. Και η προσωπική κουλτούρα χρειάζεται την κριτική.


Με δυο λόγια, η κουλτούρα είναι μια συνεχής εναλλαγή ανάμεσα στην ελεύθερη έκφραση του λόγου και στην κριτική αυτής της έκφρασης του λόγου. Αυτό που συμβαίνει με το διαδίκτυο, όμως, είναι ότι καθιερώνεται μια ειδωλολατρία της απόλυτης έκφρασης του λόγου, χωρίς κανέναν έλεγχο από μέρους των άλλων. Αν ήθελα να γίνω κακός -ή κήνσορας- θα μπορούσα να πω ότι είναι ο θρίαμβος του: «ο λόγος στον κρετίνο». Αυτό όμως δεν είναι κουλτούρα. Ή καλύτερα: ο κρετίνος μπορεί και να μιλάει ή ακόμα και να διδάσκει στο πανεπιστήμιο, αρκεί να διατηρείται η δυνατότητα για τους άλλους να απαντούν, να αμφισβητούν, να προτείνουν εναλλακτικά μοντέλα. Με αυτές τις μορφές ψευδοσυμμετοχής αντίθετα καθένας εκφράζει ό,τι του έρχεται στο νου. Απειλείται έτσι η θεμελιώδης προϋπόθεση της δημοκρατίας, δηλαδή η παραδοχή ότι δεν είναι όλα όσα λέγονται ορθά. Οποιος διατυπώνει την αντίθετη θεωρία, υπερασπιζόμενος την απλή εκφορά του λόγου ως μοναδική μορφή έκφρασης, έχει εκ των πραγμάτων απαρνηθεί τη δημοκρατία -και επομένως τη δημοκρατική κουλτούρα- ως κριτική των γνωμών.


- Ενα από τα πιο ισχυρά επιχειρήματα των κηνσόρων του διαδικτύου αφορά τους ψηφιακούς αυτόχθονες και συγκεκριμένα την υποτιθέμενη ανθρωπολογική μεταβολή που θα συνεπαγόταν το γεγονός ότι γεννήθηκαν μέσα σ' αυτό το ψηφιακό σύμπαν. Προσωπικά, εκείνο που με εντυπωσιάζει δεν είναι τόσο η πρώιμη ικανότητα των παιδιών να μαθαίνουν τη γραμματική των ψηφιακών μέσων όσο οι γνωσιακές συνέπειες αυτής της πελώριας και άμεσης διαθεσιμότητας περιεχομένων, και ιδιαίτερα οι επιπτώσεις της στην ατομική μνήμη.


Το πρόβλημα είναι ότι παρακολουθούμε μια πελώρια κρίση της συλλογικής μνήμης. Αρκεί να σκεφτούμε τους τέσσερις νεαρούς που πριν από λίγο καιρό, στη διάρκεια ενός τηλεοπτικού κουίζ, όταν ρωτήθηκαν για ένα επεισόδιο της ζωής του Μουσολίνι, δεν ήξεραν καθόλου σε ποια εποχή να το τοποθετήσουν. Κανείς τους δεν θυμόταν ότι ο Μουσολίνι είχε πεθάνει το 1945! Δεν λέω ότι οι προηγούμενες γενεές γνώριζαν την ακριβή ημερομηνία του θανάτου του Ναπολέοντα, αλλά σίγουρα γνώριζαν σε γενικές γραμμές να την τοποθετήσουν χρονολογικά σε σχέση με την εκστρατεία του Γκαριμπάλντι ή με την έναρξη του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου. Η συλλογική μνήμη, όμως, μπαίνει σε κρίση επειδή μπαίνει σε κρίση και η επιθυμία της ατομικής μνήμης.


Οποιος δεν ξέρει πότε πέθανε ο Μουσολίνι πιθανότατα δεν ενδιαφέρεται να θυμάται ούτε και τι έκανε το περασμένο καλοκαίρι. Ούτε, κατά μείζονα λόγο, τον ενδιαφέρει να μάθει τι είχε συμβεί στους γονείς του ή στους παππούδες του. Οταν ήμουν παιδί, έμαθα πολλά ενδιαφέροντα πράγματα για τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο ακούγοντας τις αφηγήσεις της μητέρας μου. Η προσωπική μου μνήμη παραβλήθηκε με αποσπάσματα μνήμης άλλων και μου επέτρεψε να ανασυγκροτήσω ένα επίπεδο κοινής ανάμνησης, του οποίου αποτελούν μέρος τόσο τα τραγούδια που τραγουδούσε η μάνα μου όσο και η ημερομηνία της επίθεσης στον αρχιδούκα Φραγκίσκο Φερδινάνδο στο Σαράγεβο. Το παιδί που ζει μπροστά στην οθόνη του ηλεκτρονικού υπολογιστή και δεν ακούει πλέον τη μάνα του να τραγουδάει υποφέρει, ταυτόχρονα, από μιαν απώλεια ατομικής και συλλογικής μνήμης.


- Πόση σχέση έχει αυτό με το ότι έχουμε βυθιστεί σε ακραίο βαθμό στον παρόντα χρόνο;


Πιθανότατα μεγάλη. Κινδυνεύει να γεννηθεί μια γενιά που θα ενδιαφέρεται να γνωρίσει μόνο το παρόν. Πριν από λίγο καιρό, ένας φίλος μού είπε, λίγο προβοκατόρικα, ότι ξαναδιαβάζοντας το μυθιστόρημά μου «Το εκκρεμές του Φουκό» ξαφνιάστηκε μπροστά στην περιγραφή ενός τηλεφώνου που λειτουργούσε με κέρματα. Είχε ξεχάσει ότι κάποτε για να τηλεφωνήσεις όταν ήσουν έξω από το σπίτι σου υπήρχαν οι τηλεφωνικοί θάλαμοι. Αυτό είναι ένα καλό παράδειγμα πολιτιστικής ισοπέδωσης στο παρόν. Ο φίλος μου δεν είχε ξεχάσει με μιαν απόλυτη έννοια, αλλά είχε κατά κάποιον τρόπο απενεργοποιήσει εκείνη την ιδιαίτερη ανάμνηση, επειδή ήταν ασύμβατη με ένα παρόν στο οποίο τείνουμε να προσχωρούμε με τρόπο υπερβολικό. Και αν για ορισμένους αυτό οδηγεί στη λήθη του παρελθόντος, για άλλους -για τους νεότερους- οδηγεί στην απουσία ενδιαφέροντος για όσα συνέβησαν. Δεν γνωρίζω πόσοι νέοι σήμερα θα ήξεραν να πουν πότε μπήκαν στη ζωή μας τα κινητά τηλέφωνα, αλλά είμαι έτοιμος να στοιχηματίσω ότι πολλοί θα συναντούσαν μεγάλες δυσκολίες ακόμα και μόνο για να φανταστούν μιαν εποχή στην οποία τέτοια μαραφέτια δεν υπήρχαν.


- Είναι ωστόσο αναμφίβολο ότι για εκείνους που διατηρούν επιθυμία για γνώση και τάση να καλλιεργούν τη μνήμη, το διαδίκτυο αντιπροσωπεύει ένα κοίτασμα με πελώριο υλικό.


Σίγουρα μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε το ίντερνετ για να καλλιεργήσουμε τη συλλογική μνήμη, όταν υπάρχει ενδιαφέρον γι' αυτό. Το ζητούμενο είναι -και πάλι- να διατηρήσουμε την κριτική ικανότητα, που είναι πάνω απ' όλα ικανότητα διάκρισης, διαχωρισμού. Σε κάθε κουλτούρα υπήρχε πάντοτε μια ελίτ, η οποία διέθετε πρόσβαση στις αποθήκες της μνήμης και επομένως στη γνώση, και μια λιγότερο ή περισσότερο ευρεία μάζα που ήταν αποκλεισμένη από αυτές. Σήμερα, συμβαίνει να έχουμε και πάλι μια ελίτ, η οποία χρησιμοποιεί κριτικά τα εργαλεία της πληροφορικής και καλλιεργεί συνειδητά τη μνήμη και τη γνώση, και μια μάζα η οποία δεν το κάνει, όχι επειδή της έχει αποκλειστεί προκαταβολικά η πρόσβαση στη γνώση, αλλά επειδή της έχει δοθεί υπερβολικά πολλή και μη οργανωμένη γνώση. Θα είναι επομένως και πάλι μάζα υποταγμένη, αλλά από υπερβολική δόση δημοκρατίας. 


ΠΗΓΗ: Εφημερίδα των Συντακτών, 16-11-2014


Δευτέρα, 8 Δεκεμβρίου 2014

Μια χώρα που την κατοικούν μόνο θεοί και όχι πραγματικοί άνθρωποι

του Δημήτρη Τζιόβακαθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Birmingham της Αγγλίας.

Το επετειακό φιλμ του ΕΟΤ για τα 100 χρόνια του ελληνικού τουρισμού με τίτλο «Gods, Myths, Heroes» σχολιάστηκε για την αισθητική του αλλά και για το οπτικό υλικό που χρησιμοποιήθηκε (πλάνα από τη ναζιστική διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων του 1936, παραλίες της Αυστραλίας λανσαρισμένες ως ελληνικές, φωτογραφίες χωρίς δικαιώματα). Εδώ θα ήθελα να σταθώ περισσότερο στο περιεχόμενο του εν λόγω βίντεο, το οποίο ξεκινάει με έναν μεσήλικο αμερικανό συγγραφέα, μεγαλωμένο αρχικά με δεινόσαυρους και καουμπόηδες, προτού υποκύψει στη γοητεία της ελληνικής μυθολογίας, να επιστρέφει στο γραφείο του με φόντο τη φωτισμένη Νέα Υόρκη έπειτα από παραμονή ενός χρόνου στην Ελλάδα.

Το 11λεπτο βίντεο, με κεντρική ιδέα το φως, βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στην Αρχαιότητα και μόνο βιαστικά στο τέλος παρουσιάζει μια απρόσκοπτη μετάβαση στον χριστιανισμό, που σηκώνει αρκετή συζήτηση, με τους «παλιούς θεούς να παίρνουν νέα ονόματα». Στο βίντεο γενικά κυριαρχούν οι θεοί (οι ήρωες είναι σχεδόν απόντες) και προτείνεται έμμεσα ότι ακόμη επιβιώνουν καθώς αναδύονται μέσα από το ελληνικό τοπίο, με τον Διόνυσο ωσεί παρόντα στον σύγχρονο τρύγο. Ολα αυτά μας πάνε πίσω στο 1910, στο κλασικό έργο του J.C. Lawson «Modern Greek folklore and ancient Greek religion: Α study in survivals».

Το παρόν στο βίντεο υπάρχει μόνο μέσω του φωτός και του τοπίου. Είναι σαν τη χώρα να την κατοικούν μόνο θεοί και όχι πραγματικοί άνθρωποι. Το βίντεο δεν προσφέρει μια νέα εικόνα της Ελλάδας, μια πολυπρισματική και αντιθετική σύνθεση, αλλά επιμένει στα τετριμμένα και στις γνωστές αντιθέσεις λόγου και ανορθολογισμού, δημοκρατίας και τυραννίας. Ενώ θέλει να προβάλει το πνεύμα και τον πολιτισμό, τονίζει περισσότερο τη βιωματική αίσθηση, προσπαθώντας να συνδυάσει την προσφορά της αρχαίας Ελλάδας στον κόσμο, την αποθέωση του ελληνικού φωτός και του τοπίου και μια κολοβή πολιτισμική συνέχεια που σταματάει στις βυζαντινές εκκλησίες και στα μοναστήρια. Το μόνο καλό είναι ότι δεν επιμένει μόνο στα νησιά και στις παραλίες αλλά δείχνει και βουνά (ενδεχομένως λόγω του Δία).

Η προβολή της Ελλάδας βασίζεται σε ένα μάλλον παρωχημένο μοντέλο περί φωτοδότη Ελληνισμού και οικουμενικότητας του ελληνικού πολιτισμού, απέναντι στο οποίο αρκετοί ξένοι στέκονται πλέον σκεπτικιστικά, καθώς σήμερα οι οικουμενικές αξιώσεις αντιμετωπίζονται καχύποπτα σε όλον τον κόσμο ως συγκεκαλυμμένος πολιτισμικός ιμπεριαλισμός και πολλά δεδομένα για την ελληνική αρχαιότητα αναθεωρούνται. Τον περασμένο Ιούλιο στην ιστοσελίδα του BBC φιλοξενήθηκε ένα κείμενο του καθηγητή της Οξφόρδης Armand d' Angour με τίτλο «Πόσο πραγματικοί είναι οι θρύλοι των Ελλήνων;». Το δημοσίευμα θεωρήθηκε επιθετικό από τον ελληνικό Τύπο και το BBC κατηγορήθηκε ότι ξαναγράφει την ιστορία, κανείς όμως στην Ελλάδα δεν βγήκε τεκμηριωμένα να απαντήσει σε όσα υποστήριξε ο Angour.

Η θεωρία περί περιούσιας και ωραιότερης χώρας του κόσμου ηχεί σοβινιστικά και η επιμονή στην ελληνική εξαιρετικότητα μπορεί να έχει τα αντίθετα αποτελέσματα. Η προβολή μιας χώρας εξαρτάται από το τι θέλει να πετύχει και πόσο την ενδιαφέρουν τα αποτελέσματα της προβολής. Αν ο στόχος είναι η προσέλκυση τουριστών, τότε τέτοια βίντεο καλό θα ήταν να στηρίζονται σε συστηματική έρευνα της ξένης αγοράς και να αξιοποιούν το τι βρίσκουν ενδιαφέρον οι ξένοι στην Ελλάδα και όχι το τι θα ήθελαν οι Ελληνες να προβάλουν. Αυτό μπορούν να το κάνουν με άλλους τρόπους. Το ξέρουμε, άλλωστε, και από τη λογοτεχνία· ό,τι άρεσε στους Ελληνες δεν άρεσε απαραίτητα στους ξένους.

Αλλά και πάλι το τουριστικό κοινό δεν είναι ομοιογενές καθώς ο τουρίστας των υψηλών βαλαντίων δεν έχει τίποτε το κοινό με τον νεαρό που θα πάει στα Μάλια να ξεδώσει και ελάχιστα τον ενδιαφέρουν τα μουσεία. Μπορεί η Αρχαιότητα να θεωρείται το σήμα κατατεθέν της Ελλάδας, αλλά η χώρα δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στο παρελθόν. Τα εκατομμύρια τουρίστες που προσγειώνονται στο Ηράκλειο αμφιβάλλω αν μαθαίνουν ποτέ ποιος ήταν ο Καζαντζάκης, το όνομα του οποίου φέρει το αεροδρόμιό του.
 

ΠΗΓΗ:  εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 30-11-2014


Δευτέρα, 8 Δεκεμβρίου 2014

Μια χώρα που την κατοικούν μόνο θεοί και όχι πραγματικοί άνθρωποι

του Δημήτρη Τζιόβακαθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Birmingham της Αγγλίας.

Το επετειακό φιλμ του ΕΟΤ για τα 100 χρόνια του ελληνικού τουρισμού με τίτλο «Gods, Myths, Heroes» σχολιάστηκε για την αισθητική του αλλά και για το οπτικό υλικό που χρησιμοποιήθηκε (πλάνα από τη ναζιστική διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων του 1936, παραλίες της Αυστραλίας λανσαρισμένες ως ελληνικές, φωτογραφίες χωρίς δικαιώματα). Εδώ θα ήθελα να σταθώ περισσότερο στο περιεχόμενο του εν λόγω βίντεο, το οποίο ξεκινάει με έναν μεσήλικο αμερικανό συγγραφέα, μεγαλωμένο αρχικά με δεινόσαυρους και καουμπόηδες, προτού υποκύψει στη γοητεία της ελληνικής μυθολογίας, να επιστρέφει στο γραφείο του με φόντο τη φωτισμένη Νέα Υόρκη έπειτα από παραμονή ενός χρόνου στην Ελλάδα.

Το 11λεπτο βίντεο, με κεντρική ιδέα το φως, βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στην Αρχαιότητα και μόνο βιαστικά στο τέλος παρουσιάζει μια απρόσκοπτη μετάβαση στον χριστιανισμό, που σηκώνει αρκετή συζήτηση, με τους «παλιούς θεούς να παίρνουν νέα ονόματα». Στο βίντεο γενικά κυριαρχούν οι θεοί (οι ήρωες είναι σχεδόν απόντες) και προτείνεται έμμεσα ότι ακόμη επιβιώνουν καθώς αναδύονται μέσα από το ελληνικό τοπίο, με τον Διόνυσο ωσεί παρόντα στον σύγχρονο τρύγο. Ολα αυτά μας πάνε πίσω στο 1910, στο κλασικό έργο του J.C. Lawson «Modern Greek folklore and ancient Greek religion: Α study in survivals».

Το παρόν στο βίντεο υπάρχει μόνο μέσω του φωτός και του τοπίου. Είναι σαν τη χώρα να την κατοικούν μόνο θεοί και όχι πραγματικοί άνθρωποι. Το βίντεο δεν προσφέρει μια νέα εικόνα της Ελλάδας, μια πολυπρισματική και αντιθετική σύνθεση, αλλά επιμένει στα τετριμμένα και στις γνωστές αντιθέσεις λόγου και ανορθολογισμού, δημοκρατίας και τυραννίας. Ενώ θέλει να προβάλει το πνεύμα και τον πολιτισμό, τονίζει περισσότερο τη βιωματική αίσθηση, προσπαθώντας να συνδυάσει την προσφορά της αρχαίας Ελλάδας στον κόσμο, την αποθέωση του ελληνικού φωτός και του τοπίου και μια κολοβή πολιτισμική συνέχεια που σταματάει στις βυζαντινές εκκλησίες και στα μοναστήρια. Το μόνο καλό είναι ότι δεν επιμένει μόνο στα νησιά και στις παραλίες αλλά δείχνει και βουνά (ενδεχομένως λόγω του Δία).

Η προβολή της Ελλάδας βασίζεται σε ένα μάλλον παρωχημένο μοντέλο περί φωτοδότη Ελληνισμού και οικουμενικότητας του ελληνικού πολιτισμού, απέναντι στο οποίο αρκετοί ξένοι στέκονται πλέον σκεπτικιστικά, καθώς σήμερα οι οικουμενικές αξιώσεις αντιμετωπίζονται καχύποπτα σε όλον τον κόσμο ως συγκεκαλυμμένος πολιτισμικός ιμπεριαλισμός και πολλά δεδομένα για την ελληνική αρχαιότητα αναθεωρούνται. Τον περασμένο Ιούλιο στην ιστοσελίδα του BBC φιλοξενήθηκε ένα κείμενο του καθηγητή της Οξφόρδης Armand d' Angour με τίτλο «Πόσο πραγματικοί είναι οι θρύλοι των Ελλήνων;». Το δημοσίευμα θεωρήθηκε επιθετικό από τον ελληνικό Τύπο και το BBC κατηγορήθηκε ότι ξαναγράφει την ιστορία, κανείς όμως στην Ελλάδα δεν βγήκε τεκμηριωμένα να απαντήσει σε όσα υποστήριξε ο Angour.

Η θεωρία περί περιούσιας και ωραιότερης χώρας του κόσμου ηχεί σοβινιστικά και η επιμονή στην ελληνική εξαιρετικότητα μπορεί να έχει τα αντίθετα αποτελέσματα. Η προβολή μιας χώρας εξαρτάται από το τι θέλει να πετύχει και πόσο την ενδιαφέρουν τα αποτελέσματα της προβολής. Αν ο στόχος είναι η προσέλκυση τουριστών, τότε τέτοια βίντεο καλό θα ήταν να στηρίζονται σε συστηματική έρευνα της ξένης αγοράς και να αξιοποιούν το τι βρίσκουν ενδιαφέρον οι ξένοι στην Ελλάδα και όχι το τι θα ήθελαν οι Ελληνες να προβάλουν. Αυτό μπορούν να το κάνουν με άλλους τρόπους. Το ξέρουμε, άλλωστε, και από τη λογοτεχνία· ό,τι άρεσε στους Ελληνες δεν άρεσε απαραίτητα στους ξένους.

Αλλά και πάλι το τουριστικό κοινό δεν είναι ομοιογενές καθώς ο τουρίστας των υψηλών βαλαντίων δεν έχει τίποτε το κοινό με τον νεαρό που θα πάει στα Μάλια να ξεδώσει και ελάχιστα τον ενδιαφέρουν τα μουσεία. Μπορεί η Αρχαιότητα να θεωρείται το σήμα κατατεθέν της Ελλάδας, αλλά η χώρα δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στο παρελθόν. Τα εκατομμύρια τουρίστες που προσγειώνονται στο Ηράκλειο αμφιβάλλω αν μαθαίνουν ποτέ ποιος ήταν ο Καζαντζάκης, το όνομα του οποίου φέρει το αεροδρόμιό του.
 

ΠΗΓΗ:  εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 30-11-2014


Κυριακή, 7 Δεκεμβρίου 2014

Τι απέγιναν οι διανοούμενοι;

alt

Προδημοσίευση από το ομότιτλο βιβλίο του Έντσο Τραβέρσο, που κυκλοφορεί τις επόμενες μέρες από τις Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, σε μετάφραση του Νίκου Κούρκουλου

ΤΟΥ ΕΝΤΣΟ ΤΡΑΒΕΡΣΟ

Η γέννηση των διανοούμενων χρονολογείται συνήθως με την Υπόθεση Ντρέιφους, λόγω της ηθικής και πολιτικής της διάστασης. Η Υπόθεση Ντρέιφους θέτει προς επανεξέταση τη Δημοκρατία, τη δικαιοσύνη, τα δικαιώματα του ανθρώπου, τον αντισημιτισμό: μπορούμε ασφαλώς να τη θεωρήσουμε, συμβολικά, ιδρυτική στιγμή. Μπορούμε επίσης, εννοείται, να αναζητήσουμε προδρόμους: οι «philosophes», οι άνθρωποι των γραμμάτων στο Διαφωτισμό, ήταν διανοούμενοι. Δείτε την υπεράσπιση του Καλάς από τον Βολτέρο, στο όνομα του αγώνα ενάντια στο φανατισμό και τη μισαλλοδοξία - ή την εκστρατεία του Τσέζαρε Μπεκαρία, στην Ιταλία, ενάντια στην ποινή του θανάτου - ή τη διαμάχη γύρω από τη χειραφέτηση των Εβραίων, με τον αβά Γκρεγκουάρ στο Παρίσι και τον Κρίστιαν Βίλχελμ φον Ντομ στο Βερολίνο - ή την ίδρυση εταιρειών ενάντια στο δουλεμπόριο σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι είναι ήδη διανοούμενοι. Όμως ο μετασχηματισμός του επιθέτου «διανοούμενος» σε ουσιαστικό συμβαίνει στα τέλη του 19ου αιώνα. Ο πρώτος που το χρησιμοποιεί με την τρέχουσα σημασία του είναι ασφαλώς ο Κλεμανσό, στις 23 Ιανουαρίου 1898, στην καθημερινή του εφημερίδα L'Aurore, μιλώντας για μια πρωτοβουλία υπέρ του λοχαγού Ντρέιφους. Ο Ζολά, ο συγγραφέας του «Κατηγορώ!», γίνεται το πρότυπο του διανοούμενου.

Η λέξη χρησιμοποιείται στη συνέχεια, με περιφρονητικό τρόπο, από τους αντιντρεϊφουσάριους της Action Franηaise και κυρίως από τον Μορίς Μπαρές, που είχε ήδη προσεγγίσει το ζήτημα στο μυθιστόρημά του Οι ξεριζωμένοι (1897). Γι' αυτούς, ο διανοούμενος είναι ο καθρέφτης της παρακμής, που στάθηκε μια από τις μεγάλες εμμονές της ευρωπαϊκής αντίδρασης στη στροφή προς τον 20ό αιώνα: ο διανοούμενος ζει μια ζωή καθαρά εγκεφαλική, ξεκομμένη από κάθε οργανικό δεσμό με τη φύση, μένει εγκλωβισμένος στον τεχνητό του κόσμο, φτιαγμένο από αφηρημένες αξίες, όπου τα πάντα ποσοτικοποιούνται και μετριούνται, τα πάντα γίνονται άσκημα, μηχανικά, αντιποιητικά. Ο διανοούμενος ενσαρκώνει μια ανώνυμη και απρόσωπη νεοτερικότητα, δεν έχει ρίζες και δεν εκπροσωπεί το πνεύμα ή τη νοοτροπία ενός έθνους. Είναι «κοσμοπολίτικο» πνεύμα, ανίκανο να κατανοήσει την κουλτούρα ενός λαού ριζωμένου σε ένα έδαφος. Ο διανοούμενος πολεμάει για αφηρημένες αρχές: τη δικαιοσύνη, την ισότητα, την ελευθερία, τα δικαιώματα του ανθρώπου - θέλει να δει την αλήθεια να θριαμβεύει, υπερασπίζει οικουμενικές αξίες.

Σύμφωνα με τον ιστορικό των ιδεών Νορμπέρτο Μπόμπιο, όλοι οι ορισμοί του διανοούμενου ταλαντεύονται ανάμεσα σε δύο πόλους: από τη μία η πλατωνική οπτική του σοφού που πρέπει να μπει στην πολιτική για να αναλάβει την εξουσία, ο «φιλόσοφος βασιλιάς» της ιδανικής πολιτείας - από την άλλη ο διανοούμενος σαν απλώς σύμβουλος, ο φιλόσοφος της αυλής που θέτει τη γνώση του στην υπηρεσία του ηγεμόνα, στην εποχή της πεφωτισμένης δεσποτείας. Αυτό το περιγραφικό σχήμα μού φαίνεται χρήσιμο. Η πρώτη αντίληψη καταργεί κάθε διαφορά ανάμεσα στο διανοούμενο και την εξουσία, ενώ η δεύτερη αποδίδει στο διανοούμενο έναν υποτακτικό ρόλο. Υπάρχει όμως και μια τρίτη: ο διανοούμενος σαν κριτικός της εξουσίας. Αυτή η παραλλαγή σημάδεψε την ιστορία του 20ού αιώνα. Ο σύμβουλος είναι πειθήνιος, ο «φιλόσοφος βασιλιάς» είναι τρομαχτικός κι επικίνδυνος. Η άποψη που θέλει το διανοούμενο σύμβουλο του ηγεμόνα απολαμβάνει μεγάλη εκτίμηση σήμερα. Σ' αυτή τη θέση, ο διανοούμενος γίνεται «συνετός»: σήμερα τον ονομάζουν «εμπειρογνώμονα», έναν ειδικό που θέτει τις γνώσεις του στην υπηρεσία των υπουργικών συμβουλίων. Ο «πλατωνικός» διανοούμενος, από την άλλη, προκαλεί φόβο. Τροφοδότησε πάντα τον αντιδιανοουμενισμό, δηλαδή την τάση να αντιμετωπίζεται αρνητικά ο διανοούμενος σαν αρχιτέκτονας της τέλειας τάξης, υπερασπιστής μιας τεχνητής ιδέας της εξουσίας, που θα ήθελε να την επιβάλλει με τη βία... Σήμερα, είναι οι πολιτικές της λιτότητας εκείνες που έρχονται να μας υπενθυμίσουν αυτή την παραλλαγή της τέλειας τάξης...

Ο εμπειρογνώμονας δεν στρατεύεται σε αξίες, χρησιμοποιεί τις δεξιότητές του για να προσφέρει βοήθεια στην υφιστάμενη εξουσία, και παίζει διόλου αμελητέο ιδεολογικό ρόλο. Είναι η περίπτωση των νεοφιλελεύθερων οικονομολόγων, που ισχυρίζονται ότι ενσαρκώνουν μια αντικειμενική θέση, αξιολογικά ουδέτερη, ενώ στην πραγματικότητα υπερασπίζουν ταξικά συμφέροντα. Είναι επίσης η περίπτωση των μιντιακών φιλοσόφων και συγγραφέων, που περνάνε πρόθυμα από τον ένα «ηγεμόνα» στον άλλο, χωρίς διακρίσεις πολιτικού χρώματος.

Πρόκειται όμως εδώ για μια μεταμόρφωση του διανοούμενου που ξεπερνάει τις ιδιαίτερες περιπτώσεις. Συνδέεται με βαθιούς ιστορικούς μετασχηματισμούς. Αρκεί, για παράδειγμα, να δούμε πώς άλλαξε το πανεπιστήμιο μέσα σε τρεις δεκαετίες. Σήμερα, η γλώσσα της επιχείρησης γενικεύεται στο σύνολο της κοινωνίας κι εκείνοι που τη χρησιμοποιούν πιστεύουν ότι ο εκσυγχρονισμός συνίσταται στην αντικατάσταση των διανοούμενων από μάνατζερ. Η λειτουργία των πανεπιστημιακών δασκάλων είναι να κατασκευάζουν ειδικεύσεις και να καταρτίζουν τεχνικούς (κι αυτό ισχύει και στις ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες), όχι να επεξεργάζονται μια κριτική σκέψη ή να εκπαιδεύουν τους νέους σε μια κριτική οπτική της κοινωνίας. Το πανεπιστήμιο παραμένει ασφαλώς τόπος παραγωγής γνώσεων και στοχασμού, όμως η έρευνα εξειδικεύεται και τεχνικοποιείται, ενώ εγκλείεται συχνά σε μια ερμητική γλώσσα που γίνεται ακατανόητη. Η μορφή του «εκπαιδευτή» διανοούμενου έχει εξαφανιστεί... Η Εγκυκλοπαίδεια, όπως θυμάστε, είχε δημιουργηθεί με το σκοπό να διαφωτίσει την αναδυόμενη κοινή γνώμη. Σε μια αμόρφωτη κοινωνία, μια μικρή μειονότητα πρόσφερε τις γνώσεις της ώστε να γίνουν κοινές. Σήμερα, οι συνθήκες διάδοσης της γνώσης δεν είναι πια οι ίδιες: η γνώση εξειδικεύεται και μαζικοποιείται ταυτόχρονα - ένα μόνο μεγάλο πανεπιστήμιο έχει περισσότερους φοιτητές από όσους είχαν όλα μαζί τα γαλλικά πανεπιστήμια τις παραμονές του Μεγάλου Πολέμου... Αυτό αλλάζει σημαντικά την κατάσταση.

Αν το πανεπιστήμιο, όντας διαπερατό στις περιβάλλουσες ιδεολογίες, παραμένει εντούτοις τόπος παραγωγής κριτικών γνώσεων, αυτό συμβαίνει σε πείσμα της λειτουργίας που του αποδίδεται. Κατά συνέπεια, το πανεπιστήμιο πρέπει σήμερα να αποδίδει λογαριασμό για τις δραστηριότητές του με όρους αποδοτικότητας, παραγωγικότητας, διαχείρισης. Πρέπει να εσωτερικεύει την επιχειρηματική αρχή της ανταγωνιστικότητας -ένας καθηγητής πρέπει να στρατολογεί φοιτητές όπως μια επιχείρηση κερδίζει «μερίδια της αγοράς»- η οποία αποτελεί τη νέα λογική του κόσμου. Με τη μαζικοποίηση των ανώτερων σπουδών, ο διανοούμενος είναι σήμερα, στις περισσότερες περιπτώσεις, πανεπιστημιακός καθηγητής ή ερευνητής, και όχι συγγραφέας ή δημοσιογράφος, όπως πριν ένα αιώνα, όμως δεν νιώθει πια «σπίτι του» στο πανεπιστήμιο, που έχει γίνει τόπος κατασκευής «εμπειρογνωμόνων»...

Σήμερα, τα κόμματα δεν έχουν ανάγκη ούτε από ενεργά μέλη ούτε από διανοούμενους, χρειάζονται κυρίως μάνατζερ επικοινωνίας. Ο Φρανσουά Κυσέ μελέτησε σωστά αυτή τη μεταλλαγή στην κατασκευή της κοινής γνώμης στο βιβλίο του Η δεκαετία: δείχνει κυρίως την ανάδυση των θινκ τανκ που αναλαμβάνουν να εξουδετερώσουν την κριτική σκέψη και να επεξεργαστούν στρατηγικές εξουσίας. Τα περιοδικά που είχαν διαμορφώσει τη διανοητική συζήτηση στη δεκαετία του 1970 εξαφανίζονται ή μεταμορφώνονται. Εμφανίζονται νέα περιοδικά, προσανατολισμένα προς το «ακραίο κέντρο», κάποτε με υψηλό πολιτιστικό επίπεδο, όπως το LeDιbat, όμως πάντα μ' ένα θλιβερό κομφορμισμό. Στο μεταξύ, τα κόμματα έγιναν μετα-ιδεολογικά: δεν έχουν πια σαφή κατευθυντήρια γραμμή, ούτε κοινωνική ταυτότητα. Αυτό ισχύει για όλες τις πλευρές της πολιτικής σκακιέρας, κυρίως όμως για τα αριστερά κόμματα που, όπως οι σοσιαλδημοκρατίες και τα κομμουνιστικά κόμματα, είχαν υπάρξει το πρότυπο του μαζικού πολιτικού κόμματος. Όλα τους γνώρισαν διασπάσεις, μεταμορφώσεις, ή ορισμένες φορές αυτοδιαλύθηκαν. Έγιναν «πολυσυλλεκτικά κόμματα», catch-all parties σύμφωνα με την έκφραση του Αμερικάνου πολιτειολόγου Ότο Κιρχάιμερ. Αυτά τα κόμματα έχουν πολύ λιγότερα ενεργά μέλη από τους προδρόμους τους, δεν έχουν ανάγκη από δική τους εφημερίδα, εκφράζονται μέσω των ΜΜΕ και προσανατολίζουν τη γραμμή τους ανάλογα με τις διακυμάνσεις μιας κοινής γνώμης που μετριέται με σφυγμομετρήσεις, όπως και κάτω από την πίεση διάφορων λόμπι. Τα κόμματα αυτά δεν έχουν ανάγκη από διανοούμενους.

ΠΗΓΗ:  εφημ. ΑΥΓΗ, 7-12-2014


Τρίτη, 4 Νοεμβρίου 2014

Η συμβολή τού ελληνικού αλφαβήτου στον πολιτισμό μας

του Γ. Μπαμπινιώτη *


alt


Η περίπτωση τού ελληνικού αλφαβήτου είναι ενδιαφέρουσα για τη γενικότερη προσέγγιση τού θέματος τής γραφής, διότι ο ελληνικός πολιτισμός υπήρξε ένας κατεξοχήν «πολιτισμός τού γραπτού λόγου». Είναι ένας πολιτισμός που δεν νοείται «ερήμην» των κειμένων του, δηλ. έξω από την έκφραση, τη μετάδοση και τη διάδοση των πνευματικών κατακτήσεων και προβληματισμών των Ελλήνων σε όλους τους χώρους.

Αυτό προϋποθέτει τη γνώση και τη χρήση τής γραφής, και μάλιστα σε ευρεία κλίμακα ως προς τους χρήστες (όχι προνόμιο των ολίγων), σε πρώιμο χρόνο (τον χρόνο που άρχισαν να δημιουργούνται μεγάλα πνευματικά έργα) και μέσα από ένα οικονομικό, λειτουργικό και αποτελεσματικό σύστημα, δηλ. ένα πρακτικό και επαρκές αλφάβητο, όπως αποδείχθηκαν το ελληνικό αλφάβητο και (το επιγέννημά του μέσω των Ετρούσκων) το λατινικό αλφάβητο. Ας σημειωθεί ακόμη ότι στο ελληνικό ανάγουν την καταγωγή τους μια σειρά άλλων αλφαβήτων: το σλαβικό (κυριλλικό) και το γλαγολιτικό, το αλβανικό, το μεσσαπικό, το κοπτικό, το γοτθικό, το κελτικό και τα αρχαία λυκικό, φρυγικό, παμφυλιακό, καρικό και λυδικό (περισσότερα στον D. DiringerThe Alphabet: A Key to the History of Mankind. N. York, 1948).

Το ότι χρησιμοποιήθηκαν περισσότερες γραφές στον ελλαδικό χώρο (γραμμική γραφή Α, γραμμική γραφή Β, κυπρομινωϊκή γραφή, κυπριακό συλλαβάριο, αλφαβητική γραφή) δείχνει την αγωνία των Ελλήνων να εκφρασθούν γραπτώς, με προφανή επίγνωση ότι χωρίς τη γραφή καμιά ανθρώπινη, απαιτητική από τη φύση της, δραστηριότητα δεν μπορεί να υποστηριχθεί και να έχει ευρύτερα αποτελέσματα σε χρόνο, σε χώρο και σε έκταση. Το ότι άλλαξαν σύστημα και υιοθέτησαν ένα πρότυπο ξένο στην προέλευσή του αλλά ριζικά επεξεργασμένο σε όλη του την έκταση και σταδιακά πλήρως προσαρμοσμένο στη δομή τής ελληνικής γλώσσας απαιτεί πνευματική τόλμη και εγρήγορση. Δεν αλλάζεις εύκολα έναν από τη φύση του συντηρητικό θεσμό που είναι ο τρόπος γραφής, για να περάσεις σε μια τελείως διαφορετική γραφή και ως  μορφή και ως σύστημα: να περάσεις από μια συλλαβογραφική γραφή (τη γραμμική Β) σε μια φθογγογραφική συμφωνογραφική γραφή (το φοινικικό σύστημα) που οι Ελληνες μετέτρεψαν στο πρώτο πραγματικό αλφάβητο. Κατά τα λόγια τού έγκριτου σημιτολόγου καθηγ. John Healey «πραγματικό αλφάβητο (a true alphabet) ετέθη για πρώτη φορά σε λειτουργία από τους Ελληνες, ένα αλφάβητο στο οποίο δηλώνονταν όχι μόνο τα σύμφωνα αλλά και τα φωνήεντα». [J. Healey, The Early Alphabet (στο συλλογικό έργο τού J. Hooker εκδ., Reading the Past, 1990, σελ. 232)]

Το κίνητρο που οδήγησε στην αλλαγή αλφαβήτου ήταν η άμεση ανάγκη καταγραφής τού πλούσιου προφορικού λόγου στη φιλοσοφία, στην ποίηση, στην ιστορία, στο θέατρο, στην επιστήμη, στην εκπαίδευση και εξίσου πιεστικά στη δημόσια διοίκηση (νόμους, θεσμούς, αποφάσεις, ψηφίσματα, συμφωνίες κ.λπ.). Επειδή δε όλες αυτές οι διαδικασίες και οι μαθήσεις διέπονταν από ένα διάχυτο δημοκρατικό πνεύμα, απαιτείτο να είναι προσιτές σε όλους τους πολίτες. Χωρίς το ελληνικό αλφάβητο και την εύκολη χρήση του ο πολιτισμός των Ελλήνων ούτε θα εδραιωνόταν, ούτε θα σωζόταν, ούτε θα γινόταν ευρύτερα γνωστός μέσα και έξω από την Ελλάδα.

Βεβαίως, μιλώντας για γραπτά κείμενα και ελληνική γραφή, αναφερόμαστε πάντοτε στη γλώσσα, εν προκειμένω στην ελληνική γλώσσα που δηλώνεται διά τής γραφής. Αλλά η ίδια η καλλιέργεια τής γλώσσας, τουλάχιστον τής Ελληνικής, δεν θα είχε φτάσει ποτέ στον εκφραστικό πλούτο και στο υψηλό επίπεδο καλλιέργειας που την διακρίνει, αν δεν είχε περάσει από τη σμίλη τού γραπτού λόγου με προϋπόθεση ένα λειτουργικό αλφάβητο που την αποτυπώνει εύκολα, γρήγορα και ποιοτικά, με ακρίβεια και πληρότητα.

Η σύνδεση τής γραφής και τού γραπτού λόγου υπήρξε τόσο έντονη στην ελληνική σκέψη, ώστε η όλη ενασχόληση με τη μελέτη τής δομής τής γλώσσας στηρίχτηκε στα γράμματα και ονομάστηκε γραμματική, όρος ο οποίος διά τής Λατινικής  (grammatica) πέρασε σε όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες. Κι αυτό γιατί η ενασχόληση με τη γλώσσα, την ανάλυση και τη λειτουργία της, βασίστηκε στα γραπτά κείμενα, σε ό,τι έχει γραφεί. Η ίδια η ονομασίακείμενο στην αντίληψη των Ελλήνων είναι «ό,τι κείται», ό,τι υπάρχει ως γραπτός λόγος, ευρύτερα προσιτός και αξιόπιστος αφού προσφέρεται στην κοινή προσπέλαση. Και για να έχει κύρος και αξιοπιστία μια λέξη ή ένας γραμματικός τύπος για τους αρχαίους Ελληνες γραμματικούς εξεταζόταν αν «κείται ή ου κείται», αν παραδίδεται ή όχι στον γραπτό λόγο που λειτουργούσε ως πρότυπο. 

Η σημασία τής επινόησης τού ελληνικού αλφαβήτου γενικότερα για τον πολιτισμό τονίζεται με ιδιαίτερη έμφαση από τον καθηγητή τής φιλοσοφίας τού Harvard και τού Yale Eric Havelock (The Preliteracy of the Greeks. Στο New Literary History, 8 [1977], σελ. 369): «Η επινόηση τού ελληνικού αλφαβήτου - αντίθετα προς όλα τα προηγούμενα συστήματα, συμπεριλαμβανομένου και τού φοινικικού - απετέλεσε στην ιστορία τού ανθρώπινου πολιτισμού ένα γεγονός, τού οποίου η σπουδαιότητα δεν έχει πλήρως κατανοηθεί ακόμη και μέχρι σήμερα. Η εμφάνιση τού ελληνικού αλφαβήτου διαχωρίζει όλους τούς πριν από τον ελληνικό ("pre-Greek") πολιτισμούς από εκείνους που ακολουθούν μετά τον ελληνικό πολιτισμό ("post-Greek")».

Ο κ. Γεώργιος Μπαμπινιώτης είναι καθηγητής της Γλωσσολογίας, τ. πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών.

ΠΗΓΗ:  εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 2-11-2014


Τρίτη, 4 Νοεμβρίου 2014

Ελληνικός φθόνος

του Γεράσιμου Μαρκαντωνάτου *

Oλοι ξέρουμε τι είναι φθόνος: το έντονο εκείνο συναίσθημα δυσαρέσκειας που μας κατακυριεύει για κάποιον ή κάποιους που υπερέχουν και είναι καλύτεροί μας· που προοδεύουν ή ευτυχούν· η ανεξέλεγκτη ζήλια που συνοδεύεται κατά κανόνα από μίσος και μοχθηρία προς τους άλλους. Εάν όντως η δυσεξήγητη ετυμολογικά κακόσημη αυτή λέξη προέρχεται, όπως λένε οι ειδικοί, από πανάρχαιο ινδοευρωπαϊκό έτυμο που σημαίνει σπρώχνω βίαια συνάνθρωπό μας προς τη συμφορά, τότε είναι πια πρόδηλο τι ολέθριες και οδυνηρές συνέπειες συνεπάγεται το απεχθές αυτό συναίσθημα στις κοινωνίες των ανθρώπων.

Ο φθόνος όμως σ' εμάς τους Eλληνες παίρνει, φαίνεται, καταστροφικές διαστάσεις, όπως μπορεί κάποιος εύκολα να το διαπιστώσει, μεταξύ άλλων, από πάμπολλα γεγονότα της ιστορίας μας αλλά και από πολλές περιπτώσεις που συναντάμε στα κείμενα της γραμματείας μας, αρχαιότερης και νεότερης. Η πιο καταστρεπτική εμφύλια σύρραξη στην αρχαία Ελλάδα, ο γνωστός Πελοποννησιακός Πόλεμος, μήπως δεν είχε ως απώτερο κίνητρο τον αυξανόμενο φθόνο που άρχισε να κατακαίει την ψυχή των Λακεδαιμονίων και των συμμάχων τους για την ισχύ, την ευδαιμονία και την αίγλη της Αθήνας;

Αλλά, και κατά τη νεότερη εποχή, για τον εθνοκτόνο διχασμό στην Ελλάδα των πρώτων δεκαετιών του εικοστού αιώνα μήπως μία από τις πρωταρχικές αιτίες του δεν ήταν και ο φθόνος, όπως επισημαίνει ο έγκριτος ιστορικός Παύλος Καρολίδης, που είχε κυριεύσει την ψυχή πολλών συνελλήνων για τη μετεωρική πολιτική άνοδο του Ελευθερίου Βενιζέλου; Εργαλείο φθόνου και καχυποψίας ήταν, κατά την εύστοχη παρατήρηση του George Grote, και ο οστρακισμός στην αρχαία Αθήνα, δηλαδή η εξορία, η αναγκαστική και βίαιη απομάκρυνση από τη γενέθλια γη, καταξιωμένων πολιτών, που ανάμεσά τους ήταν ακόμη και ο Αριστείδης ο... Δίκαιος!

Αλλά και οι ανηλεείς διώξεις που υπέστησαν άλλοι διακεκριμένοι πολίτες της Αθήνας, όπως ο Μιλτιάδης, ο νικητής του Μαραθώνα, και ο Θεμιστοκλής, ο θριαμβευτής της Σαλαμίνας, οφείλονται - πέρα από τα δικά τους μικρά ή μεγάλα ατοπήματα - κυρίως στον φθόνο που είχε εισβάλει στην ψυχή των Αθηναίων για τις περίλαμπρες επιτυχίες εκείνων των συμπολιτών τους. Και τον ίδιο τον Περικλή είχε πολλές φορές απειλήσει, και μάλιστα επικίνδυνα, ο φθόνος των Αθηναίων, αλλά δεν μπόρεσε να τον αγγίξει, γιατί ήταν, κατά τον Πλούταρχο, αδέκαστος και δίκαιος και είχε ακέραιο χαρακτήρα και ανεπίληπτο ήθος - μπόρεσε όμως καίρια να πλήξει προσφιλέστατα πρόσωπα της οικογένειας και του κύκλου του.

Ωστόσο εκείνος που αποστρεφόταν με αηδία και ασυγκράτητη οργή τον φθόνο ήταν «ο τριμέγιστος των ελλήνων σοφών», κατά τον υπερβολικό ίσως χαρακτηρισμό του Φρειδερίκου Νίτσε, ο Ηράκλειτος, ο οποίος απευθύνθηκε προς τους συμπολίτες του Εφεσίους με οργίλο και υβριστικό τρόπο, γιατί έδιωξαν από την πόλη τους λόγω φθόνου τον πιο σπουδαίο και ευυπόληπτο ανάμεσά τους πολιτικό άνδρα και φιλόσοφο, τον Ερμόδωρο: «Αξίζει σε όλους τους Εφεσίους από την εφηβική ηλικία και πάνω να πάνε να κρεμαστούν και ν' αφήσουν την πόλη στα παιδιά, γιατί εξόρισαν όλοι από φθόνο τον Ερμόδωρο, τον καλύτερο άνδρα ανάμεσά τους, λέγοντας: Ας μην υπάρχει μεταξύ μας κανένας καλύτερός μας, αλλιώς ας πάει να κατοικήσει αλλού και να ζήσει με άλλους».

Αλλά και ένας ξένος, ο Αχαιμένης, αδελφός του Ξέρξη και αρχηγός τότε του περσικού στόλου, απευθυνόμενος, κατά τον Ηρόδοτο, προς τον Μεγάλο Βασιλέα, αποκάλεσε τον Δημάρατο - πρώην βασιλιά της Σπάρτης, που είχε καθαιρεθεί από το αξίωμά του και είχε καταφύγει στην αυλή του πέρση μονάρχη - φθονερό και προδότη, υπογραμμίζοντας ότι ο φθόνος και το μίσος είναι συνηθισμένα πράγματα στην Ελλάδα, όπου ο ένας φθονεί τον άλλον και όλοι φθονούν τον καλύτερο! Στην εποχή μας, όταν στη Σουηδική Ακαδημία συζητιόταν για βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας και το όνομα του ευκλεέστερου σύγχρονου έλληνα συγγραφέα, του Νίκου Καζαντζάκη, ο φθόνος τύφλωσε κάποιους συμπατριώτες μας, που έφτασαν στο σημείο να μετέλθουν αθέμιτα μέσα, αποστέλλοντας μέχρι και εκπρόσωπό τους στη Σουηδία, για να ματαιώσει την επικείμενη ίσως εκείνη βράβευση. Είχε λοιπόν άδικο ο Αχαιμένης;

Ο κ. Γεράσιμος Α. Μαρκαντωνάτος είναι διδάκτωρ Κλασικής Φιλολογίας - συγγραφέας.

ΠΗΓΗ:  εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 2-11-2014

Profile

georgkod ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΩΔΩΝΑΚΗΣ
Mυτιλήνη
Το προφίλ μου

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

Σεπτέμβριος 2016
ΚΔΤΤΠΠΣ
    123
45678910
11121314151617
18192021222324
252627282930 

ΑΡΧΕΙΟ ΘΕΜΑΤΩΝ

Το πρώτο ιστολόγιό μου

ΝΕΑ ΣΕΛΙΔΑ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΩΝ ΜΑΘΗΜΑΤΩΝ

ΑΥΤΟΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΣΤΑ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ

Εκπαιδευτικά Σταυρόλεξα

Λογοτεχνικά Περιοδικά