Τρίτη, 9 Φεβρουαρίου 2010

Η απελπισία γενεσιουργός αιτία της ενδοσχολικής βίας

Η ενδοσχολική βία κλιμακώνει επικίνδυνα την παρουσία της. Σε σημείο που να μην μπορούμε άλλο να της γυρνάμε την πλάτη. Για να προσεγγίσουμε την ενδοσχολική βία δεν θα πρέπει να την εξετάσουμε μεμονωμένα και ανεξάρτητα από τον κοινωνικό μας περίγυρο, την οικογένεια και το ίδιο το εκπαιδευτικό μας σύστημα. Τα παιδιά αναπαράγουν την ενδοοικογενειακή βία, τα κοινωνικά αδιέξοδα και τις ανεπάρκειες του εκπαιδευτικού μας συστήματος μέσα στο ίδιο το σχολικό περιβάλλον.

της Μίτσης Σχοινά, Κλινικής Ψυχολόγου - Ψυχοθεραπεύτριας, D.E.A.

Για την Ελλάδα, τα τελευταία τραγικά γεγονότα του Ρέντη ήταν η μοιραία κατάληξη των όσων είχαν προηγηθεί και αντιμετωπίζονταν ως μεμονωμένα περιστατικά. 

Από το 2006 (έρευνα ΕΚΚΕ) η σχολική βία στη χώρα μας περιλαμβάνει καταστροφές σχολικού εξοπλισμού, βανδαλισμούς, λεκτική και σωματική βία (ξυλοδαρμούς), εκφοβισμούς και αποκλεισμούς από τις παρέες. Στα αστικά κέντρα εμφανίζεται το μεγαλύτερο ποσοστό. Μαθητές με χαμηλή βαθμολογία εμπλέκονται περισσότερο σε παρόμοια περιστατικά, είτε ως θύτες είτε ως θύματα. Τα αγόρια είναι συχνότερα δράστες και θύματα σχολικού εκφοβισμού, με εξαίρεση τη περίπτωση σεξουαλικής προσβολής όπου θύματα είναι κυρίως τα κορίτσια. 

Από έρευνα που διενεργήθηκε από την εταιρία ερευνών PULSE R.C με την επιστημονική συνεργασία του ΕΚΚΕ υπό τον τίτλο 'παιδική και νεανική βία μέσα από τα μάτια των γονέων' προκύπτει ότι σε σύνολο 1566 γονέων με παιδιά ηλικίας 10-17 ετών από το λεκανοπέδιο Αττικής, ένας στους δύο γονείς 'ομολόγησε ότι τα παιδιά τους πάσχουν από άγχος ή κατάθλιψη' ! Το 92% των γονέων δηλώνει ότι έχει πολύ καλές ή καλές σχέσεις με το παιδί του, εντούτοις, οι 3 στους 10 ομολογούν ότι αφιερώνουν την ημέρα λιγότερο από 1 ώρα έως καθόλου για το παιδί τους. 

Η σχολική βία ως βία «που εκφράζει αίτημα» χρειάζεται πάνω απ' όλα μία απάντηση ανοχής, διαλόγου, στήριξης και διαθεσιμότητας και όχι εύκολες ακυρωτικές λύσεις τύπου 'αποδιοπομπαίου τράγου'. Στόχος του κάθε σχολείου και της εκπαί


δευσης είναι η κοινωνικοποίηση των μαθητών και η ανάδειξη της ατομικότητας μέσα από την συλλογικότητα, τη συνεργασία της ομάδας, την αποδοχή του διαφορετικού. Ο στόχος αυτός

δεν επιτυγχάνεται, γιατί απλούστατα δεν έχει τεθεί ποτέ. Το υπάρχον εκπαιδευτικό σύστημα αδυνατεί να κάνει την αυτοκριτική του και να εκσυγχρονιστεί απαντώντας στην ανάγκη δημιουργίας ενός ομαδο-συνεργατικού συστήματος εκπαίδευσης όπου ο ρόλος του μαθητή θα μεταβληθεί από μία παθητική στάση ατομικής αποδοχής γνώσεων σε μία ενεργητική αναζήτηση και επεξεργασία γνώσεων, έκφρασης ιδεών και συναισθημάτων σε ομαδική βάση

Το κυρίαρχο εκπαιδευτικό σύστημα με την στείρα και άκριτη αποστήθιση της διδακτέας ύλης οδηγεί στην τυποποίηση της γνώσης και στην αδυναμία να αναπτύξει ο μαθητής μία προσωπική σχέση με αυτή και μέσω αυτής με τους συμμαθητές του. Το γεγονός αυτό ακυρώνει τους νέους και τους οδηγεί σε σταδιακή συρρίκνωση της εικόνας εκτίμησης του εαυτού τους, σε αδυναμία να εκφράσουν τη ματαίωση και το θυμό τους. Η ανεπάρκεια και η κρίση του εκπαιδευτικού συστήματος οδηγεί σε διάφορα επεισόδια (βίαιες συμπεριφορές και συγκρούσεις) που αναδεικνύουν τις δυσκολίες κοινωνικοποίησης και ενσωμάτωσης των μαθητών. Έτσι, η σχολική βία αναγορεύεται σε αίτημα-πρόφαση-αντίδραση

Το σχολικό περιβάλλον, για να αποκτήσει πρωτίστως σχέσεις συνοχής, αλληλεγγύης και ανθρωπισμού, πρέπει να εκπαιδεύει στα πλαίσια της ομάδας και όχι να οδηγεί στην αναπαραγωγή ενός εκπαιδευτικού μονόδρομου με στόχο την βαθμολογική αξιολόγηση του μαθητή από τον δάσκαλο όπως γίνεται σήμερα.  Ένα ομαδο-συνεργατικό σύστημα εκπαίδευσης αποβλέπει στο να κινητοποιήσει τον μαθητή με την ενεργητική ισότιμη συμμετοχή του στα πλαίσια της μαθητικής ομάδας με στόχο την κριτική επεξεργασία, κατανόηση, παρουσίαση και αφομοίωση της διδακτέας ύλης. Ο ρόλος του καθηγητή παραμένει το ίδιο αναγκαίος και σημαντικός καθώς κατευθύνει και συντονίζει τις μαθητικές ομάδες στα νέα τους καθήκοντα, αξιολογεί και εμπλουτίζει το έργο τους. Η ανάπτυξη δυναμικής στα πλαίσια μιας σχολικής ομάδας απαντά στις πρωταρχικές και επιτακτικές ανάγκες των νέων για επικοινωνία, αυτοπραγμάτωση, δημιουργική έκφραση και αυτοαξιολόγηση

Ασφαλώς, η βία των μαθητών και των νέων έχει πολλές αιτίες πέραν της μονοδιάστατης σχολικής φίμωσης/ντρεσαρίσματος που υφίστανται. Παράγοντες όπως η οικογενειακή αποξένωση, η στέρηση σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης, οι απρόσωπες σχέσεις γειτονίας, το έλλειμμα φυσικού και κοινωνικού ζωτικού χώρου, η αλλοτρίωση και παθητικοποίηση των ηλεκτρονικών παιχνιδιών, της τηλεόρασης και των Η/Υ, η μαζική προβολή και η ηρωοποίηση της βίας, η αύξηση της φτώχειας, της εγκληματικότητας και του κοινωνικού ρατσισμού αποτελούν μερικές από τις βασικότερες αιτίες της νεανικής και σχολικής βίας. Όμως, το σχολείο είναι το βασικό εργαστήρι διάπλασης των νέων ανθρώπων και το ουσιαστικότερο μέσο παρέμβασης που διαθέτει η κοινωνία για την ισορροπημένη και υγιή ψυχοσωματική ανάπτυξή τους. Εάν δεν αξιοποιηθεί σωστά ο εργαλειακός του χαρακτήρας-κλειδί, τότε η νεολαία και η κοινωνία δεν θα μπορέσουν να αναπτύξουν αντιστάσεις στην κλιμακούμενη βία.

Τρίτη, 9 Φεβρουαρίου 2010

Υλισμός και αντι-υλισμός

του Νίκου Μουζέλη


Το πρόσφατο σκάνδαλο με τις εξετάσεις του διεθνούς μπακαλορεά (ΙΒ) αποκαλύπτει πολλά για την κοινωνία στην οποία ζούμε. Οπως έγινε γνωστό, το αντίτιμο για την αγορά των ερωτήσεων ήταν 10.000 ευρώ ανά άτομο. Το ότι σε γνωστά ιδιωτικά σχολεία ένας σημαντικός αριθμός μαθητών της τελευταίας τάξης του λυκείου αγόρασε τα θέματα δεν δείχνει μόνο την ευρηματικότητα αυτών που τα έκλεψαν, ούτε τη μαγκιά των μαθητών που ήξεραν από πριν τα θέματα. Δείχνει κυρίως τη νοοτροπία των γονιών που έδωσαν στους κανακάρηδές τους τα χρήματα για να τα αγοράσουν. Είναι μια νοοτροπία που βασίζεται στην αντίληψη πως όλα μπορεί κανείς να τα αγοράσει. Οτι το χρήμα ανοίγει όλες τις πόρτες- ακόμα και τις πιο αμπαρωμένες. Είναι μια αντίληψη του κόσμου και της ζωής που συνδέεται άρρηκτα με τον ανεγκέφαλο, ακραίο καταναλωτισμό- με τις Ρorsche, τα κότερα, την γκλαμουριά, τις κιτς βίλες-παλατάκια και τα συνακόλουθα. Πρόκειται για έναν τύπο ευδαιμονισμού που διαφέρει ριζικά από αυτόν του Επίκουρου- αφού ο τελευταίος θεωρεί την πειθαρχία ως βασική προϋπόθεση για την επίτευξη της γνήσιας απόλαυσης. Με άλλα λόγια, η σύγχρονη καταναλωτική κουλτούρα επειδή δεν έχει ούτε όρια ούτε μπούσουλα οδηγεί σε έναν ρηχό ευδαιμονισμό που δεν δυναμώνει αλλά υποσκάπτει την ατομική αυτονομία. Οδηγεί στην αλλοτρίωση παρά στη χειραφέτηση του ατόμου.

Θα πει βέβαια κανείς πως αυτού του είδους η ζωή πάντα υπήρχε και πάντα θα υπάρχει όσο υπάρχουν μεγάλες ανισότητες και διαφορές μεταξύ εχόντων και μη εχόντων. Υπάρχουν όμως, σε σχέση με το παρελθόν, δύο βασικές διαφορές. Σε πιο παραδοσιακές κοινωνίες το χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών δεν ήταν μόνο πολιτικο-οικονομικό αλλά και πολιτισμικό. Αυτοί που ήταν στη βάση της κοινωνικής πυραμίδας έβρισκαν παρηγοριά στα εκτεταμένα συγγενικά δίκτυα, στη θρησκεία και γενικά στην παράδοση (όλες οι εμπειρικές, κοινωνιολογικές μελέτες περί εκσυγχρονισμού δείχνουν πως οι κατηγορίες του πληθυσμού που εκσυγχρονίζονται τελευταίες είναι τα οικονομικά αδύνατα στρώματα ιδίως οι πληθυσμοί της αγροτικής περιφέρειας). Σήμερα το πολιτισμικό χάσμα έχει σημαντικά αμβλυνθεί. Πλούσιοι και φτωχοί, μέσω της τηλεόρασης και των άλλων ΜΜΕ, αποκτούν όλο και περισσότερο μια υλιστική, καταναλωτική κουλτούρα. Εχουν μεν παρόμοιες ανάγκες, με τη διαφορά βέβαια πως οι πρώτοι μπορούν να τις ικανοποιήσουν ενώ οι δεύτεροι δεν μπορούν.

Επιπλέον, υπάρχει μια δεύτερη βασική διαφορά. Στην πρώιμη νεωτερικότητα (19ος αιώνας), με την εδραίωση του κράτους-έθνους στις αναπτυγμένες χώρες και με τη διαδικασία δημιουργίας εθνικής συνείδησης και ταυτότητας στις αναπτυσσόμενες, ο πατριωτισμός- είτε ήταν συνδεδεμένος με τη θρησκεία και την οικογένεια είτε όχι- έδινε μια μη υλιστική διάσταση στην ανθρώπινη ύπαρξη. Αργότερα η μαρξιστική ιδεολογία, τα εργατικά κινήματα, η πάλη των τάξεων κινητοποίησαν ένα μεγάλο μέρος των μη προνομιούχων και των διανοουμένων σε έναν τρόπο ζωής που λειτουργούσε σαν αντίβαρο στον καταναλωτικό υλισμό.

Σήμερα ο πατριωτισμός τείνει να μετατραπεί σε έναν σοβινιστικό ρατσισμό, η μαρξιστική ιδεολογία έχει ξεφτίσει, τα εργατικά κινήματα και οργανώσεις περιθωριοποιούνται και οι δημόσιοι διανοούμενοι σταδιακά εξαφανίζονται. Οσο για την οικογένεια και τη θρησκεία, η πρώτη αποδιοργανώνεται ενώ η δεύτερη, μέσω της εκκοσμίκευσης, συρρικνώνεται ή πάει χέρι χέρι με τον αυταρχισμό και τη μισαλλοδοξία της άκρας Δεξιάς.

Βρισκόμαστε έτσι σε ένα αδιέξοδο. Η επιστροφή στις παραδοσιακές αξίες δεν είναι δυνατή- ή όταν επιχειρείται, καταλήγει σε έναν δογματικό φονταμενταλισμό (π.χ. ιρανικός ισλαμισμός, η ευαγγελική Δεξιά στις ΗΠΑ). Ετσι η μόνη διέξοδος είναι ο άκρατος καταναλωτικός υλισμός. Οι καταναλωτικοί παράδεισοι των πλουσίων και τα καταναλωτικά όνειρα των φτωχών χαρακτηρίζουν όλο και περισσότερο τον σύγχρονο βίο. Ζούμε δηλαδή μια κατάσταση όπου η ζωή αρχίζει και τελειώνει σε μια πνευματική έρημο. Σε ένα μεταμοντέρνο πλαίσιο όπου πέρα από τον καταναλωτικό ευδαιμονισμό δεν υπάρχουν αντίβαρα, δεν υπάρχουν αξίες και διαδικασίες ικανές να νοηματοδοτήσουν την ανθρώπινη ύπαρξη.


Ολα όμως δεν είναι τόσο μαύρα. Υπάρχουν στη νέα γενιά σημάδια αντίδρασης στα παραπάνω. Σήμερα δεν έχουμε μόνο τα golden boys του χρηματοπιστωτικού συστήματος και όλους αυτούς που το μόνο όνειρό τους είναι ο γρήγορος πλουτισμός, έχουμε συγχρόνως νέες και νέους που νοιάζονται για το περιβάλλον και για την παγκόσμια φτώχεια. Εχουμε τους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα, τη Διεθνή Αμνηστία και τα διάφορα κινήματα που μάχονται για την εξάπλωση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Εχουμε τέλος νέες και νέους που ψάχνουν για μια νέα, γνήσια πνευματικότητα εντός ή και εκτός των καθιερωμένων εκκλησιών/θρησκειών. Μια πνευματικότητα απαλλαγμένη από δόγματα και εθνοκεντρικούς, βάρβαρους φανατισμούς. Για τη στιγμή βέβαια αυτού του είδους οι αντι-υλιστικές τάσεις βρίσκονται στα σπάργανα. Δεν έχουν τη δύναμη να αναχαιτίσουν τη νεοφιλελεύθερη θεοποίηση της αγοράς και του χρήματος. Αυτό όμως μπορεί στο μέλλον να αλλάξει. Πώς; Θα ασχοληθώ με το θέμα στο επόμενο άρθρο μου.


ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ , 9-8-2009

Τρίτη, 9 Φεβρουαρίου 2010

Πώς κατακτιέται η ελευθερία;

του Θανάση Γιαλκετση

Στις σύγχρονες φιλελεύθερες δημοκρατίες η ελευθερία θεωρείται ηυπέρτατη πολιτική αξία. Πόσο ελεύθεροι όμως μπορεί να είναι οι πολίτες, όταν επιλέγουν την αποχή από τον δημόσιο βίο ή αρκούνται μόνο στη συμμετοχή, κάθε τέσσερα χρόνια, στην εκλογική διαδικασία; Ο Ζαν-Ζακ Ρουσό στο «Κοινωνικό συμβόλαιο» σημείωνε: «Ο αγγλικός λαός νομίζει ότι είναι ελεύθερος· απατάται οικτρά· είναι ελεύθερος μόνο κατά τη διάρκεια της εκλογής των μελών του Κοινοβουλίου· μόλις εκλεγούν, είναι δούλος, δεν είναι τίποτα. Ο τρόπος με τον οποίο διαχειρίζεται τις σύντομες στιγμές της ελευθερίας του αποδεικνύει ότι αξίζει να τη χάσει».

Το ερώτημα είναι κρίσιμο και τίθεται με νέους όρους στις μέρες μας. Παραμένει άραγε ελεύθερος ένας λαός ο οποίος αναδιπλώνεται στην ιδιωτική του σφαίρα και υιοθετεί απροκάλυπτα ατομικιστικές και εγωιστικές συμπεριφορές, αδιαφορώντας για το κοινό καλό και τον δημόσιο βίο; Οι απαντήσεις που δίνουν πολλοί φιλελεύθεροι στοχαστές αποκλίνουν από εκείνες που δίνει η ρεπουμπλικανική παράδοση. Ενας ορισμένος φιλελευθερισμός υποστηρίζει ότι ένας λαός είναι ελεύθερος όταν μπορεί να απολαμβάνει τα θεμελιώδη δικαιώματα που προστατεύουν την ανεξαρτησία του ατόμου απέναντι στο κράτος. Οι φιλελεύθεροι προβάλλουν κυρίως τις ιδέες της ατομικής ελευθερίας, του περιορισμού της κρατικής εξουσίας, της ουδετερότητας του κράτους ως προς τις αντιλήψεις περί αγαθού, του πλουραλισμού και της ανεκτικότητας προς την ποικιλομορφία. Το ρεπουμπλικανικό ιδεώδες προσβλέπει, αντιθέτως, σε μιαν ενεργό πολιτειακή ζωή, που επιστρατεύει την αρετή, προκειμένου η δημόσια δράση να υπηρετεί το γενικό συμφέρον. Ο ρεπουμπλικανισμός προβάλλει την ιδέα της συμμετοχής στον δημόσιο βίο, προτάσσει το κοινό συμφέρον και αναζητάει απαντήσεις στο ερώτημα: πώς μπορούμε να κάνουμε ενάρετους τους πολίτες; Ορισμένες ρεπουμπλικανικές τάσεις δεν διστάζουν να εμπιστευτούν στο κράτος το καθήκον να εμφυσήσει στα άτομα μια κοινή αντίληψη περί αγαθού βίου, αναθεωρώντας έτσι τη φιλελεύθερη αρχή της ουδετερότητας του κράτους. Από την άλλη μεριά, ένας ορισμένος φιλελευθερισμός, που ενδιαφέρεται αποκλειστικά για τα ατομικά δικαιώματα, παραγνωρίζει τους κινδύνους που προκαλεί το έλλειμμα συμμετοχής στον δημόσιο βίο.

Στο βιβλίο του ο (Αλέν) Ρενό αντιπαραβάλλει τις αρχές και τις παρεκκλίσεις του φιλελευθερισμού και του ρεπουμπλικανισμού και υποδεικνύει τη δυνατότητα ενός πιθανού συμβιβασμού μεταξύ των δύο αντίπαλων παραδόσεων. Ο Γάλλος φιλόσοφος απορρίπτει την αξίωση του ρεπουμπλικανισμού να υποκαταστήσει τον πολιτικό φιλελευθερισμό ως προς την έκφραση και την πρακτική της δημοκρατίας. Ταυτόχρονα όμως αναγνωρίζει ότι η ρεπουμπλικανική κριτική μπορεί να συμβάλει στη διόρθωση της φιλελεύθερης πορείας και να προστατέψει τον ατομικισμό από τις παρεκκλίσεις του.

Με το δικό του βιβλίο, ο Φίλιπ Πέτιτ θέλει να καταδείξει ότι ο ρεπουμπλικανισμός δεν είναι μόνο μια σημαντική πνευματική παράδοση του παρελθόντος, αλλά μπορεί να εμπνεύσει και να προτείνει μια νέα και σύγχρονη θεωρία της πολιτικής ελευθερίας. Στην κλασική φιλελεύθερη έννοια της ελευθερίας ως απουσίας καταναγκασμού ή ως μη παρέμβασης, αντιπαρατίθεται το ρεπουμπλικανικό ιδεώδες της ελευθερίας ως μη κυριαρχίας. Κατανοούμε έτσι τη σημασία της θεωρητικής πρόκλησης που ο νεο-ρεπουμπλικανός Πέτιτ απευθύνει στον φιλελευθερισμό. Στη μακρά ιστορία του ο φιλελευθερισμός υποβλήθηκε σε κριτική στο όνομα της κοινωνικής δικαιοσύνης· στο όνομα της κοινωνικής ιεραρχίας και της παράδοσης· στο όνομα ιδεωδών ηθικής ανανέωσης και κοινωνικού μετασχηματισμού· στο όνομα κοινοτικών ιδεωδών ή στο όνομα μιας ευρύτερης πολιτικής συμμετοχής στην κυρίαρχη εξουσία. Τώρα η φιλελεύθερη παράδοση αμφισβητείται στο όνομα της ελευθερίας, δηλαδή στο όνομα της ίδιας της θεμωλιώδους αξίας της, αφού η νεορεπουμπλικανική θεωρία της ελευθερίας ως μη κυριαρχίας προτείνεται ως μια περιεκτικότερη και πλουσιότερη εκδοχή του ιδεώδους της ελευθερίας. Ο φιλελευθερισμός ήθελε να υπερασπιστεί τα άτομα ενάντια στις παρεμβάσεις του κράτους ή άλλων ατόμων. Δεν τα κατάφερνε ωστόσο να διακρίνει και να καταπολεμά εξίσου ενεργητικά τις πολλαπλές καταστάσεις εξάρτησης και κυριαρχίας που απειλούν την ελευθερία των ανθρώπων μέσα στην κοινωνία. Η πάλη ενάντια στις σχέσεις υποταγής και κυριαρχίας δεν μπορεί να διεξαχθεί αποτελεσματικά στο όνομα της ελευθερίας ως μη παρέμβασης.

Αν ο Ρενό ερευνά τις μορφές που πρέπει να πάρει η φιλελεύθερη δημοκρατία ώστε ο «κυρίαρχος» λαός να είναι πραγματικά ελεύθερος, ο Πέτιτ αναζητάει τις προϋποθέσεις για τη θεμελίωση ενός δημοκρατικού κράτους, που θα προστατεύει τον λαό από την κυριαρχία, χωρίς να γίνεται το ίδιο εργαλείο αυταρχικής εξουσίας.

Εξάλλου, όσο και αν φαίνεται αντινομικό, η ύπαρξη ενός «ελεύθερου λαού» προϋποθέτει την οικοδόμηση ενός «ελεύθερου κράτους», και το αντίστροφο. Σε κάθε περίπτωση, τα βιβλία των Ρενό και Πέτιτ πιστοποιούν την ξεχωριστή αξία της συμβολής που μπορεί να δώσει η σύγχρονη πολιτική φιλοσοφία στον μακραίωνο διάλογο γύρω από την ελευθερία.

ΠΗΓΗ:εφημ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, ένθετο ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 28/03/2008

Τρίτη, 9 Φεβρουαρίου 2010

ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ, Μεγάλος «μύθος» και ιδαλγός της ελληνικής Τέχνης

«Γεννήθηκα στον Πειραιά, όπου το φως είναι αργυρό και χρυσό. (...) Στον Πειραιά έβλεπα όλη την αρχαία Ελλάδα και την Ελλάδα της Τουρκοκρατίας με τη μορφή των γυναικών που ήταν ντυμένες με τα κοστούμια τα παλαιά, όπως της Κούλουρης και του Καστελόριζου. Συγχρόνως έβλεπα και τα παριζιάνικα μοντέλα που φορούσαν οι αθεράπευτες ξενομανείς που ήθελαν να γίνουν Παριζιάνες (...) Εμαθα πολλά από πολλούς, όμως θα ήμουν ένα τίποτα αν δεν είχα δει μικρό παιδί το εξαίσιο φως του Πειραιώς...)».


Αυτό το φως, διαπερασμένο μέσα από εκπληκτικές αποχρώσεις όλων των χρωμάτων της ίριδας, αλλά και ομορφιά και συγκίνηση, που γεννά η καθαρότητα, η απλότητα, η λαϊκότητα της εικαστικής του «γλώσσας» αναβλύζουν από όλα τα έργα του Γιάννη Τσαρούχη.

Πριν 100 χρόνια (13/1/1910) γεννήθηκε και στις 20/7/1989 αναλήφθηκε στο Πάνθεον των αθανάτων ο Γιάννης Τσαρούχης. Κορυφαία μορφή της ελληνικής Τέχνης στον 20ό αιώνα, ο πολύπλευρος «σοφός του Μαρουσιού», με αφορμή τη διπλή επέτειο (γέννησης - θανάτου) τιμάται όπως του αξίζει, με μια θαυμαστής ποιότητας και ποσοτικά τεράστια έκθεση έργων του, που οργάνωσε το Μουσείο Μπενάκη (κτίριο Πειραιώς 138), με τη συνεργασία του ιδρύματος - μουσείου που φέρει το όνομά του, και θα λειτουργεί μέχρι τις 13/3. «ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ 1910-1989», τιτλοφορείται η έκθεση - αναδρομή σε όλες τις περιόδους και τις μορφές δημιουργίας του, από τα πρώτα παιδικά έργα μέχρι και τα τελευταία, που «μαρτυρούν» πόσο πηγαίος, ανεπιτήδευτος, πολύτροπος, καλλιεργημένος, στοχαζόμενος κι όμως πόσο «ταπεινός», γι' αυτό τόσο μεγάλος καλλιτέχνης ήταν.

Σε έκταση 1.800 τ.μ, παρουσιάζονται 670 έργα του (ζωγραφική με ποικίλα υλικά, κεραμική, μικρογλυπτική, υφαντά, ταπισερί, ξυλογλυπτική, ζωγραφική σε ξύλο και κουτιά, χάρτινες κατασκευές, μακέτες σκηνικών και κοστουμιών, μάσκες, πίνακες για το Θέατρο Σκιών κ.ά.), που ανήκουν σε διάφορα ιδρύματα, μουσεία, ιδιωτικές συλλογές στην Ελλάδα και το εξωτερικό, και τα έργα που ανήκουν στο (αβοήθητο από την πολιτεία) μουσείο του, το οποίο διατηρώντας την αυτονομία του, τέθηκε υπό τη «σκέπη» του Μουσείου Μπενάκη, με απόφαση της ανιψιάς και κληρονόμου του, Νίκης Γρυπάρη. Η έκθεση πλαισιώνεται με οπτικοακουστικό υλικό (με τον Τσαρούχη να μιλά για τη ζωή, το έργο του, το θέατρο, τον Καραγκιόζη, για ζητήματα της Τέχνης, να χορεύει τσάμικο και τον αγαπημένο του χορό, το Ζεϊμπέκικο), με εκπαιδευτικά προγράμματα και με έκδοση καταλόγου με τα παρουσιαζόμενα έργα και σημαντικά επιστημονικά κείμενα ειδικών.


Γεννημένος δημιουργός

«Οι τέσσερις εποχές», 1969


Πίνακες ζωγραφικής - του Βολανάκη και άλλων - για πρώτη φορά αντίκρισε σ' ένα πειραιώτικο σπίτι, του κυρ Σταμάτη και της κυρά Ασημίνας Παπαλεονάρδου. Ηταν δεν ήταν επτά χρονών όταν άρχισε να ζωγραφίζει με παστέλ, αντιγράφοντας τοπία, σε μεγάλες κόλλες χαρτιού. Στο δημοτικό σχολείο ζωγράφιζε εκ του φυσικού. Εκ του φυσικού ζωγράφιζε όλη του τη ζωή. «Για να πλουτίζω τα εκφραστικά μου μέσα, να διευκολύνω το έργο μου, ώστε να αποχτήσει αξίες που διαρκούν», έλεγε. Βλέπει θέατρο και Καραγκιόζη. Οκτώ χρονών, με ό,τι θυμόταν από μια σχολική παράσταση, φτιάχνει στο σπίτι του το δικό του «θέατρο». Γράφει ένα κειμενάκι, ζωγραφίζει (με χαρτί) σκηνικό, κοστούμια και τα πρόσωπα και παίζει την «Αντιγόνη» του Σοφοκλή, με μοναδικό θεατή τον αδελφό του. Εννιά χρονών ζωγραφίζει και με ακουαρέλες. Από το 1924, αρχίζει να φιλοτεχνεί σκηνικά και κοστούμια για τις σχολικές παραστάσεις του Γυμνασίου. Περίπου ένα χρόνο μετά γνωρίζει τον καραγκιοζοπαίκτη Σωτήρη Σπαθάρη. Ενας σπουδαίος, αυτοδίδακτος λαϊκός δημιουργός, του οποίου η ζωγραφική επέδρασε καθοριστικά στη διαμόρφωση των ιδεολογοαισθητικών αξιών του Τσαρούχη: «Είδα μια ρεκλάμα του Καραγκιόζη έξω στον ήλιο. Δεν "απέδιδε το φως" όπως λένε και όμως στεκόταν στο φως υπέροχα. Να μια ζωγραφική που πρέπει να κάνει κανείς!», έγραφε σε ένα φίλο του το 1929. Κι αργότερα έγραφε ότι οι ρεκλάμες του Καραγκιόζη θυμίζουν πανάρχαιες ζωγραφικές, της Ουρ, της Αιγύπτου, της Ετρουρίας, της προκλασικής Ελλάδας, όχι λόγω αρχαιογνωσίας αλλά λόγω «επιβίωσης ενός τρόπου να βλέπουμε τα πράγματα».


«Ποδηλάτης με μανίκια μοβ φανέλας», 1936


Το 1927 ο Τσαρούχης εισάγεται στη Σχολή Καλών Τεχνών Αθήνας. Συμμετέχει στην έκθεση «Ασπούδαχτοι ζωγράφοι», στην αίθουσα «Ασυλο Τέχνης». Πρωτοετής, σκηνογραφεί την «Πριγκίπισσα Μαλέν» για τη Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, σε σκηνοθεσία Φώτου Πολίτη. Μελετά τις ελληνικές παραδοσιακές φορεσιές. Από το 1929 δουλεύει με τον Φώτη Κόντογλου, σαν «μαθητής και συνεργάτης του». Ομως, ο Κόντογλου θεωρούσε «δουλειά του διαόλου» το θέατρο. Ετσι έφυγε από τον Κόντογλου. Ο Τσαρούχης διψά για γνώση. Μελετά την αρχαιοελληνική ζωγραφική, την κοπτική υφαντική, τη βυζαντινή παρασημαντική, τα φαγιούμ, τη ζωγραφική του Κωνσταντίνου Παρθένη και το 1931 εγγράφεται στο εργαστήρι του.


«Σταθμός» στην πορεία του Τσαρούχη ήταν η συνεργασία του με τον Κάρολο Κουν. Ιδρύεται η «Λαϊκή Σκηνή» και σκηνογραφεί την πρώτη της παράσταση, με την «Ερωφίλη» του Χορτάτση. Θεατρική πρωτοπορία, με όλο το «ταπεινό» μεγαλείο της ελληνικής λαϊκής τέχνης, κόντρα στη βυζαντινολογία και τον ευρωπαΐζοντα κοσμοπολίτικο μαϊμουδισμό του τότε ελληνικού θεάτρου.

Νιώθοντας «ερευνητής, που ψάχνει να βρει την αληθινή του πίστη και στα έργα του τον τρόπο που θα ήταν πιο σύμφωνος με τον εαυτό του», ο Τσαρούχης ζωγραφίζει αφηρημένους πίνακες. Ασκείται με το σουρεαλισμό - σχεδιαστικά και ποιητικά - και το 1934 πάει στο Παρίσι. Γνωρίζει όλα τα αισθητικά ρεύματα και ασκείται με όλα. Γνωρίζει μεγάλους ζωγράφους και τον συλλέκτη Τεριάντ (Στρατής Ελευθεριάδης), και στο σπίτι του πρωτοβλέπει έργα του Θεόφιλου. Στην Ιταλία γοητεύεται από την Αναγέννηση και τη ζωγραφική της Πομπηίας. Εχοντας δει τόσα «θαύματα» αναρωτιόταν αν είχε το δικαίωμα να λέγεται ζωγράφος. «Πολλές φορές νόμισα πως πρέπει να μιμηθώ ό,τι μου αρέσει. Ομως, αυτό είναι σφάλμα. Τα καλά παραδείγματα στην τέχνη πρέπει να ξέρουμε να τα ερμηνεύουμε σύμφωνα με την περίπτωσή μας, αλλιώς καταντούν καταστροφικά», σκεφτόταν ο Τσαρούχης και έτσι χάραξε το δικό του, μοναδικό αισθητικά «δρόμο».


Επιστροφή στην Ελλάδα

«Ο σκεπτόμενος», 1936


Το 1937 επιστρέφει και μέχρι την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου φιλοτεχνεί σκηνικά και κοστούμια παραστάσεις του θιάσου της Μαρίκας Κοτοπούλη. Το 1937 παρουσιάζει την πρώτη του έκθεση σε ένα άδειο κατάστημα στην οδό Νίκης και το 1938 συμμετέχει στην Α' Πανελλήνια Καλλιτεχνική Εκθεση. Επιστρέφοντας από το Αλβανικό Μέτωπο, συνεχίζει τη σκηνογραφική και ενδυματολογική δουλειά του, σε διαφόρους θιάσους, εικονογραφεί ποιήματα του Ελύτη («Ηλιος ο πρώτος») και του Σεφέρη («Οι θεατρίνοι») και ζωγραφίζει... Μεταξύ άλλων και τον πίνακα «Η σύλληψη των τριών κομμουνιστών» (1944).


Μετά τον πόλεμο αρχίζει μια εξαιρετικά παραγωγική περίοδος για τον Τσαρούχη. Σκηνικά και κοστούμια για το «Θέατρο Τέχνης». Ιδρυση της εικαστικής ομάδας «Αρμός», με τους Χατζηκυριάκο - Γκίκα, Μόραλη, Εγγονόπουλο. Σκηνικά - κοστούμια για το «Ελληνικό Χορόδραμα» της Ραλλούς Μάνου. Εκθέσεις στο Παρίσι και το Λονδίνο. Συνεργασία με το Εθνικό Θέατρο και άλλους θιάσους. Σκηνικά - κοστούμια για ταινίες του Μιχάλη Κακογιάννη και του Ζυλ Ντασσέν. Συμμετοχή στην Μπιενάλε Βενετίας. Σκηνικά - κοστούμια για τη «Μήδεια» του Κερουμπίνι, με την Μαρία Κάλλας, σε σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή, στην Επίδαυρο (1957, 1960) και στη «Σκάλα» του Μιλάνου (1960). Τα σκηνικά - κοστούμια των «Ορνίθων» για το «Θέατρο Τέχνης» και τη «Νόρμα» του Μπελίνι, με την Κάλλας, στην Επίδαυρο. Πλουσιότατη σκηνογραφικά ήταν και η δεκαετία του 1960. «Πέρσες» με το «Θέατρο Τέχνης», «Θαΐδα» με τον Φράνκο Τζεφιρέλι για την Οπερα του Ντάλας, «Τρωάδες» με τον Κακογιάννη στο παρισινό Εθνικό Θέατρο. Εκθεση στο Παρίσι. Διδασκαλία για δύο χρόνια στη Σχολή Δοξιάδη. Και ζωγραφίζει... Ασταμάτητα. Καθημερινά, για ώρες. Κι αυτό έκανε μέχρι τέλους, θεωρώντας ότι για εκείνον «η ζωγραφική είναι ο καλύτερος τρόπος διατυπώσεως ιδεών, σκέψεν, αισθημάτων».


«Η θυσία της Ιφιγένειας»
Λόγω της χούντας αυτοεξορίζεται στο Παρίσι, όπου με την Λίλα ντε Νόμπιλι δημιουργεί «ακαδημία ζωγραφικής», διδάσκοντας δωρεάν. Σκηνογραφεί την παράσταση της Χριστίνας Τσίγκου με τις μπεκετικές «Ευτυχισμένες μέρες». Εκθέτει έργα του. Σχεδιάζει (δουλειά που δεν ολοκλήρωσε) το σκηνικό και τα κοστούμια για το ποιητικό έργο του Γιάννη Ρίτσου «Φαίδρα». Με τη μεταπολίτευση επιστρέφει, και το 1975, με δική του μετάφραση (μόνος του έμαθε αρχαία ελληνικά), σκηνικό, κοστούμια και σκηνοθεσία, και ερασιτέχνες κυρίως, παρουσιάζει (σε ένα πάρκινγκ) τις «Τρωάδες» του Ευριπίδη. Το 1982, με δική του μετάφραση, σκηνικά, κοστούμια και σκηνοθεσία, ανεβάζει τους αισχυλικούς «Επτά επί Θήβαις». Σκηνογραφεί διάφορες παραστάσεις και εκδίδει βιβλία του. Το 1988 προετοιμάζει το ανέβασμα σε δική του μετάφραση του ευριπιδικού «Ορέστη». Πρόλαβε, όμως, ο θάνατος...

Αγάπησε, προπάντων, τον άνθρωπο

Υπογράφοντας το πρώτο κείμενο στον κατάλογο της έκθεσης, ο διευθυντής του Μουσείου Μπενάκη, Αγγελος Δεληβοριάς, διατυπώνει καίριες επισημάνσεις για την πολύπλευρη προσφορά και μοναδικότητα του Τσαρούχη. Αξίζει να παραθέσουμε κάποιες. Θεωρεί ότι ο Τσαρούχης μετατάχθηκε «στο επίπεδο του μύθου». Χαρακτηρίζει «απαστράπτουσα και «ερεθιστική» την πνευματική - συγγραφική παραγωγή του. «Υποδειγματική» τη θεατρική. «Οξύτατα κριτική» τη στάση του «απέναντι στο μικροαστισμό μιας κοινωνίας, που αποζητούσε τις ανέσεις της εύκολης διαβίωσης». Ως άλλος «Δον Κιχώτης», επισημαίνει ο Αγγ. Δεληβοριάς, ο Τσαρούχης «ψηλάφισε τα στίγματα του παρελθόντος, ανακαλώντας στη μνήμη της ευαισθησίας μας ό,τι οι καθεστηκυίες νοοτροπίες της μεταπολεμικής περιόδου θεωρούσαν υποδεέστερο. Βιώματα και θαύματα, που έχουν παρέλθει ανεπιστρεπτί. Στον Τσαρούχη χρωστάμε μεγάλο μέρος από όσες εμπειρίες έπλασαν την αυτογνωσία μας, όταν ακόμα μπορούσαμε να ονειρευόμαστε. Θα του χρωστάμε και την προδομένη εν τω μεταξύ πίστη μας πως κάθε βαρυσήμαντη δημιουργία αντιπροσωπεύει ουσιαστικά κάποια ποιοτική συνάρτηση των ανθρωπίνων αξιών του δημιουργού της». Και η δημιουργία του Τσαρούχη και βαρυσήμαντη και πλήρης βιωμάτων, θαυμάτων και ανθρωπιστικών αξιών ήταν. «Προσπαθώ να κρατώ ακμαία την αγάπη μου για τον άνθρωπο, αυτό είναι το κυριότερο», έλεγε ο ίδιος.

«Η σύλληψη τριών κομμουνιστών», 1944
«Το ζωγραφικό έργο του Τσαρούχη υπάκουσε στο μέτρο, στη γνώση, στη λογική, στο κάλλος της μορφής. Εκεί εδράζεται η μεγάλη του ιστορική και ιδεολογική αξία, καθώς με αυτά εναντιώθηκε στον αιώνα του, όπου στο πεδίο της ζωγραφικής καταλύθηκε κάθε μέτρο, κάθε γνώση, κάθε λογική και μορφή. Ομως, στο ζωγραφικό έργο του ενυπάρχει επίσης η "απεριόριστη αγάπη", το άμετρο, το άλογο, το δέος της έκστασης, και από αυτήν πηγάζει η μοναδικότητα της λαϊκότητάς του, νοώντας εδώ ό,τι πιο ευγενικό διασώζει αυτή η έννοια. Αυτή είναι η υπέρτατη αξία του - η αξία της τέχνης, που αγγίζει το υψηλό, καθώς μας επιτρέπει να συλλάβουμε, να διαισθανθούμε το ασύλληπτο», επισημαίνει ο ιστορικός της Τέχνης, Ευγένιος Μαθιόπουλος.

Ο ζωγράφος και σκηνογράφος Αλέξης Βλ. Λεβίδης, θεωρεί ότι ο Τσαρούχης «ίδρυσε για τον εαυτό του έναν νεο-ρεαλισμό, με πλήρες "ανθρωπολογικό" πρόγραμμα και καλλιτεχνική αυτάρκεια» και ότι «ζωγράφισε μερικά από τα πιο επαναστατικά και ολοκληρωμένα έργα, από άποψη περιεχομένου και μορφής του ελληνικού μοντερνισμού».

ΠΗΓΗ:εφημ. ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ,

ένθετο "7 Ημέρες μαζί" , 7 Φλεβάρη 2010

Πίνακας της μακέτας σκηνικού και κοστουμιών, για τις «Τρωάδες» του Ευριπίδη, 1977



Τρίτη, 9 Φεβρουαρίου 2010

Γιατί χρειαζόμαστε εχθρούς;

από τον ΘΑΝΑΣΗ ΓΙΑΛΚΕΤΣΗ



Το κείμενο που ακολουθεί είναι μια ομιλία που εκφώνησε ο Ουμπέρτο Εκο στο Πανεπιστήμιο της Μπολόνιας, στις 15 Μαΐου 2008.

ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΟΥ «ΓΕΡΜΑΝΟΥ» ΠΟΥ ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΑΝ ΣΤΟΝ Α' ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΠΟΛΕΜΟ
Πριν από μερικά χρόνια, στη Νέα Υόρκη, έπεσα σε έναν ταξιτζή με ένα όνομα που δύσκολα μπορεί να αποκρυπτογραφηθεί, ο οποίος μου δήλωσε ότι είναι Πακιστανός. Με ρώτησε από ποια χώρα προερχόμουν, του είπα από την Ιταλία, με ρώτησε πόσοι είμαστε εμείς οι Ιταλοί και του προξένησε εντύπωση το ότι είμαστε τόσο λίγοι και το ότι η γλώσσα μας δεν είναι η αγγλική γλώσσα. Τέλος, με ρώτησε ποιοι είναι οι εχθροί μας. Στο δικό μου «παρακαλώ;» απάντησε υπομονετικά ότι ήθελε να μάθει με ποιους λαούς είμαστε εδώ και αιώνες σε πόλεμο για εδαφικές διεκδικήσεις, εθνικά μίση, συνεχείς παραβιάσεις συνόρων κ.ο.κ. Του είπα ότι δεν είμαστε σε πόλεμο με κανέναν. Υπομονετικά μου εξήγησε ότι ήθελε να μάθει ποιοι είναι οι ιστορικοί μας εχθροί, εκείνοι με τους οποίους αλληλοσκοτωνόμαστε. Του επανέλαβα ότι δεν έχουμε τέτοιους εχθρούς, ότι τον τελευταίο πόλεμο τον κάναμε πριν από πενήντα και πάνω χρόνια και τον αρχίσαμε με έναν εχθρό και τον τελειώσαμε με άλλον. Δεν έμεινε ικανοποιημένος. Πώς είναι δυνατόν να υπάρχει ένας λαός που δεν έχει εχθρούς; Κατέβηκα δίνοντάς του δύο δολάρια φιλοδώρημα, για να τον αποζημιώσω για τον ράθυμο πασιφισμό μας, και έπειτα μου ήρθε στον νου η απάντηση που έπρεπε να του είχα δώσει, δηλαδή ότι δεν είναι αλήθεια ότι οι Ιταλοί δεν έχουν εχθρούς. Δεν έχουν εξωτερικούς εχθρούς, και σε κάθε περίπτωση δεν είναι ποτέ σε θέση να συμφωνήσουν για να προσδιορίσουν ποιοι είναι αυτοί οι εχθροί, επειδή είναι συνεχώς σε πόλεμο μεταξύ τους. Η Πίζα εναντίον του Λιβόρνο, οι Γουέλφοι εναντίον των Γιβελίνων, οι Βόρειοι εναντίον των Νότιων, οι φασίστες εναντίον των ανταρτών, η μαφία εναντίον του κράτους, η κυβέρνηση εναντίον της δικαιοσύνης -και κρίμα που εκείνη την εποχή δεν είχε ακόμη συμβεί η πτώση της δεύτερης κυβέρνησης Πρόντι, γιατί διαφορετικά θα είχα μπορέσει να του εξηγήσω καλύτερα τι σημαίνει να χάνεις έναν πόλεμο από φίλια πυρά.

Ωστόσο, καθώς σκεφτόμουν καλύτερα αυτό το επεισόδιο, πείσθηκα ότι μία από τις κακοτυχίες της χώρας μας τα τελευταία εξήντα χρόνια ήταν ακριβώς το ότι δεν είχε αληθινούς εχθρούς. Η ενότητα της Ιταλίας επιτεύχθηκε χάρη στην παρουσία των Αυστριακών, ο Μουσολίνι μπόρεσε να απολαμβάνει τη λαϊκή συναίνεση επειδή μας προέτρεπε να εκδικηθούμε για την κολοβή νίκη, για τις ταπεινώσεις που υποστήκαμε στο Ντογκάλι και στην Αντουα και για τις εβραϊκές δημο-πλουτοκρατίες που μας επέβαλαν τις άδικες κυρώσεις. Δέστε τι έπαθαν οι Ηνωμένες Πολιτείες όταν χάθηκε η «αυτοκρατορία του Κακού» και διαλύθηκε ο μεγάλος σοβιετικός εχθρός. Κινδύνευαν να χάσουν την ταυτότητά τους, ώσπου ο Μπιν Λάντεν, ευγνώμων για τα ευεργετήματα που είχε δεχθεί όταν οι ΗΠΑ τον βοηθούσαν εναντίον της Σοβιετικής Ενωσης, έβαλε το σπλαχνικό του χέρι στις Ηνωμένες Πολιτείες και έδωσε στον Μπους την ευκαιρία να δημιουργήσει νέους εχθρούς, επανεδραιώνοντας το συναίσθημα εθνικής ταυτότητας και την εξουσία του.

Να τους κατασκευάσουμε

Το να έχουμε έναν εχθρό είναι σημαντικό, όχι μόνο για να ορίζουμε την ταυτότητά μας αλλά και για να προμηθευόμαστε ένα εμπόδιο σε σχέση με το οποίο να μετράμε το δικό μας σύστημα αξιών και να δείχνουμε, αντιμετωπίζοντάς το, τη δική μας αξία. Γι' αυτό, όταν ο εχθρός δεν υπάρχει, χρειάζεται να τον κατασκευάζουμε. Δέστε τη γενναιόδωρη ευελιξία με την οποία οι νεοναζί της Βερόνας διαλέγουν για εχθρό τους οποιονδήποτε δεν ανήκει στην ομάδα τους, προκειμένου να αναγνωρίζονται ως ομάδα. Απόψε όμως δεν μας ενδιαφέρει τόσο το σχεδόν φυσικό φαινόμενο του εντοπισμού ενός εχθρού που μας απειλεί όσο η διαδικασία παραγωγής και δαιμονοποίησης του εχθρού. Στους λόγους του «Κατά Κατιλίνα», ο Κικέρων δεν χρειαζόταν να σχεδιάσει μιαν εικόνα του εχθρού, επειδή διέθετε αποδείξεις για τη συνωμοσία του Κατιλίνα. Αλλά κατασκευάζει τον εχθρό, όταν, στη δεύτερη αγόρευση, περιγράφει στους συγκλητικούς την εικόνα των φίλων του Κατιλίνα, ρίχνοντας πάνω στον κύριο κατηγορούμενο τη σκιά της δικής τους ηθικής διαστροφής (...).

Ενας κατ' εξοχήν διαφορετικός είναι ο ξένος. Ηδη στα ρωμαϊκά ανάγλυφα οι βάρβαροι εμφανίζονται γενειοφόροι και πλακουτσομύτες και το ίδιο το όνομα «βάρβαροι», όπως είναι γνωστό, υπαινίσσεται ένα ελάττωμα γλώσσας και επομένως σκέψης. Ωστόσο, ήδη από την αρχή θα κατασκευαστούν ως εχθροί όχι τόσο οι διαφορετικοί που μας απειλούν άμεσα (όπως θα ήταν η περίπτωση των βαρβάρων) αλλά εκείνοι που κάποιος έχει συμφέρον να παρουσιάζονται ως απειλητικοί, ακόμη και αν δεν μας απειλούν άμεσα, έτσι ώστε δεν είναι τόσο το ότι είναι απειλητικοί που κάνει να τονίζεται η διαφορετικότητά τους, αλλά η διαφορετικότητά τους γίνεται ένδειξη του ότι είναι απειλητικοί. Ας δούμε τις δηλώσεις ενάντια στα διονυσιακά τελετουργικά (ξενικής προέλευσης) και όσα λέει ο Τάκιτος για τους εβραίους: «Βέβηλα είναι για τους εβραίους όλα όσα είναι ιερά για μας και όσα είναι ανήθικα για μας γι' αυτούς είναι θεμιτά» (και έρχεται στον νου μας η αγγλοσαξονική απόρριψη των Γάλλων, που τρώνε βατράχια, ή η γερμανική των Ιταλών, που τρώνε πολύ σκόρδο).

Οι εβραίοι είναι «παράξενοι» επειδή δεν τρώνε χοιρινό κρέας, δεν βάζουν μαγιά στο ψωμί, δεν εργάζονται την έβδομη μέρα, παντρεύονται μόνο μεταξύ τους, κάνουν περιτομή όχι επειδή είναι ένας κανόνας υγιεινής ή ένας θρησκευτικός κανόνας αλλά «για να τονίσουν τη διαφορετικότητά τους», θάβουν τους νεκρούς και δεν τιμούν τους δικούς μας Καίσαρες. Αφού καταδειχθεί πόσο διαφορετικά είναι ορισμένα υπαρκτά έθιμα (περιτομή, ανάπαυση του Σαββάτου), μπορεί να υπογραμμιστεί ακόμα περισσότερο η διαφορετικότητα εντάσσοντας στο πορτρέτο μυθικά έθιμα (λατρεύουν το ομοίωμα ενός γαϊδάρου, περιφρονούν γονείς, τέκνα, αδελφούς, την πατρίδα και τους θεούς κ.ο.κ.) (...).

Νέα μορφή εχθρού θα γίνει έπειτα, με την ανάπτυξη των επαφών μεταξύ των λαών, όχι μόνον εκείνος που βρίσκεται έξω και που επιδεικνύει την παραξενιά του από μακριά αλλά και εκείνος που βρίσκεται ανάμεσά μας, σήμερα θα λέγαμε ο μη ευρωπαίος μετανάστης, ο οποίος κατά κάποιον τρόπο συμπεριφέρεται με τρόπο διαφορετικό ή μιλάει άσχημα τη γλώσσα μας και που στη σάτιρα του Γιουβενάλη είναι ο γραικύλος, ο πονηρός και κατεργάρης, αδιάντροπος, ερωτύλος, ικανός να ρίξει στο κρεβάτι τη γιαγιά ενός φίλου.

Ο εχθρός πάντα βρομάει και κάποιος Μπεριγιόν, στις αρχές του Α' Παγκόσμιου Πολέμου (1915), έγραψε ένα βιβλίο με τίτλο «La polychesie de la race allemande», όπου καταδείκνυε ότι ο μέσος Γερμανός παράγει περισσότερα κόπρανα από τον Γάλλο και με πιο ανυπόφορη μυρωδιά. Τερατώδης και βρομερός θα είναι, τουλάχιστον από τις απαρχές του χριστιανισμού, ο εβραίος, δεδομένου ότι το μοντέλο του είναι ο Αντίχριστος, ο μεγαλύτερος εχθρός, ο εχθρός όχι μόνον ο δικός μας αλλά του Θεού. Μερικές φορές ο εχθρός γίνεται αντιληπτός ως διαφορετικός και άσχημος, επειδή ανήκει σε κατώτερη τάξη. Στον Ομηρο ο Θερσίτης («στραβοκάνης και κουτσός από το ένα πόδι, οι ώμοι του γυρισμένοι προς τα μέσα, σμιγμένοι πάνω από το στήθος του και από πάνω είχε ένα μακρουλό κεφάλι, όπου φύτρωναν τρίχες αραιές») είναι κοινωνικά κατώτερος από τον Αγαμέμνονα ή από τον Αχιλλέα και γι' αυτό τους φθονεί (...).

Θέμα ηθικής

Φαίνεται πως δεν μπορούμε να κάνουμε χωρίς εχθρό. Η μορφή του εχθρού δεν μπορεί να εξαλειφθεί από τις διαδικασίες του εκπολιτισμού. Η ανάγκη είναι συνυφασμένη ακόμα και με τον ήπιο άνθρωπο και φίλο της ειρήνης. Απλώς μετατοπίζεται τότε η εικόνα του εχθρού από έναν ανθρώπινο στόχο σε μια φυσική ή κοινωνική δύναμη, που κατά κάποιον τρόπο μας απειλεί και που πρέπει να νικηθεί, είτε αυτή είναι η καπιταλιστική εκμετάλλευση είτε η μόλυνση του περιβάλλοντος ή η πείνα στον Τρίτο Κόσμο. Αλλά έστω και αν αυτές είναι «ενάρετες» περιπτώσεις, ο Μπρεχτ μας θυμίζει ότι ακόμα και το μίσος για την αδικία αλλοιώνει το πρόσωπο.

Η ηθική είναι επομένως αδύναμη απέναντι στην αταβιστική ανάγκη να έχουμε εχθρούς; Θα έλεγα ότι το ηθικό αίτημα επιβιώνει όχι όταν υποκρινόμαστε ότι δεν υπάρχουν εχθροί αλλά όταν προσπαθούμε να τους κατανοήσουμε, να μπούμε στη θέση τους. Δεν υπάρχει στον Αισχύλο μίσος για τους Πέρσες, αφού στην τραγωδία του αυτός ζει ανάμεσά τους και από τη σκοπιά τους. Ο Καίσαρας αντιμετωπίζει τους Γαλάτες με πολύ σεβασμό, το πολύ τους εμφανίζει λίγο κλαψιάρηδες κάθε φορά που παραδίδονται. Και ο Τάκιτος θαυμάζει τους Γερμανούς, βρίσκοντας ότι έχουν και ωραία σωματική διάπλαση και περιοριζόμενος στο να παραπονιέται για το ότι είναι βρόμικοι και απρόθυμοι για κοπιώδεις εργασίες, επειδή δεν υποφέρουν τη ζέστη και τη δίψα. Το να προσπαθούμε να κατανοούμε τον άλλο σημαίνει να καταστρέφουμε τα στερεότυπα χωρίς να αρνούμαστε ή να καταργούμε την ετερότητα.

Αλλά ας είμαστε ρεαλιστές. Αυτές οι μορφές κατανόησης του εχθρού χαρακτηρίζουν τους ποιητές, τους αγίους ή τους προδότες. Οι δικές μας βαθύτερες παρορμήσεις είναι πολύ διαφορετικές. Αν είναι έτσι, η κατασκευή του εχθρού πρέπει να είναι εντατική και συνεχής. Ενα αληθινά υποδειγματικό μοντέλο αυτής της κατασκευής μάς προσφέρει ο Τζορτζ Οργουελ στο «1984»: «Οπως συνήθως, παρουσιάστηκε στην οθόνη το πρόσωπο του Εμμανουήλ Γκόλντσταϊν, του Εχθρού του Λαού. Σκόρπια σφυρίγματα αποδοκιμασίας ακούστηκαν από το ακροατήριο. Η μικρόσωμη κοκκινομάλλα γυναικούλα άφησε μια στριγκλιά φόβου ανάμεικτου με αηδία. Προτού περάσουν τριάντα δευτερόλεπτα Μίσους, το μισό ακροατήριο ξέσπασε σε έξαλλες κραυγές λύσσας. Στο δεύτερο λεπτό το μίσος εξελίχθηκε σε παραλήρημα. Το ακροατήριο αναπηδούσε πάνω στις καρέκλες και ούρλιαζε όσο πιο δυνατά μπορούσε προσπαθώντας να πνίξει το βέλασμα που σε τρέλαινε από την τηλεοθόνη. Η μικροκαμωμένη κοκκινομάλλα αναψοκοκκινισμένη ανοιγόκλεινε το στόμα της σαν ψάρι έξω από το νερό. Η μελαχρινή κοπέλα πίσω από τον Γουίνστον άρχισε να ξεφωνίζει: "Γουρούνι! Γουρούνι! Γουρούνι!". Σε μια στιγμή διαύγειας, ο Γουίνστον είδε τον εαυτό του να φωνάζει κι αυτός μαζί με τους άλλους και να κλοτσάει βίαια με το τακούνι του τα πόδια της καρέκλας. Το φοβερό με το Δίλεπτο Μίσους δεν ήταν ότι ήσουν υποχρεωμένος να συμμετέχεις αλλά αντίθετα το ότι δεν μπορούσες να βρεις τρόπο να αποφύγεις να ενωθείς με τον χορό των αποδοκιμασιών. Μια αποτρόπαιη έκσταση φόβου και εκδίκησης, μια φονική μανία, μια διάθεση να βασανίσεις, να χτυπήσεις, να σπάσεις κεφάλια με ένα σφυρί, φαινόταν να διαπερνά σαν ηλεκτρικό ρεύμα το ακροατήριο και να το μεταμορφώνει παρά τη θέλησή του σε παράφρονες που μόρφαζαν και ούρλιαζαν».

Δεν είναι αναγκαίο να φτάσουμε στα παραληρήματα του «1984» για να αναγνωρίσουμε τους εαυτούς μας ως υπάρξεις που χρειάζονται έναν εχθρό. Οι πρόσφατες ιταλικές εκλογές μάς έδειξαν πόσα μπορεί να κάνει ο φόβος των μεταναστευτικών κυμάτων. Διευρύνοντας σε μιαν ολόκληρη εθνότητα τα χαρακτηριστικά ορισμένων από τα μέλη της που ζουν σε μια κατάσταση περιθωριοποίησης, κατασκευάζεται σήμερα στην Ιταλία η εικόνα του ρουμάνου εχθρού, που είναι ιδεώδης αποδιοπομπαίος τράγος για μια κοινωνία η οποία, καθώς έχει παρασυρθεί σε μια διαδικασία ακόμη και εθνικού μετασχηματισμού, δεν κατορθώνει πλέον να αναγνωρίζει τον εαυτό της. Η πιο απαισιόδοξη άποψη σχετικά με αυτό είναι εκείνη του Σαρτρ στο «Κεκλεισμένων των θυρών». Από τη μια πλευρά μπορούμε να αναγνωρίσουμε τους εαυτούς μας μόνο με την παρουσία ενός Αλλου και πάνω σε αυτό βασίζονται οι κανόνες συμβίωσης και πραότητας. Αλλά πολύ πρόθυμα βρίσκουμε αυτόν τον Αλλον ανυπόφορο, επειδή σε κάποιο βαθμό δεν είναι όπως εμείς. Ετσι ώστε, αναγορεύοντάς τον σε εχθρό, φτιάχνουμε την κόλασή μας πάνω στη γη. Οταν ο Σαρτρ κλείνει σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου τρεις πεθαμένους, που δεν γνωρίζονταν όσο ζούσαν, ένας από αυτούς κατανοεί την τρομερή αλήθεια:

«Δέστε τι απλό πράγμα. Δεν υπάρχει φυσικό βασανιστήριο, έτσι; Κι ωστόσο είμαστε στην κόλαση. Και κανείς άλλος δεν θα φτάσει εδώ. Λείπει ο δήμιος. Κάνουν οικονομία στο προσωπικό. Ο δήμιος είναι καθένας από μας για τους άλλους δύο».


ΠΗΓΗ: εφημ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 24/08/2008

Profile

georgkod ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΩΔΩΝΑΚΗΣ
Mυτιλήνη
Το προφίλ μου

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

Φεβρουάριος 2010
ΚΔΤΤΠΠΣ
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28      
AΠΟΘΗΚΕΥΣΤΕ ΤΗ ΣΕΛΙΔΑ ΣΕ ΜΟΡΦΗ PDF
ΜΟΥΣΙΚΗ ΠΑΝΔΑΙΣΙΑ

Subscribe Free  Add to my Page
Η ΩΡΑ ΕΙΝΑΙ...
ΠΕΙΤΕ ΤΗ ΓΝΩΜΗ ΣΑΣ ΓΙΑ ΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ Ή ... Ο,ΤΙ ΑΛΛΟ (στο website www.philomusos.blogspot.com)

ShoutMix chat widget
Επικοινωνία με τους Χώρους Μελέτης Φιλολογικών Μαθημάτων

ΣΕΛΙΔΕΣ

Tags

Το πρώτο ιστολόγιό μου

Εκπαιδευτικά Σταυρόλεξα

Λογοτεχνικά Περιοδικά

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΚΑΙ ΛΥΣΤΕ ΣΤΑΥΡΟΛΕΞΑ
ΧΑΡΤΗΣ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΩΝ
Free Visitor Maps at VisitorMap.org
Get a FREE visitor map for your site!
ΕΠIΣΚΕΠΤΕΣ ΤΩΡΑ
ΒΙΒΛΙΟΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
Powered by pathfinder blogs
>
ΛΑΪΚΟΙ ΖΩΓΡΑΦΟΙ: ΘΕΟΦΙΛΟΣ
ΝΕΟΕΛΛΗΝΕΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ

ΠΟΙΕΙΝ: ΤΟ ΡΑΔΙΟΦΩΝΟ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ