Ο κίνδυνος της συμμετρικής συρρίκνωσης της πολιτικής μας ελευθερίας
της Αναστασίας Τσουκαλά
ΠΗΓΗ:εφημ. ΤΑ ΝΕΑ, 28-1-2012
ΠΗΓΗ:εφημ. ΤΑ ΝΕΑ, 28-1-2012
του Γ. Μαλούχου
Φύση βαθιά ανασφαλής, ο Μπρούκνερ, επεξεργάστηκε το έργο σε περισσότερες από επτά εκδοχές για τα επόμενα δεκαπέντε χρόνια ...; Το ίδιο συνέβη και με πολλά άλλα έργα του. Και όχι μόνον εκείνου: την ίδια απόρριψη αντιμετώπισαν και άλλα έργα, που στις μέρες μας αναγνωρίζονται ως «άγια των αγίων» της μουσικής, όπως, λ.χ., η λεγόμενη Ενάτη, ή «Μεγάλη», συμφωνία του Σούμπερτ, την οποία ο συνθέτης δεν άκουσε ποτέ ...; Μάλιστα, η απόρριψη τον οδήγησε να καταχωνιάσει την παρτιτούρα τόσο βαθιά, ώστε μόνον κατά τύχη κι έπειτα από πολύ προσπάθεια την ανακάλυψε ο Σούμαν χρόνια μετά το θάνατο του Σούμπερτ και την «επανέφερε» στη ζωή ...;
Αυτά τα έργα, όπως και πολλά άλλα, ανάμεσά τους ακόμα και ακρογωνιαία έργα του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ αλλά και πολλών άλλων συνθετών, ακόμα κάποτε και του Γκούσταφ Μάλερ, χρειάστηκε πάρα πολύς χρόνος μέχρι να λάβουν τελικά τη θέση που τους άξιζε ως μέγιστα επιτεύγματα του ανθρωπίνου πνεύματος. Γιατί; Για έναν πάρα πολύ απλό λόγο: επειδή ήταν πολύ μπροστά από την εποχή τους. Επειδή εκείνο που κόμιζαν ήταν τόσο καινοτόμο που ήταν περίπου αδύνατο να «χωνευθεί» στα δικά τους τα χρόνια ...;
Όμως, τελικά, αυτά ήταν που άντεξαν στο χρόνο. Ηταν έργα που, μαζί με άλλα τα οποία από την αρχή είχαν καλύτερη τύχη, καθόρισαν το μέλλον. Και οι δημιουργοί τους υπήρξαν πραγματικοί προφήτες της ακατανίκητης, τελικά, δύναμης του Ανθρώπου να εκφράσει τα πιο σκοτεινά βάθη της ύπαρξης. Ανοιξαν τους μεγάλους δρόμους, πάνω στους οποίους πάτησαν, συχνά μετά από πολλές δεκαετίες, άλλοι μεγάλοι ομότεχνοί τους. Βάθυναν και διεύρυναν τον ορίζοντα της ίδιας της ύπαρξης, συχνά, χωρίς οι δημιουργοί τους να απολαύσουν την αποδοχή του κόσμου γύρω τους. Ηταν οι μεγάλοι ουμανιστές επαναστάτες που έκαναν τα γρανάζια της ανθρωπότητας να γυρίζουν ακόμα κι όταν εκείνη δεν το αντιλαμβανόταν.
Σε αντίθεση με την εποχή της μεγάλης διαρκούς έκρηξης τέτοιων πνευματικών επαναστάσεων που γνώρισε ο κόσμος από τα τέλη του 17ου μέχρι και τα τέλη του 19ου αιώνα, σήμερα, ζούμε σε μια εποχή συγκριτικά πολύ φτωχή σε τέτοιους δημιουργούς και τέτοια έργα. Όμως, πάντα υπάρχουν.
Τηρουμένων των πολλών και σε πολλά επίπεδα αναλογιών, έναν τέτοιου είδους δημιουργό χάσαμε αυτές τις μέρες. Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος ήταν ένας καθαρά «συμφωνικός» δημιουργός που είχε κάτι από την πάστα που έδωσε στον κόσμο τα μεγάλα αντάζτιο του Μπρούκνερ και του Μάλερ. Ισως ο πιο συμφωνικός της τέχνης του. Οσοι γνωρίζουν τι σημαίνει αυτό, μπορούν αμέσως να το αναγνωρίσουν στο έργο του. Παρά το βάθος, τη συνθετότητα και τη δυσκολία του, είχε την τύχη αυτό να κατανοηθεί ήδη στον καιρό του - μεγάλη τύχη. Και δεν είναι ούτε παράξενο, ούτε μεμπτό που πολλοί δεν κατάλαβαν. Δεν είναι εύκολο. Το αντίθετο.
Όμως, όπως έλεγε και ο Μάλερ, ο «πραγματικός» καιρός του, δεν έχει φτάσει ακόμα. Ακριβώς γιατί ήταν κι αυτός ένας τέτοιος μεγάλος ουμανιστής προφήτης. Τώρα, σε μια μακρά διεργασία, ερήμην του πια, το έργο αυτό σιγά σιγά θα χωνευθεί και ίσως θα γεννήσει πολλά που ουδείς σήμερα φαντάζεται.
Γι' αυτό ακριβώς, τέτοιους προφήτες δεν τους κλαις. Δεν χωράει τέτοιο συναίσθημα. Ειδικά όταν η απόστασή τους από τη συνολική πραγματικότητα που τους περιβάλλει, έχει μεγιστοποιηθεί. Απλώς, τους τιμάς βαθιά, εσωτερικά και χαίρεσαι που υπήρξαν και που είχες την τύχη να πάρεις κάτι από εκείνο που άφησαν πίσω τους ...;
ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 28-1-2012
του Ευστράτιου Παπάνη
ΠΗΓΗ: εφημ. ΕΜΠΡΟΣ, 27-1-2012
ΠΗΓΗ: εφημ.ΤΟ ΒΗΜΑ, 26-1-2012
του Δημήτρη Δανίκα
Μην ακούω ανοησίες. Η Τέχνη δεν είναι αστακομακαρονάδα. Ουδεμία σχέση ο Θόδωρος Αγγελόπουλος με τον Λευτέρη Λαζάρου. Και καμία σχέση ο «Θίασος» με την κουζίνα, τα πιάτα και την γαστρονομία. Τουτέστιν το προσωπικό μας γούστο είναι το μικρό, το δικό μας κρατούμενο. Το αντικειμενικό είναι το πρώτο, το μεγάλο και το αξεπέραστο κρατούμενο.
Αδιάφορο αν εσένα, εμένα και πολλών άλλων δεν αρέσουν οι αργοί ρυθμοί και τα μεγάλα πλάνα. Ανεξάρτητα αν καταλαβαίνουμε η δεν καταλαβαίνουμε. Εγώ ας πούμε ήμουν στουρνάρι στα Μαθηματικά και την Χημεία. Να τα πετάξω στα σκουπίδια; Βλακείες. Και που σαι, Εσένα το λέω που βαριέσαι στις ταινίες του Θόδωρου και που με ευκολία τις πετάς στον κάλαθο των αχρήστων. Σάμπως βρε ηλίθιε έχεις καταλάβει τι ακριβώς συμβαίνει στην χώρα; Σάμπως έχεις καταλάβει τα αίτια αυτής της χρεοκοπίας και της ελληνικής «κακοδαιμονίας»;
Τίποτα. Και επειδή λοιπόν καταβροχθίζεις τις εύπεπτες αμερικανιές , πα να πει ότι αυτές είναι ανώτερες από τον «Θίασο» και την «Αναπαράσταση» ; Που πάει να πει ότι σε τόση εκτίμηση έχεις τον κινηματογράφο που τον ταυτίζεις με το ποπ κορν! Τρίχες κατσαρές για τσατσάρες αφρικανικές. Το γεγονός είναι ένα. Διαπιστωμένο με κριτήρια εντελώς ψυχρά και αδιάψευστα.
Η Μελίνα ως μοναδική ελληνίδα star. Ο Μίκης Θεοδωράκης ως μεγιστοτεράστιος μουσικοσυνθέτης. Και ο Θόδωρος Αγγελόπουλος αναγνωρισμένος, ακόμα και από τον Μάρτιν Σκορσέζε, ως κορυφαίος ευρωπαίος ποιητής των εικόνων. Αυτά τα τρία και μοναδικά δικά μας «εξαγώγιμα» ονόματα διασκέδασης και κουλτούρας. Αρέσει δεν αρέσει αυτή η αλήθεια. Εμείς εν Ελλάδι με το νιαου νιαου η γατούλα και την εθνική μας σταρ Αλίκη Βουγιουκλάκη. Ομως σε όλα τα πέρατα της Οικουμένης «Μελάινα, Μελάινα».
Που πάει να πει. Οτι ο Θόδωρος ο μόνος έλλην με Χρυσό Φοίνικα Καννών. Ο Μόνος με Felix καλύτερης ευρωπαικής ταινίας. Ο μόνος που οι ταινίες του αναλύθηκαν από πλήθος βιβλίων και μελετητών. Και ο μόνος που μια από τις ταινίες του, ο «Θίασος», κατέληξε σε λίστα Γιαπωνέζων Κριτικών μέσα στις καλύτερες εκατό από συστάσεως 7ης Τέχνης.
Αυτό που θέλω να πω είναι αυτονόητο και εντελώς λογικό. Ποτέ μην αναγάγεις το προσωπικό σου γούστο σε αντικειμενικό γεγονός. Και ποτέ μην ακολουθείς ένα και μοναδικό «χορό». Η Τέχνη, όπως οι διαφορετικές προσωπικότητες των ανθρώπων, μοιράζεται σε εκατομμύρια αντίδωρα. Ο καθείς με την προσωπική του έκφραση. Ο καθείς με την Αισθητική του. Αυτό συνιστά τον πολυδιάστατο αναγνώστη, ακροατή, θεατή και πολίτη. Αυτή ήταν η διακριτή κολοσσιαία διαφορά του Θόδωρου από εκατοντάδες καλούς τεχνίτες του συρμού. Η προσωπική του οπτική. Αυτή και η μαγκιά του. Ακλόνητος, συνεπέστατος, στον δικό του κόσμο αφοσιωμένος. Αυτό το μεγάλο δίδαγμα για όλους εμάς. Να ανακαλύψουμε την προσωπικότητά μας σημαίνει να δραπετεύσουμε από την ομοιομορφία, την μετριότητα και τον ασήμαντο μικρόκοσμό μας!
ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 26-1-2012
Η λογοτεχνική «σχολή της Θεσσαλονίκης» επέστρεψε δριμύτατη: τα τρία από τα επτά Κρατικά Λογοτεχνικά Βραβεία του υπουργείου Πολιτισμού (ανάμεσά τους και το Μεγάλο Βραβείο των Γραμμάτων) απονεμήθηκαν σε θεσσαλονικείς συγγραφείς: στον Ντίνο Χριστιανόπουλο, τον Θωμά Κοροβίνη και τη Βενετία Αποστολίδου.
Δεν είναι μόνο η υπόθεση των μπράβων και των τοκογλύφων που χαρακτηρίζει την πόλη. Αν και ο ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος, το φετινό Μεγάλο Βραβείο, μάλλον διαφωνεί.
«Δεν μ' ενδιαφέρει τίποτα. Ούτε τα χάλια ορισμένων, ούτε τα βραβεία. Είμαστε τόσο χυδαίοι όσο και οι Αθηναίοι» λέει στα «ΝΕΑ».
«Σας ευχαριστώ, αλλά αφήστε με ήσυχο. Δεν θέλω ούτε τα βραβεία σας, ούτε τα χρηματικά ποσά. Δεν με ρώτησε κανείς, ούτε με ενημέρωσε. Από σας το μαθαίνω... Ούτε θα εμφανιστώ, ούτε θα απλώσω το χέρι σε κανέναν. Φτάνει πια αυτή η ιστορία να δίνουμε ο ένας στον άλλον βραβεία».
Είναι εκείνο το «Εναντίον» (το εμβληματικό ομότιτλο κείμενό του εναντίον βραβείων και διακρίσεων που δημοσιεύτηκε στο πρώτο τεύχος της «Διαγωνίου» το 1979) που τον δεσμεύει;
«Είναι το κείμενο, είμαι εγώ ο ίδιος, όλη η στάση ζωής μου. Ξέρω, είμαι στριμμένος. Πάντα ήμουν» λέει.
Παραμένει «εναντίον» ο 81 χρονών πλέον Ντίνος Χριστιανόπουλος (φιλολογικό ψευδώνυμο του Κωνσταντίνου Δημητριάδη), η «εμβληματική μορφή της Θεσσαλονίκης», σύμφωνα με το σκεπτικό της επιτροπής, «αναγνωρίζοντας την 60ετή πολυσχιδή προσφορά του τόσο στην πνευματική ζωή της Θεσσαλονίκης όσο και γενικότερα στα ελληνικά γράμματα».
«Είμαι εναντίον της κάθε τιμητικής διάκρισης, απ' όπου και αν προέρχεται. Δεν υπάρχει πιο χυδαία φιλοδοξία, απ' το να θέλουμε να ξεχωρίζουμε. Αυτό το απαίσιο "υπείροχον έμμεναι άλλων", που μας άφησαν οι αρχαίοι. Είμαι εναντίον των βραβείων, γιατί μειώνουν την αξιοπρέπεια του ανθρώπου.
Βραβεύω σημαίνει αναγνωρίζω την αξία κάποιου κατώτερού μου - και κάποτε θα πρέπει να απαλλαγούμε από τη συγκατάβαση των μεγάλων.
»Είμαι, προπάντων, εναντίον κάθε ατομικής φιλοδοξίας, που καθημερινά μας οδηγεί σε μικρούς και μεγάλους συμβιβασμούς. Αν σήμερα κυριαρχούν παραγοντίσκοι και τσανάκια, δεν φταίει μόνο το κωλοχανείο φταίνε και οι δικές μας παραχωρήσεις και αδυναμίες. Κι αν η λογοτεχνία μας κατάντησε σκάρτη, μήπως δεν φταίει και η δική μας σκαρταδούρα;».
Με τα ίδια λόγια που δημοσίευσε στο περιοδικό «Διαγώνιος» απαντάει. Αν και το σκεπτικό τής - κατά πλειοψηφίαν - απόφασης για τη βράβευσή του επιμένει: «Ο μικρόκοσμος που διαλέγει για σκηνικό των ατελέσφορων ερώτων του είναι το αυριανό πρόσωπο μιας μεταπολεμικής κοινωνίας σε κρίση, οικονομική, ηθική, πολιτική. Πίσω από τις περιγραφές των λαϊκών γειτονιών υπάρχει διάχυτη η πίκρα του κοινωνικού αποκλεισμού, η μελαγχολία της βιοπάλης, οι ανεκπλήρωτες επιθυμίες για μια καλύτερη ζωή»...
Μια βουτιά στο περιθώριο και τους ανθρώπους του, στην ίδια πόλη, τη Θεσσαλονίκη, με άξονα την πολύκροτη ιστορία του φερόμενου ως «δράκου του Σέιχ Σου» Αριστείδη Παγκρατίδη που εκτελέστηκε στις 16 Φεβρουαρίου του 1968, είναι το μυθιστόρημα «Ο γύρος του θανάτου» του συγγραφέα, μουσικού, φιλολόγου της Θεσσαλονίκης και ρέκτη της Κωνσταντινούπολης Θωμά Κοροβίνη, στον οποίο απονέμεται ομόφωνα το Κρατικό Βραβείο στην αντίστοιχη κατηγορία.
Και ενώ ο «Γύρος του θανάτου» διασκευάζεται ήδη σε θεατρικό έργο για να ανεβεί τον ερχόμενο χειμώνα στην Αθήνα σε σκηνοθεσία Πέτρου Ζούλια με πρωταγωνίστρια τη Νένα Μεντή - ως «Σύλβα» -, ο Θωμάς Κοροβίνης σχολιάζει τη βράβευση για το 18ο βιβλίο του σε μια σειρά μελετών, δοκιμίων, στίχων: «Φαίνεται πως διακρίθηκε για τις λογοτεχνικές αρετές. Ας αποφαίνονται και οι άλλοι για τη δουλειά μας, αν και η λούμπα συχνά καραδοκεί» λέει.
|
του Πασχου Mανδραβελη Στην παγκόσμια συζήτηση για τη χρηματοπιστωτική κρίση λείπει ένας όρος που για είκοσι χρόνια φλόγιζε τις συζητήσεις για το διεθνές σύστημα. Η λέξη «παγκοσμιοποίηση». Είναι περίεργο, δε, διότι μπορεί η παγκοσμιοποίηση να μην ευθύνεται για τη δημιουργία της κρίσης, σ' αυτήν όμως οφείλεται η ταχύτατη εξάπλωσή της. Ενα πρόβλημα με τα στεγαστικά δάνεια στις ΗΠΑ, έγινε δια των διασυνδέσεων των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, παγκόσμια τραπεζική κρίση, για να καταλήξει δημοσιονομική κρίση και μπορεί να γίνει κρίση της πραγματικής οικονομίας των προϊόντων που παράγει η... Κίνα. Η απουσία μπορεί να δείχνει ότι πήραμε το μάθημά μας από τη μεγάλη κρίση του '29, όταν η αντίδραση ήταν ο περιορισμός της παγκοσμιοποίησης με εθνικές νομοθεσίες, με αποτέλεσμα ο κόσμος εκτός από τη βαθιά ύφεση να μπει σε εξοντωτικούς εμπορικούς πολέμους και τελικά στον αιματηρό Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Υπάρχουν όμως αναλογίες που να κάνουν θεμιτή τη σύγκριση όσων διαδραματίζονταν στον κόσμο στις αρχές του περασμένου αιώνα με όσα διαδραματίζονται σήμερα; Σύμφωνα με τον καθηγητή Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Πρίνστον, Χάρολντ Τζέιμς, η παγκοσμιοποίηση στο τέλος του 19ου αιώνα ήταν μεγαλύτερη από τη σημερινή. Ενας τρόπος για να μετρήσουμε τη διεθνή ολοκλήρωση, γράφει, «είναι να εξετάσουμε το μέγεθος των καθαρών κεφαλαιακών κινήσεων. Αν μετρηθούν σε σχέση με το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν (ΑΕΠ) οι εισαγωγές και εξαγωγές κεφαλαίου ήταν μεγαλύτερες από τις σημερινές: Μεταξύ του 1870 και 1890, η Αργεντινή εισήγαγε κεφάλαιο ισοδύναμο με το 18,7% του εθνικού εισοδήματος και η Αυστραλία με το 8,2%. Συγκρίνετε αυτά τα στοιχεία με τη δεκαετία του '90, όταν τα αντίστοιχα νούμερα αυτών των δύο μεγάλων εισαγωγέων κεφαλαίου ήταν ένα γλίσχρο 2,2% και 4%. Η υπόθεση των εξαγωγών κεφαλαίου είναι ακόμη πιο δραματική. Την παραμονή του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου η Μεγάλη Βρετανία εξήγε το 7% του εθνικού της εισοδήματος. Καμιά χώρα στον κόσμο μετά το '45 δεν προσέγγισε ποτέ ένα παρόμοιο επίπεδο, ούτε η Ιαπωνία ούτε η προ του 1989 Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας». Στον τομέα του εμπορίου τα πράγματα ήταν ελάχιστα διαφορετικά. Το 1913 οι εξαγωγές της μεγάλης οικονομικής δύναμης της εποχής, που ήταν η Βρετανία, ήταν περίπου το 30% του ΑΕΠ, ποσοστό που έφτασαν κάποιες χώρες της Δύσης μετά τη δεκαετία του 1980· παρά την τεράστια βελτίωση των εμπορευματικών μεταφορών. Η μετανάστευση είναι αδύνατον να μετρηθεί διότι στον 19ο αιώνα δεν υπήρχαν διαβατήρια, ούτε μεταναστευτικές πολιτικές και ούτε φυσικά μετρήσεις. Εκείνη την εποχή «πάνω απ' όλα κινούνταν οι άνθρωποι», γράφει ο Χάρολντ Τζέιμς. «Δεν χρειάζονταν διαβατήρια. Σπάνια γίνονταν συζητήσεις για την υπηκοότητα. «Οικουμενική εποχή» Επιδιώκοντας την ελευθερία, την ασφάλεια και την ευημερία -τρεις αξίες που σχετίζονταν στενά- οι άνθρωποι της Ευρώπης και της Ασίας εγκατέλειπαν τις εστίες τους και συχνά έκαναν δύσκολα ταξίδια με τον σιδηρόδρομο ή το πλοίο, συχνά δε σαν τμήμα ανθρωπίνων μεταναστεύσεων γιγαντιαίων διαστάσεων. Ανάμεσα στο 1871 και στο 1915, 36 εκατομμύρια άνθρωποι εγκατέλειψαν την Ευρώπη». Από έναν πληθυσμό που το 1900 έφτανε δεν έφτανε τα 320 εκατομμύρια. Ο κόσμος ζούσε την «οικουμενική εποχή». «Η αισιοδοξία της εποχής», σημειώνει ο Τζέιμς, «μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν μαρτυρία για τον διεθνισμό ή τον κοσμοπολιτισμό της. Μερικοί αναλυτές πίστευαν ότι η δυναμική της ολοκλήρωσης ήταν τόσο μεγάλη που δεν μπορούσε να αναχαιτιστεί με τίποτε - στην πραγματικότητα, καθιστούσε τον πόλεμο ανάμεσα στα μεγάλα ανεπτυγμένα βιομηχανικά κράτη αδύνατο. Αυτή η ελκυστική αλλά τελικά απατηλή προϋπόθεση διατυπώθηκε με μεγάλη ευφυΐα από τον Βρετανό συγγραφέα Νόρμαν Εϊντζελ σε ένα βιβλίο που δημοσιεύτηκε το 1911 και διατέθηκε αμέσως (αυτός ήταν ο βαθμός της παγκόσμιας πνευματικής ολοκλήρωσης) σε δεκατέσσερις χώρες και οκτώ γλώσσες. Οι καπιταλιστές θεωρούσαν ότι η δική τους εκδοχή του διεθνισμού είχε εξαρτήσει τόσο πολύ τα κράτη από τις αγορές ομολόγων που δεν θα άντεχαν να προκαλέσουν οποιονδήποτε κλονισμό της εμπιστοσύνης στις επιχειρήσεις. Οι σοσιαλιστές πίστευαν ότι η ύπαρξη ενός διεθνούς προλεταριάτου με αυτοσυνείδηση θα μπορούσε να ματαιώσει τα σχέδια των μιλιταριστών. Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος Διαψεύσθηκαν και οι δύο. Τρία χρόνια μετά την έκδοση του «Great Illusion» ο κόσμος έμπαινε στον πιο μεγάλο και αιματηρό πόλεμο όλων των προηγούμενων εποχών. Οι Κέβιν Ο' Ρουρκ και Τζέφρι Γουίλιαμσον στο βιβλίο τους «Παγκοσμιοποίηση και ιστορία» έγραψαν ότι «η ιστορία δείχνει ότι η παγκοσμιοποίηση μπορεί να φυτέψει τους σπόρους της ίδιας της της καταστροφής. Αυτοί οι σπόροι φυτεύτηκαν στη δεκαετία του 1870, βλάστησαν στη δεκαετία του 1880, μεγάλωσαν ορμητικά στην περίοδο της αλλαγής του αιώνα και άνθισαν στα σκοτεινά χρόνια ανάμεσα στους δύο παγκόσμιους πολέμους». Οι δύο συγγραφείς υποστηρίζουν ότι η μεγάλη ύφεση της δεκαετίας του '30 δεν χρειαζόταν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο για να εκδηλωθεί. Θα ερχόταν έτσι κι αλλιώς ως αποτέλεσμα των εσωτερικών αντιφάσεων του καπιταλισμού. Παράδοξο μεν και σχεδόν μαρξιστικό, αλλά το ίδιο αναφέρει και ο μεγάλος Αυστριακός οικονομολόγος Γιόζεφ Σουμπέτερ. Οπως αναφέρει ο Χάρολντ Τζέιμς «σε ένα άρθρο με τίτλο "Η αστάθεια του καπιταλισμού", που δημοσιεύτηκε το 1928, στο υψηλότερο σημείο ευημερίας εκείνης της δεκαετίας, ο Σουμπέτερ αναφερόταν "στην τάση προς την αυτοκαταστροφή εξαιτίας εγγενών οικονομικών αιτιών ή προς την απώλεια της ίδιας του της δομής". Σε μια εποχή που δεν φαινόταν να επίκειται ο κίνδυνος χρηματοπιστωτικής αναταραχής, υποστήριζε ότι "ο καπιταλισμός ενώ [είναι] οικονομικά σταθερός και μάλιστα η σταθερότητά του αυξάνεται, δημιουργεί, εξορθολογίζοντας την ανθρώπινη διανοητικότητα, μια νοοτροπία και ένα στυλ ζωής ασύμβατα με τις θεμελιώδεις συνθήκες του, κίνητρα και κοινωνικούς θεσμούς"». Επίκαιρη προφητεία Από το 2001 που πρωτοεκδόθηκε το βιβλίο του Χάρολντ Τζέιμς για την ιστορία της πρώτης παγκοσμιοποίησης ο συγγραφέας έβλεπε την Ευρώπη ως τον αδύναμο κρίκο της δεύτερης παγκοσμιοποίησης. Στα συμπεράσματα του βιβλίου του προφήτευε ότι στη Γηραιά Ηπειρο «υπάρχει ελάχιστη ευελιξία όσον αφορά τις προσδοκίες για το τι θα έπρεπε να κάνει το κράτος και μια έντονη τάση να τίθενται οι προτάσεις μεταρρύθμισης εκτός ορίων αποδεκτής πολιτικής συζήτησης. Αυτά τα κράτη βασίζονται στην αξιοπιστία τους -στην εμπιστοσύνη των αγορών- σε τέτοιο βαθμό που... όπου και όταν λάβουν χώρα οι κρίσεις θα...εμφανιστούν σαν τελείως άλυτα προβλήματα εντός των ορίων της υπάρχουσας πολιτικής τάξης πραγμάτων και των τρεχουσών πολιτικών προσδοκιών». Η γέννηση της αντιπαγκοσμιοποίησης Για τον Χάρολντ Τζέιμς η αντιπαγκοσμιοποίηση γεννιέται αμέσως μετά την πρώτη παγκοσμιοποίηση. «Καθώς ο ενιαίος διεθνής κόσμος εξελισσόταν παρήγε μια ανταπόκριση ή αντίδραση - κατ' αρχάς μια ιδέα και μετά τη θεσμική ενσάρκωση της ιδέας. Η συνειδητοποίηση των συνεπειών μιας παγκόσμιας οικονομίας και μιας διεθνούς κοινωνίας προκάλεσε έναν ισχυρό εθνικισμό. Εθνικισμός σημαίνει τουλάχιστον δύο διακριτές διαδικασίες. Μία είναι η διαμόρφωση ταυτοτήτων και κοινής συμπεριφοράς ως αντίδραση σε εξωτερική απειλή ή στην ιδέα της απειλής. Αυτό το είδος της αντίδρασης μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε ξενοφοβία». Κατά τον Τζέιμς «οι ροές εργασίας παραμένουν το πιο ελεγχόμενο τμήμα της παγκόσμιας οικονομίας... Η μετανάστευση είναι ο πιο ευάλωτος τομέας στην προστατευτική παρόρμηση. Σ' αυτόν σημειώθηκε η αποφασιστική εχθρική στάση εναντίον του διεθνισμού κατά τη δεκαετία του 1920 και συνοδεύτηκε από μια σκλήρυνση των δυσάρεστων και επίσης κοντόφθαλμων εθνικιστικών επιχειρημάτων». «Δεύτερον, υπάρχει μια διαδικασία δημιουργίας θεσμών, που αιτιολογείται βάσει της πρώτης αντίδρασης, με την οποία το έθνος - κράτος, η τυπική πολιτική κατασκευή του 19ου αιώνα, εξελίχθηκε σε αμυντικό μηχανισμό έναντι απειλών κατά της σταθερότητας, που έχουν εξωτερική προέλευση... Η αντίδραση κατά τη μεσοπολεμική περίοδο εναντίον της διεθνούς οικονομίας έχει τις ρίζες της στον 19ο αιώνα, και αυτές μπορούν να καταδειχθούν σε εκείνους ακριβώς τους τομείς που έπαιζαν κεντρικό ρόλο στην παγκόσμια διασύνδεση: στο εμπόριο, τη μετανάστευση και τις κινήσεις του κεφαλαίου. Ο σκοπός των καινούργιων δασμών που επιβλήθηκαν στα τέλη του 19ου αιώνα συχνά εκφραζόταν με παραδοσιακούς όρους, όχι τόσο σαν κοινωνική όσο σαν εθνική άμυνα». Ομοιογένεια Η αντίληψη που κυριάρχησε στον κόσμο ήταν ότι οι χώρες χρειάζονταν όσο μεγαλύτερο ομοιογενή πληθυσμό μπορούσαν για την άμυνά τους (ή όπως θα λέγαμε πιο κυνικά: για τροφή στα κανόνια). Ο τρόπος διατήρησης ή και αύξησης του πληθυσμού ήταν διά της οικονομικής επέκτασης, δηλαδή διά των εξαγωγών. Οπως έγραφε ένας συγγραφέας της εποχής «θα εξάγουμε ή προϊόντα ή ανθρώπους». Αυτό οδήγησε τα κράτη σε προστατευτικές πολιτικές (κυρίως σε ό, τι αφορά τα αγροτικά προϊόντα) και επιθετικές επιδοτήσεις σε ό, τι αφορά τις εξαγωγές. Με αποτέλεσμα τα αντίμετρα, για να καταλήξουμε στη μεγάλη ύφεση της δεκαετίας του '30. Διαβάστε - Harold James «Το τέλος της παγκοσμιοποίησης. Μαθήματα από τη μεγάλη ύφεση», εκδ. Α. Α. Λιβάνη. |
ΠΗΓΗ: εφημ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ,22-1-2012
του Κωνσταντίνου Τσουκαλά
Ο κύκλος της Μεταπολίτευσης, γράφει ο Σταύρος Λυγερός, είναι ο κύκλος της μικρομεσαίας θάλασσας. Αυτόν ακριβώς τον κύκλο περιγράφει, ανατέμνοντας τις τύχες του, καταγγέλλοντας την απόληξή του και αναλύοντας το «κοινωνικό συμβόλαιο» που τον θεμελίωσε. Ο χαρακτηρισμός είναι, νομίζω, απολύτως εύστοχος. Και σε ό,τι με αφορά προσωπικά, είναι επίσης και ιδιαίτερα ευπρόσδεκτος. Θυμάμαι ότι όταν, το 1984, πριν από είκοσι οχτώ χρόνια, είχα γράψει ένα απαισιόδοξο άρθρο με τίτλο «Η δομή της απασχόλησης και το μικρομεσαίο θαύμα», οι αντιδράσεις της αισιόδοξης τότε Κεντροαριστεράς και Αριστεράς υπήρξαν ομόφωνα επικριτικές.
Αισθάνομαι λοιπόν διπλά ευχαριστημένος που ο συγγραφέας του βιβλίου μού έκανε την τιμή να μου ζητήσει να μιλήσω γι' αυτό. Πρώτον, εξ αντικειμένου, επειδή πιστεύω ότι το βιβλίο είναι εξαιρετικό, πρωτότυπο, καλογραμμένο και σε πολλά σημεία αποκαλυπτικό. Και δεύτερον, εξ υποκειμένου, επειδή οι ενδελεχείς αναλύσεις του Σταύρου Λυγερού φαίνεται να επιβεβαιώνουν πολλά απ' όσα ήδη τότε φοβόμουν, δίχως βέβαια να μπορώ να προβλέψω τη θεαματικά απρόσμενη πορεία τους.
ΠΗΓΗ: εφημ.ΤΟ ΒΗΜΑ, 25-1-2012
του Αναστάσιος Γ. Ρούσσης
Το πρώτο ερώτημα που προβάλλει, εν όψει της διερεύνησης του θέματος, είναι κατά πόσο όντως τα παιδιά χρειάζονται προστασία από την τηλεοπτική βία, ποιες είναι οι επιδράσεις της τηλεοπτικής βίας και τι έχουν καταδείξει άλλες έρευνες για τα μοντέλα γονικού ελέγχου της παιδικής τηλεθέασης.
Έχουν διενεργηθεί αρκετές ερευνητικές δραστηριότητες αναφορικά με το θέμα και έχουν διατυπωθεί αντικρουόμενες θεωρίες, οι οποίες θεωρούνται πλέον κλασσικές. Σύμφωνα με αυτές τις θεωρίες, οι επιδράσεις της τηλεοπτικής βίας στα παιδιά κυμαίνονται από καταστροφικές έως ευεργετικές.
Ορισμένοι επιστήμονες (Feshbach & Singer, 1971) υποστήριξαν ότι η παρακολούθηση τηλεοπτικών σκηνών βίας λειτουργεί «καθαρτικά», εκτονώνοντας βίαιες τάσεις και εξαγνίζοντας το θεατή, όπως επεσήμανε ο Αριστοτέλης για την αρχαιοελληνική τραγωδία.
Στον αντίποδα βρίσκεται η θεωρία της διέγερσης, σύμφωνα με την οποία η παρακολούθηση σκηνών βίας από τα M.M.E. ερεθίζει την επιθετικότητα του ατόμου, το οποίο μιμείται όσα βλέπει στην τηλεοπτική οθόνη (Berkowitz, 1962).
Σύμφωνα με μιαν άλλη θεωρία, δεν είναι απλώς θέμα μίμησης, αλλά μάθησης, που είναι μια διαδικασία πολύ πιο βαθιά και μακροπρόθεσμη (Bandura, 1963). Από μια άλλη άποψη, η επαναλαμβανόμενη παρακολούθηση σκηνών βίας κάμπτει τις αντιστάσεις του θεατή, ο οποίος εκλαμβάνει τη βίαιη συμπεριφορά ως απόλυτα φυσιολογική, ακόμη και στην πραγματική ζωή. Αυτή είναι η εξήγηση που δίνει η θεωρία του εθισμού (Belson, 1978).
Άλλοι επιστήμονες υποστήριξαν ότι είναι μύθος το να θεωρούμε τους τηλεθεατές παθητικούς δέκτες. Γι' αυτό και έθεσαν το ερώτημα ποιες ανάγκες ικανοποιούν οι τηλεθεατές παρακολουθώντας σκηνές βίας. Αυτή η προσέγγιση ονομάστηκε «Θεωρία των Χρήσεων και των Ικανοποιήσεων» (Blumler & Katz, 1968).
Kατά τους DeFleur και Ball-Rokeach (1975), ο άνθρωπος αναζητά στα M.M.E. πληροφόρηση για τον κόσμο που τον περιβάλλει, συναισθηματική στήριξη και φυγή από τη στυγνή πραγματικότητα σε έναν ονειρικό κόσμο.
Από την εξέταση των θεωριών αυτών προκύπτει ότι οι επιδράσεις της τηλεοπτικής βίας δεν είναι μονοσήμαντες. Εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τρεις παράγοντες:
1. Το δέκτη των επικοινωνιακών μηνυμάτων βίας (το μορφωτικό του επίπεδο, την ψυχοκοινωνική του συγκρότηση, την προδιάθεσή του, τις προγενέστερες εμπειρίες του κ.λπ.). Άρα τα παιδιά, που δεν έχουν εμπειρίες, είναι πιο ευάλωτα στις επιδράσεις.
2. Το κοινωνικό περιβάλλον υποδοχής αυτών των μηνυμάτων, που είναι η οικογένεια, το σχολείο, οι φίλοι, ο κοινωνικός περίγυρος. Από αυτά προκαθορίζεται η επιλεκτική παρακολούθηση, η επιλεκτική πρόσληψη και η επιλεκτική ανάγνωση των μηνυμάτων που εμπεριέχονται στις τηλεοπτικές σκηνές βίας.
3. Τα μηνύματα που εκπέμπονται από τις τηλεοπτικές σκηνές βίας. Αν π.χ. η βία επί της οθόνης επιβραβεύεται, τότε εξάγεται φυσιολογικά το μήνυμα για άσκηση ανάλογης βίας και στην πραγματική ζωή, ενώ αν τιμωρείται, τότε αυτό λειτουργεί αποτρεπτικά.
Το συμπέρασμα είναι ότι υπάρχουν αρνητικές επιδράσεις της τηλεοπτικής βίας στα παιδιά, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, άρα τίθεται ζήτημα για την προστασία τους με τον ένα ή τον άλλο τρόπο (Anderson et al, 2003).
Ο όρος «προστασία» χρησιμοποιείται συμβατικά, καθόσον αποπνέει πατερναλισμό. Πολλοί επιστήμονες (Masterman, 1980, 1985, 1994, Buckingham 1998, 2000, 2006 κ.ά.) έχουν επισημάνει ότι η λύση βρίσκεται όχι στον προστατευτισμό, αλλά στην καλλιέργεια της οπτικοακουστικής παιδείας, του αλφαβητισμού ή της εγγραμματοσύνης στα Μ.Μ.Ε. (media literacy), ώστε τα παιδιά να αυτενεργούν, να επιλέγουν, να διαθέτουν δεξιότητες κριτικής αντιμετώπισης των μηνυμάτων που απορρέουν από την τηλεόραση και γενικότερα τα Μ.Μ.Ε..
Ο ρόλος της οικογένειας θεωρείται καθοριστικός, διότι η οικογένεια είναι ο χώρος υποδοχής και πρόσληψης των τηλεοπτικών εκπομπών.
Στις σύγχρονες κοινωνικές συνθήκες, όμως, ο κοινωνικοποιητικός ρόλος της οικογένειας υποχωρεί συνεχώς, λόγω της αποσταθεροποίησης του κοινωνικού αυτού θεσμού (διάλυση γάμων, διαζύγια, αποξένωση, βία στην οικογένεια κ.λπ.). Η νέα κατάσταση του θεσμού της οικογένειας οδηγεί σε ανεξέλεγκτη τηλεθέαση, ιδιαίτερα για τα παιδιά. Η τηλεόραση μετατρέπεται σε ένα είδος «γκουβερνάντας», στην οποία παραπέμπονται τα παιδιά ώστε να ασχοληθούν με κάτι άλλο οι γονείς.
Επίσης, με την απόκτηση δεύτερης και τρίτης τηλεοπτικής συσκευής, η τηλεόραση οδηγεί στην αποξένωση των μελών της οικογένειας.
Οι πρακτικές που εφαρμόζουν οι γονείς για τον έλεγχο της παιδικής τηλεθέασης, ενδεχομένως να ανταποκρίνονται στην κατηγοριοποίηση των μοντέλων γενικότερου γονικού ελέγχου, στην οποία κατέληξε η D. Baumrind (1991).
Η Baumrind κατέταξε τους γονείς σε τέσσερις κατηγορίες: α) Επιεικείς γονείς. β) Αυταρχικοί γονείς. γ) Επιτακτικοί γονείς. δ) Μη εμπλεκόμενοι-αδιάφοροι γονείς.
Πάντως, η οικογένεια δεν είναι απλώς παθητικός δέκτης των επιδράσεων της τηλεόρασης, αλλά μπορεί να επηρεάσει με πολλούς τρόπους την τηλεόραση. Κατ' αρχάς οι τηλεοπτικοί σταθμοί παράγουν ταινίες, τηλεοπτικές σειρές και δελτία ειδήσεων κ.λπ. αντλώντας τα θέματά τους από την οικογένεια. Το τηλεοπτικό πρόγραμμα δομείται κατά τρόπο που να ανταποκρίνεται ως επί το πλείστον σε έναν οικογενειακό κοινό (Fiske, 2000).
Επομένως, η οικογένεια με τις επιλογές της, στο πλαίσιο του ανταγωνισμού των τηλεοπτικών καναλιών για μερίδια τηλεθέασης, μπορεί να επηρεάσει τη διαμόρφωση του τηλεοπτικού προγράμματος, μπορεί να επηρεάσει την ποιότητα του τηλεοπτικού περιεχομένου.
Προκύπτει όμως το ερώτημα κατά πόσο αφήνονται περιθώρια στο κοινό να επιλέξει, αφού δεν υπάρχουν πολλές επιλογές εξ αιτίας της εξομοίωσης των τηλεοπτικών προγραμμάτων.
Τελικά, μήπως οι μετρήσεις τηλεθέασης επιβάλλουν τη μονοκρατορία του «μέσου τηλεθεατή»; ...;
* Ο δρ. Αναστάσιος Γ. Ρούσσης (Π.Ε. Κοινωνιολόγων Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου) είναι κοινωνιολόγος-εγκληματολόγος, Μ.Α., Μ.Α., διδάκτορας Εγκληματολογίας Παντείου Πανεπιστημίου.
ΠΗΓΗ: εφημ. ΕΜΠΡΟΣ, 21-1-2012
του Τάκη Θεοδωρόπουλου*
ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΑ ΝΕΑ, 21-1-2012
του Θάνου Βερεμή
Η παγκοσμιοποίηση όπως επισημαίνει ο Judt, διαρκώς μας ξαφνιάζει. Παρά την εντύπωση ότι απ' αυτήν επωφελούνται περισσότερο οι οικονομικά εύρωστες χώρες, οι μεγάλοι κερδισμένοι υπήρξαν η Κίνα, η Ινδία και η Βραζιλία, με συνολικό πληθυσμό περίπου δύο δισεκατομμύρια τετρακόσια εκατομμύρια κατοίκους. Ανάμεσα στο 1981-2007, η φτώχεια στην Κίνα μειώθηκε κατά 70%. Θα παρατηρούσαμε ότι μολονότι οι Νέοσυντηρητικοί και ο Σάμιουελ Χάντιγκτον πίστευαν ότι ο ισλαμισμός και ο Κομφουκιανισμός (Κίνα) θα συμπήξουν ανίερη συμμαχία κατά της χριστιανικής Δύσης, η Κίνα σήμερα κατέχει ομόλογα του αμερικανικού δανείου αξίας μεγαλύτερης από ένα τρισ. δολάρια και τα συναλλαγματικά της αποθέματα ξεπερνούν τα 2,5 τρισ. δολάρια. Η τυχόν καταστροφή συνεπώς της αμερικανικής οικονομίας θα βλάψει και την κινεζική.
Μια κοινή παρεξήγηση είναι ότι η παγκοσμιοποίηση αποτελεί έννοια ασύμβατη με τον εθνικισμό. Ο Judt μας θυμίζει ότι το έθνος-κράτος, παρά τις κατά καιρούς προβλέψεις ότι πρόκειται να εκλείψει, ζει και η ιδεολογία του εξακολουθεί να αποτελεί κυρίαρχο στοιχείο στις διεθνείς σχέσεις, είτε προέρχεται από μικρά (Ισραήλ) είτε από μεγάλα σε πληθυσμό κράτη (ΗΠΑ, Ρωσία, Κίνα, Βραζιλία, Ινδία).
Θα ήταν μάλιστα αναγκαίο να επισημάνουμε ότι τα κράτη που έχασαν τη συνοχή τους υπήρξαν άβουλα θύματα της παγκοσμιοποίησης, ενώ αντίθετα τα ισχυρά έθνη-κράτη διαχειρίστηκαν με επιτυχία τις ευκαιρίες που τους προσέφερε η συγκυρία. Η Ρωσία του Γέλτσιν αποτελεί παράδειγμα της πρώτης κατηγορίας, ενώ η διαχρονική Κίνα, της δεύτερης.
Αποτελεί επίσης παρανόηση ότι η παγκοσμιοποίηση έκανε τον κόσμο περισσότερο ασφαλή και τις πολιτικές εξελίξεις πιο προβλέψιμες. Ο πλανήτης δεν κινδυνεύει να καταστραφεί από πυρηνικές αναμετρήσεις ανάμεσα σε δύο υπερδυνάμεις σαν αυτές που απειλούσαν την ανθρωπότητα κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Ομως, ο κίνδυνος να πέσουν τα πυρηνικά όπλα του Πακιστάν στα χέρια των φανατικών Ταλιμπάν δεν είναι δυνατό να αποκλεισθεί. Η άνοδος εξάλλου της οργανωμένης διακίνησης απαγορευμένων εμπορευμάτων, η πειρατεία και το πάσης φύσεως οργανωμένο έγκλημα, απέκτησαν παγκόσμιες διαστάσεις. Η τρομοκρατία, τέλος, με το ιδεολογικό της περιεχόμενο, μπορεί να μην κατέχει την πρώτη θέση στα ζητήματα ασφάλειας του δυτικού κόσμου, όμως δεν είναι φαινόμενο χωρίς κινδύνους.
Κάποιοι όρισαν την παγκοσμιοποίηση ως τη διεύρυνση, την εμβάθυνση και την επιτάχυνση της διασύνδεσης των κρατών σε όλες τις εκδηλώσεις της κοινωνίας και της οικονομίας. Αυτό, όμως, που καθιστά την παγκοσμιοποίηση καθολική είναι οι κοινές επιπτώσεις από την κατάχρηση της αντοχής του φυσικού περιβάλλοντος.
Μολονότι οι παγκόσμιες οικονομικές κρίσεις έχουν πάντοτε σοβαρές κοινωνικές και πολιτικές παρενέργειες, αποτελούν φαινόμενα παροδικά. Η σημερινή κρίση, μάλιστα, ίσως έχει και κάποια ευεργετικά αποτελέσματα ως προς το μόνιμο και επιδεινούμενο ζήτημα του περιβάλλοντος. Η προσωρινή έστω μείωση της ζήτησης αγαθών, με τη συνακόλουθη επίπτωση στην κατανάλωση ενέργειας, προσφέρει ένα διάλειμμα στο βεβαρημένο οικοσύστημά μας. Το σημαντικότερο είναι αυτό που σημειώνει ο Κίσινγκερ: «Η οικονομική κρίση στερεί τις μεγάλες δυνάμεις από την αναπτυξιακή τους ώθηση, υποχρεώνοντάς τις σε επιβεβλημένη συνεννόηση. Κρίσιμα ζητήματα, όπως το περιβάλλον, η κλιματική αλλαγή και τα όπλα μαζικής καταστροφής, τείνουν να καταστούν θέματα κοινού ενδιαφέροντος και σημεία συμφωνίας μεταξύ παραδοσιακών εχθρών».
Η παγκόσμια ύφεση προσφέρει, ιδίως στους ισχυρούς, μια ευκαιρία περισυλλογής και συνδιαλλαγής ώστε σε περίοδο κοινού προβληματισμού να γεννηθεί ένα νέο διεθνές σύστημα, πιο φρόνιμο και με μεγαλύτερη μέριμνα για τους ανθρώπους, από το προηγούμενο. Στο Ill Fares the Land, o Tony Judt εξετάζει τον ρόλο της παγκοσμιοποίησης σε διάφορες περιόδους της ευρωπαϊκής Ιστορίας. Μας θυμίζει ότι πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο ανάλογες με σήμερα συνθήκες οικονομικής παγκοσμιοποίησης απέκλειαν το ενδεχόμενο σύρραξης ανάμεσα στις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις και της διάλυσης των ενιαίων αυτοκρατορικών αγορών της εποχής (οθωμανική, αυστριακή, ρωσική αυτοκρατορία). Ο πόλεμος τελικά ξέσπασε και διήρκεσε πέρα από κάθε πρόβλεψη. Υπήρξε μια πολιτική σύγκρουση με διπλωματικούς όρους του παρελθόντος και σύγχρονα οπλικά συστήματα. Αποδείχθηκε τελικά ένας αναχρονισμός με ολέθρια οικονομικά αποτελέσματα για την Ευρώπη.
Παρά τη γενική εντύπωση μετά την πτώση του κομμουνισμού, ότι ο κόσμος κατευθυνόταν προς ένα παγκόσμιο σύστημα με πλοηγό την αγορά, η οικονομική κρίση του 2008 επαναφέρει τα κράτη ως καθοριστικούς παράγοντες της διεθνούς πολιτικής. «Θα έπρεπε να καταλάβουμε ότι η πολιτική παραμένει εθνική ακόμα και όταν τα οικονομικά είναι παγκοσμιοποιημένα» (σ. 197). Με την αποστροφή αυτή ο Judt μας θυμίζει ότι η αναζήτηση του χρηστού πολιτεύματος των αρχαίων είναι σήμερα περισσότερο αναγκαία παρά ποτέ.
* Ο κ. Θάνος Βερέμης είναι αντιπρόεδρος του ΕΛΙΑΜΕΠ.
ΠΗΓΗ: εφημ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 20-1-2012
του Ευστράτιου Παπάνη*
ΠΗΓΗ: εφημ. ΕΜΠΡΟΣ, 20-1-2012
του Θανου Bερεμη*
Tony Judt
Πέρασαν κιόλας δεκαεπτά μήνες από την αποδημία του Tony Judt, σημαντικού Ευρωπαίου ιστορικού και διανοητή. Στο μνημειώδες έργο του για τη μεταπολεμική ιστορία της ηπείρου μας (Postwar: A History of Europe Since 1945, Εκδόσεις Penguin Press, 2005, 800 σελ.), έγραφε: «Στην αυγή του 21ου αιώνα η Ευρώπη προβάλλει ως κοινότητα αξιών. Οι αξίες αυτές αποτελούν πρότυπο για Ευρωπαίους και μη». Ο Tony Judt επαναφέρει στο λεξιλόγιο των κοινωνικών επιστημών όρους που έχουν περίπου εξαφανισθεί από την κοινή χρήση: Αξίες, αρετή, ηθική της κοινότητας και του κράτους. Οι όροι γι' αυτόν είναι το αναγκαίο παρακολούθημα των ελευθεριών που η Ευρώπη εξασφάλισε με τόσο αίμα. Μας θυμίζει ακόμα ο Judt ότι για τις πολύτιμες ελευθερίες μας εγγυάται μόνο ένα ενάρετο κράτος. Εάν το δημοκρατικό μας πολίτευμα μωρανθεί, τότε κράτος και ελευθερίες θα ακολουθήσουν του κακού τον δρόμο.
Χτυπημένος από θανατηφόρα εκφυλιστική ασθένεια, κατάφερε τον τελευταίο χρόνο της ζωής του να υπαγορεύσει στο New York Review of Books, αποσπασματικές του μνήμες από ένα παρελθόν γνώριμο στη γενιά του.
Στις αναμνήσεις του περιγράφει με θαυμασμό το σπαρτιάτικο ήθος όσων επέζησαν του πολέμου, την καρτερικότητα και τη σκληραγώγησή τους. Το παιδί της εποχής της σπανιότητας των υλικών αγαθών βίωνε ένα κόσμο γεμάτο ελπίδα, υπερηφάνεια και φαντασία. Η αναγκαστική λιτότητα εξομοίωνε οπτικά τους πολίτες και τα ταξίδια με το τρένο μεταμορφώνονταν σε μεγάλη περιπέτεια. Ο Judt περιγράφει με τρυφερότητα τον μεταρρυθμιστή πρωθυπουργό Clement Atlee: «Εζησε και πέθανε μετρημένα, χωρίς να δρέψει υλικές απολαβές από μια ολόκληρη ζωή στην υπηρεσία του δημόσιου συμφέροντος ...; Ποιος από τους σημερινούς ηγέτες μας θα κατανοούσε τη συμπεριφορά αυτή. Η ηθική σοβαρότητα είναι σαν την πορνογραφία. Δυσκολεύεται κανείς να την ορίσει, αλλά την αναγνωρίζει όταν την βλέπει». (ΝΥRB, May 13-26, 2010, σελ. 21).
Τον Judt απασχολούσε σοβαρά η εβραϊκή του καταγωγή. Αν και αγνωστικιστής και αδιάφορος προς τις τελετουργικές παραδόσεις, αντιλαμβανόταν ότι η άρνηση της καταβολής του αυτής θα αποτελούσε πράξη φυγής, ίσως και προδοσίας προς τη συγγενή του Tony Avegael από την Αμβέρσα, που πέθανε στο Αουσβιτς το 1942 και της οποίας το όνομα τού δόθηκε εις μνήμην της. Ωστόσο υπήρξε επικριτικός της πολιτικής που ασκεί το Ισραήλ έναντι των Παλαιστινίων και αντιμετώπισε γι' αυτό ποικίλες επιθέσεις. Πρότεινε τη μετάλλαξη του Ισραήλ από αποκλειστικά ιουδαϊκό κράτος σε κράτος δύο εθνοτήτων με ίσα δικαιώματα. Η πρόταση αυτή θεωρήθηκε από το ισραηλινό lobby στις ΗΠΑ ως απόλυτα εχθρική προς το μέλλον της κοιτίδας των Εβραίων. Χωρίς πολλές διαδικασίες ο Judt διώχτηκε από τη συντακτική επιτροπή του περιοδικού New Republic. Εξακολούθησε να ασκεί κριτική στους πολιτικούς ηγέτες του Ισραήλ από το NYRB και την ισραηλινή εφημερίδα Haretz.
Το Ill Fares the Land (Allen Lane, 2010) αποτελεί συλλογή δοκιμίων του με υποθήκες για το μέλλον. Στηλιτεύει την αποθέωση του ιδιωτικού ωφελιμισμού και του άκρατου υλισμού που χαρακτηρίζουν τις τελευταίες δεκαετίες του εικοστού αιώνα. Οι απόψεις του είναι δυνατό να αποδοθούν με την ακόλουθη ερμηνεία:
Η δεκαετία που πέρασε υπήρξε από τις λιγότερο εποικοδομητικές της τελευταίας τριακονταετίας. Η τρομοκρατική καταστροφή των διδύμων πύργων στη Νέα Υόρκη προκάλεσε, μεταξύ άλλων, τη δαπανηρή σε αίμα εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ και πολλαπλασίασε τον θρησκευτικό φανατισμό στις ισλαμικές χώρες, αλλά και τον φονταμενταλισμό των Ευαγγελιστών του κεντρικού και νότιου τμήματος των ΗΠΑ. Ετσι ο George W. Bush εξασφάλισε δεύτερη θητεία και άφησε πίσω του μια μεγάλη οικονομική κρίση και την εμπλοκή της χώρας του στο Ιράκ και το Αφγανιστάν.
Η φτωχή σε επιτυχίες δεκαετία, θα προσθέταμε εδώ, ανέδειξε κάποιες προσωπικότητες οι οποίες συνδέονται με τους κύριους προβληματισμούς του πλανήτη, την οικονομία και το περιβάλλον. Ο βραβευμένος με Nόμπελ στα Οικονομικά αλλά και σχολιαστής της επικαιρότητας Paul Krugman, χαρακτήρισε την περασμένη δεκαετία «το μεγάλο μηδέν» (New York Times, 28/12/09). Mηδέν σε θετική ανάπτυξη, μηδέν σε πρόνοια για τις επερχόμενες καταστροφές και μηδέν στις ηθικές επιδόσεις πληθώρας ηγετών της επιχειρησιακής Αμερικής. Θα είναι δύσκολη πια η επαναφορά της οικονομικής σκέψης στην πίστη προς το «αόρατο χέρι της αγοράς» που διορθώνει όλες τις δυσλειτουργίες του συστήματος. Ο Milton Friedman και ο Friedrich Hayek θα δυσκολεύονταν σήμερα να εξηγήσουν τις αλλεπάλληλες φούσκες που οδήγησαν την παγκόσμια οικονομία σε κρίση διαρκείας. Και συμπληρώνει ο Krugman: «Και όσο για τους πολιτικούς και ιδιαίτερα τους Ρεπουμπλικανούς, τώρα που η πολιτική των φορολογικών απαλλαγών και της απελευθέρωσης της αγοράς (deregulation) μάς οδήγησε στο σημερινό χάος, επανέρχονται με την ίδια συνταγή - φορολογικές περικοπές και απελευθέρωση της αγοράς».
* Ο κ. Θάνος Βερέμης είναι αντιπρόεδρος του ΕΛΙΑΜΕΠ. (Το κείμενο συνεχίζεται σε επόμενη έκδοση).
ΠΗΓΗ: εφημ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 17-1-2012
του Γ.Π.Μαλούχου
της Τασουλας Kαραϊσκακη
Προ ημερών κυκλοφόρησε στο Διαδίκτυο ένα αποκρουστικό βίντεο -το οποίο είδαν σχεδόν όλοι οι χρήστες Ιντερνετ- με τέσσερις Αμερικανούς πεζοναύτες (οι δύο αναγνωρίστηκαν) να ουρούν πάνω στις σορούς τριών Ταλιμπάν, κάνοντας χυδαία αστεία. Ο δεδηλωμένος αποτροπιασμός, όπως κάθε φορά που έρχονται στο φως «τρόπαια πολέμου» του είδους -οι φωτογραφίες της στρατιωτίνας που σέρνει με λουρί σκύλου Ιρακινό, των πεζοναυτών που επιδεικνύουν κεφάλια ή ακρωτηριασμένα μέλη Αφγανών, των εικονικών πνιγμών, της σεξουαλικής κακοποίησης κρατουμένων στο Αμπού Γκράιμπ- συνοδεύεται από τη λιγότερο δεδηλωμένη μεταποίηση σε διασκέδαση του μακάβριου, του φρικώδους. Εντονη απέχθεια αλλά και ανομολόγητη ψυχαγωγία.
Παγιδευμένοι σε ένα σύμπαν που όχι μόνο δικαιολογεί τις πολεμικές πρακτικές (για την ειρήνη και τη δημοκρατία), αλλά καλλιεργεί με άμεσους και έμμεσους τρόπους την πολεμική ρητορική, οι τηλεθεατές/αναγνώστες εισπράττουν ανωδύνως τη φρίκη που ζουν άλλοι. Την αντιμετωπίζουν ως αναπόφευκτη συνέπεια της σύρραξης, την οποία ορισμένοι φαντάζονται ως θρίαμβο -ή πανωλεθρία- με αυτοθυσιαζόμενους ήρωες, μακριά από την πραγματικότητα του πολέμου, που δημιουργεί μόνο μισθοφόρους, βιαστές, μαυραγορίτες, μεσάζοντες - και πολλά πραγματικά θύματα.
Ετσι κι αλλιώς ο δέκτης των συμβάντων είναι εθισμένος στη βία, πλέον από τη νηπιακή ηλικία· με το πάτημα ενός κουπιού στο κομπιούτερ τα παιδιά διαμελίζουν σώματα, μετατρέπουν ανυποψίαστους διαβάτες σε παραμορφωμένα πτώματα, «ζουν» γενοκτονίες στο Διάστημα, αιμοσταγείς βεντέτες στον υπόκοσμο, εξολοθρεύσεις ένοχων κι αθώων, ανθρώπων και τεράτων. Αδιαφορώντας για κάθε είδος νοητού φορτίου, προσλαμβάνοντας μόνο την εικόνα (που μπορεί να προκαλεί κάθε φορά απέχθεια, αλλά ποτέ δεν απογοητεύει), εθίζονται, το ειδεχθές, το παράλογο να αποτελούν τον «χώρο» της προσωπικής τους εκτόνωσης. Αλλά και ο βασανιστής δεν γεννιέται, γίνεται. Σύμφωνα με τον Αμερικανό κοινωνικό ψυχολόγο Στάνλεϊ Μίλγκραμ, πολλοί καθημερινοί άνθρωποι φτάνουν να κάνουν πράγματα που θα μπορούσαν να βλάψουν συνανθρώπους τους, όταν το ζητεί μια αυθεντία και μετά τη μεθοδική ενστάλαξη της πεποίθησης ότι τα θύματά τους (άτομα διαφορετικά από αυτούς) είναι άτομα χωρίς ανθρώπινη υπόσταση, εχθροί του έθνους. Ο πόλεμος, προϊόν της ανθρώπινης απληστίας για όλο και μεγαλύτερη δύναμη, διδάσκει τάχιστα τη φρικαλέα αντεκδίκηση, την ωμότητα, την ακραία αναίτια χυδαιότητα. Παράλληλα οι εικόνες του κάνουν τον γύρο του κόσμου, σκορπώντας την απέχθεια και τη φρίκη, αλλά και ικανοποιώντας τα ταπεινότερα των ενστίκτων (πάντοτε οι άνθρωποι διεγείρονταν από το φρικαλέο).
Χρειάζεται, λοιπόν, κάποια αντίσταση της κοινωνίας σε ό, τι τείνει να εμφανίσει ως «φυσική» τη βεβήλωση νεκρού, τον εξευτελισμό δέσμιου ατόμου (σε συγκεκριμένες συνθήκες). Μήπως η παγερή και ανώνυμη βαρβαρότητα, που μοιάζει να διαποτίζει και το μη εμπόλεμο τμήμα της κοινωνίας, εμπεριέχει μια σοβαρή ελπίδα; Διότι, η εγγύτητα του κακού ευνοεί τη συνειδητοποίηση της επέλασής του· αν αυτή η γνώση διευρυνθεί μπορεί να οδηγήσει σε πρακτικές πολιτισμικής σωτηρίας. Η ανθρωπότητα διαθέτει τις γενικές αρετές που επιτρέπουν, υπό όρους, την ανόρθωση νέων απέναντι σε σύγχρονες αρένες και εικονικά Κολοσσαία...
ΠΗΓΗ: εφημ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 15-1-2012
του Nικου Γ. Ξυδακη
Πέρυσι, όταν άρχιζε να φουντώνει η κρίση, σε ένα εστιατόριο της Θεσσαλονίκης έβλεπα τους Ελληνες να τραγουδούν και να χορεύουν λαϊκά. Αρχιζαν με Ρασούλη και κορύφωναν με Στράτο Διονυσίου και Ακη Πάνου. Βαριά τραγούδια, νταλκαδιάρικα, ζεϊμπέκικα προ πάντων. Σκέφτηκα τότε ότι στον δύσκολο καιρό που έρχεται οι Ελληνες θα αναδιπλωθούν προς τα έσω, για καλό και για κακό. Καλό, γιατί η ενδοσκόπηση μπορεί να δώσει καρπούς αυτογνωσίας, να απομακρύνει έναν ορισμένο επιπόλαιο κοσμοπολιτισμό, συνυφασμένο με την εύκολη χλιδή των δανεικών. Κακό, γιατί η εσωστρέφεια μπορεί εύκολα να φουντώσει έναν αμυντικό ναρκισσισμό και μιαν αυταρέσκεια θύματος.
Θυμήθηκα εκείνη την έλλαμψη πρόσφατα, παρακολουθώντας τουρκικά σίριαλ σε δημόσιους χώρους. Είχα αναρωτηθεί στο παρελθόν γιατί έχουν τέτοια επιτυχία τα τουρκικά σίριαλ στο ελληνικό μαζικό κοινό και δεν εύρισκα ικανοποιητική απάντηση. Τώρα τολμώ να κάνω μια υπόθεση, συνοπτικά την εξής: τα λαϊκά στρώματα, αυτά που τρέφονται ψυχαγωγικά με τηλεόραση, αναγνωρίζουν στις χονδροειδείς τυπολογίες των τουρκικών σίριαλ κάτι από τον χαμένο κοινωνικό εαυτό και τις παλαιές βεβαιότητες.
Κατ' αρχάς, το ορατό. Στα τουρκικά σίριαλ οι χαρακτήρες είναι αδροί, με ξεκάθαρα περιγράμματα, δραματικά καλοί ή κακοί, οι άντρες είναι άντρες και οι γυναίκες είναι γυναίκες. Οι άντρες φορούν σκούρα κοστούμια και λευκά πουκάμισα. Οι γυναίκες είτε φορούν μαντίλες και τσεμπέρια, οι πιο ηλικιωμένες, είτε είναι κορέκτ καλλονές δυτικού τύπου, παίζουν ρόλο συζύγου, ερωμένης ή μάνας, σε έναν ανδρικό κόσμο. Η φαμίλια είναι το ισχυρότερο κοινωνικό (και δραματουργικό) κύτταρο. Το κράτος στέκει στο φόντο, αυστηρό, συγκαλυμμένα αυταρχικό. Οι άνθρωποι συγκρούονται μεταξύ ορμεμφύτων και ηθικών κανόνων, μεταξύ φατρίας και κράτους, μεταξύ φεουδαρχίας και νεωτερικότητας. Αντρες και γυναίκες, ντυμένοι συντηρητικά, απολύτως κομφορμιστικά, πάντως «ευρωπαϊκά», συνομιλούν διαρκώς με κινητά, κυκλοφορούν με χλιδάτες κούρσες BMW και Mercedes, μπαινοβγαίνουν σε σπίτια πολυτελώς υβριδικά, σημερινές εκδοχές του τουρκομπαρόκ.
Τα τουρκικά σίριαλ εικονίζουν σχηματικά, με τη φόρμα του λαϊκού ρομάντσου και της σαπουνόπερας, έναν κόσμο ταυτοχρόνως ιδεατό και πραγματικό, μακρινό και κοντινό, ανατολικό-ασιατικό και δυτικό-ευρωπαϊκό, έναν κόσμο μεταιχμιακό. Το ελληνικό κοινό αντικρίζει τον εαυτό του ακριβώς σε αυτό το μεταίχμιο, στο πέρασμα. Οπισθοδρόμηση; Αν το δούμε τυπικά, γραμμικά, ναι, το ελληνικό κοινό «οπισθοδρομεί», ταυτιζόμενο ενδοψυχικά με την τουρκική κοινωνία των σίριαλ, την τόσο ανδροκρατική και αυταρχική, όπου κυριαρχούν η ενδοοικογενειακή τιμή και αντιπαλεύουν η ωμή δύναμη και τα σφοδρά συναισθήματα. Μπορούμε να πούμε ότι το προχωρημένο ελληνικό κοινό, ευρισκόμενο κοινωνικά-πολιτισμικά-ιστορικά σε ανώτερο στάδιο, σαγηνεύεται από τους καθυστερημένους ιδεότυπους και την προνεωτερική ηθογραφία των Τούρκων.
Γιατί; Γιατί η εγχώρια παραγωγή δεν παράγει ηθογραφία, που να καθρεφτίζει την ελληνική κοινωνία πειστικά, με χιούμορ ή με αληθοφανείς συγκρούσεις. Ούτε δραματική ούτε κωμική. Τα τελευταία αρκετά χρόνια, η ελληνική τηλεοπτική παραγωγή κατακλύστηκε από καλιαρντές καρικατούρες, στις οποίες οι άντρες εικονίζονται ως ευνούχοι ηλίθιοι, οι γυναίκες ως τραβεστί ντόμινες, και όλοι μαζί διαλέγονται ουρλιάζοντας και αλληλοκραζόμενοι. Εξ ου και οι αδροί, συχνά χονδροειδέστατοι, χαρακτήρες των τουρκικών φαίνονται πιο πειστικοί, πιο αληθοφανείς ή, τουλάχιστον, πιο ελκυστικοί για ταυτίσεις.
Αλλά η σημαντικότερη αιτία για τη δημοτικότητα των τουρκικών είναι μάλλον η ψυχοκοινωνική αναδίπλωση των λαϊκών στρωμάτων ενώπιον του ναυαγήσαντος εκσυγχρονισμού. Οι αδρές, στέρεες δομές των τουρκικών οικογενειών, οι σπαθάτοι άντρες, με την υπερχειλίζουσα αρρενωπότητα, οι υπερθηλυκές γυναίκες που είναι όμως σύζυγοι και μητέρες, και όχι ξέκωλα ή dominatrix, το προστατευμένο χρήμα της κλειστής φαμίλιας, οι παγιωμένοι κώδικες τιμής, όλα τούτα τα προνεωτερικά ή πρωτοαστικά αναδύονται οικεία και ελκυστικά μπρος στα διψασμένα μάτια ενός ακροατηρίου που έχει χάσει τα ζύγια του, το ειδικό του βάρος, το παλαιό του μέτρο. Το ελληνικό κοινό βλέπει διψασμένο έναν παλαιό κόσμο, «ανατολικό», βραδύ και αδρό, τον κόσμο που έχασε. Εχασε τις μαντίλες και τα τσεμπέρια, λυτρώθηκε από προκαταλήψεις και αγκυλώσεις, αλλά δεν βρήκε σίγουρο βηματισμό και γονιμότητα στη φρενιτιώδη υστερονεωτερικότητα. Ο εκσυγχρονισμός έφερε διαψεύσεις, ματαιώσεις, πρόδωσε τις υπερτροφικές προσδοκίες. Και μας έριξε στα τούρκικα.
ΠΗΓΗ: εφημ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 15-1-2012
του Γιώργη Γιατρομανωλάκη
Σύμφωνα με τον Γουσταύο Glotz, εγκυρότατο μελετητή του αρχαίου ελληνικού δικαίου, η απελευθέρωση του ατόμου από τα δεσμά της φυλής και της οικογένειας είναι ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα του ελληνικού ορθολογισμού και γι' αυτό πρέπει να επαινεθεί η αθηναϊκή δημοκρατία. Ωστόσο την ίδια στιγμή παρατηρεί πως τα θρησκόληπτα μυαλά των Ελλήνων ήσαν ακόμη στοιχειωμένα με το φάντασμα της οικογενειακής αλληλεγγύης, δεδομένου ότι η πατριαρχική ηθική είχε από παλιά συνδεθεί με τη θεϊκή τάξη και ιεραρχία. Αυτά τα φαντάσματα, όπως θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε, μοιάζουν να φανερώνουν όλη τη δαιμονική και καταστρεπτική φύση τους στην τραγωδία, αφού το ανώτατο υλικό της δεν μπορεί, κατά τον Αριστοτέλη, παρά να βρίσκεται μέσα στον οίκον, στις ενδοοικογενειακές και τις εμφύλιες διαμάχες. Ο οίκος στην τραγωδία φαίνεται να εκτρέφει το Κακό και το Ακάθαρτο. Ο Οιδίπους Τύραννος είναι το καλύτερο παράδειγμα.
Αυτή η οδυνηρή παλινδρόμηση από τον δημοκρατικό ορθολογισμό στις οικογενειακές εμμονές και προκαταλήψεις αποτελεί ουσιώδες συστατικό της συμπεριφοράς μας. Οπως δείχνει η πολιτική μας ιστορία, η οικογενειακή αλληλεγγύη (δομημένη, εν πολλοίς, στα μεσογειακά πρότυπα της «φαμίλιας») στο πολιτικό επίπεδο έχει πάρει τη μορφή της οικογενειοκρατίας. Η όποια αγαθότητα του σπιτικού έχει επεκταθεί στη διακυβέρνηση της πολιτείας. Τα παραπάνω εγείρουν δύο τουλάχιστον ερωτήματα, από τα οποία το δεύτερο είναι και το σοβαρότερο. Πρώτον, κατά πόσον αυτή η οικογενειακή επεκτατική βουλιμία παρατηρείται μόνο εδώ και, δεύτερον, εάν και εφόσον μας συμβαίνει και αυτό, πώς θα ήταν άραγε δυνατόν να επανεύρουμε τον δημοκρατικό μας ορθολογισμό, η απώλεια του οποίου έχει προκαλέσει τις μεγαλύτερες εθνικές καταστροφές.
Προφανώς αυτή η κατάσταση παρατηρείται και αλλού. Στη θεωρούμενη δημοκρατική και ορθολογική Ευρώπη, όπως και στις ΗΠΑ, τα παραδείγματα είναι πολλά, για διάφορους όμως λόγους τα φαινόμενα εξαφανίζονται γρήγορα. Αντίθετα, σε πολλές γειτονικές χώρες (η Λιβύη και η Αίγυπτος, πριν από λίγο, η Συρία τώρα) και σε όλα σχεδόν τα πάλαι ποτέ «σοσιαλιστικά» καθεστώτα, αλλά και στα όσα εξακολουθούν να υπάρχουν (βλ. Β. Κορέα), η οικογενειοκρατία είναι κανόνας. Δεν έχουμε συνεπώς μόνο εμείς αυτό το θλιβερό προνόμιο, αλλά, όπως πιστεύω, το διαχειριζόμαστε με μοναδική μαεστρία και πρωτοτυπία. Πάνω από εξήντα χρόνια η εναλλαγή των κυβερνήσεων στην Ελλάδα συνοδεύεται, στον έναν ή στον άλλον βαθμό, με κυβερνήσεις που φέρουν έντονα οικογενειακά και συγγενικά χαρακτηριστικά. Η οικογένεια ως πολιτικό εφαλτήριο αποδεικνύεται ανώτατο προσόν. Ομως η περίπτωση των επιγόνων του Ελευθερίου Βενιζέλου δείχνει πως το όνομα δεν έχει τη χάρη - οι περισσότεροι από τους σημερινούς πολιτικούς γόνους έχουν αποδειχθεί ανίκανοι και φθαρτικοί.
Το χειρότερο όμως δεν είναι αυτό. Ούτε βέβαια μπορεί να υποστηριχθεί ότι η οικογένεια ευθύνεται για την πολιτική μας κατάπτωση! Εκείνο, λοιπόν, που έχει φθείρει τη δημοκρατία μας, σχεδόν ανεπανόρθωτα, είναι ότι τα ελληνικά κόμματα έχουν συγκροτηθεί ως οιονεί μεγάλες «οικογένειες», ως πολιτικές φατρίες. Η πυρηνική δομή της οικογένειας έχει επεκταθεί σε μια πλατφόρμα πολιτικής τάξεως όπου οι δικοί μας είναι «παιδιά μας» (προσφιλής έκφραση των κυβερνητικών κομμάτων) και οι άλλοι ξένοι και αποπαίδια. Δεκαετίες τώρα γίνονται διορισμοί με βάση την κομματική συγγένεια. Ακόμη και τώρα οι «ημέτεροι» απολαμβάνουν ποικίλα προνόμια καθώς οι δεσμοί αίματος έχουν μετεξελιχθεί σε θεσμούς εξουσίας. Ολα συντελούνται στα όρια της πολιτικής «φαμίλιας» ως μια μορφή πολιτικής αιμομειξίας που δεν βλάπτει μόνο τον οίκον αλλά και την πόλη. Το μεγαλύτερο κακό που διαπράττουν οι κομματικές «φαμίλιες» είναι ότι δείχνουν στους νέους -δικούς τους και μη - πως το ζητούμενο για την εξέλιξή τους είναι η κομματική συγγένεια και η συνεπόμενη κομματική αλληλεγγύη.
Η λύση στην τραγωδία δίνεται συχνά με πατροκτονίες και παιδοκτονίες. Αυτό γίνεται και στα ελληνικά κόμματα - και μάλιστα αυτή τη στιγμή! - καθώς τα φαντάσματα της οικογένειας συχνά αφυπνίζονται στην πορεία του χρόνου. Η κάθαρση όμως αφορά πρωτίστως τους θεατές, εμάς δηλαδή. Ετσι είναι καιρός, πιστεύω, να επανεύρουμε τον δημοκρατικό ορθολογισμό μας (αυτόν που μας δίδαξε η προδομένη δημοκρατία μας) και να τελειώνουμε με αυτές τις φθαρτικές κομματικές φυλές.
Ο κ. Γιώργης Γιατρομανωλάκης είναι καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας και συγγραφέας.
ΠΗΓΗ: εφημ.ΤΟ ΒΗΜΑ, 15-1-2012
του Παναγιώτη Νούτσου
ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΑ ΝΕΑ, 14-1-2012
του Ευστράτιου Παπάνη*
Του Σπυρου Ι. Ασδραχα*
Επαγγέλματα χάνονται ή σπανίζουν ακολουθώντας τις ασυνέχειες που επιβάλλει η επιταχυνόμενη ανάπτυξη της τεχνικής. Κάποτε η ανάπτυξη ή τελειοποίηση της τεχνικής επαναφέρει, διαφοροποιημένα, παλαιά συστήματα εργασίας, λόγου χάρη το Verlaksystem, την οικιακή εργασία κατόπιν παραγγελίας. Ανάμεσα στα πλείστα παραδείγματα, σε τι σύστημα ανήκει σήμερα ο συγγραφέας που προετοιμάζει ηλεκτρονικώς το βιβλίο του ροκανίζοντας δραματικά τον ρόλο του τυπογράφου (και ακόμη και του διορθωτή); Γίνεται απλός εμπορευματικός παραγωγός; Προφανώς ναι, γιατί είναι κάτοχος του μέσου παραγωγής, του υπολογιστή, όχι, γιατί δεν είναι ο ίδιος που προωθεί το προϊόν της εργασίας του στην αγορά: δεν είναι βιοτέχνης. Το τυπολογικό σχήμα της εργασίας διατηρείται ως κέλυφος, σημαίνον με διαφοροποιημένο σημαινόμενο. Ετσι οι λέξεις χάνονται, καθώς διογκώνεται η πολυσημία τους.
Το ίδιο συμβαίνει με τις γνωστικές συστηματοποιήσεις: δεν χάνονται, αλλά υποχωρούν, όχι πάντα προς όφελος της γνωστικής επιστασίας. Θα μείνω μόνο σε ένα παράδειγμα, που έχει άμεση σχέση με την ιστορική έρευνα και την ιστορική ερμηνεία: την ετυμολογία, σε μιαν εποχή όπου η μήτρα της, η γλωσσολογία, έχει σχεδόν «επαναστατικοποιήσει» την ιστορική ερμηνευτική. Τούτο δεν σημαίνει ότι η ετυμολογία έχει εκλείψει, συνεχίζει να ζει με καλές επιδόσεις. Με ενδιαφέρει εκείνη η ετυμολογία που διεμβολίζει την ιστορία αλλά που κι αυτή διεμβολίζεται από την ιστορία. Ως συνήθως, δεν θα πω τίποτε το πρωτόγνωρο και, πόσω μάλλον το φανταχτερό. Θα αναχαράξω τα μυριόλεκτα.
Ετυμολογίες των σημάτων των τόπων: πολύτιμες γιατί αναδύουν το μακραίωνο δράμα του οικισμένου, του αξιοποιημένου και αναξιοποίητου τόπου, το ήμερο και το άγριο τοπίο. Οι κωδικοποιήσεις είναι πολλές και δεν θα καταπονήσω τον αναγνώστη μνημονεύοντας ορισμένες απ' αυτές, ούτε θα απεραντολογήσω επιβεβαιώνοντας παραδείγματα: δύο-τρία μόνο.
Ζαβέρδα, δηλαδή Zaborda = πίσω από τον λόφο. Από ποια μεριά όμως βλέπεις τον λόφο; Ζάβορδα ή Τσάμπουρδα: το ίδιο ερώτημα. Η ακαρνανική Ζαβέρδα (με τον εξελληνισμό των τοπωνυμίων έγινε Πάλαιρος) βλέπει στη θάλασσα. Η μακεδονική Ζάβορδα είναι πνιγμένη στα βουνά. Από πού βλέπει κανείς; Περατία είναι το αντίπερα. Η ακαρνανική, επίσης, Περατιά, χωρίζεται από το νησί της Λευκάδας από μια διώρυγα. Από πού ονοματίζεται; Προφανώς από τη Λευκάδα. Με τι σχετίζεται ο θαλασσότοπος που λέγεται Μεσολόγγι; Με τον λόγκο ή τη λογγά; Λογγά είναι το έδαφος που κλέβεις από το νερό περιορίζοντάς το. Τα κρητικά Σφακιά δεν έχουν σχέση με το ομώνυμο φυτό, αλλά με τη διασφάγα, ίσως συμβαίνει το ίδιο και με τους λευκαδίτικους Σφακιώτες. Ας μη συνεχίζουμε με τα πασίγνωστα και από καιρό ετυμολογημένα σήματα του τόπου, τα τοπωνύμια. Ας κορφολογήσουμε κάτι από τα ανθρωπωνύμια: σημαδεύουν τόπους και ανθρώπους.
Μαχαιράδο στη Ζάκυνθο: είναι αυτόδηλο ότι ήταν το χωριό ή το «σπιτομάζωμα» (όπως προσφυώς σήμανε έναν τύπο οικισμού ο Π. Πρεβελάκης) τω(ν) Μαχαιράδω(ν)? γίνεται το ουδέτερο και ορθογραφείται αναλόγως (γι' αυτό είναι άστοχη και αστόχαστη η πρόσφατη γραφή του Γουδιού σε Γουδή, από την κυριωνυμία «Στου Γουδή»). Αλλοτε η ετυμολογία είναι διαφανής: η Κοντάραινα παραπέμπει σε κάποιον Κόνταρη, το καλιγόνι σε κάποιον Καλιγόνη και πάει λέγοντας. Υπάρχουν όμως και τα δυσετυμολόγητα: γιατί Δημοσάρι στη Λευκάδα και στην Εύβοια; Εχει σχέση με τους «δημοσιαρίους», όπως προτάθηκε ή απλώς έχει χαθεί το σημαινόμενο του σημαίνοντος. Τούτο είναι εύκολο να λέγεται και δύσκολο να κατανοείται. Γιατί η κατανόηση θέτει ένα πρόβλημα πολιτισμικής ιστορίας (δεν θα ήθελα να πω και δημογραφικής): γιατί, λόγου χάρη τόσα σλαβικά τοπωνύμια και τόσο περιχαρακωμένη γεωγραφικά σλαβοφωνία; Εξελληνισμός χωρίς διάδοση της ελληνόφωνης εκπαίδευσης με μόνη εξήγηση την ελληνόφωνη θρησκεία; Αλλά τότε γιατί αυτό δεν ισχύει σε όλη τη σλαβόφωνη ή τουρκόφωνη χριστιανική «ορθοδοξία»; Γιατί «Πατερ-ιμίζ» και όχι «Πάτερ ημών» στους Καραμανλήδες; Ανάμεσα στις ερμηνευτικές υποθέσεις, τα ανθρώπινα κενά, οι solitudines που προκαλούν οι κλιματολογικές μεταβολές, οι επιδημίες, οι εισβολές: οι άνθρωποι αραιώνουν ή χάνονται αφήνοντας στους επιζώντες και στους νεήλυδες τα γλωσσικά τους μνημεία. Δεν νομίζω ότι αρκούν αυτές οι υποθέσεις. Το πρόβλημα των πολιτισμικών ωσμώσεων και των πολιτισμικών μονιμοτήτων αναζητεί το δικό του ερμηνευτικό πολύπλεγμα.
Ανάγκη λοιπόν, να αναβιώσουν εκτατικά οι ετυμολογικές έρευνες και να συνδεθούν με το παρελθόν τους, απαλλασσόμενες από τις εθνικιστικές τους σκοπιμότητες. Ο εξελληνισμός των τοπωνυμίων ήταν μια πράξη εναντίον της απολιθωμένης ιστορίας, δηλαδή της αυτογνωσίας. Συνεχίζεται (ω της ειρωνείας) ώς τις μέρες μας με τις διοικητικές κατανομές που φέρουν το όνομα του Καποδίστρια (Capo d'Istria) ή του Καλλικράτη. Και τούτο όταν μιλάμε για πολιτισμικούς πλουραλισμούς και άλλα κουραφέξαλα, όπως οι ταυτότητες χωρίς ιστορία, για να ολοκληρωθεί η αποδόμηση των πραγματικών ιστορικών ταυτοτήτων, που αναδύθηκαν από την αρχή, την επαναστατική αρχή, των εθνοτήτων. Και πάλι σημαίνοντα χωρίς σημαινόμενα, τσόφλια αυγών που κάποιος ρούφηξε το περιεχόμενό τους ανοίγοντας με ένα βελόνι μιαν αδιόρατη τρύπα στο τσόφλι.
Ετυμολογίες αυτονομημένες από την ιστορία, δηλαδή τα πράγματα; Φυσικά όχι. Απαλλαγμένες από τις γλωσσικές ωσμώσεις, τις πολιτισμικές ωσμώσεις, που εξαερώθηκαν; Και πάλι όχι.
Ας αφήσουμε στην άκρη τα ονόματα των ανθρώπων και τους τρόπους σχηματισμού τους. Πολλά είναι κραυγαλέας διαφάνειας. Τόσα οικογενειακά ονόματα (πατρωνυμικά, με την κατάληξη -άδης και -ίδης, πλαστά ή κατά μετάφραση του τουρκικού «ογλού» (και όχι «μπιν»): όλα τους ετυμολογικώς διαφανή. Αλλα τα εξελληνισμένα επαγγελματικά. Και μερικά που αντιστάθηκαν και παραμένουν τουρκικά ή λατινογενή. Αν προχωρούσαμε στην απαρίθμηση παραδειγμάτων με τα επαγγελματικά θα φτάναμε στη σκιαγράφηση μιας καταγωγικής κοινωνικής στρωματογραφίας. Ας θυμηθούμε και τα λήγοντα σε -ειδής: χαρακτηρίζουν την όψη του ανθρώπου (διαφανή και δυσετυμολόγητα καθώς Μαυροειδής, Δρακονταειδής, Σουλαειδής). Δεν είναι ουσιαστικά αλλά επίθετα γι' αυτό και η «κακοειδής» γυναίκα. Αλλά μας χρειάζεται να ξέρουμε από πού προέρχονται τα ονόματά μας όπως χρειάζεται να ξέρουμε από πού προέρχονται τα ονόματα των εννοιών, των σχέσεων των ανθρώπων με τη φύση, των σχέσεων των ανθρώπων με τα δημιουργήματά τους. Τα ξέρουμε σε μεγάλο βαθμό, γιατί έχουν δουλέψει και γενιές γλωσσολόγων και ιστορικών. Εχουμε ακόμη κενά, εύκολο να αναπληρωθούν αν υπήρχε η φροντίδα, που κατά πολύ χάθηκε στο παρελθόν, να αξιοποιηθεί ο διανοητικός πλούτος που φέρνει η δυστυχία της μετανάστευσης. Αν, για παράδειγμα, στο παρελθόν εκείνοι που αποφασίζουμε να μας κυβερνάνε, είχαν ιστορικού τύπου εσωτερικές επιταγές, από χρόνια πολλά θα είχαμε οσμανολογικές σπουδές περιωπής, ξεκινώντας από κάποιους Χλωρούς και Καρολίληδες και φτάνοντας σε κάποιους Παπάζογλους και Σταυρινίδηδες ή σλαβικές και άλλες σπουδές. Τουλάχιστον ας κατανοήσουμε γιατί δεν έγιναν όλα αυτά και γιατί μας δίδαξαν από παλιά ένας Καντεμίρ ή ένας Καταρτζής ότι δεν πρέπει να εκφραζόμαστε με τη γλώσσα του κυρίαρχου, δηλαδή του κατακτητή. Και γιατί αυτό δεν ίσχυσε στις δυτικές κτήσεις: ερωτήματα που έχουν βρει τις απαντήσεις τους, αλλά που πρέπει να ξανατεθούν. Ισως γιατί οι απαντήσεις δεν ανταποκρίνονται παρά ως πραγματολογικές συμβολές στις απαιτήσεις μιας σύγχρονης (και «επικαιροποιημένης») ιστορικής αναζήτησης.
* Ο Σπ. Ι. Ασδραχάς είναι ιστορικός.
ΠΗΓΗ: εφημ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 20-2-2011
του Πασχου Mανδραβελη
Στις αρχές της δεκαετίας του '30 ο κόσμος χανόταν και η Ελλάδα πάλευε στα μανιασμένα κύματα της διεθνούς οικονομικής κρίσης. Ομως, όπως γράφει ο Μαρκ Μαζάουερ, στο βιβλίο του «Η Ελλάδα του Χίτλερ», το πολιτικό σύστημα της χώρας για άλλα ανησυχούσε: «Στη Βουλή (σ.σ. μετά τη χρεοκοπία του 1932) το πολιτειακό ζήτημα παρέμεινε ο άξονας γύρω από τον οποίο στρέφονταν όλα τα υπόλοιπα. Ενώ όμως ο πολιτικός κόσμος της Αθήνας συζητούσε εάν έπρεπε να επιτραπεί στον εξόριστο από το 1923 βασιλιά Γεώργιο να επιστρέψει, λίγο ασχολούνταν με την έντονη κοινωνική και οικονομική κρίση που μάστιζε τη χώρα. Στην Πελοπόννησο οι σταφιδοπαραγωγοί εξεγείρονταν, ξήλωναν τις σιδηροδρομικές γραμμές, έκαιγαν δημόσια κτίρια διαμαρτυρόμενοι για την απουσία κρατικής στήριξης. Απεργίες στη βιομηχανία σάρωσαν τη χώρα από την Καλαμάτα ώς την Καβάλα...».
Επεβλήθη η δικτατορία του Μεταξά, η χώρα πέρασε την Κατοχή με τρομακτικές ανθρώπινες και οικονομικές απώλειες, αλλά οι πολιτικοί δικαίωσαν τον αφορισμό του διανοούμενου κομμουνιστή Δημήτρη Γληνού ότι «τίποτε δεν λησμονούν από τις παλιές κακές τους συνήθειες και τίποτε δεν διδάσκονται από τις νέες πραγματικότητες». Αυτό το πιστοποιεί και ο Βρετανός απεσταλμένος κατά τη διάρκεια της Κατοχής Κρίστοφερ Γουντχάους, ο οποίος το 1948 σημείωνε στο βιβλίο του «Το Μήλον της Εριδος», πως «Λαϊκοί και Φιλελεύθεροι επανεμφανίσθηκαν στην σκηνή χωρίς σχεδόν να έχουν διευρύνει τη μεταξύ τους κατανόηση ή πλουτίσει την πείρα τους ύστερα από μια περίοδο δικτατορίας και κατοχής από το 1936 έως το 1944... Ο σκληρός πυρήνας και των δύο κομμάτων δεν έκαμε τίποτε άλλο από το να επαναλάβει το 1945 τη διένεξη από το σημείο που είχε μείνει το 1936».
«Ο Αθηναίος πολιτικός», σημειώνει ο Γουντχάους, «σπάνια είναι σε θέση να πει ποιο είναι το κοινωνικό (σ.σ. πολιτικό) πρόγραμμα του κόμματός του, επειδή ελάχιστα κόμματα έχουν τέτοιο πράγμα· η διένεξη γύρω από τις εσωτερικές υποθέσεις της χώρας περιορίζεται στο πολιτειακό».
«Οι ιδεολογικές διαφορές», συμπληρώνει ο Μαζάουερ, «δεν ήταν αυτό που χώριζε τους βενιζελικούς από τους αντιβενιζελικούς και δεν είχαν προωθήσει τη δημόσια συζήτηση στα πραγματικά ζητήματα που αντιμετώπιζε η χώρα· στο πρόβλημα των προσφύγων, στην αγροτική μεταρρύθμιση, στην ανάπτυξη της βιομηχανίας και στην ανάγκη νομοθεσίας περί κοινωνικής ασφάλισης. Τα κύρια κόμματα δεν είχαν ρίζες στη βάση, εκτός από εκείνους που εξασφαλίζονταν από τους προσωπικούς τους δεσμούς· και ακόμη κι αν οι ρίζες αυτές προχωρούσαν βαθιά, ήταν αδύναμες. Από τη στιγμή που ένας πολιτικός έχανε την επιρροή του στην κορυφή, κινδύνευε να δει τους πελάτες και τους οπαδούς του να στρέφονται αλλού για βοήθεια».
«Επειδή πολλές από τις σπουδαιότερες θέσεις στη διοίκηση και στην εκτελεστική εξουσία, που εμείς στην Αγγλία τις λέμε "μόνιμες", στην Ελλάδα αλλάζουν χέρια με κάθε κυβερνητική μεταβολή», επισήμανε ο Γουντχάους, «ο μέσος πολιτικός ενδιαφέρεται περισσότερο να εξασφαλίσει μια "προστασία" για τον εαυτό του και την οικογένειά του, παρά να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα των ψηφοφόρων της χώρας του... (και αυτό) δεν τον εμποδίζει να μιλάει μέχρι Δευτέρας Παρουσίας για προβλήματα που ενδιαφέρουν τον ίδιο στην πραγματικότητα».
Αυτή ήταν η πολιτική κατάσταση της χώρας πριν από ογδόντα χρόνια. Κάθε ομοιότητα με τη σημερινή δεν είναι καθόλου συμπτωματική.
ΠΗΓΗ: εφημ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 7-1-2012
Ο ήλιος καταυγάζει τον Σαρωνικό, την Αττική, την πόλη των Αθηνών. Καταυγάζει ψυχές και αλλάζει διάθεση. Καθώς υποδεχόμαστε το 2012, νιώθουμε ότι τίποτε δεν είναι ίδιο πια, ίδιο με ό,τι γνωρίζαμε· η χρονιά που τέλειωσε μάς κατέπληξε, μας πόνεσε, μας φόβισε, τόσο που να περιμένουμε τα πάντα, ακόμη και χειρότερα.
Θα είναι δύσκολο το '12, αλλά θα αρχίσει να φαίνεται πια το τέλος· το τέλος της καθόδου. Δηλαδή, το τέλος της αβεβαιότητας: αυτή είναι η πιο επώδυνη, αυτή μουδιάζει τις ψυχές και τα μυαλά. Η πρόσκρουση στον πάτο θα είναι ανακουφιστική, διότι θα σημάνει το τέλος των ψευδαισθήσεων σωτηρίας εξ ουρανού, θα τερματίσει τον φόβο και την απόγνωση. Σημαίνει γείωση στο χώμα και τη στάχτη. Θα σημάνει επανέναρξη.
Βαθιά μέσα μας πεταρίζει μια πίστη καταγόμενη από το Tikkin olan της Καμπάλα: εκεί στα σκοτάδια του πάτου, ξαναβρίσκουμε τον βαθύ χρόνο, τον χρόνο πριν από τον χρόνο, πριν από την πτώση, και μαζί μάς αποκαλύπτεται η δυνατότητα αποκατάστασης, η δυνατότητα να αποκαταστήσουμε τον ραγισμένο κόσμο μας, να τον επαναφέρουμε καινούργιο· εκεί στα σκοτάδια του βυθού, απόκειται η τρομερή δυνατότητα της ανακαίνισης. Οχι αναπαλαίωση, όχι αναστήλωση ερειπίων, αλλά ανακαίνιση μέσα από την καταστροφή.
Αυγή.
Ο ήλιος βάφει μαγικά τον ουρανό πάνω απ' την Καστέλλα. Παραβάλλω αυτό το πυρετώδες ηλιοβασίλεμα με τη ζωγραφική «Αυγή» που μου 'στειλε ο Μποκόρος για ευχή. Ηλιόβγαλμα και ηλιοβασίλεμα υποστασιώνονται στα μάτια μας με ίδια χρώματα, ίδιες φόρμες, ίδια φευγαλέα δυναμική, ίδιο κέντρισμα να στοχαστείς τον χρόνο: στο τέλος η αρχή. Κύκλος.
Η κρίση φέρνει στον νου τον κυκλικό χρόνο των προνεωτερικών ανθρώπων, τέτοιων που ζουν ακόμη, τέτοιων που ήταν οι γονείς και οι παππούδες μας. Τη χρειαζόμαστε αυτή την κρίση για να αποτινάξουμε την τυραννία του γραμμικού χρόνου, του αυθάδους διανύσματος της διαρκούς προόδου, της αλαζονικής συσσώρευσης. Η απόγνωση της κρίσης μάς προσφέρει μια βαθύτερη επίγνωση του χρόνου: ο χρόνος σπαταλιέται, όταν δεν τον ζεις απόλυτα και μοναδικά, με ό,τι έχεις, όπως είσαι· μόνο έτσι, αλλιώς, η ζωή κλειδώνει σε βρόχους, κάνει λούπες, ξοδεύεται και καίγεται.
Κατά τα λοιπά, οι άνθρωποι:
Μπαινοβγαίνω σε ηλικίες, κλέβοντας ομιλίες και σημάδια εφήβων, είκοσι-κάτι, τριάντα-φεύγα, μεσηλίκων, ηλικιωμένων. Σε καφενεία, τραπεζώματα, ραδιοθαλάμους, σε φυσαλίδες σοσιαλμιντιακές και σωματικές προσκρούσεις, όλοι μου μεταγγίζουν δύναμη και πίστη στη ζωή. Σκέφτομαι ότι αυτό το κεφάλαιο είναι αφάγωτο, οι άνθρωποι: απρόβλεπτοι, ανόμοιοι, πληγωμένοι, σκόρπιοι, παρ' όλ' αυτά ακατάβλητοι, πομποί αισθημάτων και ζωτικότητας.
«Θα σταθούμε όρθιοι, ρε!» μου σφίγγει ζωηρά το χέρι και με χτυπάει στον ώμο πολυπράγμων συνομήλικος στην οδό Ασκληπιού, κι ένας άλλος στη Σκουφά διασχίζει το οδόστρωμα, με φιλάει στο κρύο μάγουλο και ψιθυρίζει εμπιστευτικά μες στη βουή: «Υγεία, αδελφέ, αγάπη, κι όλα θα 'ρθουν ...;». Εγκαρδιωμένος μοιράζομαι κονιάκ και ρακές, ώσπου να σκοτεινιάσει καλά. Από κάθε πόρο της πόλης αναδύεται γνώση και καρτερία, και μια θέληση αμίλητη ακόμη, ωστόσο υπαρκτή, φουσκώνει στις φλέβες: Θα σταθούμε όρθιοι, δεν θα μας πάρει αποκάτω.
Ξυπνάω πριν την αυγή.
Είμαι στο πλοίο, ακτή Κονδύλη, Σαρωνικός, Κάβο Κολώνες, Κάβο Ντόρος ανταριασμένος, Τζια, Γιούρα, κάτω δυτικά τα Θερμιά, ο κάβος της Σύρας, το μπουγάζι του Τσικνιά, το Φανάρι. Στο τέρμα του δρόμου, ο Αϊ-Λούκας των κεκοιμημένων, φλογίτσες δαρμένες από τον βοριά, και χαμομήλια την άνοιξη. Φλογίτσες. Φωτογραφίες από βαφτίσια με βιολιά στο νησί, φωτογραφίες από βαφτίσια με κλαρίνα στο βάλτο. Φλογίτσες.
Είμαι ξανά στο πλοίο. Χωρίς βιβλίο, χωρίς μουσική. Μόνο με κύμα μανιασμένο κι αρμύρα και τσιγάρο κλεισμένο μες στη φούχτα. (Δεκάξι, στο «Ναϊάς Ι», πενήντα τρία, στο «Ιθάκη», ίδιο ταξίδι, πάντα το ίδιο, από το ένα λιμάνι στο άλλο, πότε για ζωή και πότε για θάνατο.)
Πίσω από κάθε ακρωτήρι ξεπροβάλλει ένα άλλο.
ΠΗΓΗ: εφημ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 7-1-2012
Ο διαβόητος επενδυτής Τζορτζ Σόρος στη στροφή του αιώνα πλησίασε σε ένα γεύμα τον ιστορικό Ερικ Χόμπσμπαουμ και τον ρώτησε τη γνώμη του για τον Μαρξ. Ο ιστορικός, θέλοντας να αποφύγει μια λογομαχία, του απάντησε με έναν γενικό χαρακτηρισμό, για να συμπληρώσει ο μεγαλοεπενδυτής: «Αυτός ο άνθρωπος ανακάλυψε κάτι για τον καπιταλισμό πριν από 150 χρόνια που οφείλουμε να το προσέξουμε». Το 2008 οι «Financial Times» του Λονδίνου είχαν βάλει πρωτοσέλιδο τίτλο «Ο καπιταλισμός σε αναταραχή». Ο Χόμπσμπαουμ δεν έχει αμφιβολία, ο Μαρξ γίνεται και πάλι επίκαιρος. Και αυτή την επικαιρότητά του προσπαθεί να αναδείξει στο βιβλίο του Πώς να αλλάξουμε τον κόσμο. Ο Χόμπσμπαουμ πιστεύει ότι υπάρχουν δύο σοβαροί λόγοι για να ξαναδούμε τη θεωρία του Μαρξ. Ο πρώτος είναι ότι η πτώση του «υπαρκτού» απελευθέρωσε τον Μαρξ από τους πάσης λογής ερμηνευτές του και «κυρίως από την καθολική ταύτισή του με τη λενινιστική θεωρία και τα λενινιστικά καθεστώτα». Ο δεύτερος λόγος είναι ότι κατά τη εκτίμησή του «ο παγκοσμιοποιημένος καπιταλιστικός κόσμος που αναδύθηκε τη δεκαετία του 1990 ήταν αλλόκοτα παρόμοιος με αυτόν που προέβλεπε ο Μαρξ στο "Κομμουνιστικό μανιφέστο"». Ο Ερικ Χόμπσμπαουμ θέτει το έργο του Μαρξ ατόφιο μπροστά του και προσπαθεί να το δει από την αρχή. Διαπιστώνει ότι πολλά από όσα έγραψε ο Μαρξ «είναι παρωχημένα και κάποια δεν είναι πλέον αποδεκτά». Καταλήγει ότι πρέπει να απορρίψουμε την ιδέα ότι υπάρχει σημαντική διαφορά ανάμεσα στον «ορθό» και τον «λάθος» μαρξισμό λέγοντας ότι ο τρόπος που ο μαρξισμός εξετάζει τα πράγματα θα μπορούσε να αποδώσει διαφορετικά συμπεράσματα και πολιτικές απόψεις.
Ο Χόμπσμπαουμ θα σταθεί ιδιαίτερα στα σημεία ανάλυσης του Μαρξ που παραμένουν βάσιμα και ουσιώδη. Το πρώτο αφορά την ανάλυση της παγκόσμιας δυναμικής του καπιταλισμού να αναπτύσσεται καταστρέφοντας όλα όσα προηγήθηκαν, ακόμη και εκείνα από τα οποία ο καπιταλισμός ωφελήθηκε, όπως η δομή της οικογένειας. Το δεύτερο αφορά την ανάλυση του μηχανισμού της καπιταλιστικής ανάπτυξης που επιτυγχάνεται με τη γέννηση εσωτερικών αντιφάσεων - ατέρμονες περιόδους εντάσεων και πρόσκαιρες λύσεις.
Πρόκειται για μια δίχως τέλος «δημιουργική καταστροφή» όπως έλεγε ο Σουμπέτερ, που θα οδηγούσε σε μια υπερβολικά συγκεντρωτική οικονομία. Οχι όμως όπως την αντιλαμβάνονταν οι σχεδιαστές της σοβιετικής οικονομίας αλλά όπως τη γνωρίζουμε σήμερα όπου μερικές χιλιάδες άνθρωποι καθορίζουν σε παγκόσμιο επίπεδο την οικονομία όλου του κόσμου. Το τρίτο σημείο, που αποτελεί και διαπίστωση του νομπελίστα οικονομίας σερ Τζον Χικς, είναι ότι ο μαρξισμός είναι η αναπόφευκτη θεωρία για όλους όσοι προσπαθούν να εντάξουν σε ένα γενικό πλαίσιο τη γενική διαδρομή της Ιστορίας, καθώς είναι αναγκασμένοι να χρησιμοποιήσουν τις μαρξιστικές κατηγορίες ή κάποια τροποποιημένη εκδοχή τους, εφόσον είναι ελάχιστες οι διαθέσιμες εναλλακτικές εκδοχές.
Το ερώτημα που θέτει ο Χόμπσμπαουμ με τον τίτλο του βιβλίου του ανακαλεί τη γνωστή ενδέκατη θέση του Μαρξ για τον Φόιερμπαχ: «Οι φιλόσοφοι δεν έκαναν τίποτε άλλο παρά να εξηγούν τον κόσμο με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Το πρόβλημα είναι να τον αλλάξουμε», για να διαπιστώσει ότι οι ερμηνευτές του Μαρξ απέτυχαν να τον αλλάξουν. Αλλά και ο ίδιος ο Μαρξ έπεσε έξω στην πρόβλεψή του ότι η αντικατάσταση του καπιταλισμού θα πραγματοποιούνταν από την «απαλλοτρίωση των απαλλοτριωτών», που βασιζόταν στην a priori υπόθεση (και όχι στην ανάλυση του μηχανισμού του καπιταλισμού) ότι η εκβιομηχάνιση θα δημιουργούσε πληθυσμούς χειρωνακτών προλετάριων. Ωστόσο, διαπιστώνει ο Χόμπσμπαουμ η εξαθλίωση δεν οδηγεί αναγκαστικά στην «απαλλοτρίωση των απαλλοτριωτών». Με λίγα λόγια, στην ανάλυση του Μαρξ εντοπίστηκαν ελπίδες για το μέλλον οι οποίες όμως δεν απέρρεαν από αυτήν.
Το εργατικό κίνημα και το μέλλον του
Μια παρερμηνεία επίσης του Μαρξ ήταν η θέση ότι τα εργατικά κινήματα πρέπει να γίνουν ή να παραμείνουν επαναστατικά.
Η πράξη απέδειξε ότι «το προλεταριάτο ήταν ή θα γινόταν μια πραγματικά επαναστατική τάξη ήταν προφανές πως ήταν αβάσιμη». Στις περισσότερες χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού τα εργατικά κινήματα συμβίωναν με το ανθηρό οικονομικό σύστημα των αρχών του 20ού αιώνα.
Οι εργάτες, διαπιστώνει ο άγγλος ιστορικός, στη χρυσή εποχή του ρεφορμισμού (1947-2973) ήταν σε ασύγκριτα καλύτερη κατάσταση από ό,τι θα μπορούσαν να φανταστούν και οι πιο αισιόδοξοι εκπρόσωποί τους πριν από το 1914. Μετά το 1970, όμως, οι σοσιαλδημοκράτες και τα ρεφορμιστικά συνδικάτα έχασαν τα βασικά τους θεμέλια: πρώτον, συρρικνώθηκε η χειρωνακτική εργατική τάξη με αποτέλεσμα να χάσει τη δυνατότητά της να ενώνει. Δεύτερον, με την πτώση του «υπαρκτού» εξέλιπεν ο φόβος του κομμουνισμού, ο οποίος τροφοδοτούσε τα ρεφορμιστικά συνδικάτα και τρίτον, η κοινωνική πολιτική των κυβερνήσεων άρχισε να μειώνεται και να κερδίζει οφέλη ο οικονομικός φιλελευθερισμός.
Ο Χόμπσμπαουμ διαπιστώνει όμως ότι και σήμερα εξακολουθεί να υπάρχει χάσμα μεταξύ κοινωνικών ομάδων με διαφορετικά συμφέροντα, έστω και αν αυτές τις ομάδες δεν τις αποκαλούμε «τάξεις». Το κράτος και οι θεσμοί του είναι αυτοί που διανέμουν το κοινωνικό προϊόν, συνεπώς η πολιτική παραμένει μια απαραίτητη διάσταση του αγώνα.
Ομως η κρίση δεν σημαίνει και αναπόφευκτη άνοδο της ιδεολογικής Αριστεράς. Ο άγγλος ιστορικός θυμίζει πως μετά την κρίση του 1929 -1933 σημειώθηκε μια δραματική απομάκρυνση από τα εργατικά κινήματα και την Αριστερά.
Πιο προφανές φαίνεται σε αυτή την εποχή του συνδυασμού της παγκοσμιοποίησης και της μεγάλης μαζικής ανεργίας η ανάπτυξη του πολιτικού εθνικισμού που μπορεί να κολακεύει τα ξενοφοβικά και προστατευτικά αιτήματα της λαϊκής εργατικής τάξης. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Χόμπσμπαουμ από όλους τους μαρξιστές επιλέγει να μνημονεύσει αναλυτικά τη σκέψη του Γκράμσι, του μόνου θεωρητικού που ανέπτυξε μια πολιτική θεωρία ικανή να δουλέψει για τον κοινωνικό μετασχηματισμό χωρίς ιδεοληψίες και ανέφικτα οράματα.
Ο Χόμπσμπαουμ θα κλείσει το βιβλίο του με μια αισιόδοξη νότα. Θα πει ότι ανακαλύψαμε και πάλι ότι ο καπιταλισμός δεν είναι η απάντηση αλλά το ερώτημα και αυτό είναι φανερό από την κατάρρευση των θεωριών του «τέλους της Ιστορίας», την απαξίωση της δήθεν απτόητης νίκης του οικονομικού και πολιτικού φιλελευθερισμού. Ως ιστορικός θα εκτιμήσει ότι οι απόπειρες του 20ού αιώνα να χειριστεί την ιστορία ως οικονομικό παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου απέτυχαν. Οπως απέτυχαν και οι υποσχόμενοι την εναλλακτική λύση του σοσιαλισμού μέσω της επανάστασης της χειρωνακτικής εργατικής τάξης. Και καταλήγει ότι «ένα σύστημα εναλλακτικό μπορεί να μην είναι στον ορίζοντα, αλλά το ενδεχόμενο της διάλυσης, ακόμη και της κατάρρευσης του υπάρχοντος συστήματος δεν πρέπει πλέον να αποκλείεται. Καμία πλευρά δεν ξέρει τι θα συνέβαινε ή τι θα μπορούσε να συμβεί στην περίπτωση αυτή». Την πεποίθησή του ότι κάτι μπορεί να αλλάξει τροφοδοτεί η εκτίμηση που δέχονται αριστεροί και δεξιοί ότι η απεριόριστη ανάπτυξη για την επιδίωξη ενός συνεχώς μεγαλύτερου κέρδους αποβαίνει σε βάρος των ανθρώπινων και φυσικών πόρων του πλανήτη.
ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 7-1-2012
του Αντώνη Λιάκου *
Ο φόβος είναι συναίσθημα πολύ ισχυρότερο της ελπίδας. Οχι μόνο σήμερα. Η νευροϊστορία, που εξερευνά τη δημιουργία του ανθρώπινου είδους σε μεγάλο βάθος χρόνου, ισχυρίζεται πως ο φόβος έχει εγγραφεί στους νευρώνες μέσα από διαδοχικά, απρόβλεπτα και ανεξήγητα σοκ τρόμου. Από το κυρίαρχο αρσενικό ανθρωποειδές που τρομοκρατούσε περιοδικά την ομάδα για να εδραιώσει την κυριαρχία του ως τους μεσαιωνικούς ιππότες που έσπερναν τον τρόμο στους αγρότες αρπάζοντας, σκοτώνοντας, βιάζοντας και καίγοντας τα χωριά τους. Από τους εξαναγκασμούς σε θάνατο του πληθυσμού από λιμό ως τις οικονομικές κρίσεις που απαιτούν αίμα και θυσίες, πάνω στον φόβο βασίστηκε η δημιουργία των κοινωνικών ιεραρχιών, συμπυκνώθηκαν εξουσίες, δημιουργήθηκαν κράτη. Σοκ και δέος ονομάστηκε ο πόλεμος στο Ιράκ. Ο φόβος είναι συστατικό στοιχείο της εξέλιξης των ανθρώπινων κοινωνιών, κυκλοφορεί μέσα στις φλέβες της Ιστορίας. Και το υπερθετικό του είναι η απελπισία. Η παντελής έλλειψη κάθε ελπίδας. Η συστροφή της οδύνης στον εαυτό της.
Η μόνη χαραμάδα εξόδου προς την ελπίδα είναι πόνος και βάσανα να αποκτήσουν νόημα. Γιατί αβάσταχτη είναι η οδύνη εκείνη που δεν καταλαβαίνουμε. Εκείνη που δεν έχει νόημα. Το μαρτύριο του Σίσυφου ήταν χειρότερο από εκείνο του Προμηθέα. Γιατί του Προμηθέα το μαρτύριο είχε νόημα: έδωσε τη φωτιά στους ανθρώπους, δηλαδή τη δυνατότητα δημιουργίας. Για να υπάρξει νόημα λοιπόν πρέπει να υπάρξει διανοητικό πλαίσιο. Το πλαίσιο αυτό, έχοντας ως κεντρικό του σημείο τη Λύτρωση, ήταν αυτό που πρόσφερε ο Χριστιανισμός. Η συνάντηση με το κακό, η νίκη του κακού δεν μπορούσε να είναι οριστική. Τα βάσανα των ανθρώπων, τα τωρινά και τα μελλούμενα, είναι το αντίτιμο της σωτηρίας τους. Η χριστιανική διδασκαλία προσέφερε το ισχυρότερο αντίδοτο στον φόβο: το νόημα. Δηλαδή τη νοητική και ψυχική επεξεργασία η οποία τον ακύρωνε. Δεν ακύρωνε τον πόνο, του έδινε νόημα, και έτσι δημιουργούσε αντίδοτο στον φόβο. Ο φόβος παρέμενε ισχυρός για όσους ήταν εκτός πλαισίου. Για όσους δεν είχαν «φόβο Κυρίου».
Ο Διαφωτισμός ήταν μια γιγάντια επιχείρηση αποτίναξης του φόβου από τις ευρωπαϊκές κοινωνίες, την ίδια εποχή βέβαια που οι λευκοί κυρίαρχοι έσπερναν τρόμο στις άλλες ηπείρους του πλανήτη. Η πρόοδος ήταν μια καινούργια έννοια σταδιακής βελτίωσης. Τα πράγματα πάνε από το καλό στο καλύτερο, ένα αόρατο χέρι τα οδηγεί, και αν φαίνονται αντιφατικά πολλές φορές, τελικά το καλό πάντα νικάει το κακό. Πολλές δεκαετίες πορεύτηκαν με την αισιοδοξία αυτή οι ευρωπαϊκές κοινωνίες, έως ότου συνειδητοποίησαν, και συνειδητοποιούν σιγά-σιγά, ότι ο φόβος πια δεν έδρευε έξω, μακριά από την ελπίδα, αλλά μερικές φορές ήταν συνυφασμένος μαζί της. Αυτή η τρομερή συνειδητοποίηση ότι πηγή του φόβου είναι η ίδια η νεωτερικότητα, δημιούργησε μια τεράστια αμφιθυμία. Ελπίζουμε εκείνο που φοβόμαστε, ή φοβόμαστε εκείνο που ελπίζουμε.
Ας δούμε μερικά παραδείγματα:
Η διατήρηση της υγείας και η επιμήκυνση της ζωής είναι από τις πιο παλιές, μύχιες και ισχυρές προσδοκίες, ατομικές και συλλογικές. Η επέμβαση στο ανθρώπινο γονιδίωμα, η δημιουργία κλώνων για μεταμοσχεύσεις, η σε προοπτική «βελτίωση» του ανθρώπινου είδους απελευθερωμένου από τον πόνο, η χειραφέτηση από τους περιορισμούς της βιολογίας, αποτελούν ταυτόχρονα και πηγή ελπίδας, και πηγή φόβου. Κι αν καταλήξει σε πολλά είδη ανθρώπων και υπερανθρώπων; Το όνειρο γίνεται εφιάλτης ενός μελλοντικού ανθρώπινου Jurassic Park. Αλλά δεν είναι κάτι μελλοντικό, ούτε κάτι που δεν μας ακουμπάει, καθώς εισερχόμαστε στην ιατρική τεχνοεπιστήμη σε κάποια φάση της ζωής μας, και χάνουμε το νήμα στους λαβυρίνθους μιας απίστευτης περιπέτειας, όπου κάθε ελπίδα μας βυθίζει πιο βαθιά στο υποφέρειν. Δεύτερο παράδειγμα: Αν όλοι οι άνθρωποι που κατοικούν στον πλανήτη συμμεριστούν έστω και στο ελάχιστο τον τρόπο ζωής όχι των πλουσίων, αλλά των μικρομεσαίων κατοίκων των δυτικών χωρών, ο πλανήτης θα πεθάνει, παρασύροντας μαζί του το ανθρώπινο είδος. Γιατί η ανθρωπότητα δεν «φιλοξενείται» πλέον πάνω στον πλανήτη, αλλά από τον καιρό που η μηχανή της προόδου μπήκε σε κίνηση μετατράπηκε σε μια γεωλογική δύναμη που συνδιαμορφώνει το βιοκλιματικό μέλλον της Γης. Τρίτο παράδειγμα, η σύγχρονη οικονομική κρίση: Αν αγνοήσουμε τη γνωστή στερεοτυπική σκέψη, θα αντιληφθούμε πως είμαστε παγιδευμένοι σε ένα σύστημα του οποίου η μεγέθυνση οδηγεί στη συρρίκνωση. Θα αντιληφθούμε πώς μια κοινωνία που ευαγγελιζόταν την ανάπτυξη, την αφθονία και την ευημερία δεν μπορεί να διατηρήσει ένα στοιχειώδες κράτος προνοίας. Θα καταλάβουμε πως η προσφερόμενη θεραπεία έχει τίμημα τη διεύρυνση των ανισοτήτων, που προκαλούν με τη σειρά τους νέες κρίσεις και νέες ανισότητες.
Δεν υπάρχει λοιπόν ελπίδα; Αν το αντίδοτο του φόβου είναι το νόημα, τότε εκεί που βρίσκεται η ελπίδα είναι στην αναζήτηση του νοήματος.
Δηλαδή σε μια μεγάλη διανοητική κινητοποίηση για να καταλάβουμε τι μας συμβαίνει. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την Ελλάδα. Το global υπάρχει στο local και η ιδιαιτερότητα αντικατοπτρίζει τον τρόπο που παγκόσμιες τάσεις αποκρυσταλλώνονται σε συγκεκριμένες συνθήκες. Βρισκόμαστε σε ένα καταπληκτικό παρατηρητήριο της μεγάλης κρίσης της νεωτερικότητας, όσο και αν βιώνεται οδυνηρά. Η μεγάλη ελπίδα είναι να μετατρέψουμε την κρίση σε κριτική. Σε διανοητική και έμπρακτη κριτική. Η ελπίδα βρίσκεται στο να μετατρέψουμε τη διαμαρτυρία σε δημιουργικότητα, σε μια δημιουργικότητα που θα κυκλοφορεί στο αίμα αυτής της κοινωνίας, αντίδοτο στις ενέσεις φόβου που τις προκαλούν κρίσεις πανικού κάθε λίγο και λιγάκι.
* Ο κ. Αντώνης Λιάκος είναι καθηγητής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Οι σκέψεις αυτές αναπτύσσονται εκτενέστερα στο πρόσφατο βιβλίο του «Αποκάλυψη, Ουτοπία και Ιστορία» (εκδόσεις Πόλις)
ΠΗΓΗ: εφημ.ΤΟ ΒΗΜΑ, 7-1-2012