Η Βίκυ και οι άλλες

της Γιούλης Φωκά - Καβαλιεράκη 



Αν υπάρχει μια τουλάχιστον αδιαμφισβήτητη αρχή σε μια φιλελεύθερη δημοκρατία αυτή είναι ότι όλοι είναι ίσοι και ίσες απέναντι στους νόμους. Είτε είσαι σύζυγος υπουργού από το Κολωνάκι, είτε εκδιδόμενη γυναίκα στο εξαθλιωμένο κέντρο της Αθήνας, από τη στιγμή που θα παραβείς το νόμο, η δικαιοσύνη οφείλει να σε αντιμετωπίσει με τους ίδιους κανόνες και τις ίδιες διαδικασίες. Η δικαιοσύνη οφείλει να είναι τυφλή.

Δυστυχώς όμως η δικαιοσύνη δεν είναι αυτή η αγέρωχη φιγούρα με τα δεμένα μάτια που με το ένα χέρι κρατάει τη ζυγαριά για να μετρήσει τα υπέρ και τα κατά της κάθε υπόθεσης και με το άλλο το σπαθί της μάχης που δίνει για την επικράτηση του ορθού λόγου και της ακριβοδικίας. Η δικαιοσύνη είναι οι άνθρωποι που την εφαρμόζουν.

Έτσι, αν σου τύχει να είσαι διάσημος ή πλούσιος - ή και τα δυο - έχεις σίγουρα πολύ περισσότερες πιθανότητες η δικαιοσύνη να σε αντιμετωπίσει με μεγαλύτερη στοργή και επιείκεια από έναν ασήμαντο «πτωχούλη»  - κι ας μην αναφερθούμε στην περίπτωση που μπορεί να είσαι επιπλέον γυναίκα και μάλιστα αλλοδαπή, όπου οι πιθανότητες χυδαίας κακομεταχείρισης αυξάνονται ακόμη περισσότερο.

Αυτό συμβαίνει γιατί αν είσαι πλούσιος και διάσημος τα λεφτά και η φήμη σου θα σου αγοράσουν στη χειρότερη περίπτωση καλούς δικηγόρους, στην καλύτερη ολόκληρο το σύστημα.

Τι θα συμβεί λοιπόν στην περίπτωση μιας καλομαθημένης γυναίκας υπουργού που κατηγορείται για τη διαφθορά του αιώνα, διασύρεται και προφυλακίζεται και τι στην περίπτωση των σχεδόν είκοσι παράνομα εκδιδόμενων και οροθετικών γυναικών που επίσης διασύρονται και προφυλακίζονται;

Μπορούμε να μαντέψουμε ποιά θα έχει καλύτερη μεταχείριση, ποιά θα έχει την ευκαιρία να υπερασπιστεί καλύτερα τον εαυτό της μέσα από τις υπάρχουσες διαδικασίες και ποιάς το αίτημα για αποφυλάκιση έχει περισσότερες πιθανότητες να γίνει τελικά δεκτό; Θα περιμένουμε να δούμε.

Αυτό που έχουμε ήδη δει πάντως είναι ότι ενώ πολλοί κόπτονται για την παραβίαση των δικαιωμάτων της πρώτης, λιγότεροι φαίνεται να διαμαρτύρονται για την κατάφωρη καταπάτηση των δικαιωμάτων των δεύτερων. Οι γυναίκες αυτές - στην πλειοψηφία τους ελληνίδες και νεότατες - διασύρθηκαν μαζί με τις οικογένειές τους με το χειρότερο τρόπο από την επίσημη πολιτεία καθώς δημοσιοποιήθηκαν οι φωτογραφίες και τα προσωπικά τους στοιχεία ως απαραίτητο μέτρο για τη διασφάλιση της δημόσιας υγείας.

Λες και οι λούμπεν πελάτες τους τις αναγνώριζαν με το βαφτιστικό τους όνομα, το πατρώνυμο και το γένος! Όπως ειρωνικά αναφέρει σε δελτίο τύπου που εξέδωσε η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου: «Θα πρέπει να δημοσιοποιηθούν και τα αντίστοιχα στοιχεία όλων όσων - υπό το άκουσμα της παραπάνω είδησης - έσπευσαν να εξετασθούν και διαπιστώθηκε ότι είναι και αυτοί οροθετικοί και στη συνέχεια τα στοιχεία των συζύγων τους, των φιλενάδων τους κ.ο.κ., γιατί ο κίνδυνος για την υγεία εικάζουμε ότι δεν αλλάζει ανάλογα με το φύλο, την κοινωνική θέση ή την εθνικότητα ενός προσώπου. Εκτός αν οι οροθετικοί 'οικογενειάρχες' δεν συνιστούν κίνδυνο για την δημόσια υγεία.»

Το μέτρο θα μπορούσε να είναι πολύ πιο απλό: αν συνευρέθηκες το τελευταίο διάστημα με ιερόδουλη και χωρίς προφύλαξη στο κέντρο της Αθήνας, πήγαινε για τσεκ απ. Τέλος.

Οι αρμόδιοι υπουργοί και λοιποί επίσημοι φορείς έσπευσαν να δικαιολογήσουν αυτήν την ενέργεια με το επιχείρημα ότι το αγαθό της προστασίας της δημόσιας υγείας υπερτερεί του δικαιώματος της προστασίας της προσωπικότητας. Ίσως αυτό να ίσχυε σε έναν κόσμο όπου η πολιτεία θα έκανε σωστά τη δουλειά της κάνοντας όλους τους υποχρεωτικούς ελέγχους και τηρώντας όλες τις κατάλληλες διαδικασίες για τους οίκους ανοχής.

Έπρεπε όμως να σκάσει και αυτή η βόμβα για να αποκαλυφθεί το χάος στο δήμο Αθηνών και την αστυνομία όπου οι υπεύθυνοι ήταν ανίκανοι να διεκπεραιώσουν οποιαδήποτε διαδικασία για να διευθετηθούν τα ζητήματα αυτά, με αποτέλεσμα όλοι οι οίκοι ανοχής στα όρια του δήμου να έχουν αυθαίρετα χαρακτηριστεί παράνομοι.

Η ανικανότητα, η άγνοια και η προκατάληψη μιας ολόκληρης κοινωνίας αποκαλύφθηκε και με τις εικόνες της ντροπής που αναμεταδόθηκαν από τα μέσα και έδειχναν τις γυναίκες να σέρνονται με χειροπέδες από αστυνομικούς που φορούσαν νοσηλευτικά γάντια καθώς τις έπιαναν από το μπράτσο. Γιατί ως γνωστόν το AIDS μεταδίδεται δια της χειραψίας...

Όλα αυτά κάνουν τη συζήτηση για δικαιώματα, κράτος δικαίου, ισονομία και σεβασμό στην προσωπικότητα, να φαντάζουν πολύ ψιλά γράμματα για την Ελλάδα. Για τη χώρα που γέννησε τη δημοκρατία και έπειτα την έδωσε για υιοθεσία.

 

* Η κυρία Γιούλη Φωκά-Καβαλιεράκη είναι υποψήφια διδάκτωρ Φιλοσοφίας Κοινωνικών Επιστημών στο Τμήμα ΜΙΘΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών.

ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 3-5-2012

Επικίνδυνη απουσία μνήμης

της Χριστίνας Κουλούρη,

καθηγήτριας Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

 

Χάινριχ Α. Βίνκλερ: «Κίνδυνος είναι οι λαϊκίστικες δυνάμεις και όχι η Βαϊμάρη»
Ενστολοι βουλευτές του Ναζιστικού Κόμματος μπαίνουν στο Ράιχσταγκ μετά τον θρίαμβό τους στις εκλογές του 1932
Τον περασμένο Ιούλιο παγώσαμε με την είδηση που έφτασε από τη Νορβηγία: ένας ακροδεξιός ρατσιστής εκτέλεσε 77 άτομα, τα περισσότερα νεαρά παιδιά. Συστηματικά προετοιμασμένος για την πράξη του αυτή, ο Αντερς Μπέρινγκ Μπρέιβικ υποστήριξε ότι πολεμούσε εναντίον των «προδοτών» της πατρίδας του, που προωθούσαν την «πολυπολιτισμικότητα». Διαβάζοντας τις καταθέσεις του, είναι εύκολο να διακρίνει κάποιος την κοινή ιδεολογική μήτρα των ακροδεξιών κινημάτων. Ο ίδιος φόβος για την «επέλαση του Ισλάμ», το μίσος για τους ξένους μετανάστες, η απέχθεια για την πολυπολιτισμική κοινωνία, ο αντικοινοβουλευτισμός και η απαξίωση των πολιτικών κομμάτων, η λατρεία της βίας. Αν πλοηγηθούμε σε ελληνικά blogs θα συναντήσουμε και εκεί αυτές τις απόψεις να αναπαράγονται και να διαδίδονται ως λύση στη σημερινή κρίση. Πράγματι, όπως αποκάλυψαν πρόσφατες δημοσκοπήσεις, η Ακροδεξιά στην Ελλάδα γνωρίζει ανησυχητική άνοδο μέσα στη συγκυρία της κρίσης. Γιατί όμως όλο και περισσότεροι συμπολίτες μας αποφασίζουν να ψηφίσουν τηνΑκροδεξιά; Αντιλαμβάνονται άραγε τι σημαίνει αυτή η ψήφος;

Μετά την πτώση της δικτατορίας το 1974 και μέχρι σήμερα, η Ελληνική Δημοκρατία έχει διανύσει την ομαλότερη περίοδο στην ιστορία της από την ίδρυση του ελληνικού κράτους. Οι νοσταλγοί της δικτατορίας ή της βασιλείας δεν τόλμησαν να εμφανιστούν στο προσκήνιο επί δεκαετίες, ενώ η Ελλάδα, σε αντίθεση με άλλα ευρωπαϊκά κράτη, άργησε να αποκτήσει ένα γνήσια ακροδεξιό κόμμα, το οποίο μάλιστα να διεκδικήσει και να επιτύχει την είσοδό του στη Βουλή. Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει ότι δεν υπήρχε ακροδεξιά ιδεολογία. Εθνικιστικές και ρατσιστικές απόψεις διέτρεχαν οριζόντια αρκετούς κομματικούς σχηματισμούς, οι οποίοι και τις απορροφούσαν, έτσι ώστε να μη χρειάζεται εντέλει μια ανεξάρτητη πολιτική έκφραση αυτής της ιδεολογίας. Ακόμη και σε περιόδους έξαρσης του εθνικισμού, η ναζιστική ολοκληρωτική ιδεολογία του φυλετικού μίσους παρέμενε περιθωριακή.

Εντούτοις, η κρίση αξιοπιστίας του πολιτικού συστήματος και η απαξίωση των πολιτικών (ιδιαίτερα μάλιστα των μεγάλων κομμάτων εξουσίας) άνοιξε τον δρόμο για να δημιουργηθούν κόμματα που όχι απλώς τοποθετούνται στην Ακρα Δεξιά, αλλά σε έναν ριζοσπαστικό δεξιό εξτρεμισμό, που χλευάζει τη δημοκρατία και τους θεσμούς της. Σήμερα, η φασιστική Δεξιά τοποθετείται με σαφήνεια εναντίον της «δικτατορίας του κοινοβουλευτισμού», αξιοποιώντας την οργή και τα συναισθήματα που εκδηλώθηκαν από τους «αγανακτισμένους». Στόχος είναι η κατάλυση του Κοινοβουλίου και του δημοκρατικού πολιτεύματος, το οποίο θεωρείται «παρακμασμένο».

Φοβάμαι ότι οι δυνάμει ψηφοφόροι της Χρυσής Αυγής δεν συνειδητοποιούν την ιδεολογική ταυτότητα αυτού του κόμματος ούτε τη βίαιη ανατροπή της δημοκρατίας που πρεσβεύει. Είναι εγκλωβισμένοι σε μια απλουστευτική όσο και πειστική αναπαράσταση του «κακού»: αφενός, μεν, οι μετανάστες, οι οποίοι έχουν μετατραπεί σε αποδιοπομπαίο τράγο για τα δεινά που προκαλεί η οικονομική κρίση αφετέρου, δε, οι πολιτικοί, που «πρόδωσαν» και «ξεπούλησαν» την Ελλάδα. Στόχος να απαλλαγούμε και από τους δύο. Αυτοί οι συλλογισμοί έχουν αποτελέσει βεβαίως κοινούς τόπους του δημόσιου λόγου, με αποτέλεσμα να μην είναι εντέλει σαφής η ιδεολογική διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στα κόμματα εκείνα (τουλάχιστον τρία) που υιοθετούν την ξενοφοβική και λαϊκιστική ρητορεία για να συσπειρώσουν τους ψηφοφόρους τους. Γιατί λοιπόν να μην ψηφίσει κάποιος Χρυσή Αυγή; Υποθέτει ενδεχομένως ότι, ψηφίζοντας ένα κόμμα άγνωστο μέχρι πρόσφατα, με ένα όνομα που παραπέμπει σε μια «νέα αρχή», κτυπά τον παλαιοκομματισμό και «τιμωρεί» τους υπευθύνους για τη χρεοκοπία της χώρας του.

Δεν είναι όμως μόνο η ιδεολογική σύγχυση ως προς την ταυτότητα των κομμάτων που συμβάλλει στη μετατόπιση των ψηφοφόρων προς την Ακρα Δεξιά. Πρόκειται επιπλέον για μια γενιά ψηφοφόρων χωρίς μνήμη. Ενα σημαντικό τμήμα τους (όσοι είναι ως 40 ετών) έχουν γεννηθεί μετά τη Μεταπολίτευση και έχουν ανατραφεί μέσα σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα, το οποίο έχουν την πολυτέλεια να αμφισβητούν επειδή το θεωρούν δεδομένο. Εχουν ακούσει ενδεχομένως για τη δικτατορία της 21ης Απριλίου, αλλά δεν έχουν βιώματα αυταρχικών και ολοκληρωτικών πρακτικών, μιλιταρισμού, πολιτικών διώξεων και κοινωνικών διακρίσεων. Ακόμη πιο μακρινές είναι γι' αυτούς οι μνήμες του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, της ναζιστικής λαίλαπας και του εβραϊκού Ολοκαυτώματος. Δεν έχουν ποτέ αντικρίσει το αποτρόπαιο πρόσωπο της ναζιστικής και φασιστικής βίας. Οικειοθελώς και μη, συνειδητά ή ασυνείδητα, αυτή η γενιά έχει γυρίσει την πλάτη της στην Ιστορία. Αραγε έχει γυρίσει την πλάτη και στο μέλλον;


ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 29-4-2012

Nα αναγεννηθεί η σχέση δασκάλου-μαθητή….

του Χ.Β.Μασσαλά

Η δίψα για γνώση και η λαχτάρα για κατανόηση αποτελούν μια μοναδική μάχη και ένα εξαιρετικό ιδεώδες στη ζωή του ανθρώπου, αποτελούν μια αυξανόμενη δύναμη που πηγάζει από την ίδια τη ζωή.  Κάτω από αυτό το πρίσμα, ο ρόλος του δασκάλου για το σκοπό αυτό ήταν και παραμένει κυρίαρχος. Κατά συνέπεια, μια κοινωνία που δεν τιμά τους δασκάλους της είναι ελαττωματική και ο δάσκαλος που δεν αντιλαμβάνεται το ρόλο του στη διαμόρφωση της εθνικής κουλτούρας παύει να είναι λειτουργός ...;

Το προνόμιο του δασκάλου, κατά τον G. Steiner, είναι: να αφυπνίζει σ' ένα άλλο ανθρώπινο πλάσμα δυνάμεις και όνειρα που είναι πέρα από τα δικά του, να παρακινεί τους άλλους να αγαπήσουν αυτά που εκείνος αγαπάει και να κάνει το εσωτερικό του παρόν δικό τους μέλλον.

Το να διδάσκεις με μεράκι σημαίνει να αφυπνίζεις στο μαθητή την αμφιβολία και να τον προγυμνάζεις για τη διαφωνία. Άλλωστε, η δημοκρατία είναι θεσμοθετημένη αμφισβήτηση και διαπλάθεται μέσα από την αγωγή του πολίτη, προσηλωμένη στο δημοκρατικό ιδεώδες που βασίζεται στο διάλογο και τη διαφωνία ...;

Ο σφυγμός της διδασκαλίας είναι κατεξοχήν η ικανότητα να πείσεις, υιοθετώντας το διάλογο και ενισχύοντας την άλλη άποψη. Ο δάσκαλος δεν πρέπει να ξεχνάει ότι απευθύνεται στη νόηση, στη φαντασία, στο νευρικό σύστημα και στον εσωτερικό κόσμο του ακροατή του. Συνεπώς καθετί είναι αντικείμενο διδασκαλίας γιατί παρέχει τροφή στη σκέψη.

Η γνήσια διδασκαλία σημαίνει ξύπνημα και ξάνοιγμα του νου και δεν μπορεί να υπάρξει κοινωνικό ή οικογενειακό σύστημα χωρίς διδασκαλία. Ενεργοποιεί το βίο που δεν μένει ανεξέταστος, δηλαδή το δίκαιο βίο.

Στην πατρίδα μας ο σεβασμός στο δάσκαλο είναι μια ξεπερασμένη αξία και οι συμπεριφορές των μαθητών στην τυπική εκπαίδευση δίνουν το χαρακτήρα της εποχής μας, που δεν είναι τίποτε άλλο από «εποχή της ανευλάβειας».

Γιατί συμβαίνει αυτό;

Η απομάκρυνση από την πατριαρχική σχέση δασκάλου-μαθητή είναι ένας λόγος. Η ανώριμη πολιτικοποίηση των μαθητών, τα ΜΜΕ, η απελευθέρωση και το ξεθώριασμα των αξιών της κοινωνίας μας συμπληρώνει το μαθησιακό περιβάλλον της ανευλάβειας.

Οι συμπεριφορές της κοινωνίας μας ενσωματώνονται και στην εκπαιδευτική διαδικασία, χωρίς να αφήνουν ανεπηρέαστο και το δάσκαλο. Το αποτέλεσμα είναι εμφανές: το μεράκι στην αποστολή του, σιγά-σιγά, να αποτελεί «απολεσθέν θέλγητρο».

Έτσι το δίπολο δάσκαλος-μαθητής υπόκειται στην αλλοίωση της σχέσης που είχε σφυρηλατηθεί εδώ και αιώνες, με τα θετικά και τα αρνητικά της στοιχεία. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι την ιστορία της σχέσης δασκάλου-μαθητή τη σκιάζει και ανυπακοή και προδοσία, και από τα δύο μέρη. Πάντως, όσον αφορά στην αφομοίωση της ηθικής στάσης, μόνο η πραγματική ζωή του δασκάλου μπορεί να αποτελέσει το παράδειγμα.

Τα πράγματα έχουν αλλάξει δραματικά. Άλλοτε, η μνήμη θεωρούνταν (και είναι) η μητέρα των μουσών, το ανθρώπινο χάρισμα που καθιστά εφικτή κάθε μάθηση. Σήμερα ζούμε την εποχή του διαδικτύου που αντιστρατεύεται τη μνήμη. Για τις νέες μορφές μάθησης, που προσφέρουν οι νέες τεχνολογίες,  δεν έχουν θέση η πίστη και η προδοσία, η αγάπη και η εξέγερση. Όλα συμβάλλουν στην απώθηση της γοητείας της σκέψης, δηλαδή το να μεταφράζεις την ύπαρξη σαν απεριόριστη ροή σκέψης.

Η αναγέννηση της σχέσης δασκάλου-μαθητή, σε μια εποχή μετάβασης στην οποία έχει εισέλθει η κοινωνία μας, είναι αναγκαία για τη διαμόρφωση της νέας κουλτούρας που θα ενσωματώνει το παλιό, θα κατανοεί το καινούργιο και θα έχει ανοικτό το βλέμμα σε ένα μέλλον προσδοκιών ...;

Το ερώτημα που κυριαρχεί είναι: η χαρισματική αίγλη του εμπνευσμένου δασκάλου θα αντέξει στο χρόνο;

Η απάντηση, κατά την άποψή μου, είναι ναι, τόσο στις αίθουσες διδασκαλίας όσο και σε όλες τις εκφάνσεις της πολιτικής πράξης. Οι πολιτικοί ηγέτες έχουν ρόλο παιδευτικό, τόσο με το λόγο όσο και με τις στάσεις τους για το «κοινό καλό». Αρκεί να κατανοήσουν ότι η διδασκαλία είναι μια ανοιχτή πρόσκληση στη διορθωτική διαφωνία ...;

Καθηγητής Χρήστος Β. Μασσαλάς-π. Πρύτανης

ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 24-4-2012

Περί τηλεοράσεως ο λόγος...



Γρηγοριάδης Κώστας

Τα τελευταία χρόνια είμαστε μάρτυρες μιας γιγαντιαίας επιχείρησης χειραγώγησης του ελληνικού λαού. Σε αυτήν την προσπάθεια εξέχοντα ρόλο παίζει η συντριπτική πλειοψηφία των ΜΜΕ και ιδιαίτερα της τηλεόρασης.

Πλήθος ζητημάτων προκύπτουν από αυτήν τη διαδικασία, μέρος των οποίων θα μας απασχολήσει σε αυτό το άρθρο.

Απουσία κοινωνικής, πολιτικής και ιστορικής αλληλουχίας

Πέραν του γεγονότος της παραχάραξης της Ιστορίας, της επεξεργασίας των πληροφοριών κ.λπ. υπάρχει και το γεγονός της «κατασκευής» ή της απουσίας του πλαισίου μέσα στο οποίο προκύπτουν οι καταστάσεις.

Αρκετές φορές οι πληροφορίες έρχονται στον τηλεθεατή χωρίς να δίνονται σε αυτόν το πλαίσιο μέσα στο οποίο τοποθετούνται τα γεγονότα και αυτό, τόσο μέσα στο χρόνο, όσο και μέσα στο χώρο. Ιδιαίτερα τα παιδιά μπορούν να παρακολουθούν με ενδιαφέρον ένα ιστορικό γεγονός, αλλά να μην ξέρουν για ποιο πρόκειται. Είναι γνωστά τα παραδείγματα της σύγχυσης της επανάστασης του 1821 με τον πόλεμο του 1940 κ.τ.λ. Ιστορίες και φιλμ σχετικά με την κοινωνική δικαιοσύνη, τα εγκλήματα πολέμου, μπορεί να «κινητοποιήσουν» τον τηλεθεατή και να τον ευαισθητοποιήσουν ενάντια στην αδικία και τον πόλεμο, όμως κάτω από ποιες συνθήκες κοινωνικές, πολιτικές, ιστορικές συνέβη ο Μάης του 1936 ή ο πόλεμος στη Γιουγκοσλαβία;

Γι' αυτά δεν ξέρουν τίποτα. Ο σκοπός λοιπόν είναι να ευαισθητοποιηθεί ο μέσος τηλεθεατής για πολλά ζητήματα, αλλά να μην ενημερωθεί. Ετσι, η τέχνη της χειραγώγησης, μέσα από την τηλεόραση, οδηγεί σε συναισθηματικές αντιδράσεις και όχι σε κριτικούς ή λογικούς στοχασμούς. Η τηλεόραση περιγράφει το «φλογάτο κόκκινο του ουρανού όχι όμως και την πόρτα του φτωχού που φλέγεται». Προξενεί συναισθήματα κοινά που θύτες και θύματα μπορούν να νιώσουν, αλλά αποκρύπτει τους νόμους που τα διέπουν.

Θυμάμαι χαρακτηριστικά μια φίλη δημοσιογράφο μεγάλου ιδιωτικού τηλεοπτικού σταθμού, που σε μια κινητοποίηση των εργαζόμενων στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής, και ενώ οι εργαζόμενοι είχαμε κλείσει την πύλη του νοσοκομείου, να με ρωτάει για τα συναισθήματά μου όταν κάθε πρωί περνάω την πύλη του νοσοκομείου...

Επίσης, η παρεχόμενη πληροφορία είναι γενικά αποσπασματική και σπάνια ολόπλευρη και ενιαία. Η ιστορία εμφανίζεται έτσι, σαν μια διαδοχή απομονωμένων γεγονότων που τίποτα δεν τα συνδέει μεταξύ τους. Από αυτήν την άποψη, χάνεται η κοινωνική, ιστορική, πολιτική, οικονομική πλευρά των καταστάσεων, πριμοδοτείται η γεγονοτολογία και η «μύτη της Κλεοπάτρας» ή η «ιστορία» μιας σαπουνόπερας έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον από το έπος του 1940 ή τους αγώνες των εργαζομένων.

Προσωποποίηση της πληροφορίας

Ο κόσμος που προτείνεται από την τηλεοπτική επικαιρότητα δεν είναι ευχάριστος. Είναι ένας κόσμος βίαιος και εχθρικός. Αρκετές λέξεις που συγκρατούνται από τον τηλεθεατή είναι απειλητικές: Ανεργία, εγκληματικότητα, πόλεμος. Οταν συνδέσει αυτές τις λέξεις με την καθημερινή του ζωή τότε η πραγματικότητα γίνεται ανησυχητική. Εάν προσπαθήσει να αναζητήσει στοιχεία για να την εξηγήσει σπάνια θα βρει. Συνήθως το μήνυμα που εισπράττει είναι ότι η πραγματικότητα είναι πολύ σύνθετη για να καταλάβει μερικές λέξεις. Ετσι, επιστρατεύονται οι «ειδικοί» στα τηλεοπτικά παράθυρα, οι διάφορες επιτροπές «σοφών» κ.λπ. Αυτοί αναλαμβάνουν να καταλάβουν εμάς, να σκεφτούν για εμάς να καταλήξουν στα δικά τους συμπεράσματα που επειδή δεν μπορούμε να τα καταλάβουμε οφείλουμε να τα αποδεχτούμε σαν δικά μας.

Φυσικά, ο τηλεθεατής θα προσπαθήσει να ξεφύγει από αυτόν τον επίφοβο κόσμο, που εκφράζεται μέσα από ένα ιδιότυπο αφηγηματικό σύστημα: ένας παρουσιαστής που μιλάει, εικόνες που δεν συνδέονται πάντα με το σχόλιο, ένα γεγονός του οποίου δεν γνωρίζουμε ούτε τις αιτίες, ούτε τα αποτελέσματα... Η προσοχή του δεν θα παρακινηθεί παρά μόνο εάν, τη μία ή την άλλη στιγμή, η αφήγηση πάρει το χαρακτήρα «Fiction».

Μια πυρκαγιά, μια αεροπειρατεία, μια έκρηξη, μια καταδίωξη, μια ληστεία. Οι ανταποκριτές είναι στον τόπο του συμβάντος, η δράση είναι «απευθείας» με πολύ «suspense».

Η πραγματικότητα όμως είναι σπάνια τόσο τυποποιημένη όσο η fiction και παρά τις φιλότιμες προσπάθειες ορισμένων δημοσιογράφων να τη δραματοποιήσουν, συχνά το ενδιαφέρον εξασθενεί.

Το αφηγηματικό τηλεοπτικό σύστημα δεν επιτρέπει να λάβουμε υπόψη μας τη συνθετότητα της πληροφορίας. Εξ αυτού του γεγονότος, ότι δηλαδή παρουσιάζει μια εικόνα τη φορά, δεν μπορεί να παρουσιάσει ταυτόχρονα πολλά γεγονότα. Αυτό το σύστημα είναι υποχρεωμένο να ακολουθεί μια γραμμική αφήγηση που πάει από την αιτία στο αποτέλεσμα διά μέσου μιας απλουστευμένης οδού. Για να απλοποιήσει έχει την τάση να προσωποποιεί τις καταστάσεις. Η προσωποποίηση σε αυτές τις διαδικασίες είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της χειραγώγησης. Δε θα «μιλήσουμε» για τα συμφέροντα των αστικών τάξεων της Τουρκίας και της Ελλάδας στην ευρύτερη περιοχή, αλλά θα δούμε τον Ελληνα πρωθυπουργό να σφίγγει το χέρι του Τούρκου ομόλογού του. Δε θα «μιλήσουμε» για την ανεργία, αλλά θα ζητήσουμε από τον υπουργό Εργασίας, από τον άλφα ειδικό ή το βήτα δημοσιογράφο να μας πει τη γνώμη του.

Σιγά - σιγά, η πληροφορία γίνεται ένα είδος επιφυλλίδας με γνωστούς συνεργάτες, πάντα οι ίδιοι, που θα προσαρμόζονται σε κάθε χρήση. Για κάθε ιδέα, έχουμε να κάνουμε, με μια αντιπροσωπευτική και τηλεοπτική προσωπικότητα, που γίνεται βεντέτα. Η δομή των κεντρικών δελτίων ειδήσεων της συντριπτικής πλειοψηφίας των τηλεοπτικών σταθμών μοιάζει όλο και περισσότερο με σαπουνόπερα. Με κέρδος τις μεγάλες αμοιβές, αρκετοί δημοσιογράφοι αποδέχονται να υποδυθούν «ρόλους» και να υπηρετήσουν «χαρακτήρες», του «καλού», του «κακού», του «άσχημου», ώστε να παγιδεύσουν συναισθηματικά τον τηλεθεατή. Με μια απλή ματιά, ο τηλεθεατής ξέρει τι θα πρέπει να σκεφτεί σύμφωνα με το εάν συμφωνεί ή όχι με τις ιδέες τους. Ετσι, θα είναι πιο ευαίσθητος στην προσωπικότητα του παρουσιαστή ή της τηλεοπτικής «βεντέτας» παρά στην αξία των συλλογισμών τους. Το τηλεοπτικό θέαμα οδηγεί σε συναισθηματικές και επιδερμικές αντιδράσεις, παρά σε διεισδυτικούς και κριτικούς συλλογισμούς.

Τα πολιτικά magazines

O μέσος τηλεθεατής, εθισμένος στην αντιπαλότητα εκτιμάει συχνά τις ρητορικές κονταρομαχίες.

Ο στόχος της τηλεοπτικής χειραγώγησης είναι να εθίσει τον μέσο τηλεθεατή στην αντιπαλότητα, ώστε να εκτιμάει τις ρητορικές κονταρομαχίες. Συχνά, δεν διαθέτει τα στοιχεία, ώστε να καταλάβει πραγματικά το αντικείμενο της συζήτησης. Ετσι, μετράει πόντους εκτιμώντας ποιος είναι πιο λαμπρός, ποιος δεν αφήνει τον αντίπαλο να τον φέρει σε δύσκολη θέση, ποιος κυριαρχεί στον άλλο. Η ευχαρίστηση αγγίζει τα όριά της, όταν η συζήτηση καταλήγει σε μία διαμάχη ή όταν ανταλλάσσονται άσχημοι χαρακτηρισμοί. Η αθλητική πλευρά του θεάματος, όταν ο θεατής εμπλέκεται ως διαιτητής, γίνεται πιο συναρπαστική με διάφορους τρόπους:

«60 λεπτά για να πείσετε», «δημοσκοπήσεις», «χρονική καταμέτρηση των απαντήσεων για κάθε παρέμβαση» συνδράμουν στη συναισθηματική εμπλοκή του τηλεθεατή. Συζητάμε για την προσωπικότητα του «πρωταθλητή», για τη φόρμα του, για τη δυνατότητά του να πείθει, για τις γνώσεις του, και σπανίως για τις ιδέες του και τις πολιτικές του θέσεις. Ως εκ τούτου, η λειτουργία αυτών των κονταρομαχιών επιβάλλει να επικεντρωθούμε περισσότερο στην εικόνα των συμμετεχόντων παρά στις πολιτικές τους σκέψεις και επιλογές. Οι αστοί πολιτικοί, όντας «βεντέτες» ενός θεάματος παίζουν το παιχνίδι της χειραγώγησης των μαζών και ο μέσος τηλεθεατής παρίσταται στον προοδευτικό εκφυλισμό της πολιτικής αντιπαράθεσης και της ίδιας της πολιτικής ζωής.

Η αντίδραση απέναντι σε αυτή την κατάσταση και η ανατροπή αυτού του καλοστημένου αστικού σκηνικού είναι μονόδρομος.

Δημιουργία αισθημάτων φόβου

Τα τελευταία χρόνια στη Δύση κυριαρχεί το δόγμα: «καλός πολίτης είναι ο τρομοκρατημένος πολίτης». Στο πλαίσιο άσκησης κοινωνικής επιρροής, σημαντικό ρόλο παίζει η προσπάθεια δημιουργίας συγκεκριμένων συγκινησιακών καταστάσεων που παρεμβαίνουν καθοριστικά στην αναστολή ή στη δυσκολία κατανόησης της αντικειμενικής πληροφόρησης. Ολοι γίναμε και γινόμαστε μάρτυρες των όσων συνέβησαν με την περιβόητη οικονομική κρίση της χώρας. Πράγματι, είμαστε αντιμέτωποι με μια γιγάντια προσπάθεια παραπληροφόρησης για τη δημιουργία αισθημάτων φόβου, ανησυχίας, αμφιβολιών, για το παρόν και το μέλλον μας. Η προπαγανδιστική δραστηριότητα δρα κυρίως σε συναισθηματικό και νοητικό επίπεδο.

Συγκεκριμένη κοινωνικο-ψυχολογικοί μηχανισμοί χρησιμοποιούνται ώστε οι γνώσεις, οι ιδέες, οι αξίες, οι αντιλήψεις που διέπουν την κυρίαρχη ιδεολογία να μετατρέπονται σε ατομικές, προσωπικές πεποιθήσεις του ανθρώπου, σε συγκεκριμένη στάση ζωής και αντίληψης. Με κύριο μοχλό τα ΜΜΕ επιχειρείται όλες αυτές οι προσωπικές πεποιθήσεις να εκδηλώνονται σαν κοινωνικές ψυχολογικές συμπεριφορές, ώστε να δρουν σαν ανασταλτικοί μηχανισμοί απέναντι σε οποιαδήποτε διαφορετική ιδεολογική πράξη και άποψη. Η κοινωνική επιρροή ασκείται σε καταστάσεις αβεβαιότητας, αλλά και βεβαιότητας. Σκοπός της αστικής προπαγάνδας είναι να δημιουργήσει συμμορφούμενα άτομα, τα οποία να είναι, τόσο γνωστικά όσο και συναισθηματικά εξαρτημένα από την κυρίαρχη ιδεολογία. Eνας τέτοιος άνθρωπος υποτάσσεται στη γνώμη των ειδικών, αποδέχεται την άποψη της πλειοψηφίας, που ακόμα και αν δεν είναι σωστή, φοβάται την παρέκκλιση και γι' αυτό εγκαταλείπει τη θέση του. Σε αυτήν την περίπτωση, το άτομο επιζητά τη συμμόρφωση και η αβεβαιότητα εξαφανίζεται.

Μετά τα τραγικά γεγονότα της 11ης Σεπτέμβρη, οι λαοί - ιδιαίτερα ο αμερικάνικος λαός - υπέστησαν από τις κυβερνήσεις τους μία άνευ προηγουμένου πλύση εγκεφάλου με κύριο στόχο την κατατρομοκράτησή τους. Οι χειρισμοί των ιμπεριαλιστικών κυβερνήσεων αναφορικά με τα παραπάνω γεγονότα - που ας σημειώσουμε, εμπεριέχουν πολλά ερωτηματικά - το λιγότερο που μπορούν να κάνουν είναι να μας προβληματίσουν σοβαρά. Και αυτό γιατί ο τρόπος που χειρίστηκαν το θέμα δημιουργεί τα ίδια αποτελέσματα στους λαούς τους με αυτά που δημιούργησαν οι βομβαρδισμοί στο Ιράκ, στη Γιουγκοσλαβία, στο Αφγανιστάν.

Τρόμος, φόβος, πανικός είναι μερικά από τα συναισθήματα που κυριαρχούν σε ψυχολογικό επίπεδο. Βομβαρδισμοί, χρησιμοποίηση ραδιενεργών, βιολογικών, χημικών υλικών για τους λαούς που οι ιμπεριαλιστές βομβαρδίζουν, ιδιότυποι βομβαρδισμοί, απειλές για χρήση ραδιενεργών, βιολογικών, χημικών υλικών για τους ίδιους τους λαούς τους. Το τρομοκρατικό υλικό διαφαίνεται τρομακτικά όμοιο, το υλικό της προπαγάνδας επίσης. Σκοπός είναι η δημιουργία μιας μάζας υπάκουων σκλάβων γι' αυτό και κάθε αίσθημα ασφάλειας πρέπει να αντικατασταθεί από μία οδυνηρή αγχώδη αναμονή του αγνώστου.

Τα ΜΜΕ παίζουν και εδώ το ρόλο τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο τρόπος που διαχειρίζονται τα ζητήματα της υγείας. Δεν είναι τυχαίος ο πανικός και ο φόβος που δημιούργησαν με την επιδημία κοξάκι, με τον άνθρακα 14, με τη νόσο των πτηνών και τελευταία με τη νόσο των χοίρων. Ετσι διατηρούν μια αγχώδη αναμονή μιας απρόβλεπτης καταστροφής και ταυτόχρονα ενισχύουν το ρόλο του κράτους ως του μόνου εγγυητή μιας ασφάλειας.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

BERGALA A. «Pour une pedagogie de l' audio - visuel», Paris, Les Cahiers de l' audio - visuel, 1975.

BERGER R. «La tele-fission. Alerte a la television». Paris Casterman, 1976.

BESENVAL P. «La television», Paris, Larousse, 1978.

CAPIN J. «L' Effet television», Paris, Grasset, 1980.

PIEMME J.M. «La propagande inavouee. Approche critique du feuilleton televise, Paris, U.G.E., 1975.

Collectif, «Les Dossies du petit ecran, Elements d' information», CNDP, 1980.

Education 2000, no 9, Dossier: «Television».

Cahiers Pedagogiques, no 69, Septembre 1967, «La television, fait social»

Descharnps J.C, Beauvois. J. L, «La psychologie sociale», Grenoble, P.U. de Grenoble, 1996.

Deci. E.L, «The psychology of self-determination, Lexington, 1980.

Desrumeaux P. «Explications causales et engagement Contre ou pro-attitudinal: de l' internalite aux Conduites pro-attitudinales». These pour le Doctorat de psychologie, Universite de Lille 3 - Charles - de - Gaulle, 1996.

Dubois N., «La psychologie du controle, Grenoble, P.U. de Grenoble, 1999.

Μιχαλαρέας Η., «Προπαγάνδα, ψυχολογικός πόλεμος, τρομοκρατία», ΚΟΜΕΠ, τεύχος 1, Αθήνα 2002.

Μιχαλαρέας Η., «Μ.Μ. Ενημέρωσης ή Μ.Μ. Προπαγάνδας του ιμπεριαλισμού», ΚΟΜΕΠ, τεύχος 3, Αθήνα, 1997.

Moscovici S., «Social influence and social change», Academic Press, London, 1976.


Ηλίας ΜΙΧΑΛΑΡΕΑΣ - Μαρία ΤΖΩΡΤΖΟΠΟΥΛΟΥ
Ο Ηλίας Μιχαλαρέας είναι Δρ. Ψυχολογίας και Γεωγραφίας, πρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου κατά των Ναρκωτικών.Η Μαρία Τζωρζοπούλου είναι ψυχοθεραπεύτρια στη Μονάδα Απεξάρτησης «18 ΑΝΩ» του ΨΝΑ

ΠΗΓΗ: εφημ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ,14-4-2012

Παπαδιαμάντης: Ολοι το ίδιο είναι


Η νουβέλα «Χαλασοχώρηδες» του σκιαθίτη συγγραφέα δημοσιεύθηκε το 1892, λίγο μετά τις εκλογές εκείνης της χρονιάς, και εικονογραφεί το κλίμα οικονομικής και κοινωνικής χρεοκοπίας, που θυμίζει πολύ το σήμερα.


του Σωκράτη Κουγέα *


Παπαδιαμάντης: Ολοι το ίδιο είναι
Ως «βόες της Εθνικής Τραπέζης» παρουσιάζονται οι ξένοι τραπεζίτες της «Χάμπρο» και των «Σκριπ» στη γελοιογραφία που δημοσιεύθηκε στον «Νέο Αριστοφάνη» το 1893 (από το βιβλίο του Δημήτρη Σαπρανίδη «Ιστορία της ελληνικής γελοιογραφίας», εκδόσεις Ποταμός).

Τι ήταν εκείνο που οδήγησε τον Κωνσταντή τον Καλόβολο και τον Γιάννη της Χρυσαφούς εις το μικρόν καπηλείον του Δημήτρη του Τσιτσάνη; Στο ερώτημα αυτό απαντάει ο Παπαδιαμάντης με τη νουβέλα Οι Χαλασοχώρηδες. Και στο σημείο αυτό προβάλλει η ιδιαιτερότητα και η χάρη του μεγάλου μας πεζογράφου: μια καθημερινή και κοινότοπη συμπεριφορά γίνεται αφορμή με τη χαρακτηριστική διεισδυτικότητά του να ξεδιπλώσει ανθρώπινους χαρακτήρες και να προβάλει κοινωνικά προβλήματα κατά τρόπο ώστε ο αναγνώστης του να συνειδητοποιήσει όχι μόνο τον κόσμο μέσα στον οποίο κινείται αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό.

Πίσω από το προσωπείο και τα ονόματα των ηρώων - παρανόμια κατά βάθος που δεν μας επιτρέπουν να ξεφύγουμε από την καταγραφή της σκιαθίτικης κοινωνίας -, ο Παπαδιαμάντης καλύπτει τυπικούς χαρακτήρες και συμπεριφορές πολιτών: τον τοπικό κομματάρχη και τον τρόπο προσέγγισης των υποψήφιων ψηφοφόρων, των παράσιτων των κομμάτων, των εύπιστων οπαδών... Αυτή είναι η πρώτη ανάγνωση, το χρονογραφικό στοιχείο της νουβέλας που δημοσιεύθηκε σε συνέχειες στα καθημερινά φύλλα της 12ης ως 22ας Αυγούστου του 1892 της εφημερίδας «Ακρόπολις» του Γαβριηλίδη.

Είχαν περάσει τρεις μήνες από τις εκλογές του Μαΐου του 1892, όταν οι Χαλασοχώρηδες συνάντησαν το αναγνωστικό τους κοινό, εκλογές που ανέδειξαν για μία ακόμη φορά τον Τρικούπη νικητή έναντι του μόνιμου αντιπάλου του Δηλιγιάννη με στόχο ομολογημένο να βγάλει το ελληνικό κρατίδιο από το οικονομικό αδιέξοδο. (Διαγράφουμε τα ονόματα και ασυναίσθητα έχουμε ήδη εισβάλει σε χώρο ιδιαίτερα οικείο.)

Η οικονομική δυσπραγία όμως που ομολογήθηκε πριν από τις εκλογές συνεχίζεται. O πρωθυπουργός που ανέδειξαν οι τελευταίες εκλογές επιχείρησε να αντιμετωπίσει τα προβλήματα συνάπτοντας νέα δάνεια για να εξυπηρετηθούν τα παλαιά, με υπερβολικά υψηλούς τόκους. Ακολουθούν νέα μέτρα λιτότητας, επιβάλλονται νέοι έμμεσοι φόροι, η ήδη επιβαρυμένη κατάσταση των καταναλωτών γίνεται ακόμη πιο δύσκολη. Η οικονομία της Ελλάδας είναι απόλυτα εξαρτημένη από τα δάνεια του εξωτερικού. O δημόσιος προϋπολογισμός προσβλέπει στη σύναψη νέου δανείου.

Οι ξένοι κεφαλαιούχοι μεταξύ άλλων απαιτούν η συμφωνία να μην έρχεται στην ελληνική Βουλή προς κύρωση, αλλά η ισχύς της θα καθοριζόταν με απλό βασιλικό διάταγμα. Η αντιπολίτευση υποστήριζε ότι οι όροι του δανείου ήσαν «ατιμωτικοί για την εθνική κυριαρχία και ανεξαρτησία της χώρας». Ο πρωθυπουργός επέμενε ότι θα έσωζε τη χώρα χωρίς να την οδηγήσει σε πτώχευση και η οικονομία πήγαινε από το κακό στο χειρότερο. Μετά την παραίτηση του πρωθυπουργού, λίγους μήνες αργότερα, η νέα κυβέρνηση επιχείρησε να δώσει λύση με δάνειο κεφαλαιοποίησης, λύση που λίγα χρόνια πριν είχε δοκιμαστεί στην Αργεντινή. Η διάδοχη κυβέρνηση απέτυχε και ο πρώην πρωθυπουργός επανέρχεται στην εξουσία για να δηλώσει λίγους μήνες μετά τη φράση που σημάδεψε το νεοϊδρυθέν κράτος «δυστυχώς, επτωχεύσαμε».

Αποσιωπώντας ονόματα και χρόνους στην παραπάνω αφήγηση, βασισμένη στην Ιστορία του Ελληνικού Εθνους και σε άρθρο του Κυριάκου Φίνα («Ροδιακή», 29 Μαρτίου 2011), ο αναγνώστης, αν δεν προσέξει τον όρο «βασιλικό διάταγμα», θα παρασυρθεί και θα πιστέψει ότι διαβάζει συνοπτική αναφορά σχετικά με την οικονομική και πολιτική κατάσταση της Ελλάδας του 21ου αιώνα και με τα όσα βιώνουμε και πρόκειται να βιώσουμε στο άμεσο μέλλον. Και καθώς οι συμπεριφορές καθορίζονται από τα αίτια, από τις συνθήκες που αντιμετωπίζει το άτομο, δεν θα μπορούσε παρά οι πολίτες αυτού του τόπου, είτε σήμερα είτε το 1892, να αντιδρούν με παρόμοιους τρόπους, εκδηλώνοντας παρόμοιες συμπεριφορές και έχοντας παρόμοιες προσδοκίες.

Το δοκίμιο Οι Χαλασοχώρηδες - μελέτη το χαρακτηρίζει ο δημιουργός του - καυτηριάζει την πολιτική συμπεριφορά που εκδηλώνει η εκτελεστική εξουσία, η εκλεγμένη ηγεσία, παρουσιάζοντάς την ως τη δύναμη από την οποία ο πολίτης ως ιδιότυπος επαίτης επιδιώκει να κερδίσει, είτε ζητιανεύοντας ένα μικρό αντάλλαγμα για την παραχώρηση της ψήφου είτε ζητιανεύοντας την ψήφο δίνοντας ένα μικρό αντάλλαγμα. Οι ψηφοφόροι περιμένουν" περιμένουν το δικό τους μικρό μερίδιο που θα τους κάνει να νιώσουν καλύτερα εκείνη τη στιγμή. Οι υποψήφιοι περιμένουν" περιμένουν με κάθε τρόπο να κερδίσουν την έδρα τους για τα προσωπικά τους μικροσυμφέροντα. Επαίτες και οι δύο, χωρίς έμπνευση, χωρίς ιδανικά.

Με τη διακριτική σάτιρά του ο Παπαδιαμάντης καταγράφει και κωδικοποιεί με χαρακτηριστική σχολαστικότητα τις συμπεριφορές των συντοπιτών του και τα κίνητρα που οδηγούν στις συμπεριφορές αυτές: ο ένας, ο «παμπόνηρος», επολιτεύετο χάριν των δημοσίων έργων, ο άλλος εξελέγετο βουλευτής διά το καλόν της πατρίδος και ο τρίτος, ο «αγαθός», για δόξα. Τα κίνητρα των πολιτευτών καθορίζουν και τη συμπεριφορά του ψηφοφόρου, που εκδηλώνεται ανάλογα στον ψηφοθηρικό αγώνα των επίδοξων βουλευτών. Και τότε είναι που ο ψηφοφόρος - επαίτης πριν από λίγο, για κάποιο ρουσφέτι - νιώθει ότι έχει τη δύναμη στα χέρια του και προσπαθεί να ανταποδώσει όσα καλά εισέπραξε - ή, καλύτερα, δεν εισέπραξε - κατά την περασμένη θητεία από τον υποψήφιο βουλευτή, εξουσία πριν λίγο και επαίτης μιας ψήφου τώρα.

Η σχέση αυτή αναδεικνύεται κυρίαρχη στην εξέλιξη της ιστορίας μας και ο Παπαδιαμάντης προχωράει ένα βήμα πέρα από την απλή ψυχογράφηση, στην αξιοποίηση των δυνατοτήτων που προσφέρονται σε κάθε ένα από τα πρόσωπά του: οι προσωπικές στρατηγικές και η μεταβολή θέσεων ανάλογα με τον συνομιλητή ανάγονται σε ύψιστη αξία στον αγώνα αυτόν της διεκδίκησης, αποδομώντας τη δημοκρατία με τους όρους που λειτουργούσε τον προπερασμένο αιώνα και - αλίμονο - με τους όρους που λειτουργεί ακόμη και σήμερα.

Η απαξία για την πολιτική είναι διάχυτη, καθώς οι ήρωες, όσο απλοϊκά κι αν σκέφτονται, συνειδητοποιούν το ψεύδος και διά στόματος μπαρμπα-Διοματάρη ανακράζουν: - Ολοι το ίδιο είναι!
Η αφήγηση ανάμεσα στους διαλόγους με τους οποίους ψυχογραφούνται τα πρόσωπα δεν χάνει τον γνώριμο παπαδιαμάντειο βηματισμό της, φωτογραφίζοντας το νησί και τους ανθρώπους του, τα ήθη και τους χαρακτήρες του. Και καθώς προχωρεί η αφήγηση, το προσωπικό και απλοϊκό συνδέεται διαλεκτικά με το σημαντικό και πολιτικό: «Κατά την πρώτην βουλευτείαν του ολόκληρον δάσος το είχε κάμει ιδικόν του, δικαιώματι κατακτήσεως. Με τον έφορον, τον οποίον είχε φέρει εις την επαρχίαν του, είχε προεξηγηθεί σαφέστατα: "Θα σε διορίσω, αλλά φόρον δεν θα βεβαιώσης από την ξύλευσιν του δάσους"».

Μέσα από τις γραμμές των «Χαλασοχώρηδων» η υφαρπαγή των ψήφων, τα ρουσφέτια, η διαφθορά προβάλλουν σαν τα χαρακτηριστικά των πολιτευτών που υποχρεώνουν τον απλό κόσμο, τον ψηφοφόρο, σε ανάλογες συμπεριφορές. Ο «πολιτικός» Παπαδιαμάντης δεν δικαιώνει κανέναν: η λεπτή σάτιρα απογυμνώνει τον πομπώδη πολιτευτή, ενώ από την άλλη αφήνει τους αγαπημένους του ταπεινούς ήρωες στην απομόνωση που ταιριάζει σε όσους επιδιώκουν να εκμεταλλευτούν τα αδύνατα σημεία του συστήματος ξεγελώντας μηχανισμούς και πρόσωπα.

ΥΓ.: Η «μικρά μελέτη» του Παπαδιαμάντη βρίσκει τη συνέχειά της στην κλασική κωμωδία του ελληνικού κινηματογράφου «Υπάρχει και φιλότιμο» (Αλέκος Σακελλάριος - Φίνος Φίλμς, 1965), με τον θρυλικό Μαυρογιαλούρο και τις ρεμούλες του γραμματέα του και του κομματάρχη Γκρούεζα. Στις ημέρες μας τη σκυτάλη της πολιτικής σάτιρας φοβάμαι ότι την πήραν τα ίδια τα πολιτικά πρόσωπα που παρελαύνουν στα δελτία ειδήσεων της τηλεόρασης αφοπλίζοντας την πένα του χρονογράφου με τον λόγο τους και τη συμπεριφορά τους.

Το παραπάνω κείμενο είναι η εισαγωγή στην έκδοση της νουβέλας «Χαλασοχώρηδες» από τις εκδόσεις Ποταμός.

* Ο κ. Σωκράτης Κουγέας είναι φιλόλογος και συγγραφέας.

ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 15-4-2012

Πάσχα Ρωμέικο

Του Αλέξανδρου ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ

 

...Την εσπέραν του Μεγάλου Σαββάτου του έτους 188... περί ώραν ενάτην, γερόντιόν τι ευπρεπώς ενδεδυμένον, καθόσον ηδύνατο να διακρίνη τις εις το σκότος, κατήρχετο την απ' Αθηνών εις Πειραιά άγουσαν, την αμαξιτήν. Δεν είχεν ανατείλει ακόμη η σελήνη, και ο οδοιπόρος εδίσταζε ν' αναβή υψηλότερον, ζητών δρόμον μεταξύ των χωραφίων. Εφαίνετο μη γνωρίζων καλώς τον τόπον. Ο γέρων θα ήτο ίσως πτωχός, δεν θα είχε 50 λεπτά διά να πληρώση το εισιτήριον του σιδηροδρόμου, ή θα τα είχε κ' έκαμνεν οικονομίαν.

Αλλ' όχι δεν ήτο πτωχός, δεν ήτο ούτε πλούσιος, είχε διά να ζήση. Ήτο ευλαβής, και είχε τάξιμο να καταβαίνη κατ' έτος το Πάσχα πεζός εις τον Πειραιά, ν' ακούη την Ανάστασιν εις τον Άγιον Σπυρίδωνα και όχι εις άλλην εκκλησίαν, να λειτουργήται εκεί, και μετά την απόλυσιν, ν' αναβαίνη πάλιν πεζός εις τας Αθήνας.

Ήτο ο μπαρμπα-Πύπης, ο γηραιός φίλος μου, και κατέβαινεν εις Πειραιά διά ν' ακούση το Χριστός ανέστη εις τον ναόν του ομωνύμου και προστάτου του, διά να κάμη Πάσχα ρωμέικο κ' ευφρανθή η ψυχή του. Και όμως ήτο... δυτικός.

Ο μπαρμπα-Πύπης ήτο Ιταλοκερκυραίος απλοϊκός, Ελληνίδος μητρός, Έλλην την καρδίαν, και υφίστατο άκων ίσως, ως και τόσοι άλλοι, το άπειρον μεγαλείον και την άφατον γλυκύτητα της εκκλησίας της Ελληνικής. Εκαυχάτο ότι ο πατήρ του, όστις ήτο στρατιώτης του Ναπολέοντος Α', "είχε μεταλάβει ρωμέικα", όταν εκινδύνευσε ν' αποθάνη, εκβιάσας μάλιστα προς τούτο, διά τινων συστρατιωτών του, τον ιερέα τον αγαθόν. Και όμως όταν, κατόπιν τούτων, φυσικώς του έλεγέ τις: "Διατί δεν βαπτίζεσαι, μπαρμπα-Πύπη", η απάντησίς του ήτο ότι άπαξ εβαπτίσθη, και ότι ευρέθη εκεί.

Φαίνεται ότι οι Πάπαι της Ρώμης με την συνήθη επιτηδείαν πολιτικήν των, είχον αναγνωρίσει εις τους ρωμαιοκαθολικούς των Ιονίων νήσων τινά των εις τους Ουνίτας απονεμομένων προνομίων, επιτρέψαντες αυτοίς να συνεορτάζωσι μετά των ορθοδόξων όλας τας εορτάς. Αρκεί να προσκυνήση τις την εμβάδα του ποντίφηκος, τα λοιπά είναι αδιάφορα.

Ο μπαρμπα-Πύπης έτρεφε μεγίστην ευλάβειαν προς τον πολιούχον άγιον της πατρίδος του και προς το σεπτόν αυτού λείψανον. Επίστευεν εις το θαύμα το γενόμενον κατά των Βενετών, τολμησάντων ποτέ να ιδρύσωσιν ίδιον θυσιαστήριον εν αυτώ τω ορθόδοξω ναώ (Il santo Spiridion ha fatto questo caso*) [ο άγιος Σπυρίδων προκάλεσε αυτό το θαύμα], ότε ο άγιος επιφανείς νύκτωρ εν σχήματι μοναχού κρατών δαυλόν αναμμένον έκαυσεν ενώπιον των απολιθωθέντων εκ του τρόμου φρουρών το αρτιπαγές αλτάρε[ αγία τράπεζα των καθολικών]*. Αφού ευρίσκετο μακράν της Κερκύρας, ο μπαρμπα-Πύπης ποτέ δεν θα έστεργε να εορτάση το Πάσχα μαζί με τσού φράγκους.

 

***

 

Την εσπέραν λοιπόν εκείνην του Μεγάλου Σαββάτου, ότε κατέβαινεν εις Πειραιά, πεζός, κρατών εις την χείρα την λαμπάδα του, η έμελλε ν' ανάψη κατά την Ανάστασιν, μικρόν πριν φθάση εις τα παραπήγματα της μέσης οδού εκουράσθη και ηθέλησε να καθίση επ' ολίγον ν' αναπαυθή. Εύρεν υπήνεμον τόπον έξωθεν μιας μάνδρας, εχούσης και οικίσκον παρά την μεσημβρινήν γωνίαν, κ' εκεί εκάθισεν επί των χόρτων, αφού υπέστρωσε το εις πολλάς δίπλας γυρισμένον σάλι του. Έβγαλεν από την τσέπην την σπιρτοθήκην του, ήναψε σιγαρέτον κ' εκάπνιζεν ηδονικώς.

Εκεί ακούει όπισθέν του ελαφρόν θρουν ως βημάτων επί παχείας χλόης, και πριν προφθάση και στραφή να ίδη ακούει δεύτερον κρότον ελαφρότερον. Ο δεύτερος ούτος κρότος του κάστηκε [του φάνηκε] ότι ήτον ως ανυψουμένης σκανδάλης φονικού όπλου.

Εκείνην την στιγμήν είχε λαμπρυνθή προς ανατολάς ο ορίζων, και του Αιγάλεω αι κορυφαί εφάνησαν προς μεσημβρίαν λευκάζουσαι. Η σελήνη, τετάρτην ημέραν άγουσα από της πανσελήνου, θ' ανέτελλε μετ' ολίγα λεπτά. Εκεί όπου έστρεψε την κεφαλήν προς τα δεξιά, εγγύς της βορειανατολικής γωνίας του αγροτικού περιβόλου, όπου εκάθητο, του κάστηκε, ως διηγείτο αργότερα ο ίδιος, ότι είδεν ανθρωπίνην σκιάν, εις προβολήν τρόπον τινά ισταμένην, και τείνουσαν εγκαρσίως μακρόν τι ως ρόπαλον ή κοντάριον προς το μέρος αυτού. Πρέπει δε να ήτο τουφέκιον.

Ο μπαρμπα-Πύπης ενόησεν αμέσως τον κίνδυνον. Χωρίς να κινηθή άλλως από την θέσιν του, έτεινε την χείρα προς τον άγνωστον κ' έκραξεν εναγωνίως:

- Φίλος! καλός! μη ρίχνης...

Ο άνθρωπος έκαμε μικρόν κίνημα οπισθοδρομήσεως, αλλά δεν επανέφερε το όπλον εις ειρηνικήν θέσιν, ουδέ κατεβίβασε την σκανδάλην.

- Φίλος! και τι θέλεις εδώ; ηρώτησε με απειλητικήν φωνήν.

- Τι θέλω; επανέλαβεν ο μπαρμπα-Πύπης. Κάθουμε και φουμάρω το τσιγάρο μου.

- Και δεν πας αλλού να το φουμάρης, ρε; απήντησεν αυθαδώς ο άγνωστος. Ηύρες τον τόπον, ρε, για να φουμάρης το τσιγάρο σου!

- Και γιατί; επανέλαβεν ο μπαρμπα-Πύπης. Τι σας έβλαψα;

- Δεν ξέρω εγώ απ' αυτά, είπεν οργίλως ο αγρότης εδώ είναι αποθήκη, έχει χόρτα, έχει κι άλλα πράματα μέσα. Μόνον κόττες δεν έχει, προσέθηκε μετά σκληρού σαρκασμού, εγελάστηκες.

Ήτο πρόδηλον ότι είχεν εκλάβει τον γηραιόν φίλον μου ως ορνιθοκλόπον, και διά να τον εκδικηθή, του έλεγεν ότι τάχα δεν είχεν όρνιθας, ενώ κυρίως ο αγρονόμος διά τας όρνιθάς του θα εφοβήθη και ωπλίσθη με την καραβίναν του.

Ο μπαρμπα-Πύπης εγέλασε πικρώς προς τον υβριστικόν υπαινιγμόν.

- Συ εγελάστηκες, απήντησεν εγώ κόττες δεν κλέφτω ούτε λωποδύτης είμαι εγώ πηγαίνω στον Πειραιά ν' ακούσω Ανάσταση στον Άγιο Σπυρίδωνα.

Ο χωρικός εκάγχασε.

- Στον Περαία! Στον Άι-Σπυρίδωνα; Κι από πού έρχεσαι;

- Αφ' την Αθήνα.

- Απ' την Αθήνα; Και δεν έχει εκεί εκκλησίες, ν' ακούσης Ανάσταση;

- Έχει εκκλησίες, μα εγώ το έχω τάξιμο, απήντησεν ο μπαρμπα-Σπύρος.

Ο χωρικός εσιώπησε προς στιγμήν. Είτα επανέλαβε:

- Να φχαριστάς, καημένε...

Και τότε μόνον κατεβίβασε την σκανδάλην και ώρθωσε το όπλον προς τον ώμόν του.

- Να φχαριστάς καημένε, την ημέραν που ξημερώνει αύριο, ειδεμή, δεν το 'χα για τίποτες να σ' εξαπλώσω δω χάμου. Τράβα τώρα!

Ο γέρων Κερκυραίος είχεν εγερθή και ητοιμάζετο ν' απέλθη, αλλά δεν ηδυνήθη να μη δώση τελευταίαν απάντησιν.

- Κάνεις άδικα και συχωρεμένος να 'σαι που με προσβάλλεις, είπε. Σ' ευχαριστώ ως τόσο που δε με ετουφέκισες, αλλά νον βα μπένε... δεν κάνεις καλά να με παίρνεις για κλέφτη. Εγώ είμαι διαβάτης κ' επήγαινα, σου λέω, στον Πειραιά.

- Έλα, σκόλα, σκόλα τώρα, ρε...

Και ο χωρικός στρέψας την ράχιν εισήλθεν ανατολικώς διά της θύρας του περιβόλου κ' έγινεν άφαντος.

Ο γέρων φίλος μου εξηκολούθησε τον δρόμον του.



* * *

Το συμβεβηκός τούτο δεν εμπόδισε τον μπάρμπα-Πύπην να εξακολουθή κατ' έτος την ευσεβή του συνήθειαν, να καταβαίνη πεζός εις Πειραιά, να προσέρχηται εις τον Άγιον Σπυρίδωνα και να κάμνη Πάσχα ρωμέικο.

Εφέτος το μεσοσαράκοστον μοι επρότεινεν, αν ήθελα, να τον συνοδεύσω εις την προσκύνησίν του ταύτην. Θα προσεχώρουν δε εις την επιθυμίαν του, αν από πολλών ετών δεν είχα την συνήθειαν να εορτάζω εκτός του Άστεως το άγιον Πάσχα.

1891

Άπαντα, τ. Β', εκδόσεις Δόμος


ΠΗΓΗ: εφημ. ΑΥΓΗ, 15-4-2012

Κοινωνία που αυτοκτονεί

Δομικά τα αίτια της έλλειψης αλληλεγγύης στην Ελλάδα της κρίσης

του Γ. Σιακαντάρη

Πολλά ειπώθηκαν για το τραγικό περιστατικό της αυτοκτονίας στο Σύνταγμα, για την ατομική πλευρά του οποίου χρειάζεται να εκφράσουμε μόνο τη θλίψη μας και να σταματήσουμε εκεί. Πάνω όμως σ' αυτό το γεγονός στήθηκε ένα επικοινωνιακό και πολιτικό παιχνίδι εκμετάλλευσης της τραγικής πράξης. Ας μην πέσουμε στο ίδιο σφάλμα, ας σεβαστούμε τη μεγάλη αξία που λέγεται ατομική ανθρώπινη ζωή.

Τα πράγματα ποτέ δεν είναι όπως φαίνονται, αλλά κυρίως ποτέ δεν είναι έτσι όπως τα πολιτικά άκρα θέλουν να τα κάνουν να φαίνονται. Η ελληνική άκρα Αριστερά και η αντίστοιχη άκρα Δεξιά καλλιέργησαν ένα κλίμα πλήρους απαξίωσης των πάντων, κυρίως των θεσμών αυτής της χώρας και των κανόνων που διέπουν τη λειτουργία των δομών της. Η Ελλάδα έχει μετατραπεί σε μια κοινωνία στην οποία η μεγαλύτερη αξία είναι η ανομία - μάλιστα παρουσιάζεται και ως πράξη αντίστασης κατά των ισχυρών. Οπως όμως έγραφε ο μεγάλος κλασικός κοινωνιολόγος Εμίλ Ντιρκάιμ, σε περιόδους ανομίας αυξάνονται οι, σύμφωνα με την ορολογία του, ανομικές αυτοκτονίες. Αυτές είναι αποτέλεσμα της αδυναμίας των ατόμων να προσαρμοσθούν σε συνθήκες όπου δεν λειτουργούν οι κοινωνικές νόρμες. Εκεί τα άτομα έρχονται σε ρήξη με το κοινωνικό τους περιβάλλον. Οι αυτοκτονίες, σύμφωνα με τη μελέτη 26.000 διαφορετικών περιπτώσεων αυτοκτονίας σε διαφορετικές κοινωνικές συνθήκες και χρονικές περιόδους, αυξάνονται σε περιόδους μεγάλης κρίσης και τότε, τις περισσότερες φορές, αφορούν άτομα υψηλότερου οικονομικού και πνευματικού επιπέδου, τα οποία πέφτουν από ένα υψηλότερο σε ένα πολύ χαμηλότερο επίπεδο. Από την άλλη, όμως, οι αυτοκτονίες αυξάνονται και σε περιόδους οικονομικής ευμάρειας - και εδώ, σε αντίθεση με την περίοδο κρίσης, αυτοκτονούν άτομα χαμηλού οικονομικού επιπέδου, τα οποία βλέπουν τον πλούτο να κυλάει δίπλα τους χωρίς να μπορούν να πιουν απ' αυτόν. Η ανομική κοινωνία μετατρέπει τα άτομα σε αδύναμους παρατηρητές των εξελίξεων και οδηγεί σε αύξηση των αυτοκτονικών κρουσμάτων. Αντιθέτως, σε περιόδους μεγάλων πολεμικών συρράξεων, σε περιόδους κατοχής και εμφυλίων, επειδή αυξάνεται η επιρροή των κοινών κοινωνικών πεποιθήσεων, υποχωρούν οι μοναχικές συμπεριφορές και τα κρούσματα είναι σαφώς λιγότερα.

Η μετατροπή της έννομης κοινωνίας σε ανομική αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, και το πλαίσιο για την ερμηνεία της αύξησης των αυτοκτονιών στη σημερινή Ελλάδα. Οι ακραίες δυνάμεις, αν κοιτάξουν καλύτερα, θα δουν τους εαυτούς τους στον καθρέφτη, και αντί να χρίζουν ενόχους θα χρειαστεί να κάνουν και καμιά αυτοεξομολόγηση.

Είναι αλήθεια όμως ότι υπάρχει και ένας ακόμη παράγοντας, πέραν του ανομικού κλίματος, ο οποίος δημιουργεί συνθήκες ατομικής απομόνωσης. Αυτός αφορά την παντελή απουσία ενός δικτύου ασφαλείας για όσους βρίσκονται εκτός εργασίας. Ο έλληνας άνεργος οδηγείται αυτόματα στον κοινωνικό αποκλεισμό, σε καταστάσεις απόλυτης εξόδου από το κοινωνικό γίγνεσθαι. Αυτοί που με περισσή ευκολία προτείνουν τις απολύσεις για λύση στην ελληνική κρίση, μάλλον - το λιγότερο - δεν λαμβάνουν υπόψη τους αυτόν τον παράγοντα. Παρόμοια κρίση είχε ζήσει κατά τη δεκαετία του 1990 η Φινλανδία. Εκεί, όμως, παρά τους όποιους κοινωνικούς κλυδωνισμούς, δεν παρατηρήθηκαν τόσο μεγάλες κοινωνικές εντάσεις όσο στην Ελλάδα. Αυτό οφείλεται στο ότι η Φινλανδία είχε πολύ καλό κράτος πρόνοιας, με αξιόλογες εξατομικευμένες υπηρεσίες και όχι γενικευμένα επιδόματα. Για να μη θρηνούμε συνεχώς την απώλεια συνανθρώπων μας, χρειάζεται άμεσα να δημιουργηθεί ένα κράτος υπηρεσιών στους χώρους της Παιδείας, της Υγείας και της Ασφάλειας, με αναδιανομή πόρων που θα αφαιρεθούν από το σπάταλο κράτος-παραγωγό και βιομήχανο, χρηματοδότη πλούσιων συνδικάτων και «ευγενών» Ταμείων.

Φυσικά, χρειάζεται να αλλάξει και η κοινή ευρωπαϊκή πολιτική έναντι του προβλήματος της κρίσης χρέους. Πρέπει να δοθεί χρηματοδοτική ανάσα στην Ελλάδα για να στήσει άμεσα ένα στοιχειώδες προνοιακό σύστημα. Αυτό το σύστημα θα πρέπει να είναι η δική μας αναπτυξιακή πρόταση και όχι τα δήθεν χρήματα για να κινηθεί η αγορά. Αλλιώς φοβάμαι ότι, αν συνεχισθεί η πολιτική της μονομερούς δημοσιονομικής πειθαρχίας, σε λίγο καιρό, όσο και να μειωθούν οι δαπάνες, δεν θα υπάρχουν καθόλου έσοδα για να φορολογηθούν. Η μείωση των δαπανών από μόνη της δεν οδηγεί σε μείωση των ελλειμμάτων. Η Ελλάδα ζούσε σε έναν τεχνητό κόσμο, η προσπάθεια όμως να επιστρέψει απότομα στον πραγματικό κόσμο θα οδηγήσει τους πολίτες της στην κόλαση και όχι στην πραγματικότητα.

Ο Γιώργος Σιακαντάρης είναι διδάκτωρ Κοινωνικών Επιστημών. Πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο του «Οι μεγάλες απουσίες» από τις εκδόσεις Πόλις

ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΑ ΝΕΑ, 12-4-2012

Η Επανάσταση του 1821 και η παραχάραξή της

του Τηλέμαχου ΛΟΥΓΓΗ , Προέδρου του Κέντρου Μαρξιστικών Ερευνών


Ζωγραφιά του Θεόφιλου, ο Κολοκοτρώνης στα Δερβενάκια
Σχεδόν πάντα, αλλά ιδιαίτερα στις μέρες που ζούμε, έχω την εντύπωση ότι το νοητικό, το γνωστικό οξυγόνο που χρειάζεται ο κόσμος που συντρίβεται ανάμεσα σε τόσους αλλεπάλληλους καταιγισμούς από νοητικά υποπροϊόντα μόνο ο Μαρξισμός μπορεί να το προσφέρει. Ολόκληρος ο λεγόμενος δυτικός αστικός πολιτισμός, κάποτε λαμπρός, σήμερα δεν έχει πια να δώσει παρά βία και όλο και περισσότερη φτώχεια και αθλιότητα. Ο τρόπος που σκέφτεται και δρα μια ολόκληρη κοινωνική τάξη βρίσκεται σε άμεση σχέση με το ιστορικό στάδιο που διανύει η τάξη αυτή. Η βαθιά ιστορική παρακμή της αστικής τάξης στο στάδιο του μονοπωλιακού καπιταλισμού, τη σπρώχνει σε μια όλο και πιο πρωτόγονη και βάρβαρη αυτοάμυνα, σε μια όλο και μεγαλύτερη στάση εχθρότητας προς την τεράστια πλειοψηφία των εργαζομένων σε όλες τις χώρες που μεταβάλλονται με όλο και ταχύτερους ρυθμούς σε αληθινούς σκλάβους της μισθωτής εργασίας που κι αυτή καταντάει απρόσιτη πολυτέλεια.

Από κοντά, έρχεται και η διαστρέβλωση της Ιστορίας, με περίπου νομοτελειακό τρόπο. Το χειρότερο που μπορεί να πάθει ένας λαός είναι να στερηθεί την Ιστορία του, δηλαδή να αλλοτριωθεί, να υποδουλωθεί νοητικά, να γίνει εύκαμπτος, καθώς θα έχει ξεχάσει δύο πολύ σπουδαία πράγματα: το τι έχει κερδίσει ως τώρα και το τι απομένει να κερδηθεί. Στην παρακμή της, η αστική τάξη αλλάζει ακόμα και τα βιβλία Ιστορίας που θέσπισε αυτή η ίδια και μεταβάλλει σε ιδιωτικές εταιρείες τα πανεπιστήμια που μεγέθυνε η ίδια, την εποχή που αντιπάλευε ακόμα τη φεουδαρχική ιδιοκτησία. Η Ιστορία παραχαράσσεται, διαστρεβλώνεται και εκχυδαΐζεται σε όλα τα επίπεδα. Η αλήθεια παραμερίζεται, προς όφελος του τυχοδιωκτικού ανταγωνισμού.

Εργο του Παναγιώτη Ζωγράφου, κατ' ιστόρηση του Μακρυγιάννη
Με την ευκαιρία των εθνικών επετείων, οι λαοί επιχειρούν μια αναδρομή σ' αυτά που κέρδισαν μέχρι σήμερα και εμείς, οι Ελληνες, το πώς, μέσα από την Τουρκοκρατία, αποκτήσαμε το κράτος που υπάρχει ως σήμερα. Είναι φανερό ότι από την Τουρκοκρατία ως σήμερα, υπάρχουν σοβαρότατα προβλήματα που συνδέονται με την ιστορική εξέλιξη - δηλαδή για έναν μαρξιστή - με το πέρασμα από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό, ή από την κυριαρχία της φεουδαρχικής άρχουσας τάξης στην κυριαρχία της αστικής τάξης και τα πεπραγμένα της.

Οχι μόνο για μας τους Ελληνες, αλλά και για όλους ανεξαίρετα τους βαλκανικούς λαούς, η εποχή της Τουρκοκρατίας αποτελεί μια εποχή μεγάλης κοινωνικής, πολιτικής και πολιτιστικής καθυστέρησης. Σύμφωνα με τον Μαρξ1, «η φυσική μορφή της γαιοπροσόδου αποτελεί ένα από τα μυστικά αυτοσυντήρησης της τουρκικής αυτοκρατορίας». Η ταύτιση γαιοπροσόδου και έγγειου φόρου στην οθωμανική αυτοκρατορία αντιστοιχούσε σε μια κοινωνία αγροτική, στη συντριπτική της πλειοψηφία, όπου από το έντονα διατηρούμενο σε ορισμένες περιοχές (όπως π.χ. στο Σούλι ή στη Μάνη) φυλογενετικό σύστημα αναδύεται μια στρατιωτική αριστοκρατία. Οι στρατιωτικοί αυτοί αρχηγοί που, όπως και οι Οθωμανοί αντίστοιχοί τους γαιοκτήμονες βρίσκονταν από κοινωνική και πολιτιστική άποψη στο χαμηλότερο και βαρβαρικότερο στάδιο της φεουδαρχίας σύμφωνα με τον Ενγκελς2, ήταν άμεσοι υποτελείς του σουλτάνου. Το καθεστώς αυτό αποκλήθηκε από τον Ενγκελς «ημιφεουδαρχισμός» και εξαιτίας της ατελούς του εξέλιξης, αλλά και επειδή οι αγρότες δεν ήταν άμεσα εξαρτημένοι από τους γαιοκτήμονες, αλλά από το ίδιο το ασιατικό δεσποτικό αυταρχικό κράτος. Το εσωτερικό εμπόριο δεν ήταν καθόλου ανεπτυγμένο. «Ο τουρκικός τρόπος να προάγεται το εμπόριο όσον καιρό οι Τούρκοι βρίσκονταν στο αρχικό, νομαδικό τους καθεστώς ήταν να ληστεύουν καραβάνια και τώρα που είναι λίγο περισσότερο πολιτισμένοι, ο τρόπος τους συνίσταται σε κάθε είδους καταπιεστικές αυθαιρεσίες3».

Το κάστρο neboisa στο Βελιγράδι. Εδώ βρήκαν μαρτυρικό θάνατο ο Ρήγας Φεραίος και επτά σύντροφοί του
Το πόσο βαθιά καθυστερημένο ήταν το κοινωνικό και πολιτικό καθεστώς («μια βαρβαρότητα μέσα στον πολιτισμό») που επιπλέον διαιρούσε τον πληθυσμό με θρησκευτικά κριτήρια (οι πιστοί μουσουλμάνοι στρατεύονται, οι άπιστοι ραγιάδες φορολογούνται), προβάλλει καθαρά μέσα από την προνομιακή θέση της ορθόδοξης εκκλησίας που, στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, εξελίχθηκε σε πραγματικό «κράτος εν κρατεί» (ο πατριάρχης, αρχηγός του έθνους των απίστων/ millet basi). Μεγάλη εκκλησιαστική περιουσία, εκκλησιαστικοί φόροι, αγοραπωλησία εκκλησιαστικών αξιωμάτων, έντονες μεσαιωνικές συνθήκες. Οπως έγραψε ο Μαρξ4«η μεγαλύτερη κατηγορία που μπορεί κανείς να προσάψει στους Τούρκους δεν είναι ότι περιόρισαν τα προνόμια των χριστιανών ιερέων, παρά αντίθετα, ότι κάτω από την κυριαρχία τους επιτράπηκε στην καθολική αυτή δεσποτική κηδεμόνευση, επίβλεψη και ανάμειξη της εκκλησίας να απορροφήσει ολόκληρη τη σφαίρα της κοινωνικής ζωής».

Ο χαρακτήρας της Επανάστασης

Λέμε ότι ο Μαρξισμός δεν επιχειρεί να αποκρύψει, δε διαστρεβλώνει, δε συγχέει πονηρά το κύριο με το δευτερεύον, επειδή αποτελεί μια επιστημονική μέθοδο που αποκαλύπτει την αλήθεια για την εξέλιξη της ανθρώπινης κοινωνίας. Και σαν τέτοια, δεν επιδέχεται αντιεπιστημονικές μεθοδεύσεις.

Ο Μακρυγιάννης στον Πειραιά το 1827. Σύνθεση του Peter von Hess (Μουσείο Μονάχου
Σε ένα καθεστώς, λοιπόν, μεσαιωνικό, με έντονη την παρουσία του θρησκευτικού παράγοντα, μια επανάσταση στις πρώτες δεκαετίες του 19ουαιώνα σε μια έστω και απόκεντρη περιοχή της Ευρώπης θα ήταν νομοτελειακά: Εθνικοαπελευθερωτική ως προς τη μορφή, με κάποιες μάλιστα εκφάνσεις θρησκευτικής υφής (π.χ. για του Χριστού την πίστη την αγία), ως προς το ουσιαστικό της όμως περιεχόμενο η επανάσταση αυτή θα ήταν αστική, αφού το κράτος που θα ίδρυε πάνω στα ερείπια της μεσαιωνικής βαρβαρότητας της Τουρκοκρατίας δεν μπορούσε να είναι τίποτε άλλο, παρά ένα αστικό κράτος.

Σύμφωνα με τον Λένιν5, η περίοδος της αστικής επανάστασης που άρχισε στην Ευρώπη το 1789 τερματίστηκε βασικά γύρω στο 1871, και η ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Βαλκανική χερσόνησο συντελέστηκε αργότερα υπό καλύτερες συνθήκες στο μέτρο που υπήρχαν εκεί ανεξάρτητα εθνικά κράτη. Ούτε, λοιπόν, για την εθνικο-απελευθερωτική μορφή του αγώνα, ούτε και για το αστικό του περιεχόμενο θα μπορούσαν να υπάρξουν αξιόλογες ενστάσεις, αντιρρήσεις ή ακόμα και παρεξηγήσεις. Κρίνοντας από το αποτέλεσμα, θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι, σε ό,τι αφορά την εθνικο-απελευθερωτική μορφή του αγώνα, μπορεί να υπήρξε μια συνεργασία των διαφορετικών κοινωνικών τάξεων που απάρτιζαν αυτή την κυρίως αγροτική, μεσαιωνικού τύπου κοινωνία. Σε ό,τι αφορά όμως το ουσιαστικό της, το ταξικό περιεχόμενο που θα έπρεπε να είναι ένα αστικό συγκεντρωτικό κράτος, τα πράγματα παρουσιάζονται πολύ πιο δύσκολα, όχι μόνο επειδή διαφορετικές κοινωνικές τάξεις έχουν τελείως διαφορετικά συμφέροντα (π.χ. κοτσαμπάσηδες και εκκλησία είχαν τελείως διαφορετικά συμφέροντα από τις λαϊκές αγροτικές μάζες και από τους αστούς), αλλά και από το γεγονός ότι στην Επανάσταση του 21 αναμείχθηκαν συστηματικά οι τρεις αποκαλούμενες «Μεγάλες Δυνάμεις», Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία, υπό την επιρροή των οποίων σχηματίστηκαν και τα πολιτικά κόμματα που κυβέρνησαν το ελληνικό κράτος στη συνέχεια. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι κάθε μία από τις τρεις αυτές μεγάλες δυνάμεις βρισκόταν σε διαφορετικό στάδιο εξέλιξης, με την τσαρική Ρωσία να καθυστερεί φανερά σε καπιταλιστική ανάπτυξη6. Αν κανείς δεν εξετάσει τις συγκεκριμένες διεθνείς συνθήκες μέσα στις οποίες έγιναν τα γεγονότα που επιθυμεί να εξετάσει, τότε είναι φανερό ότι η εξέταση που θα επιχειρηθεί δε θα στηρίζεται πουθενά. Εξ άλλου, τα πρώτα στοιχεία της ελληνικής αστικής τάξης σχηματίζονται πριν απ' όλα με το εξωτερικό εμπόριο και οι Ελληνες εμπορευόμενοι εγκαταστάθηκαν κύρια στο εξωτερικό, αφού οι όροι της επιχειρηματικής δραστηριότητας ήταν εκεί πολύ πιο ευνοϊκοί παρά στην οθωμανική αυτοκρατορία, όπου βασίλευε η καταθλιπτική φορολογία, οι αυθαιρεσίες των πασάδων και η ληστο-πειρατεία7. Στο εσωτερικό της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, το πιο πλούσιο και ισχυρό τμήμα των αστικών στοιχείων αποτελούσαν οι εμποροκαραβοκυραίοι. Το πιο δυνατό αστικό κέντρο της επαναστατικής Ελλάδας ήταν το νησί της Υδρας με 16.000 κατοίκους8. Το δυνάμωμα του εμπορικού κεφαλαίου και οι συναλλαγές με το εξωτερικό δυναμώνουν την εθνική συνείδηση, κάτι που, όπως λέει ο Γ. Ζέβγος, εμφανίζεται στα καράβια των νησιών, καράβια με αρχαιοελληνικά ονόματα.

Οι συνθήκες της προετοιμασίας
Πολεμική σκηνή της εποχής
Μετά την πτώση της Ναπολεόντειας Γαλλίας, την Ευρώπη κυβερνούσε από το 1815 και εξής η λεγόμενη Ιερά Συμμαχία, αποτελούμενη κύρια από τη Ρωσία, την Αυστρία και την Πρωσία, με τη συμμετοχή της παλινορθωμένης βουρβονικής Γαλλίας και με την Αγγλία, χωρίς επίσημη συμμετοχή (η Αγγλία ενδιαφερόταν για την ελευθερία του εμπορίου, ιδιαίτερα με τις χώρες της Λατινικής Αμερικής που τότε εξεγείρονταν ενάντια στην Ισπανία διεκδικώντας την ανεξαρτησία τους), αλλά με ένα ρόλο παρατηρητή/ επιθεωρητή. Κυρίαρχος και εμψυχωτής της Ιεράς Συμμαχίας ήταν αυτός που διέθετε τον πιο πολυάριθμο στρατό, δηλαδή ο τσάρος της Ρωσίας, «ο χωροφύλακας της Ευρώπης και δήμιος της Ασίας», όπως τον χαρακτήρισε εύστοχα ο Ι. Β. Στάλιν9. «Ενώ τα τουρκικά ζητήματα άφηναν προβληματισμένους τους Δυτικούς διπλωμάτες», γράφει ο Ενγκελς10, «τότε κηρυσσόταν πόλεμος. Ρωσικές στρατιές προέλαυναν στα Βαλκάνια και η Οθωμανική αυτοκρατορία διαμελιζόταν, κομμάτι - κομμάτι». Οι καπιταλιστικά αναπτυσσόμενες Αγγλία και Γαλλία, το εμπόριο των οποίων διείσδυε τότε δυναμικά στην Ανατολική Μεσόγειο δεν επιθυμούσαν να δουν την ήδη πανίσχυρη Ρωσία να υποτάσσει την Οθωμανική αυτοκρατορία και να κυριαρχεί και ως ναυτική δύναμη πέρα από τα Στενά11. Είναι αρκετό να σημειωθεί επίσης ότι, πέρα από τη δεδομένη εχθρότητα της ορθόδοξης εκκλησίας προς κάθε τι το αιρετικό φράγκικο, δυτικό, ιδιαίτερα απέναντι στο Διαφωτισμό και τις ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης καθώς και την αντιδραστική προσκόλλησή της στην «κραταιάν των Οθωμανών βασιλείαν», οι συμπάθειές της έδειχναν καθαρά προς τη Ρωσία, όποτε ένιωθε να απειλείται από νεωτερισμούς ορισμένων σουλτάνων12.
Ο Θ. Κολοκοτρώνης με τα παλικάρια του σε μια ανάπαυλα μετά τη μάχη στα Δερβενάκια
Ενας καθαρά αστικός προσανατολισμός της ελληνικής επανάστασης απαιτούσε πρώτα απ' όλα την προσπάθεια για διάλυση των μεσαιωνικών δομών της κοινωνίας, συνεκτικός ιστός των οποίων ήταν η εκκλησία και η ιδεολογία που εκπορευόταν από αυτήν. Το κίνημα του Διαφωτισμού και η Γαλλική Επανάσταση έδωσαν το έναυσμα της σύγκρουσης ανάμεσα στην πρωτοπόρα διανόηση της εποχής από τη μια πλευρά και στον ορθόδοξο κλήρο του Πατριαρχείου, με τα εθελόδουλα κηρύγματα περί «άθεων Γάλλων» κλπ. από την άλλη. Με την προσπάθεια αυτή για απεγκλωβισμό της σκέψης από την εκκλησιαστική σκοταδιστική επιρροή συνδέονται οι μεγάλες υπηρεσίες του αστού δημοκράτη Αδ. Κοραή (1748 - 1833), και το έργο του Ρήγα του Βελεστινλή (1758 - 1797), φλογερού επαναστάτη και εθνεγέρτη των βαλκανικών λαών. Τόσο ο πρόωρα χαμένος Ρήγας όσο και ο σε σεβάσμια ηλικία αποβιώσας Κοραής υπήρξαν αντίπαλοι του κλήρου, αλλά ο Ρήγας ηρωοποιήθηκε αμέσως, ενώ η συμβολή του Κοραή στον αστικό εκδημοκρατισμό του κράτους άργησε σχετικά να εκτιμηθεί στο σωστό της μέτρο. Καθώς όμως η ελληνική αστικοδημοκρατική σκέψη δεν μπόρεσε να συνεχίσει την προσπάθεια του Ρήγα - με μοναδική εξαίρεση την «Ελληνική Νομαρχία» - και η Γαλλική Επανάσταση έμελλε να τυποποιηθεί με αυταρχικό τρόπο στη Ναπολεόντεια αυτοκρατορία, η προσπάθεια για λύση μετατοπίστηκε σχεδόν υποχρεωτικά στην τσαρική Ρωσία, παραδοσιακό εχθρό της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, προς την οποία απέβλεπαν ο ορθόδοξος κλήρος, οι Φαναριώτες, οι Ελληνες έμποροι σιτηρών και γουναρικών που είχαν σχέσεις με τη Ρωσία και, τέλος, η στρατιωτική αριστοκρατία των οπλαρχηγών που, με τη μορφή των καπετανάτων και των αρματολικιών, είχαν ξεχωρίσει κοινωνικά από την αγροτική βάση της κοινωνίας. Αυτά τα κατά τεκμήριο ορθόδοξα συντηρητικά στρώματα ανέλαβαν την οργάνωση του απελευθερωτικού κινήματος υπό τη μορφή της Φιλικής Εταιρείας. Σε σχέση με τις ιδέες που κήρυσσαν λίγο προηγούμενα ο Ρήγας και η «Ελληνική Νομαρχία», η Φιλική Εταιρεία αποτελούσε σαφέστατα ένα βήμα πίσω, αλλά ανταποκρινόταν με φυσικό τρόπο στη μεγάλη καθυστέρηση και ανωριμότητα της ελληνικής αστικής τάξης που δεν είχε ακόμα αποδεσμευτεί από το μεσαιωνικό της περιβάλλον και τώρα καλούνταν να υποστεί την καθοδήγηση μιας γενικά θρησκευόμενης οργάνωσης που δεν έκρυβε ορισμένες φορές και τους φαναριώτικους με μεσαιωνική και ρωσική χροιά ανεδαφικούς σκοπούς της για μια ανασύσταση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας!!! Η Φιλική Εταιρεία που ιδρύθηκε την εποχή της παντοδυναμίας της Ρωσίας (1814 Ρωσική κατοχή στο Παρίσι) δεν είχε άμεσους δεσμούς με τις λαϊκές μάζες και στην πορεία της ανάπτυξής της δεν παίρνει κοινωνικό περιεχόμενο, αλλά εκδηλώνει μεγαλοϊδεάτικες τάσεις, όπως διαπιστώνει ο Ζέβγος13. Ποτέ εξ άλλου η τσαρική πολιτική δε στηρίχτηκε σε κάποιο πλατύ λαϊκό κίνημα. Ολα αυτά τα πολύ σημαντικά τα ξεχνάμε κάποτε πολύ εύκολα. Ο ανώτατος αρχηγός θα ήταν, φυσικά, κάποιος παράγοντας στην υπηρεσία της Ρωσίας, ο Καποδίστριας ή ο Υψηλάντης. Η επανάσταση, λοιπόν, που θα είχε νομοτελειακά αστικό περιεχόμενο ξέσπασε την άνοιξη του 1821 παρά την ανωριμότητα της ελληνικής αστικής τάξης.

Τάξεις και πολιτικές παρατάξεις
Μπουμπουλίνα και Ελληνες πολεμιστές
Την ορθότερη και, πριν απ' όλα, διαλεκτικότερη μαρτυρία για την ύπαρξη κοινωνικών τάξεων και πολιτικών παρατάξεων στην επαναστατημένη Ελλάδα μάς δίνει ο ιστορικός της Φιλικής Εταιρείας Ι. Φιλήμων, που αναφέρει τρεις τάξεις που διεκδικούσαν τότε την εξουσία: τους στρατιωτικούς (δηλ. καπεταναίους, οπλαρχηγούς, αρματολούς), τους προεστούς (κοτσαμπάσηδες) και τους πολίτες, όπως αποκαλεί τους αστούς. Η ύπαρξη των αντίθετων μεταξύ τους παρατάξεων στρατιωτικών και προεστών είχε σαν αποτέλεσμα, κατά τον Φιλήμονα, να διατηρηθεί ισορροπία ανάμεσά τους και έτσι να μην πέσει το Εθνος στην τυραννία της μιας ή της άλλης παράταξης. Η μέση τάξη των πολιτών «συνήργησε πάντοτε εις την υπεροχήν πότε της μιας και πότε της άλλης», ήταν όμως αδύνατο να αντιπαραταχθεί μόνη της εναντίον της μιας χωρίς να έχει τη συνδρομή της άλλης14. Ο Φιλήμων μάς λέει με άλλα λόγια ότι η αστική τάξη, καθώς ήταν ολιγάριθμη, δεν μπορούσε να σταθεί μόνη της και, έτσι, πάντα μηχανορραφούσε με τη μια παράταξη ενάντια στην άλλη και, για το λόγο αυτό, γινόταν αντιπαθητική στο λαό, δηλαδή στις μεγάλες μάζες της αγροτιάς που, με μεσαιωνική νοοτροπία και παράδοση, ακολουθούσαν τους φυσικούς τους ηγέτες, δηλαδή τους καπεταναίους και τους προεστούς. Με την ολιγάριθμη τάξη των αστών που επιδίωκαν ένα ανεξάρτητο κράτος υπό καθεστώς συνταγματικής μοναρχίας με βασιλιά έναν πρίγκιπα από την Ευρώπη δεν άργησαν να συνταχθούν και οι αστοί νοικοκυραίοι των νησιών που ως τότε κινούσαν τα πλοία τους με δικά τους έξοδα και επιθυμούσαν μια ισχυρή κεντρική εξουσία ικανή να συγκεντρώνει τα δημόσια έσοδα για να χρηματοδοτεί την κίνηση του ελληνικού στόλου. Πιο κοντά στην αστική παράταξη βρισκόταν η παράταξη των κοτσαμπάσηδων, με την οποία συχνά συμμαχούσε ο αρχηγός των αστών Μαυροκορδάτος15. Με βάση τον πολιτικό συνασπισμό αυτό (αστοί, νησιώτες, κοτσαμπάσηδες) ηττήθηκαν πολιτικά η παράταξη των στρατιωτικών και οι Φιλικοί στην Α' Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου. Στο εξής, η Φιλική Εταιρεία περίπου εξαφανίζεται από το προσκήνιο μαζί με τα σύμβολα της (σταυροί, φοίνικες κ.λπ. εκκλησιαστικής και μασονικής έμπνευσης) και επικρατούν οι δυνάμεις που συνδέονται οικονομικά με τη θάλασσα (επιβολή της γαλανόλευκης σημαίας), δηλαδή αυτές οι δυνάμεις που αποτελούν ήδη ή θα αποτελέσουν την αγγλόφιλη, αστική παράταξη.
Γεώργιος Καραϊσκάκης
Η επιρροή της Φιλικής Εταιρείας υποχώρησε οριστικά, κύρια επειδή η Α' Εθνοσυνέλευση θέσπισε κεντρική διοίκηση με φιλελεύθερους θεσμούς, αλλά και επειδή ο εδαφικός περιορισμός της επανάστασης στην κυρίως Ελλάδα έθαψε στην κυριολεξία τα ρωσικά, φαναριώτικα και Φιλικά σχέδια για ανασύσταση της πολυεθνικής Βυζαντινής αυτοκρατορίας δείχνοντας καθαρά σε όσους μπορούσαν να καταλάβουν, ότι εκείνο που ήταν εφικτό στις δοσμένες τότε συνθήκες ήταν η απόσπαση από την Οθωμανική αυτοκρατορία της Κάτω Ελλάδας και των νησιών, δηλαδή ενός εθνικού κράτους. Σχετικά με τα χιμαιρικά σχέδια ανασύστασης της ορθόδοξης βυζαντινής αυτοκρατορίας, με άλλα λόγια της διαβόητης «μεγάλης ιδέας» που καλλιεργούσε κυρίως ο κλήρος και πολύ μετά το σχηματισμό του ελληνικού αστικού κράτους (ακόμα και σήμερα βλέπουμε τον ορθόδοξο ανώτερο κλήρο να προβαίνει σε ορισμένες εκδηλώσεις τέτοιας προέλευσης που κυμαίνονται ανάμεσα στο κωμικό και στο επικίνδυνο) και που δεν είχαν την παραμικρή σχέση με το όραμα του Ρήγα για μια δημοκρατική, πολυεθνική βαλκανική ομοσπονδία πολλών θρησκειών, ο Μαρξ είναι κατηγορηματικός: «Οι έλληνες κάτοικοι του λεγόμενου βασιλείου... μπορεί να ονειρεύονται ακόμα και μια ανασύσταση της βυζαντινής αυτοκρατορίας, παρ' όλο που, γενικά, είναι ένας τετραπέρατος λαός για να πιστεύουν σε μια τέτοια ανοησία»16.

Οι επιτυχίες της Επανάστασης το 1822 έκαναν παντοδύναμη τη στρατιωτική παράταξη σε σημείο π.χ. που να αγνοεί την κεντρική κυβέρνηση ο Ανδρούτσος17, ενώ στη Β' Εθνοσυνέλευση του Αστρους (1823), οι στρατιωτικοί με επικεφαλής τον Κολοκοτρώνη θα εκφράσουν ολιγαρχικές απόψεις, όπως λέει ο Ζέβγος18. Με την ταξική πάλη είναι άρρηκτα συνδεμένο το πρόβλημα της εθνικής γης, δηλαδή τα πρώην τουρκικά κτήματα που ανακηρύχτηκαν εθνικά ήδη από την αρχή της επανάστασης.

Αδαμάντιος Κοραής, Ρήγας Βελεστινλής, Αλέξανδρος Υψηλάντης, σε λαϊκή λιθογραφία της εποχής
Αν το κράτος που θα προέκυπτε θα ήταν εθνικό, αστικό, τότε θα έπρεπε να είναι ενιαίο, δηλαδή να διαθέτει ενιαία αγορά. Ο Μαρξισμός διδάσκει ότι η πανεθνική αγορά είναι το πρώτο σχολείο όπου η αστική τάξη διδάσκεται τον πατριωτισμό19. Με τη σειρά της, η ενιαία εσωτερική αγορά απαιτεί την αστικοποίηση της γαιοκτησίας, δηλαδή την εμπορευματοποίηση της γης ή τη μετατροπή της σε εμπόρευμα, ώστε να γίνει ικανή να παράγει εμπορεύματα. Ετσι, το εθνικό πρόβλημα είναι κατά βάθος πρόβλημα αγροτικό και η αγροτιά είναι δύναμη κρούσης του εθνικού κινήματος, όπως συνέβη και στη Γαλλική αστική επανάσταση.

Το στρατιωτικό ολιγαρχικό κόμμα απέκτησε πάρα πολλούς οπαδούς μέσα στην αγροτιά της Πελοποννήσου, όπου τα εθνικοποιημένα τούρκικα κτήματα ήταν πολλά. Καθώς οι νησιώτες, που δε διέθεταν κτήματα στα νησιά τους αλλά ξόδευαν τις περιουσίες τους για τα πλοία του αγώνα, ζητούσαν να αποζημιωθούν με εθνικά κτήματα, οι στρατιωτικοί εναντιώνονταν σ' αυτή την «καταπάτηση» του Μοριά από τους ξένους! Στη Στερεά, όπου τα εθνικοποιημένα κτήματα ήταν λίγα, οι αγρότες δεν ενδιαφέρονταν να αποκτήσουν γη στην Πελοπόννησο. Με λίγα λόγια, οι αγρότες δεν μπορούσαν τότε να έχουν σαφή αντίληψη για το τι είναι ένα αστικό εθνικό κράτος και εκείνο που καταλάβαιναν καλά ήταν ότι έπρεπε να εξομοιωθούν με τους ελεύθερους μουσουλμάνους. Με λίγα λόγια, δεν υπήρχε στη μεγάλη πλειοψηφία του αγροτικού πληθυσμού, που ζούσε σε μεσαιωνικές συνθήκες, αστική αντίληψη και η αντινομία της εποχής βρισκόταν στο ότι τα οικονομικά συμφέροντα της αγροτιάς ήταν ασύμβατα τότε με την αστική ανάπτυξη και τον εθνικό συγκεντρωτισμό. Δεν υπήρχε ακόμα ο απαραίτητος βαθμός αστικής ανάπτυξης, ώστε τα αιτήματα της αγροτιάς, δηλαδή η μοιρασιά της γης, να αποκτήσουν αντικειμενικά προοδευτικό χαρακτήρα.

Εθνικός συγκεντρωτισμός σε ένα αστικό κράτος σήμαινε διάλυση ή κατάργηση όλων των επαρχιακών, εδαφικών, τοπικών εξουσιών, δηλαδή των καπετανάτων, των οπλαρχηγών και των προκρίτων. Οι στρατιωτικοί ιδιαίτερα, ως μετέπειτα ρωσικό κόμμα δεν άργησαν να υιοθετήσουν το περιβόητο διαμελιστικό σχέδιο των λεγόμενων «τριών αποκομμάτων», για το χωρισμό της Ελλάδας σε Δυτική Στερεά (αρχηγός Μάρκος Μπότσαρης), σε Ανατολική Στερεά (αρχηγός Οδυσσέας Ανδρούτσος) και σε Πελοπόννησο/Μοριά (αρχηγός Θεόδωρος Κολοκοτρώνης), και οι τρεις περιοχές φόρου υποτελείς στο σουλτάνο που προωθήθηκε από τη ρωσική πολιτική το 1824 και αντιστοιχούσε σε φεουδαρχικές, μεσαιωνικές δομές τουρκικού τύπου (τρία βιλαέτια Ναύπακτος, Εγριπος, Μοριάς) ή ακόμα βυζαντινής εποχής (δεσποτάτο Ηπείρου, δουκάτο Αθηνών, πριγκιπάτο Αχαΐας). Αντίθετα, όπως ειπώθηκε, η ίδρυση ενός αστικού κράτους προϋπέθετε πρώτα απ' όλα ενοποίηση της εσωτερικής αγοράς, έτσι ώστε να μπορέσει να αναπτυχθεί η ντόπια εμπορευματική παραγωγή και το εξωτερικό εμπόριο. Αστικός συγκεντρωτισμός, σε τελευταία ανάλυση, σήμαινε και εθνική ανεξαρτησία, ενώ τοπικές εξουσίες, αρματολίκια, καπετανάτα, προεστάτα δεν μπορούσαν παρά να είναι κάτι σαν «χριστιανικά πασαλίκια», δηλαδή αυτόνομες περιοχές υποτελείς στο σουλτάνο κατά το υπόδειγμα της Μολδοβλαχίας και πρόσφορο έδαφος για στρατιωτική επέμβαση της φεουδαρχικής τσαρικής Ρωσίας υπό το πρόσχημα της προστασίας των ορθοδόξων. Στο σημείο αυτό ταυτίστηκαν οι αστικοί προσανατολισμοί της μέσης τάξης των πολιτών, όπως είδαμε να τους αποκαλεί ο Φιλήμων, με τις επιδιώξεις της αγγλικής πολιτικής στη Μεσόγειο, που επιδίωκε να εμποδίσει τις επεκτατικές τάσεις της ρωσικής αυτοκρατορίας.

Συμμαχίες και αντιθέσεις

Οι κοινωνικές συμμαχίες που είχαν συναφθεί από την Α' Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου ανατρέπονται, όταν συνάπτεται από την κυβέρνηση των αστών το πρώτο αγγλικό δάνειο. Τώρα συνασπίζονται στρατιωτικοί και κοτσαμπάσηδες της Πελοποννήσου που ανησυχούν για το ότι η κυβέρνηση, με αυξημένο κύρος, θα κατόρθωνε να κατανικήσει τις τοπικές, επαρχιακές αντιστάσεις και να ισχυροποιήσει την κεντρική εξουσία. Ως τότε, οι κοτσαμπάσηδες είχαν συνεργαστεί με τους αστούς, ιδιαίτερα στον πρώτο εμφύλιο πόλεμο.

Η υποθήκευση της εθνικής γης για τα εξωτερικά δάνεια απέκλειε τη δωρεάν διανομή της στους αγωνιστές και στους αγρότες. Αλλά η αστική ενότητα του έθνους ήταν τελείως αδύνατο να επιτευχθεί χωρίς οικονομικά μέσα, και αυτά μόνο από το εξωτερικό μπορούσαν να έρθουν. Ο δεύτερος εμφύλιος πόλεμος, στον οποίο ο Μακρυγιάννης αναγνωρίζει ότι «το δίκαιον και η πατρίδα ήταν με το βουλευτικόν»20 κατέληξε με ήττα του Κολοκοτρώνη και των συμμάχων του προεστώτων, ενώ νίκησε η αστική κυβέρνηση με τις λίρες και τους ρουμελιώτες οπλαρχηγούς. Από τότε αρχίζουν και οι σοβαρές προσπάθειες για τη δημιουργία τακτικού στρατού, κάτι που με τη βοήθεια του χρήματος, αποτελεί ρήγμα στο στρατό των ατάκτων και ένα ακόμα βήμα προς τον αστικό συγκεντρωτισμό.

Αυτό το αστικό ενιαίο κράτος, αντίθετο προς το σχέδιο των τριών αποκομμάτων που είχαν προωθήσει η Ρωσία και οι στρατιωτικοί, ταίριαζε περισσότερο με τις επιδιώξεις της αστικής Αγγλίας που, επί υπουργού εξωτερικών G. Canning, ασκούσε πολιτική αντίθετη από εκείνη της Ιεράς Συμμαχίας, προσπαθώντας ταυτόχρονα να ενισχύσει την ίδρυση ανεξάρτητων εθνικών κρατών που, με τη σειρά τους, θα αποτελούσαν προνομιακές αγορές για το εμπόριο και τη βιομηχανία της. Τα αγγλικά δάνεια έδεσαν οριστικά την Ελλάδα στο άρμα του αγγλικού καπιταλισμού21, αποτρέποντας την παραμονή σε φεουδαρχικό επίπεδο ανάπτυξης, είτε υπό οθωμανική κατοχή, είτε υπό την επιρροή της τσαρικής Ρωσίας.

Ετσι, τα πράγματα επιταχύνονται και, καθώς αρχίζει η εισβολή του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο (αρχές 1825), η Αγγλία υποκινεί τη γνωστή αίτηση προστασίας, την οποία προώθησαν πρώτοι απ' όλους οι Ρωσόφιλοι Ρώμας και Κολοκοτρώνης. Αυτό το γεγονός είναι δηλωτικό του ότι, στο μέτρο που η επανάσταση αρχίζει να εξαντλείται22, οι προσδοκίες για ανεξαρτησία αρχίζουν να μετατοπίζονται προς το εξωτερικό, όπου η αντοχή της επανάστασης δυναμώνει το φιλελληνισμό. Μόνο «οι κληρικοί φοβούμενοι μήπως η Ελλάς δουλωθεί από τους Δυτικούς, όχι πολιτικώς αλλά θρησκευτικώς... έφεραν εμπόδια εις την ελευθερίαν των Ελλήνων», μας πληροφορεί ο υπασπιστής του Κολοκοτρώνη Φωτάκος23. Ετσι, προκαθορίστηκε ότι η αστική ανάπτυξη της Ελλάδας θα λάβαινε χώρα κάτω από τη σκιά του δυτικού καπιταλισμού.

Το πρόβλημα της ανεξαρτησίας και οι μεγάλες δυνάμεις

Μπορεί όμως η αστική ανάπτυξη να απαιτούσε πλήρη ανεξαρτησία του ελληνικού κράτους που θα ιδρυόταν, αλλά η Αγγλία δεν μπορούσε να επιβάλει κάτι τέτοιο μόνη της, χωρίς πόλεμο με την Τουρκία. Ετσι, τα πράγματα άρχισαν να προσανατολίζονται προς μια αυτονομία υπό την επικυριαρχία του σουλτάνου, κάτι για το οποίο, όπως είδαμε, ήταν σύμφωνη και η τσαρική Ρωσία και έτσι μπορεί να εξηγηθεί και η μαζική προσέλευση των Ρωσόφιλων υπό τον Κολοκοτρώνη να υπογράψουν την αίτηση προστασίας των Ελλήνων από τη Μεγάλη Βρετανία. Αλλά το χαρακτηριστικότερο γνώρισμα της έστω και σιωπηρής εγκατάλειψης του αιτήματος για ανεξαρτησία και την αντικατάστασή του από μια υποτέλεια στο Σουλτάνο μπορεί να αποτελεί η συμφωνία Αγγλίας και Ρωσίας για εκλογή του Καποδίστρια, με τους Αγγλους R. Church και Th. Cochrane στην ηγεσία του στρατού και του στόλου αντίστοιχα, αλλά η πραγματικότητα πρέπει να αναζητηθεί στη βάση της κοινωνίας και δεν είναι άλλη, από την εξάντληση της ολιγάριθμης έτσι κι αλλιώς ελληνικής αστικής τάξης, οπότε η εξουσία περνάει και πάλι στους προκρίτους του Μοριά και καταλήγει εκεί που άρχισε, όπως λέει ο Ζέβγος, δηλαδή σε άνθρωπο του τσάρου. Στην αρχή ο Υψηλάντης, στο τέλος ο Καποδίστριας. Ετσι, ο Μαρξ κατηγόρησε τους Αγγλους πολιτικούς ότι ενεργώντας με δουλοπρέπεια απέναντι στη Ρωσία φόρτωσαν στην πλάτη των Ελλήνων τον Καποδίστρια24, που σε ένα γράμμα του προς τον Ενγκελς, αποκαλεί «ανέντιμο»25. Για τον Καποδίστρια, ισχύουν οι εύστοχες παρατηρήσεις του Γ. Ζέβγου που χαρακτηρίζει συνολικά τη διακυβέρνησή του «αντιδραστική» «με τον Κολοκοτρώνη συμβουλάτορα και δεξί του χέρι»26. Ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος και η συνθήκη της Αδριανούπολης του 1829 που δεν μπόρεσαν να αποτρέψουν η Αγγλία και η Γαλλία έδωσε την τελειωτική λύση στο ζήτημα της ανεξαρτησίας του ελληνικού κράτους.

Το τελικό συμπέρασμα είναι, όπως όλα τα ιστορικά γεγονότα, αντιφατικό. Από τη μια πλευρά, υπήρξε μια εθνική ανεξαρτησία ενός τμήματος του ελληνισμού. Από την άλλη όμως, αποδείχτηκε ότι οι οικονομικές και κοινωνικές προϋποθέσεις για μια καθαρά αστική, καθαρά καπιταλιστική εξέλιξη στο επίπεδο των προηγμένων καπιταλιστικών χωρών της Δυτικής Ευρώπης ήταν εξαιρετικά αδύναμες αν όχι ανύπαρκτες. Ετσι, η Ελλάδα πέρασε από την απολυταρχία του Καποδίστρια στην απολυταρχία της απόλυτης μοναρχίας πάντα υπό την επιρροή των ξένων δυνάμεων, ιδιαίτερα της Αγγλίας και της Γαλλίας και, μετά την παραχώρηση των Επτανήσων, στην αποκλειστική επιρροή της Αγγλίας που αντικαταστάθηκε πολύ αργότερα από το δόγμα Τρούμαν και το σχέδιο Μάρσαλ που, mutatis mutandis, ισχύουν ως σήμερα. Ο αγωνιζόμενος λαός μας έχει ανάγκη την Ιστορία του. Πρέπει να κάνει κτήμα του τα ιστορικά αυτά διδάγματα, αν θέλει οι αγώνες και οι θυσίες του να μην έχουν την τύχη του 1821. Τα λόγια αυτά είναι του Γιάννη Ζέβγου, που έπεσε σε μέρες σαν τη σημερινή (20 Μάρτη του 1947) πριν από εξήντα χρόνια.

(Το κείμενο είναι η ομιλία του Τηλέμαχου Λουγγή στην εκδήλωση της ΚΟΑ και της ΚΝΕ, που έγινε το Σάββατο 24/3/2007 στην αίθουσα Συνεδρίων του ΚΚΕ στον Περισσό με θέμα: «Η αλήθεια για την επανάσταση του 1821 και η παραχάραξή της από τα σχολικά βιβλία». Οι υπότιτλοι είναι του «Ρ»).

Πηγές:

1. Κ. Μαρξ, Das Kapital, Buch I., Erster Abschnitt, Kapitel 3, 113 (Ullmann Verlag): Die Natural form der Grundrente bildet eines der Selbsterhaltungsgeheimnisse des turkischen Reichs.

2. Μαρξ - Ενγκελς, British Politics (1853), Collected Works, 12 (Moscow 1979), 8.

3. Φ. Ενγκελς, The Turkish Question (1853), Collected Works 12 (Moscow 1979), 26.,

4. Κ. Μαρξ, The Greek insurrection (1854), Collected Works 13 (Moscow 1980), 72.

5. Β. Ι. Λένιν, Ο prave nacii na samoopredelenije, Izbrannye pro'izvedenija I (Moskva 1975), 569-621, εδώ 578 και, επίσης, 573: primer balkanskich gosudarstv fozhe govorit protiv nee, ibo vsiakii vidit teper', shto na'ilushchte uslovija razvitija kapitalizma na Balkanach sozdajutsia kak raz ν mere sozdanija na etom poluostrove samostojatel 'nych nacional 'nych gosudarstv.

6. Β. Ι. Λένιν, Η ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Ρωσία, Απαντα 3, Αθήνα (ΣΕ), 187, 339, αλλά και πρόλογο στη Β' έκδοση, 14.

7. Λ. Παπανικολάου, Κοινωνική ιστορία της ελληνικής επανάστασης του 19ου αιώνα, Αθήνα (ΣΕ) 1991, 68 και 76.

8. Γ. Ζέβγος, Σύντομη μελέτη της Νεοελληνικής Ιστορίας, Αθήνα (Διόνυσος, χ.χ.). Ι, 37.

9. Πρβλ. Ζέβγο, στο ίδιο, 1, 85.

10. Φρ. Ενγκελς, The Turkish Question (1853), Collected Works 12 (Moscow 1979), 23.

11. Παπανικολάου, στο ίδιο, 79.

12. Παπανικολάου, στο ίδιο, 90.

13. Ζέβγος, Ι, 47.

14. Ι. Φιλήμονος, Δοκίμιον ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας, Ναυπλία 1834, 96.

15. Παπανικολάου, στο ίδιο, 146 και 168.

16. Κ. Μαρξ, The Greek insurrection (1854), Collected Works 13 (Moscow 1980), 71.

17. Ζέβγος Ι, 78.

18. Ζέβγος Ι, 79.

19. Ι.Β. Στάλιν, Ο Μαρξισμός και το εθνικό ζήτημα, Απαντα 2, 344.

20. Μακρυγιάννη, Απομνημονεύματα, Αθήναι 1969 (Πάπυρος), Α', 99.

21. Παπανικολάου, στο ίδιο, 211.

22. Ζέβγος, Ι, 102.

23. Φωτάκου, Απομνημονεύματα περί της ελληνικής επαναστάσεως, Αθήναι 1955, 454.

24. Κ. Μαρξ, Herr Vogt (1860), Collected Works 17 (Moscow 1981), 143.

25. Κ. Μαρξ στον Φρ. Ενγκελς, 3 Μάη 1854, Collected Works 39 (Moscow 1983), 447.

26. Ζέβγος, I, 103 - 110.


ΠΗΓΗ: εφημ. ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 1-4-2007

Διασαλεύοντας την κοινή γνώμη

του Γιώργου Κακουλίδη

1. Στο κέντρο της Αθήνας έχει συντελεστεί οριστικά ο χωρισμός των ανθρώπων, έχουν διαταραχθεί οι σχέσεις στην καθημερινότητα. Η αιτία γνωστή: ένα ελεεινό καθεστώς που σε καθημερινή βάση πετά κόσμο στο δρόμο, καταφέρνοντας να δημιουργήσει δύο νέα κοινωνικά σχήματα: τους αναξιοπαθούντες και τους «καταφερτζήδες» εργαζόμενους.

2. Με συγκίνηση υποδέχτηκε τα νέα κοινωνικά σχήματα το καθεστώς ελπίζοντας σε μια άμεση σύγκρουση μεταξύ τους. Με μεγαλύτερη συγκίνηση απευθύνθηκε στο πανελλήνιο με σκοπό να ξεσηκώσει το ελεήμον και φιλάνθρωπο συναίσθημα του πολίτη. Ας βασανίσω, για ευνόητους λόγους, τα αυτονόητα: όχι μόνο πρέπει στα δύσκολα να βοηθάει ο ένας τον άλλον, αλλά να δίνουμε και απ' αυτό που δεν έχουμε. Αυτό που με εξοργίζει είναι πως η προσφορά είναι στημένη έτσι, για να εξαγριώσει και αυτόν που δίνει, αλλά κυρίως αυτόν που δέχεται. Καθημερινά, κάτω από τα άγρυπνα μάτια των τηλεοπτικών παραρτημάτων του καθεστώτος, συντελείται η σίτιση. Γι' αυτό όποιος πολίτης πάρει στα χέρια του τη γνωστή σε όλους πλαστική σακούλα με το φαγητό, εξαφανίζεται από τα μάτια των δημοσιογράφων και τρυπώνει στο σπίτι του. Αν δεν έχει σπίτι, διαλέγει την πιο σκοτεινή γωνία για να φάει. Εχει υποστεί μεγάλο τραύμα, η ανάγκη τον εξωθεί ν' απλώσει το χέρι του. Οταν απλώνεις το χέρι σου, είσαι μακριά όχι μόνο από τους ανθρώπους, αλλά και από τον ίδιο σου τον εαυτό. Κι όταν στο δρόμο διασταυρώνονται τα βλέμματα, νιώθεις το θρίαμβο του καθεστώτος.

3. Τα κατάφερε. Είμαστε εμείς και εκείνοι. Για εκείνους είσαι ένας καταφερτζής με διάφορες ανεξιχνίαστες ικανότητες, αφού μπορείς και εργάζεσαι παρ' όλες τις πιέσεις. Είσαι κάποιος άλλος, σίγουρα δεν είσαι δικός τους, δεν έχεις περάσει τη γραμμή.

4. Δεν έχει καμία σημασία αν το καθεστώς παρέλθει. Το κακό ανάμεσα στις σχέσεις μας ίσως είναι ανεπανόρθωτο. Πρέπει ν' αναχαιτίσουμε την παλίρροια της ηλιθιότητας στην οποία μας καταδίκασαν να πνιγούμε. Πρέπει επειγόντως ν' ανατρέξουμε στον καθημερινό τρόπο ζωής που μας μεγάλωσε, όχι όμως σα μηχανική επανάληψη. Πρέπει να σχηματιστούν σε κάθε γωνιά του κέντρου καταστάσεις που θα φέρουν τον έναν δίπλα στον άλλο. Ο μόνος τρόπος για ν' αποφύγουμε μια σύγκρουση με τους αδελφούς μας είναι το άνοιγμα της ψυχής στον άλλο, να τον νιώσουμε και να νιώσει πως δεν έχουμε να μοιράσουμε τίποτα άλλο παρά τη μιζέρια μας.

ΠΗΓΗ: εφημ. ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 1-4-2012

1 8 2 1 : Διαδρομές εθνικού προσδιορισμού

Όψεις του «ελληνικού» στην αναζήτηση εθνικής ταυτότητας, μέρος Β'


από τη Μάρθα Πυλια



ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΔΗΜΗΡΟΥΛΗ, διδάκτορος Θεωρίας και Ιστορίας της λογοτεχνίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο



Aς μου επιτραπεί τώρα ένα χρονικό άλμα, από την εποχή του Σολωμού, κατά την οποία εθνικός λόγος και εθνική ταυτότητα ζητούν να αυτοπροσδιοριστούν ετερότροπα, σε μιαν άλλη εποχή, στην οποία η ετεροτροπία αφομοιώνεται στην όψη του «ελληνικού» μέσω της αισθητικής του μοντερνισμού. Πρόκειται για το Άξιον Eστί του Oδυσσέα Eλύτη, που πρωτοδημοσιεύτηκε το 1959.

Aπό την αρχή ο Eλύτης, αλλά και η γενιά του '30 στο σύνολό της, βίωσαν επώδυνα ένα αισθητικό και ιδεολογικό δίλημμα, του οποίου ο ένας πόλος ήταν η ελληνική παράδοση και ο άλλος ο ευρωπαϊκός μοντερνισμός. H γενιά αυτή πρόκρινε και πρόβαλε διάφορες εκδοχές της ελληνικότητας‡ παράλληλα, ωστόσο, και επίμονα δοκιμάστηκε στη λυδία λίθο του ποιητικού μοντερνισμού. O Eλύτης για πολλά χρόνια αμφιταλαντεύεται, με προφανή όμως την επικυριαρχία του υπερρεαλισμού στα ποιητικά του οράματα. Oδηγήθηκε έτσι βαθμιαία σε μια κρίση ταυτότητας, από την οποία ουσιαστικά λυτρώθηκε μόνον με τη συγγραφή του Άξιον Eστί, δηλαδή με τη μορφική και νοηματική επικράτηση του «ελληνικού» στους ποιητικούς πειραματισμούς του. H εσωτερίκευση του ετερότροπου στο έργο αυτό είναι πλήρης. Πρόκειται για αφομοιωτική διαδικασία με ισχυρές ιδεολογικές ενισχύσεις που συγκροτεί το πεδίο μιας καινούργιας εθνικής αισθητικής. Με τη θεαματική αυτή «στροφή» ο υπερρεαλιστής ποιητής αποκαθιστά τη συνέχειά του με την παράδοση και τον πνευματικό διάλογο με τον πρόγονό του εθνικό ποιητή.

Όπου και να σας βρίσκει το κακό, αδελφοί,

όπου και να θολώνει ο νους σας,

μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό

και μνημονεύετε Aλέξανδρο Παπαδιαμάντη.

H λαλιά που δεν ξέρει από ψέμα

θ' αναπαύσει το πρόσωπο του μαρτυρίου

με το λίγο βάμμα του γλαυκού στα χείλη.

Tο Άξιον Eστί είναι η "χειρονομία" ενός εθνικού ποιητή, καρπός αισθητικής αναζήτησης και μεθοδικής εργασίας 14 χρόνων, που ήρθε να διεκδικήσει φιλόδοξα ένα μέλλον και να αποκαταστήσει ένα παρελθόν. Στο ποίημα αυτό ο υπερρεαλισμός γίνεται εθνικός, ο ποιητής αντηχεί προφητικός και το ποίημα λειτουργεί σαν εθνικό μνημείο. Mε αυτόν τον τρόπο ο Eλύτης υποτάσσει την προσωπική στη συλλογική μυθολογία και, συνάμα, ανακυκλώνει σύμβολα εθνικού περιεχομένου, αναγκάζοντας έτσι τη μοντέρνα εξάρτυσή του να βαδίσει με τους ρυθμούς και την όψη του ελληνικού. Tο Άξιον Eστί είναι η απόκριση του ποιητή στη εποχή του, και είναι εξαρχής απόκριση εθνικού ποιητή.

Tα θεμέλια μου στα βουνά

και τα βουνά σηκώνουν οι λαοί στον ώμο τους

και πάνω τους η μνήμη καίει

άκαυτη βάτος.

Mνήμη του λαού μου σε λένε Πίνδο και σε λένε Άθω.

Tο Άξιον Eστί είναι έτσι δομημένο, ώστε να παραπέμπει στη δομή του, να εννοεί τη γλώσσα του, να σημαίνει το ύφος του. H ρητορική του είναι μνημειακή, υποτάσσει δηλαδή την ιστορία στο μέγεθος του λόγου του. Έτσι, αναδεικνύεται ο συμβολικός ναός του εθνικού ποιήματος, που το περιεχόμενό του είναι η ίδια του η κατασκευή. Πρόκειται για μια πανδαισία λόγου, μέσω της οποίας ο ρόλος της γλώσσας είναι συστατικός στη διαμόρφωση του «ελληνικού» στον σύγχρονο κόσμο:

Tη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική‡

το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Oμήρου.

Mοναχή έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Oμήρου

Eκεί σπάροι και πέρκες

ανεμόδαρτα ρήματα

ρεύματα πράσινα μες στα γαλάζια

όσα είδα στα σπλάχνα μου ν' ανάβουνε.

 

Mοναχή έγνοια η γλώσσα μου με τα πρώτα Δόξα σοι

Eκεί δάφνες και βάγια

θυμιατό και λιβάνισμα

τις πάλες ευλογώντας και τα καριοφίλια.

Στο χώμα το στρωμένο με τ' αμπελομάντηλα

κνίσσες, τσουγκρίσματα

και Xριστός Aνέστη

με τα πρώτα σμπάρα των Eλλήνων.

Aγάπες μυστικές με τα πρώτα λόγια του Ύμνου.

Mονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα

λόγια του Ύμνου!

O σύγχρονος, ο μοντέρνος ποιητής ρίχνει με αυτόν τον τρόπο μια γέφυρα προς το παρελθόν και συναντά τον πρόγονό του, τον Mέγα εθνικό ποιητή, για να μπορέσει και αυτός να διεκδικήσει με τη σειρά του την ελληνική διάσταση της ποιητικής αισθητικής, αναπροσαρμόζοντας τη σχέση του τόσο με τη δική του προηγούμενη ποιητική παραγωγή όσο και με τον εξωελληνικό λόγο του μοντερνισμού.

Aντίθετα όμως από τον Σολωμό, η αγωνία για τη μεταφυσική, καθολική διάσταση του ελληνικού, έχει τώρα μεταφερθεί στον μικρόκοσμο της ελληνικής φύσης και ιστορίας: «Aυτός ο κόσμος ο μικρός ο μέγας», όπως λέει ο ποιητής. Έχουμε εδώ μια επιστροφή στο ταπεινό και ελάχιστο, που μετασχηματίζεται όμως σε κάτι απόλυτο και υψηλό, λόγω ακριβώς της αυτάρκειας και της ιδιομορφίας του. O ποιητής νιώθει το βάρος της παράδοσης και αποδέχεται τον δημιουργικό διάλογο με τη γλώσσα και την τέχνη που τον διαμόρφωσαν.

Δεν βρίσκεται στη θέση του Σολωμού, θέση δύσκολη και αβάσταχτη, που έπρεπε, ταυτόχρονα, να γράψει μεγάλη ποίηση, σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα, αλλά και να θεμελιώσει την ποιητική ταυτότητα ενός έθνους και μιας γλώσσας υπό διαρκή ανασχηματισμό. H όψη του «ελληνικού» στον Eλύτη είναι ένας ολόκληρος κόσμος, με τους μύθους, τα παθήματά του και τη φυσική του υπόσταση. Όλα τα υπόλοιπα, οτιδήποτε επείσακτο ή ανοίκειο, πρέπει να ενταχθεί σε αυτήν την Eλλάδα του ονείρου και της όρασης. Η επιστροφή του Ελύτη, μέσω Σεφέρη, στον Σολωμό σηματοδοτεί την απόφασή του να αναμετρηθεί δυναμικά με τη συλλογική μυθολογία του «ελληνικού». Ο εξελληνισμένος υπερρεαλισμός του πέρασε έτσι στις υπολογίσιμες εφεδρείες του.

Tο τρίτο παράδειγμα θα έπρεπε κανονικά να είχε προηγηθεί, αλλά λόγω της ιδιομορφίας του είναι προτιμότερο να το δούμε τελευταίο. Πρόκειται για το ποίημα Mπολιβάρ του Nίκου Eγγονόπουλου που δημοσιεύτηκε το 1944 και φέρει τον υπότιτλο Ένα ελληνικό ποίημα. H ιδιομορφία του έγκειται όχι τόσο στις μορφικές και υφολογικές καινοτομίες του, όσο στην πρωτότυπη αναζήτηση του «ελληνικού» πέραν της ελληνικότητάς του. Tο ποίημα λειτουργεί συνεχώς σε διπλό επίπεδο, με την αδιάκοπη μετατροπή και αποσύνθεση της ταυτότητάς του:

Γι' αυτούς θα 'πω τα λόγια τα ωραία, που μου

τα υπαγόρευσε η Έμπνευσις,

καθώς εφώλιασε μέσα στα βάθη

του μυαλού μου όλο συγκίνηση

Για τις μορφές, τις αυστηρές και τις υπέροχες

του Oδυσσέα Aνδρούτσου και του Σίμωνος Mπολιβάρ.

 

Όμως τώρα θα ψάλλω μονάχα τον Σίμωνα, αφήνοντας

τον άλλο για κατάλληλο καιρό,

αφήνοντας τον για ναν τ' αφιερώσω σαν έρθ' η ώρα,

ίσως το πιο ωραίο τραγούδι που έψαλα ποτέ,

ίσως τ' ωραιότερο τραγούδι που ποτές

εψάλανε σ' όλο τον κόσμο.

Kι αυτό όχι για τα ότι κι οι δύο τους υπήρξαν

για τις πατρίδες, και τα έθνη και τα σύνολα

κι άλλα παρόμοια, που δεν εμπνέουν,

παρά γιατί σταθήκανε στους αιώνες,

κι οι δυο τους, μονάχοι πάντα,

κι ελεύθεροι, μεγάλοι γενναίοι και δυνατοί.

 

Kαι τώρα ν' απελπίζουμαι που ίσαμε σήμερα

δεν με κατάλαβε, δεν θέλησε, δεν μπόρεσε να

καταλάβει τι λέω, κανείς;

Bέβαια, την ίδια τύχη νάχουνε και αυτά

που λέω τώρα για τον Mπολιβάρ,

που θα πω αύριο για τον Aνδρούτσο;

Σε όλο το ποίημα η υπόμνηση του ελληνικού γίνεται σε φόντο εξωτικό, και με αυτόν τον τρόπο η όψη του μοιάζει ταυτόχρονα οικεία και ξένη, συμπαγής και αποσπασματική. O Eγγονόπουλος φαίνεται να προσπαθεί να προβάλει την ελληνικότητά του σε μακρινά τοπία, σαν να θέλει να δοκιμάσει την αντοχή της, σαν να επιδιώκει να αποστασιοποιηθεί από τα πάθη της. Δεν είναι μόνο ο ήρωας, ένα είδος λατινοαμερικάνου Aνδρούτσου, που συντελεί σε αυτό, είναι και το ίδιο το ξετύλιγμα του ποιήματος που επιτρέπει την ταυτόχρονη ανάπτυξη του «ελληνικού» και του «ξένου», σαν να είναι οι δύο όψεις του ίδιου πράγματος:

Σαν μιλάς, φοβεροί σεισμοί ρημάζουν το παν,

από τις επιβλητικές ερημιές της Παταγονίας

μέχρι τα πολύχρωμα νησιά,

Hφαίστεια ξεπετιούνται στο Περού και ξερνάνε

στα ουράνια την οργή τους,

Σειούνται τα χώματα παντού και

τρίζουν τα εικονίσματα στην Kαστοριά,

Tη σιωπηλή πόλη κοντά στη λίμνη.

Mπολιβάρ, είσαι ωραίος σαν Έλληνας.

Tο "ελληνικό" στην περίπτωση του Eγγονόπουλου δεν ταυτίζεται με την τοπικότητα ούτε εκφράζει την εθνική εσωστρέφεια αλλά ξανοίγει την ταυτότητά του στο παγκόσμιο και το διαφορετικό, για να ανακαλύψει, μέσα από αυτά, τη βαθύτερη φύση του. O ποιητής αντιλαμβάνεται το ζήτημα της συλλογικής μυθολογίας και της εθνικής ταυτότητας ως πορεία προς την ετερότητα, έτσι ώστε το ελληνικό να δοκιμαστεί στη συνάντησή του με το άλλο. Aκόμη και στο επίπεδο της τεχνικής ο Eγγονόπουλος ακολουθεί τον δικό του δρόμο: αν ο Eλύτης επεδίωξε, και εν πολλοίς κατάφερε, να εθνικοποιήσει τον υπερρεαλισμό, ο Eγγονόπουλος κατόρθωσε να εκθέσει το εθνικό στον υπερρεαλισμό, και να καταλήξει έτσι στο αντίθετο αποτέλεσμα: όχι σε έναν εθνικό υπερρεαλισμό αλλά σε έναν υπερρεαλιστικό εθνισμό, που μιλά έτσι:

Mπολιβάρ! Eίσαι του Pήγα Φεραίου παιδί

του Aντωνίου Oικονόμου που τόσο άδικα τον σφάξανε

και του Πασβαντζόγλου αδελφός,

τ' όνειρο του μεγάλου Mαξιμιλιανού ντε Pομπεσπιέρ

ξαναζεί στο μέτωπό σου.

Eίσαι ο ελευθερωτής της Nότιας Aμερικής.

Δεν ξέρω ποια συγγένεια σε συνέδεε, αν είτανε

απόγονός σου ο άλλος μεγάλος Aμερικανός,

από το Mοντεβίντεο αυτός,

Ένα μονάχα είναι γνωστό, πως είμαι γιός σου.

Eίδαμε, πολύ βιαστικά και κατ' ανάγκην σχηματικά, τρεις όψεις του «ελληνικού»:

1) H πρώτη υπηρετεί το ρητορικό όραμα της σύμμειξης του εθνικού και του παγκόσμιου σε μιαν υπερβατική Iδέα.

2) H δεύτερη προσοικειώνεται τον ποιητικό μοντερνισμό, αφομοιώνει την αισθητική του, και προβάλει τη μοναδικότητα της ταυτότητάς του, με μια πολυφωνική στροφή στην παράδοση.

3) H τρίτη ταξιδεύει την εθνική ιθαγένεια σε άγνωστες θάλασσες και δοκιμάζει τις αντοχές της σε πρωτόγνωρες εμπειρίες και επικίνδυνες φιλίες. Eίναι μια έξοδος προς το άλλο.

Δεν είναι μοναδικές αυτές οι όψεις αλλά ενδεικτικές. Eνδεικτικές ως προς τη μορφή και το νόημα του ελληνικού, το οποίο δεν ορίζεται ως κάτι απόλυτο και μονοπαγές αλλά συντίθεται, δημιουργείται, από τους ίδιους τους Έλληνες, ανάλογα με την εποχή του χρόνου και τις ανάγκες των ανθρώπων. Oι ποιητές, με τον δικό τους τρόπο, αναζητούν το εθνικό σε ό,τι αντιλαμβάνονται ως αληθές και όχι αντίστροφα. H ποίηση αποδεικνύει φυσικά την πολυμορφία αυτής της αλήθειας και από αυτή την πολυμορφία αντλεί τη δύναμή της. H ποίηση που αποβλέπει στο «συλλογικό» είναι μια αδιάκοπη άσκηση σε αυτό που ο Kαβάφης αποκάλεσε «εις τεύχη ελληνισμών πολλή ερμηνεία».

Eίναι ιδιαίτερα σημαντικό, στη σημερινή ιστορική συγκυρία, να μην περιφρονήσουμε τους ποιητές αλλά να τους ακούσουμε. Ίσως μάθουμε πολλά από τις όψεις του «ελληνικού» στο έργο τους. Ίσως επίσης ανακαλύψουμε τον πλούτο της ανοιχτής ταυτότητας, που δεν φοβάται να δοκιμαστεί, να συγκριθεί και να συνυπάρξει. H επέτειος αυτή θα μπορούσε να είναι, πέραν όλων των άλλων, και μια καλή ευκαιρία να στοχαστούμε για το πώς υπάρχουμε «ελληνικά» μέσα στην παράξενη και γόνιμη αλλοτρίωση της τέχνης.

Aς μου επιτραπεί να κλείσω αυτήν την ομιλία, συμβολικά, με τους τελευταίους στίχους του Mπολιβάρ, εκφράζοντας έτσι και τη δική μου αμφίσημη ανταπόκριση σε μια τέτοια επίσημη στιγμή αλλά και την αλλόκοτη όψη του «ελληνικού» σε μια ιστορία που, αν μπορούσα, θα προσυπέγραφα:

στρατηγέ

τι ζητούσες στη Λάρισα

συ

ένας

Yδραίος!

ΠΗΓΗ: εφημ. ΑΥΓΗ, 1-4-2012

Λουτσιάνο Κάνφορα: Η Κρίση και η Δημοκρατία


* Βλέπω ότι φέτος, στο πλαίσιο του μαθήματός σας, επιλέξατε να διδάξετε στους φοιτητές σας, μεταξύ άλλων, τα κεφάλαια 48-97 από το 8ο βιβλίο της Ιστορίας του Πελοποννησιακού Πολέμου του Θουκυδίδη. Πρόκειται για το σημείο όπου ο Αλκιβιάδης υπόσχεται στους Αθηναίους τη βοήθεια των Περσών του Τισσαφέρνη, με αντάλλαγμα την αλλαγή του αθηναϊκού πολιτεύματος...

Σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, ο Αλκιβιάδης θεωρούσε τη δημοκρατία ως «έναν παγκοίνως αναγνωρισμένο παραλογισμό», κι άρα, πιθανότατα, επινόησε ο ίδιος την υπόσχεση βοήθειας του πέρση σατράπη Τισσαφέρνη και την προϋπόθεση αλλαγής του πολιτεύματος. Εκείνη τη στιγμή ο Τισσαφέρνης δεν είχε κανένα ενδιαφέρον να αποστείλει βοήθεια στους Αθηναίους. Μελετώντας την ελληνική ιστορία, όμως, μπορούμε να βρούμε ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο. Θα μπορούσε κανείς να πάει πολύ πίσω στον χρόνο, όταν, μετά την τελευταία εξέγερση εναντίον της μακεδονικής ηγεμονίας στην ελληνική χερσόνησο (322 π.Χ.), επιβλήθηκε στους Αθηναίους, οι οποίοι είχαν πρωτοστατήσει στον ξεσηκωμό, από τον νικητή Κάσσανδρο, να αλλάξουν το πολίτευμά τους και να περιορίσουν τον αριθμό όσων δικαιούνταν να έχουν πολιτικά δικαιώματα, σε μόλις 9.000 άνδρες. Στην πόλη η οποία γέννησε το «δημοκρατικό μοντέλο» επιβλήθηκε τότε, από την μεγάλη δύναμη η οποία τους υποδούλωσε, ένα τιμοκρατικό πολίτευμα, το οποίο αναγνώριζε πολιτικά δικαιώματα μόνο στους εύπορους.

Η διδακτορική διατριβή του Φυστέλ ντε Κουλάνζ είχε τίτλο: Ο Πολύβιος ή η Ελλάδα υπό τους Ρωμαίους κατακτητές (1858). Ο μεγάλος γάλλος ιστορικός ανακατασκεύαζε πλήρως και με δεξιοτεχνικό τρόπο αυτή τη μακρά ιστορική διαδικασία, με την οποία η Ελλάδα μετατράπηκε πολιτικά σε δορυφόρο της Ρώμης, παρόλο που πολιτισμικά ήταν η Ρώμη αυτή που εξελληνίστηκε. (Γι' αυτό έχει ειπωθεί ορθά ότι ο ηττημένος εκπολίτισε τον «βάναυσο νικητή»). Η δυναμική δεν διέφερε πολύ απ' όσα είχαν συμβεί 150 χρόνια πριν, με τους Μακεδόνες. Οι κοινωνικές συγκρούσεις ήταν άγριες και οι πλούσιοι, για να τη γλυτώσουν, ζήτησαν την προστασία της πανίσχυρης στρατιωτικής μηχανής, του προτύπου κάθε ολιγαρχικής δημοκρατίας: της ρωμαϊκής. Έτσι, η Ελλάδα βρέθηκε, για άλλη μια φορά, υπό προστασία.

Κάτι τέτοιο, αν κάνουμε ένα άλμα χιλιετιών, πάει να γίνει και σήμερα. Αυτοί που σήμερα θα υποστούν τις συνέπειες των εντολών της «τριανδρίας» (Ε.Ε., ΕΚΤ, ΔΝΤ) είναι οι φτωχοί, κι όχι βέβαια οι κοσμοπολίτες δισεκατομμυριούχοι.

 

* Το 1982 εκδώσατε ένα βιβλίο με τίτλο Αναλογία και ιστορία1. Εκεί, αναφέρεστε στην έννοια της αναλογίας ως μεθοδολογικού εργαλείου (η ανάλυσή σας ξεκινά με μια αναφορά στα Ιστορικά και στην Ιστορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου του Ντρόυζεν), αλλά και στην πολιτική χρήση ιστορικών παραδειγμάτων, γράφοντας ότι «η αναλογία και η ιδεολογία διαπλέκονται βαθύτατα» κι ότι «σε κάθε αναλογία εμπλέκεται, κατά κάποιον τρόπο διόλου δευτερεύοντα, κι ένας προσανατολισμός, πολιτικός, ιδεολογικός, θρησκευτικός». Αυτή την εποχή στην Ελλάδα, στον δημόσιο λόγο, εμφανίζονται διαρκώς δύο αναλογίες. Μια αναλογία μεταξύ της σημερινής οικονομικής κρίσης κι εκείνης του 1929. Και μια αναλογία μεταξύ της σημερινής κρίσης της δημοκρατίας κι εκείνης της εποχής της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Θα θέλατε να μας πείτε τη γνώμη σας επ' αυτού;

 

Και οι δύο αναλογίες έχουν την αξία τους. Όμως, καμιά αναλογία δεν μπορεί ποτέ να είναι τέλεια. Η σημερινή οικονομική κρίση είναι σίγουρα η πιο σοβαρή από την εποχή του 1929, αλλά δεν βλέπω ομοιότητες μεταξύ τους. Τότε ήταν η Γερμανία και οι ΗΠΑ οι χώρες που επλήγησαν περισσότερο, κι αυτές δρομολόγησαν, αντίστοιχα, το «Νιου Ντηλ» και τον εθνικοσοσιαλισμό. Σήμερα, η κρίση δημιουργήθηκε από την απόλυτη εξουσία των τραπεζών και του χρηματιστηριακού κεφαλαίου και δεν υπάρχουν αντίδοτα παραγωγικού τύπου που να μπορούν να περιορίσουν τον γκαγκστερισμό των τραπεζιτών. Η πολιτική εξουσία δεν τολμά να τους αντιπαρατεθεί, ούτε καν φραστικά. Όσον αφορά την πολιτική κρίση της Βαϊμάρης, είναι σωστό να την επικαλούμαστε. Αυτή τη φορά, όμως, η ακύρωση του πολιτικο-δημοκρατικού μηχανισμού εκτυλίσσεται με έναν πολύ πιο υπόγειο και αδιόρατο τρόπο, σε σχέση με ό,τι συνέβη τότε, και μάλιστα με τη συναίνεση σχεδόν όλων των πολιτικών δυνάμεων, μεταξύ των οποίων η διάκριση αριστερά/δεξιά τείνει προς εξαφάνιση.

 

* Στο έργο σας Η Δημοκρατία. Ιστορία μιας ιδεολογίας2, έχετε γράψει ότι «ο καπιταλισμός είναι ένα ολιγαρχικό σύστημα. Όμως, ζει και βασιλεύει επειδή κατάφερε να διαβρώσει και να οικειοποιηθεί τον μηχανισμό της δημοκρατίας». Θεωρείτε ότι ο καπιταλισμός έχει ανάγκη την κοινοβουλευτική δημοκρατία για να αναπαράγεται, ή αυτή είναι μάλλον το προϊόν κοινωνικών αγώνων, δηλαδή μια κατάκτηση η οποία, μέχρι ενός σημείου, κατόρθωσε να περιορίσει τις καταστροφικές δυνάμεις του καπιταλισμού; Θεωρείτε ότι το παράδειγμα της Κίνας διαψεύδει όσους θεωρούν αναγκαίο τον δεσμό μεταξύ καπιταλισμού και λαϊκής συναίνεσης;

 

Όλα τα πολιτικά συστήματα, κι όχι μόνο στην Ευρώπη, εντείνουν διαρκώς τον ολιγαρχικό τους χαρακτήρα. Αυτό εξαρτάται, κυρίως, από την παγκόσμια ενοποίηση του μηχανισμού του ανταγωνισμού. Νικά όποιος καταφέρνει να παράγει μειώνοντας στο έπακρο το κόστος εργασίας. Κι αυτό μπορεί να γίνει εφικτό μόνο με τον περιορισμό της πολιτικής και του συνδικαλισμού. Αυτό ακριβώς συμβαίνει τώρα, μπροστά στα μάτια μας.

 

* Πριν από λίγες εβδομάδες, τόσο ο υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας, όσο και μέλη της ελληνικής κυβέρνησης, επιχειρηματολογούσαν υπέρ της αναγκαιότητας αναβολής των εκλογών, με το σκεπτικό ότι «οι εκλογές κάνουν κακό στην οικονομία και προκαλούν ανησυχία στις αγορές». Επίσης, ο κύριος Σόιμπλε συνέστησε να συγκροτηθεί «μια κυβέρνηση τεχνοκρατών τύπου Μόντι, της οποίας η θητεία καλό θα ήταν να διαρκέσει τουλάχιστον δυο χρόνια». Ποια είναι η έννοια της δημοκρατίας την οποία υποστηρίζουν οι σημερινές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και η Ε.Ε. μέσω των οργάνων της; Βρισκόμαστε σε ένα σημείο όπου οι αγορές, οι Κεντρικές Τράπεζες και το ΔΝΤ μπορούν και αποφασίζουν ακόμα και για την ημερομηνία των εκλογών σε μια ευρωπαϊκή χώρα; Θα ήταν αυτό ένα ακόμα παράδειγμα της «βαναυσότητας της Παλινόρθωσης»;

 

Καταρχάς, ας υπενθυμίσω κάτι το οποίο βρίσκεται ήδη στις απαρχές της ίδρυσης του νεοελληνικού κράτους. Πριν από 180 χρόνια, τον Φεβρουάριο του 1833, στην «ανεξάρτητη», επιτέλους, Ελλάδα «δωρίστηκε» από τη συμμαχία των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων ένας γερμανός (για την ακρίβεια, βαυαρός) βασιλιάς, ο Όθωνας του Βίτελσμπαχ, πλαισιωμένος, καθώς απεστάλη όντας ακόμη ανήλικος, από ένα συμβούλιο αντιβασιλείας επανδρωμένο καθ' ολοκληρίαν από βαυαρούς. Δε γνωρίζω αν η Ανγκέλα Μέρκελ γνωρίζει την τρομερή ιστορία της νεώτερης Ελλάδας. Είμαι όμως βέβαιος ότι το ιστορικό αυτό προηγούμενο θα της άνοιγε μάλλον την όρεξη. Παρότι η Ευρώπη, αρχίζοντας από τους ρωμαίους, χρωστά σχεδόν τα πάντα στους Έλληνες και στον ανυπέρβλητο πολιτισμό τους, στους τομείς της φιλοσοφίας, της επιστήμης, της λογοτεχνίας κ.τ.λ. (αλλά γι' αυτά τα χρέη η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δεν δίνει δεκάρα), ελάχιστοι μεγάλοι λαοί υποχρεώθηκαν να υποστούν, όπως οι Έλληνες στην ιστορία τους, την ασφυκτική πρακτική της «προστασίας» από άλλες δυνάμεις.

Όσο για την ερώτηση που μου κάνατε: Απολύτως ναι. Στα «ανίσχυρα» κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης το αντιπροσωπευτικό, εκλογικό, κοινοβουλευτικό σύστημα, στη μορφή που έλαβε τον 19ο και τον 20ό αιώνα, έχει πια πεθάνει. Ποια πολιτικά συστήματα σχεδιάζονται, δοκιμάζονται και θα το διαδεχθούν μελλοντικά, αυτό είναι ένα ερώτημα που δεν μπορεί κανείς να το απαντήσει ακόμα. Αλλά και μέσα στα «ισχυρά» κράτη, συνεχώς θα περιορίζονται οι πολιτικές δυνάμεις που είναι ικανές να θέτουν υπό αμφισβήτηση ή να αντιπαλεύουν την κυριαρχία του πλούτου. Ο μεγάλος άγνωστος είναι οι διεθνείς συγκρούσεις (μεταξύ ΗΠΑ, Κίνας, Ρωσίας, Ινδίας). Η Ε.Ε. θα υποχρεωθεί, μελλοντικά, να επαναπροσδιορίσει τις αξιώσεις της, κάτι που θα επαναφέρει στο προσκήνιο τις εσωτερικές συγκρούσεις.

 

* Εάν μιλάμε για μια μορφή «περιορισμένης δημοκρατίας» (παρά τη διενέργεια εκλογών, την ύπαρξη πολιτικών κομμάτων κ.τ.λ.), τότε η αριστερά δεν βρίσκεται, θέλοντας και μη, σε μια θέση άμυνας, όπου θα οφείλει να προασπίζει όχι μόνο τα εργασιακά δικαιώματα, το κράτος πρόνοιας, αλλά και την ίδια την πολιτειακή μορφή, δηλαδή την «τυπική», «αστική» δημοκρατία;

 

Η λέξη «αριστερά» δεν έχει πια νόημα, τουλάχιστον στην Ιταλία. Προς το παρόν, αυτό που βλέπω μπροστά μου είναι η «union sacrιe», όπως το 1914...3

Π.-Ι. Στ.

1. Luciano Canfora, Analogia e storia. L' uso politico dei paradigmi storici, Laterza, Μπάρι-Ρώμη 1982.

2. Λ. Κάνφορα, Η Δημοκρατία. Ιστορία μιας ιδεολογίας, Μεταίχμιο, Αθήνα 2009.

3. Με αυτό το όνομα έμεινε στην ιστορία η μονομερής «ανακωχή» που κήρυξαν τα περισσότερα ευρωπαϊκά σοσιαλιστικά κόμματα, ιδίως το γαλλικό, τις παραμονές του Α' παγκοσμίου πολέμου: περιλάμβανε παύση των απεργιών, των διαδηλώσεων και των κοινωνικών διεκδικήσεων. Κατέληξε στην ψήφιση, εκ μέρους της πλειοψηφίας αυτών των κομμάτων, της εισόδου των εθνικών κρατών τους στον πόλεμο.

ΠΗΓΗ: εφημ. ΑΥΓΗ, 1-4-2012

Βερολίνο 1928: Χίτλερ, ένας «κλόουν» που τον αποθεώνουν τα πλήθη


Ντιέγκο Ριβέρα, Παναμερικάνικη ενότητα, 1940 (απόσπασμα).

Ο Χίτλερ, ο Μουσολίνι και ο Στάλιν εικονίζονται μέσα σε ένα αεριώδες δέντρο. Από εκεί βγαίνει το οπλισμένο χέρι του φασισμού, το οποίο προσπαθεί να το συγκρατήσει η ανθρωπότητα. Ο Στάλιν κρατά ένα μαχαίρι και μια αξίνα, βαμμένη κόκκινη -- αλληγορία για τη δολοφονία του Τρότσκι. Ο Χίτλερ δείχνει τον Στάλιν για να δικαιολογήσει την εξαπόλυση της ναζιστικής βαρβαρότητας, ενώ ο «πρακτικός» Μουσολίνι κρατά ένα μπαλτά. Κάτω από τον Στάλιν διασταυρώνονται οι λέξεις GPU και Gestapo. O Τσάρλι Τσάπλιν εμφανίζεται πάνω από έναν πεσμένο στρατιώτη -- αναφορά στον «Μεγάλο Δικτάτορα». Αριστερά, κάτω από τη σβάστικα ο Χίμλερ, στον οποίο έχουν δοθεί όμως και γνωρίσματα αμερικανού ανθρώπου των μήντια.


Τις επόμενες μέρες κυκλοφορεί ο πέμπτος τόμος του περιοδικού Μαρξιστική Σκέψη, με ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον αφιέρωμα στον φασισμό. Προδημοσιεύουμε αποσπάσματα από το κείμενο του μεγάλου μεξικανού ζωγράφου Ντιέγκο Ριβέρα (περιέχεται στο My Art, my Life: an autobiography, Dover 1991), που αναφέρεται στην επίσκεψή του στο Βερολίνο του 1928 και τη «γνωριμία» του με τον Χίτλερ.

 

του Ντιεγκο Ριβερα

Μια επιδημία τρέλας είχε εξαπλωθεί στη χώρα. Την αισθάνθηκα σε δύο ξεχωριστές, φαινομενικά άσχετες περιπτώσεις.

Μια νύχτα ο Μίντσενμπεργκ, μερικοί άλλοι φίλοι και εγώ μεταμφιεστήκαμε και, με πλαστά πιστοποιητικά, παρακολουθήσαμε την πιο εκπληκτική τελετή που έχω δει ποτέ. Πραγματοποιήθηκε στο δάσος του Γκρούνβαλντ, κοντά στο Βερολίνο.

Πίσω από μια συστάδα δέντρων, στη μέση του δάσους, εμφανίστηκε μια παράξενη πομπή. Οι πορευόμενοι άνδρες και γυναίκες φορούσαν λευκούς χιτώνες και στεφάνια από ιξό, το τελετουργικό φυτό των δρυίδων. Στα χέρια τους κρατούσαν πράσινα κλαδιά. Ο ρυθμός τους ήταν αργός και τελετουργικός. Πίσω τους, τέσσερις άνδρες μετέφεραν έναν αρχαϊκό θρόνο στον οποίο καθόταν ένας άνθρωπος που αναπαριστούσε το θεό του πολέμου, τον Βόταν. Ο άνθρωπος αυτός δεν ήταν άλλος από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τον Πάουλ φον Χίντεμπουργκ! Ντυμένος με αρχαία ενδυμασία, ο Χίντεμπουργκ ύψωσε μια λόγχη στην οποία ήταν χαραγμένα δήθεν μαγικά γράμματα του ρουνικού αλφάβητου. Το κοινό, εξήγησε ο Μίντσενμπεργκ, εκλάμβανε τον Χίντεμπουργκ ως μετενσάρκωση του Βόταν. Πίσω από τον Χίντεμπουργκ εμφανίστηκε ένας άλλος θρόνος, τον οποίο κατείχε ο Στρατάρχης Λούντεντορφ, ο οποίος εκπροσωπούσε τον θεό του κεραυνού, Τορ. Πίσω από τον «θεό» συνωστιζόταν ένας συρμός πιστών που αποτελούνταν από διακεκριμένους χημικούς, μαθηματικούς, βιολόγους, φυσικούς και φιλοσόφους. Όλα τα πεδία της γερμανικής «κουλτούρας» εκπροσωπήθηκε στο Γκρούνβαλντ εκείνο το βράδυ.

Η πομπή σταμάτησε, και άρχισε η τελετή. Για αρκετές ώρες, η ελίτ του Βερολίνου τραγουδούσε και κραύγαζε προσευχές και τελετές από το βαρβαρικό παρελθόν της Γερμανίας. Εδώ ήταν η απόδειξη, αν κάποιος τη χρειάζεται, της αποτυχίας δύο χιλιάδων ετών ρωμαϊκού, ελληνικού και ευρωπαϊκού πολιτισμού. Δυσκολευόμουν να πιστέψω ότι αυτά που έβλεπα συνέβαιναν μπροστά στα μάτια μου.

Κανείς ανάμεσα στους γερμανούς αριστερούς φίλους μου δεν μπορούσε να μου δώσει κάποια ικανοποιητική εξήγηση για την παράξενη αυτή διαδικασία. Αντ' αυτού, προσπάθησαν να ξεμπερδέψουν κοροϊδευτικά, αποκαλώντας τους συμμετέχοντες «τρελούς». Ως σήμερα, προβληματίζομαι με τη συλλογική τους έλλειψη αντίληψης. Ενθυμούμενος αυτό το όργιο στεγνής μέθης και ντελίριου, στάθηκε αδύνατο να φανταστώ και τον ελάχιστα ευαίσθητο θεατή να αντιπαρέρχεται ό,τι είχα δει μόνο ως μια ακίνδυνη μασκαράτα.

Λίγες μέρες αργότερα, είδα τον Αδόλφο Χίτλερ να απευθύνεται σε μια μαζική συγκέντρωση στο Βερολίνο, δίπλα σε ένα κτίριο τόσο τεράστιο που καταλάμβανε το σύνολο του οικοδομικού τετραγώνου, τα κεντρικά γραφεία του Γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Ένα προσωρινό ενιαίο μέτωπο ήταν τότε σε ισχύ ανάμεσα στους ναζί και τους κομμουνιστές, ενάντια στους διεφθαρμένους ρεφορμιστές και τους σοσιαλδημοκράτες.

Η πλατεία ήταν κυριολεκτικά πλημμυρισμένη με 25-30.000 κομμουνιστές εργάτες. Ο Χίτλερ ήρθε με συνοδεία περίπου χιλίων ανδρών. Διέσχισαν την πλατεία και σταμάτησαν κάτω από ένα παράθυρο, από το οποίο παρακολουθούσαν οι ηγέτες του Κομμουνιστικού Κόμματος. Ήμουν μεταξύ τους, έχοντας προσκληθεί από τον Μίντσενμπεργκ, που βρισκόταν στα δεξιά μου. Στα αριστερά μου στάθηκε ο Τέλμαν, γενικός γραμματέας του Κόμματος. Ο Μίντσενμπεργκ εξηγούσε τα σχόλιά μου στον Τέλμαν, και μετέφραζε την ομιλία του Χίτλερ σε μένα.

Οι κομμουνιστές φίλοι μου έκαναν κοροϊδευτικές παρατηρήσεις για τον «αστείο ανθρωπάκο» που επρόκειτο να εκφωνήσει τον λόγο στη συγκέντρωση, και θεωρούσαν εκείνους που τον θεωρούσαν απειλή δειλούς ή ανόητους.

Καθώς ετοιμαζόταν να μιλήσει, ο Χίτλερ ορθώθηκε άκαμπτα, σαν να περίμενε να διογκωθεί και να γεμίσει το μεγάλο αγγλικό στρατιωτικό αδιάβροχό του ώστε να μοιάζει με γίγαντα. Στη συνέχεια, έκανε ένα νεύμα για να επικρατήσει σιωπή. Μερικοί κομμουνιστές εργαζόμενοι τον αποδοκίμασαν, αλλά μετά από λίγα λεπτά όλο το πλήθος σώπασε απολύτως.

Καθώς ζεστάθηκε, ο Χίτλερ άρχισε να ουρλιάζει και να κουνά τα χέρια του σαν επιληπτικός. Κάτι σ' αυτόν ανατάραξε, φαίνεται, το βάθος της ψυχής των ομοεθνών του, γιατί μετά από λίγο ένιωσα ένα περίεργο μαγνητικό ρεύμα μεταξύ αυτού και του πλήθους. Ήταν τόσο βαθύ που, όταν τελείωσε, έπειτα από δύο ώρες ομιλίας, επικράτησε μια στιγμή πλήρους σιγής. Ούτε καν οι ομάδες της κομμουνιστικής νεολαίας, που είχαν εντολή να τον γιουχάρουν, δεν το έκαναν. Και τότε, η σιωπή έδωσε τη θέση της σε ένα τεράστιο, εκκωφαντικό χειροκρότημα από όλη την πλατεία.

Καθώς έφευγε, οι οπαδοί του Χίτλερ έκλεισαν τις γραμμές γύρω του με όλα τα σημάδια της αφοσιωμένης πίστης. Ο Τέλμαν και ο Μίντσενμπεργκ γελούσαν σαν σχολιαρόπαιδα. Όσο για μένα, ήμουν τόσο χαμένος και προβληματισμένος, όπως όταν είχα δει το παρακμιακό τελετουργικό λίγες μέρες πριν στο Γκρούνβαλντ. Δεν μπορούσα να δω τίποτα για να γελάσω. Αισθάνθηκα πραγματικά βουτηγμένος στη θλίψη.

Ο Μίντσενμπεργκ, ρίχνοντας μια ματιά σε μένα, ρώτησε: «Ντιέγκο, τι τρέχει με σένα;».

«Αυτό που τρέχει», του είπα, «είναι ότι με κατακλύζει ένα προαίσθημα. Το προαίσθημα ότι, αν οι ένοπλοι κομμουνιστές άφηναν σήμερα στον Χίτλερ να φύγει ζωντανός, θα μπορούσε να ζήσει για να κόψει τα κεφάλια και των δυο συντρόφων μου σε λίγα χρόνια».

Ο Τέλμαν και ο Μίντσενμπεργκ γέλασαν δυνατά. Ο Μίντσενμπεργκ με επαίνεσε για τη ζωηρή φαντασία που είχα ως καλλιτέχνης.

«Θα πρέπει να αστειεύεσαι», είπε. «Δεν άκουσες τον Χίτλερ να μιλά; Δεν κατάλαβες, από όσα σου μετέφραζα, τι ανοησίες έλεγε;».

Του απάντησα: «Μα αυτές οι ανοησίες γεμίζουν επίσης στα κεφάλια των ακροατών, αλαλιασμένων από την πείνα και το φόβο. Ο Χίτλερ τους υπόσχεται μια αλλαγή, οικονομική, πολιτική, πολιτιστική και επιστημονική. Λοιπόν, θέλουν αλλαγές, και μπορεί να είναι σε θέση να κάνουν ακριβώς ό,τι λέει, αφού έχει όλα το καπιταλιστικό χρήμα πίσω του. Μ' αυτό μπορεί να δώσει τροφή στους πεινασμένους Γερμανούς εργάτες, να τους πείσει να πάνε με το μέρος του και να στραφούν ενάντια σε εμάς. Επιτρέψτε μου να τον πυροβολήσω εγώ τουλάχιστον. Θα αναλάβω την ευθύνη. Είναι ακόμα εντός εμβέλειας».

Μα αυτά τα λόγια μου έκαναν τους γερμανούς συντρόφους να ξεσπάσουν σε ακόμα δυνατότερα γέλια. Αφού ξεράθηκε στο γέλιο, ο Τέλμαν είπε: «Φυσικά, είναι καλύτερα να έχεις κάποιον πάντα έτοιμο να βγάλει από τη μέση τον κλόουν. Μην ανησυχείτε, όμως. Σε λίγους μήνες θα έχει τελειώσει, και τότε θα είμαστε σε θέση να πάρουμε την εξουσία».

Αυτό μου προκάλεσε μονάχα ακόμα μεγαλύτερη θλίψη, και εξέφρασα ξανά τους φόβους μου. Τώρα πια όμως ο Μίντσενμπεργκ δεν χαμογελούσε. Είχε παρακολουθήσει τον Χίτλερ, που βρισκόταν σχεδόν στην άλλη άκρη της πλατείας. Παρατήρησε ότι ο κόσμος τον χειροκροτούσε ακόμα. Πριν φύγει από την πλατεία, ο Χίτλερ έκανε το ναζιστικό χαιρετισμό. Αντί για αποδοκιμασίες, το χειροκρότημα γιγαντώθηκε. Ήταν σαφές ότι ο Χίτλερ είχε κερδίσει πολλούς οπαδούς ανάμεσα στους αριστερούς εργαζόμενους. Ο Μίντσενμπεργκ ξαφνικά έγινε χλωμός κι έπιασε το χέρι μου.

Ο Τέλμαν κοίταξε έκπληκτος και τους δύο μας. Χαμογέλασε αδύναμα και χάιδεψε το κεφάλι μου. Στα ρώσικα, που ακούγονταν βαριά με τη γερμανική προφορά του, είπε, «Νιτσεβό, νιτσεβό» (Δεν είναι τίποτα, απολύτως τίποτα).

Η τρελή φαντασία του καλλιτέχνη επιβεβαιώθηκε αργότερα πικρά. Τόσο ο Τέλμαν όσο και ο φίλος μου Μίντσενμπεργκ ήταν ανάμεσα στα εκατομμύρια των ανθρώπων που θανατώθηκαν από τον «κλόουν» που είχα παρακολουθήσει στην πλατεία εκείνη την ημέρα.

μετάφραση: Χρήστος Κεφαλής

ΠΗΓΗ: εφημ. Αυγη, 18-3-2012


Τσβετάν Τοντόροφ: ένας σύγχρονος διαφωτιστής

Κριτήριο της αυτονομίας ο ορθός λόγος

του Γ. Σιακαντάρη


«Χρειάζεται άραγε... υπεράσπιση ο Διαφωτισμός σήμερα;» θα μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς. Κάποιος άλλος θα έλεγε «μα μετά το Αουσβιτς, υπάρχουν επιχειρήματα υπέρ του Διαφωτισμού;». Κάποιος τρίτος μπορεί να πει «μα ποιον απασχολεί ή ποιον θα έπρεπε να απασχολεί ο Διαφωτισμός σε μια εποχή που αμφισβητούνται οι μεγάλες κατακτήσεις της κοινωνικής Ευρώπης;». Ή πάλι «μπορούν τα προτάγματα του Διαφωτισμού να βοηθήσουν κανέναν στον σημερινό ιδιαίτερα πολύπλοκο κόσμο;». Πιστεύω πως ο Τσβετάν Τοντόροφ αυτές τις αντιρρήσεις θα άκουγε και αποφάσισε να γράψει αυτό το σύντομο, αλλά περιεκτικό και υπερπολύτιμο δοκίμιο.

Πασίγνωστος κριτικός της λογοτεχνίας, ιστορικός και φιλόσοφος, ο Τσβετάν Τοντόροφ εγκατέλειψε τη Βουλγαρία το 1963 σε ηλικία 24 ετών και εγκαταστάθηκε στη Γαλλία. Γνώριζε ως νέος και φοιτητής τι σημαίνει να σου στερούν τη δυνατότητα να ζεις ως αυτόνομο και ελεύθερο άτομο και αυτή τη γνώση και εμπειρία τη μετέφερε στη νέα του πατρίδα, τη Γαλλία, μετατρέποντας την σε βασικό μοτίβο της σκέψης και της γραφής του. Ο συγγραφέας δεν είναι Γάλλος «βουλγαρικής καταγωγής», αλλά Βούλγαρος που βίωσε τον ολοκληρωτισμό στην πράξη και καταφεύγοντας στη Γαλλία γνώρισε τι σημαίνει να ζει κανείς σε μια αστική δημοκρατία.

Ευρωπαίος ανθρωπιστής και σύγχρονος διαφωτιστής, ο Τοντόροφ ξεκινάει την υπεράσπιση του Διαφωτισμού με την υπενθύμιση της προτεραιότητας στην αυτονομία του ελεύθερου από εξωτερικούς καταναγκασμούς και υπερφυσικές αυθεντίες ατόμου. Το πρώτο μέσο γι' αυτή τη χειραφέτηση είναι η κατάκτηση της αυτόνομης γνώσης. Ο Διαφωτισμός δεν ανέδειξε τη γνώση ως μέσο κυριαρχίας επί του ανθρώπου, αλλά ως μέσο για την κατάκτηση της αυτονομίας και ανεξαρτησίας του. Αυτό σημαίνει πως από εδώ και στο εξής καμία πολιτική ή υπερφυσική αυθεντία δεν θα είναι πάνω από το άτομο, αφού κριτής όλων γίνεται ο ορθός λόγος. Στις ευλογοφανείς ενστάσεις εκείνων που υποστηρίζουν πως η ανάδειξη του ορθού λόγου ως κριτηρίου της ανθρώπινης αυτονομίας αποξενώνει τον άνθρωπο από τα πάθη του, ο συγγραφέας ανταπαντά πως «ο ορθός λόγος αντιτίθεται στην πίστη και όχι στα πάθη».

Μέσα απ' αυτούς τους δρόμους οδηγούμαστε στις δυο βασικές αρχές του Διαφωτισμού, στην αρχή της λαϊκής κυριαρχίας, σύμφωνα με την οποία πηγή κάθε εξουσίας είναι ο λαός, και στην αρχή της ατομικής ελευθερίας απέναντι σε κάθε είδους εξουσία. Το πνεύμα του Διαφωτισμού δεν ανάγεται μόνο στο αίτημα της αυτονομίας, έχει και τους δικούς του κανόνες. Ο πρώτος αφορά τον τελικό σκοπό των ανθρώπινων ενεργειών, ο οποίος είναι η απελευθέρωση του ανθρώπου και όχι η υποταγή στον Θεό. Η ευτυχία και όχι η σωτηρία είναι ο σκοπός της ζωής. Ο δεύτερος είναι η αναγνώριση του γεγονότος πως όλοι οι άνθρωποι από την ίδια τους τη φύση κατέχουν ίσα, αναπαλλοτρίωτα δικαιώματα.

Το πρόγραμμα του Διαφωτισμού έχει πέντε θεμελιώδεις πλευρές όπως σημειώνει ο συγγραφέας. Η πρώτη αφορά την αυτονομία. Ο Διαφωτισμός αντιτάχθηκε σ' όσους διακήρυσσαν πως η εξουσία προέρχεται από τον Θεό και γι' αυτό δεν μπορεί να μεταβιβαστεί, παρά μόνο να ανατεθεί. Για τους διαφωτιστές η αυτονομία των ατόμων σηματοδοτούσε την ελευθερία των λαών να επιλέξουν τους κυβερνήτες τους. Η δεύτερη είναι η εκκοσμίκευση. Η ιστορία της νεωτερικότητας είναι η ιστορία της διεύρυνσης της ατομικής ελευθερίας και της ενίσχυσης του διαχωρισμού μεταξύ των πολιτειακών και των εκκλησιαστικών θεσμών. Η τρίτη αφορά την αλήθεια ως συστατικό στοιχείο της απαιτούμενης διαπαιδαγώγησης. Εδώ διακρίνει την αλήθεια από τη σχέση του καλού με το κακό. Η τέταρτη αφορά την αρχή του κριτηρίου του ανθρωπισμού ως μονάδα μέτρησης του χαρακτήρα των εξουσιών και, τέλος, η πέμπτη αφορά την οικουμενικότητα. Σ' αυτήν διακρίνει την οικουμενική διάσταση της προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων.




Το σύντομο δοκίμιο ολοκληρώνεται με το κεφάλαιο «Ευρώπη και Διαφωτισμός». Κεφάλαιο που αξίζει να διαβάσουν όσοι είναι υποστηρικτές των θεωριών περί κανονικών και μη κανονικών, αποσυνάγωγων λαών της Ευρώπης. Εδώ επισημαίνει πως για τους διαφωτιστές ευρωπαϊκή ενότητα δεν σήμαινε ισοπέδωση πολιτισμών και χαρακτήρων αλλά πολλαπλότητα υπό έναν παρονομαστή, την ανθρώπινη ελευθερία, ισότητα και κοινωνική δικαιοσύνη. Είναι εμφανές νομίζω πως αυτά που σήμερα το μπλοκ εξουσίας Μέρκελ - Σαρκοζί προτείνει ως ευρωπαϊκές λύσεις καμία σχέση δεν έχουν με την αντίληψη του Διαφωτισμού για την Ευρώπη.

Απορρίψεις και στρεβλώσεις

Ο Τοντόροφ διευκρινίζει τις βασικές αρχές του Διαφωτισμού αλλά εξετάζει και τις «απορρίψεις και τις στρεβλώσεις» του. Εδώ με ιδιαίτερα οξύ, αλλά δίκαιο τρόπο αναφέρει πως οι επικριτές του ερμηνεύουν τις αρχές του διαστρεβλώνοντας το πνεύμα του. Ετσι, δείχνει πως αυτό που ορισμένοι αντιλαμβάνονται ως αντίληψη του Διαφωτισμού για την πρόοδο, την οικουμενικότητα των αξιών, τη σημασία του ορθού λόγου και της επιστήμης, την καθολική αποδοχή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δεν έχει σχέση με τον Διαφωτισμό, αλλά με μια καρικατούρα του. Θα πρόσθετα πως αυτό που οι αρνητές του αποδομούν και αρνούνται από μια συντηρητική και εσωστρεφή οπτική είναι αυτό που ο Διαφωτισμός είχε απορρίψει ήδη μέσα από τη ματιά του προοδευτικού και οικουμενικού ανθρωπισμού.

ΠΗΓΗ: εφημ.ΤΑ ΝΕΑ, 31-3-2012

Πριν από την Πρωταπριλιά

του Κώστα Γεωργουσόπουλου

Αύριο είναι η καθιερωμένη μέρα του ψεύδους. Εθιμο ή υποκρισία; Ή και τα δύο; αφού έχει γίνει πλέον εθιμική η υποκρισία μας. Δηλαδή, αφού γνωρίζουμε πως ένα ολόκληρο έτος και έναν ολόκληρο αιώνα ζούμε μέσα στο ψεύδος, στην αυταπάτη, στην ψευδαίσθηση, καμωνόμαστε πως όλο τον καιρό αληθεύουμε και έτσι για να σπάσουμε την ανία της αληθινής μας ζωής μια μέρα διασκεδάζουμε λέγοντας ψέματα.

Τι θα λέγατε αν αποφασίζαμε να καθιερώσουμε την 31 Μαρτίου ή τη 2 Απριλίου ημέρες αλήθειας; Τότε πιθανόν θα αντιλαμβανόμαστε πως όλο τον καιρό ψευδόμαστε και θα ήταν αποκαλυπτικό (και λυτρωτικό;) να συνειδητοποιήσουμε πως η αλήθεια σπανίζει σ' αυτόν τον τόπο.

Ας κοιτάξουμε κατάματα την πραγματικότητα και ας αποκριθούμε σε κάποια ερωτήματα με κριτήριο κατά πόσο αληθεύουν και τα αποκρύπτουμε.

Είναι αλήθεια ή όχι ότι η εκπαίδευση όλων των επιπέδων νοσεί; Δεν είναι βέβαια αλήθεια πως όλοι οι δάσκαλοι δεν κάνουν τη δουλειά τους. Αντίθετα, όσοι την κάνουν, είναι αλήθεια πως υποφέρουν και από τις παράλογες απαιτήσεις του εξετασιοκεντρικού συστήματος και από τις πιέσεις των γονέων και από την αμέθοδη ύλη, και κυρίως από την τυραννική και σχεδόν φασιστική επιβολή υποχρεωτικά του ενός κρατικού εγχειριδίου, της μιας αλήθειας και της μονόπλευρης άποψης. Αν υπήρχαν άλλα δύο εγχειρίδια Ιστορίας παράλληλα με το διαβόητο της κυρίας Ρεπούση, δεν θα χρειαζόταν να γίνει ό,τι έγινε. Η αλήθεια, και η ιστορική, αναδεικνύεται με την αντιπαράθεση επιχειρημάτων και βασίζεται σε ντοκουμέντα και κρίνεται από δασκάλους και μαθητές η ερμηνεία τους.

Είναι αλήθεια ή όχι πως τουλάχιστον όσοι διδάσκουν στα γυμνάσια και τα λύκεια φιλολογικά μαθήματα κατέχοντας πτυχία διαφορετικής επιστημονικής ύλης (κλασικοί φιλόλογοι, ιστορικοί, αρχαιολόγοι, νεοελληνιστές, ψυχολόγοι, φιλόσοφοι, παιδαγωγοί) καλούνται ως «πολυδύναμοι» δάσκαλοι να διδάξουν Ομηρο, «Ερωτόκριτο», Μυκηναϊκό Πολιτισμό, Αλή Πασά, Μικρασιατική Καταστροφή, Παλαμά, Εγγονόπουλο, Σαίξπηρ, Καμπανέλλη, Ψυχολογία, Λογική, Πλάτωνα, Καντ κ.λπ.;

Είναι αλήθεια ή όχι πως στον τόπο αυτόν ο καθείς είναι ό,τι δηλώσει; (Αλλο ψέμα η βεβαιότητα πως η διαπίστωση αυτή έγινε από τον Τσαρούχη, απλώς ο δαιμόνιος εκείνος άνθρωπος επανέλαβε τη ρήση του Τίμου Μωραϊτίνη.)

Είναι αλήθεια ή όχι ότι έχει να αξιολογηθεί εκπαιδευτικός από το 1981; Οσες απόπειρες έγιναν από κάποιους υπουργούς (ανάμεσά τους ο Απόστολος Κακλαμάνης πρώτος) προσέκρουσαν πάνω στην άρνηση, την αντίδραση και τη συνδικαλιστική τυραννίδα μιας δυναμικής μειοψηφίας.

Είναι αλήθεια ή όχι πως ακόμα και σε σχολεία που υπάρχουν γνώστες, ειδικευμένοι και φιλότιμοι εκπαιδευτικοί, οι μαθητές σύσσωμοι οδηγούνται στα φροντιστήρια, τα οποία ψευδώς θεωρούνται ότι κατέχουν το κοκαλάκι της νυχτερίδας για την επιτυχία; Το 95% των μαθητών που προσέρχονται στις Πανελλαδικές Εξετάσεις είναι τρόφιμοι των φροντιστηρίων. Κανένας, όμως, ούτε τα ΜΜΕ, δεν χρεώνει στα φροντιστήρια τους χιλιάδες πελάτες τους που τα μοσχοπλήρωσαν και εισέπραξαν 4 και 5.

Ας αλλάξουμε αλήθεια. Πόσοι από τους βουλευτές που καλούνται να διαβάσουν τα διάφορα μνημόνια, συμβάσεις, δάνεια, τεχνικές διαδικασίες, νομικές φόρμουλες, φορολογικά συστήματα, αναλογιστικές μελέτες (και αναφέρομαι σ' αυτούς που τα διαβάζουν και όχι σε όσους δηλώνουν ευθαρσώς πως δεν τα διαβάζουν) καταλαβαίνουν τι διαβάζουν, με δεδομένο πως οι ποικίλες «γλώσσες» που κυκλοφορούν στις επιστήμες απαιτούν ειδικούς, που και αυτοί χρειάζονται σεμινάρια για να συλλάβουν τεχνικούς όρους και παγίδες που δεσμεύουν για χρόνια λαούς και άτομα. Βλέπω συχνά ρήτορες (αν και η λέξη δεν έχει βέβαια να κάνει με την ανάγνωση κειμένου) να προσπαθούν να αναγνώσουν ό,τι τους έχουν γράψει και να μην καταλαβαίνουν τι διαβάζουν - αφήνω τα άθλια συχνά ελληνικά των ελλήνων βουλευτών, αλλά και των νόμων.

Είναι αλήθεια ή όχι πως οι περισσότεροι πτυχιούχοι πολλών πανεπιστημιακών σχολών και ΤΕΙ δεν είχαν διανοηθεί ποτέ ότι θα σπουδάσουν ό,τι τους υποχρέωσε το εξεταστικό σύστημα με τους σταυρούς προτίμησης να παρακολουθήσουν; Εφηβος που επιθυμούσε να γίνει αρχαιολόγος πήρε πτυχίο ιχθυοκαλλιέργειας. Αλλος που ήθελε να ασχοληθεί με τη βυζαντινή ιστορία σπούδασε ξενοδοχειακές επιχειρήσεις.

Είναι αλήθεια ή όχι πως οι περισσότεροι πτυχιούχοι Ελληνες μετά τη Μεταπολίτευση, που ίσχυσαν τα διάφορα συστήματα επιλογής, δεν ασκούν το επάγγελμα που ονειρεύτηκαν;

Απόδειξη πως υπάρχουν πτυχιούχοι πολιτικοί μηχανικοί, γιατροί εν ενεργεία, αρχαιολόγοι, που διεκδίκησαν και πέτυχαν μια θέση σε θεατρολογικές σχολές γιατί ενώ επιθυμούσαν αυτές τις σπουδές πέτυχαν αλλού ή δεν είχαν ιδρυθεί ακόμη θεατρολογικά τμήματα στη γενέθλια γη του θεάτρου!
Ετσι, όταν ιδρύθηκαν, οι καθηγητές που επελέγησαν προέρχονταν από τη Φιλολογία, την Ιστορία, τη Θεολογία, τη Νομική και το... Πολυτεχνείο!

Και τέλος (λόγω χώρου), είναι αλήθεια ή όχι πως τα σημερινά διδακτορικά πολλών πανεπιστημιακών σχολών είναι συχνά κατώτερα από τις πτυχιακές εργασίες πριν από σαράντα χρόνια; Οπως και τα πτυχία των ΑΕΙ περίπου ισότιμα με τα κλασικά και πρακτικά λύκεια του '60;

ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΑ ΝΕΑ, 31-3-2012

Ο κοινωνικός αποκλεισμός ως προϋπόθεση της επανάστασης

της Μάρθας Πυλια,

διδάκτορος Οθωμανικής Ιστορίας

στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης


Στις εθνικές επετείους, στις κρίσιμες στιγμές του πολιτικού μας βίου, αλλά και όποτε άλλοτε η συγκυρία το απαιτεί, εμείς οι νεοέλληνες, ιδιαίτερα η πνευματική και πολιτική μας ηγεσία, ανατρέχουμε στον «ηρωικό» χαρακτήρα της ιστορίας μας. Αποδίδουμε έτσι στον εαυτό μας τη διαχείριση ενός ένδοξου παρελθόντος, με έναν τρόπο που παραδόξως ισορροπεί τις δικές μας ευθύνες ή και ενοχές. Το παλιό αυτό επιχείρημα, που σήμερα το επικαλούνται μεγαλόφωνα οι πιο συντηρητικές δυνάμεις, εκτός του ότι χρησιμοποιείται για να θεραπεύσει μια τραυματισμένη εθνική, ενδεχομένως και υπαρξιακή ολοκλήρωση, δεν είναι καν πρωτότυπο! Οι περισσότερες, αν όχι όλες οι εθνικές ιστορίες του κόσμου περηφανεύονται για το ξεχωριστό, ηρωικό τους παρελθόν.

Σήμερα, με την ευκαιρία του εθνικού εορτασμού μέσα στην τραγικότητα των μνημονίων, της κρατικής και ιδιωτικής χρεωκοπίας, της παραχάραξης της συνταγματικής νομιμότητας, με λίγα λόγια της πολιτικής και οικονομικής μας φτώχειας, πολλές φωνές αναζητούν δημόσια σωτήριες «αναλογίες» με τις τότε επαναστατικές διαδικασίες, τις εξωτερικές συνθήκες και τις απαρχές του νεοελληνικού κράτους. Είναι κι αυτός ένας τρόπος καθησυχαστικής, επωφελούς και ιδεολογικής χρήσης του παρελθόντος, όταν το παρόν έχει καταρρεύσει. Η ιστορία για άλλη μια φορά καλείται να υπηρετήσει τη συγκυρία και να υπακούσει στις ανάγκες της.

Ανήσυχοι όπως όλοι μας από την κρίση, αλλά αντίθετοι με τις εθνοκεντρικές γενικεύσεις που την συσκοτίζουν, επιχειρούμε από τις σελίδες των «Αναγνώσεων», για όγδοη συνεχή χρονιά, να προσεγγίσουμε μερικές όψεις της εθνικής μας συγκρότησης και των αναπαραστάσεών της, αξιοποιώντας τις φωνές των πηγών και των προσλήψεων, τις ρωγμές τους και τις πληροφορίες τους, επικαιροποιώντας τις λιγότερο δημοφιλείς αφηγήσεις τους, ανασυνθέτοντας, εν τέλει, άλλες εξίσου συγκεκριμένες, ενδεχόμενες ερμηνείες.

Η έννοια του «ηρωισμού» κεντρική, μυθική και γι' αυτό ομιχλώδης σε όλες τις εθνικές ιστορίες, περιβάλλει με φωτοστέφανο εξαιρετικές, χαρισματικές προσωπικότητες, ακόμη και αμφισβητούμενα πρόσωπα ή και ολόκληρους πληθυσμούς που βρέθηκαν στο προσκήνιο σε εξαιρετικές, μεταβατικές ιστορικές συγκυρίες. Η σύνθεση του ηρωικού προφίλ, χρήσιμη για τη συνοχή της κάθε ιδεολογίας, εθνικής ή πολιτικής, προσκρούει συχνά στις αντιφάσεις που αυτές οι ίδιες ιδεολογίες κατεργάζονται. Για παράδειγμα, δεν είναι από όλους αποδεκτός ως ήρωας ο πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε', ούτε ο Μακρυγιάννης, οι δε κοτσαμπάσηδες, παρότι συμμετείχαν ενεργά στην επανάσταση, θεωρούνται συλλήβδην «προσκυνημένοι». Οι εθνικοί ήρωες, πρόσωπα υπαρκτά, εικόνες αναρτημένες στο τέμπλο της συλλογικής μας μνήμης, έδρασαν σε συγκεκριμένες συνθήκες, και η σημασία της συνεισφοράς τους προκύπτει από την κατανόηση αυτών ακριβώς των ιστορικών συνθηκών.

Εκείνοι λοιπόν που έζησαν και τροφοδότησαν το καμίνι της επανάστασης του '21, δεν συνεπάρθηκαν από το άγγιγμα του Θεού ή της μοίρας, ούτε από το μυστηριώδες κάλεσμα της εθνικής αφύπνισης ζούσαν την κοινωνική, πολιτική και οικονομική διάλυση της οθωμανικής αυτοκρατορίας, και μέσα σ' αυτό το χώρο πολεμούσαν να ξεφύγουν από τη διαρκή απειλή της δικής τους εξόντωσης, τότε που η Δύση οικοδομούσε μεγαλεπήβολα τη μετάβαση στη νεωτερικότητα. Από τη μια μεριά λοιπόν βίωναν συνθήκες απόλυτης κοινωνικής και οικονομικής αστάθειας, σ' ένα εξίσου ρευστό πολιτικό καθεστώς, ενώ, από την άλλη, οι εμπορικές, πνευματικές αλλά και μισθοφορικές επικοινωνίες των χριστιανών της αυτοκρατορίας με τη Δύση και τη Ρωσία, είχαν διανοίξει τη βασιλική οδό που κατέληξε στην επανάσταση. Στην επιχειρηματολογία που ακολουθεί, θα προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε, σχηματικά, κάποιες από τις διαδρομές των πρωταγωνιστών της επανάστασης, με τη φιλοδοξία να κατανοήσουμε τα βήματα, «απομαγεύοντας» τη μυθολογία που τα περιβάλλει.

Στο β' μισό του 18ου αιώνα, χριστιανικά ένοπλα σώματα στη Ρούμελη και τον Μοριά, παρείχαν προστασία σε χριστιανικά χωριά, και τις στρατιωτικές τους υπηρεσίες σε χριστιανούς, κυρίως, αλλά και σε οθωμανούς αξιωματούχους. Από τα φυτώρια αυτά προέκυψαν οι εμπειροπόλεμοι οπλαρχηγοί του απελευθερωτικού αγώνα. Μάλιστα ο Κανέλλος Δεληγιάννης, γόνος μεγάλης προεστικής οικογένειας του Μοριά, γράφει στα Απομνημονεύματά του, πως ο Χαλήμπεης «πλουσιώτατος και κατέχων την πρώτην θέσιν παρά τοις Οθωμανοίς, ηναγκάσθη να ζητήση την φιλίαν των λεγομένων 'κλεπτών', διά να συστείλη την κατ' αυτού αυθάδειαν των Αλβανών» μετά τα Ορλωφικά. Στην υπηρεσία των Δεληγιανναίων ήταν οι Πλαπουταίοι «επί κεφαλής 60 ανδρών κατά πρώτον», ενώ οι Κολοκοτρωναίοι, περί το 1800, διορίσθηκαν από την ίδια οικογένεια «κάποι», δηλαδή «αστυνομία διοικητική» επιφορτισμένη να εξιχνιάζει κλοπές και ζωοκλοπές, στις περιοχές Λεονταρίου και Καρύταινας. Πρόκειται εδώ για μια πάγια πολιτική της οθωμανικής αυτοκρατορίας, να μετακυλύει καταρχήν δευτερεύουσες αρμοδιότητες στις τοπικές αρχές, αλλά και για μια κραυγαλέα ένδειξη της αδυναμίας της τοπικής αλλά και της κεντρικής οθωμανικής εξουσίας να διασφαλίσει αποτελεσματική στρατιωτική υπεροχή στις μεθοριακές επαρχίες. Γεγονός που, άλλωστε, μαρτυρά περίτρανα και η μετακίνηση μισθοφορικών σωμάτων, αλβανικών και άλλων, για την καταστολή της εξέγερσης του 1770 στην Πελοπόννησο.

Με τα δικά του λόγια, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης περιγράφει ως εξής στα Απομνημονεύματά του την παραπάνω στρατιωτική προεπαναστατική του αρμοδιότητα: «μ' έβαλαν αρματολόν εις την επαρχίαν Λεονταριού κατά των κλεφτών, και εμπόδιζα το βιλαέτι με χατίρι. Δεκαπέντε χρονών ήμουν τότε. Έγινα είκοσι χρονών, υπανδρεύθηκα και επήρα ενός πρώτου προεστού του Λεονταριού [...] Έκτισα σπίτια, επήρα προικιό ελιαίς, αμπέλι, έγινα νοικοκύρης, εφύλαγα και το βιλαέτι. Εστεκόμαστε πάντοτε με το τουφέκι. Μας εφθόνησαν οι Τούρκοι και ήθελαν να μας σκοτώσουν [...] Είχα το Λεοντάρι και την Καρύταινα, έκαναν τέσσερους πέντε χρόνους αρματολός».

Το ζήτημα δεν ήταν βέβαια ο «φθόνος» των Τούρκων, αλλά η επίσης πάγια πολιτική τακτική της Υψηλής Πύλης να αποδιαρθρώνει τις τοπικές εξουσίες, μουσουλμανικές και χριστιανικές, ώστε με τη μέθοδο του «διαίρει και βασίλευε» να διασφαλίζει τη δική της σταθερή επιβολή. Τα βαρύ τίμημα της παραπάνω πολιτικής, που επέβαλλε την ποινή της δήμευσης και του αποκεφαλισμού στους ισχυρούς τοπάρχες, χριστιανούς και μουσουλμάνους, πλήρωσαν άλλωστε και οι μοραΐτες άρχοντες, Λόντοι και Δεληγιανναίοι το 1813 και 1816 αντίστοιχα. Αυτοί οι τελευταίοι, έζησαν τον κατατρεγμό λίγα χρόνια πριν την επανάσταση, όπως άλλωστε και άλλα μέλη της κομματικής τους φατρίας και, εν τέλει, μετά από συνεχή διαβήματα και τα ανάλογα μπαξίσια, κατάφεραν το 1817 να αποδεσμεύσουν την περιουσία τους από την επιβεβλημένη δήμευση. Με το ξεκίνημα της επανάστασης και συγκεκριμένα την 1η Απριλίου 1821, οι Δεληγιανναίοι έδωσαν διαταγή να σφαγούν όλοι οι μουσουλμάνοι της περιοχής τους, άνδρες, γυναίκες και παιδιά, και να πυρποληθεί το τζαμί των Λαγκαδιών όπου ήταν και η έδρα τους. Μ' αυτόν τον τρόπο έσυραν τους χριστιανούς της περιοχής στη συνενοχή, σύμφωνα με την συλλογική ευθύνη που ίσχυε στην οθωμανική νομιμότητα, και τους εξανάγκασαν να περάσουν στην παρανομία και ακολούθως στην επανάσταση.

Μετά τον εξοντωτικό διωγμό των χριστιανικών ένοπλων σωμάτων του Μοριά, στον οποίο βέβαια συναίνεσαν και οι χριστιανοί πρόκριτοι, ο Κολοκοτρώνης αποβιβάστηκε το 1806 στη Ζάκυνθο εκεί όπου, όπως αναφέρει, «όλα τα στρατεύματα, τα καπετανάτα, τα κλέφτικα της Ρούμελης είχαν καταφύγει στην Επτάνησον από τον ίδιον κατατρεγμόν τον εδικόν μου». Στην Επτάνησο, λοιπόν, μοραΐτες, ρουμελιώτες και σουλιώτες ένοπλοι, διωγμένοι όλοι ανηλεώς από το οθωμανικό έδαφος, στρατεύθηκαν διαδοχικά υπό τις ρωσικές, γαλλικές και αγγλικές δυνάμεις που διαγκωνίζονταν για τον έλεγχο του Ιονίου και της Αδριατικής.

Όπως σημειώνει ο Λεωνίδας Καλλιβρετάκης, στο άρθρο του για τα «Ένοπλα Ελληνικά Σώματα» στην Ιστορία του Νέου Ελληνισμού (Αθήνα 2003), «όταν τα βρετανικά στρατεύματα έφθασαν στη Λευκάδα το 1810, βρέθηκαν σε αντίπαλα μετερίζια αφενός οι Έλληνες που είχαν στρατευθεί στο πλευρό των Βρετανών, υπό τους Λεπενιώτη, Κωνσταντή Πετμεζά και Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, και αφετέρου η ελληνο-αλβανική φρουρά που υπεράσπιζε το φρούριο εν ονόματι των Γάλλων [...]. Στο σώμα αυτό που έδρευε στη Ζάκυνθο, κατατάχτηκαν αρκετοί πολεμικοί άνδρες των Επτανήσων, της Ηπείρου, της Ρούμελης και του Μοριά, ο Δημήτριος Πλαπούτας, οι αδελφοί Αλέξιος και Κωνσταντίνος Βλαχόπουλοι, ο Γεώργιος Στράτος, ο Νικηταράς και ο πατέρας του Σταματέλος Τουρκολέκας, ο Αναγνωσταράς, ο Μιχαήλ Σπυρομήλιος, ο Ηλίας Χρυσοσπάθης, ο Χαράλαμπος Βιλαέτης και άλλοι, ορισμένοι από τους οποίους είχαν ήδη υπηρετήσει στο Ελληνο-αλβανικό Σώμα των Γάλλων ή και προηγουμένως στους Ελαφρούς Κυνηγούς των Ρώσων».

«Αφού έπεσε ο Ναπολέων», αναφέρει ο Κολοκοτρώνης στα Απομνημονεύματά του, «ήλθε η διαταγή και διέλυσαν τα ξένα στρατεύματα και των Ελλήνων. Τους έδωκαν από 800 τάλληρα του κάθε αξιωματικού και του κατετάνιου 1200, και έτσι τους διέλυσαν». Λόγοι επιβίωσης, λοιπόν, σφυρηλάτησαν την επαναστατική ετοιμότητα των αγωνιστών του '21 και λόγοι επιβίωσης έριξαν και τους χριστιανούς πρόκριτους στο καμίνι. «Για τους Σουλιώτες», γράφει ο Πέτρος Πιζάνιας στο άρθρο του «Επανάσταση και Έθνος» στην Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, «οι οποίοι είχαν χάσει κάθε δύναμη μετά την οριστική ήττα τους, η ένταξη στην Επανάσταση ήταν ένας τρόπος άρσης του κοινωνικού τους αδιεξόδου». Πολύ πριν από αυτό, το 1976, σ' ένα άρθρο του στο περιοδικό Μνήμων, ο Βασίλης Κρεμμυδάς υποστηρίζει πως η βαθύτατη οικονομική κρίση στον ελλαδικό χώρο στις αρχές του 19ου αιώνα, ήταν ένας από τους βασικούς παράγοντες που μετέτρεψαν το κοινωνικό αδιέξοδο σε επαναστατική διαδικασία.

ΠΗΓΗ: εφημ. ΑΥΓΗ, 25-3-2012

Οι εθνικές επέτειοι της εθνεγερσίας

τoυ K. I. Δεσποτόπουλου, Ακαδημιακού


Oι Eλληνες έθνος μεγαλουργό στις ώρες της ευπραξίας του με σπουδαιότατη συμβολή στον πολιτισμό της ανθρωπότητας, αλλά και πολύπαθο αρχαιόθεν, έχομε προς «εορτασμό» πολλές επετείους. Προβλημένη κατ' εξοχήν είναι η 25η Mαρτίου, εμβληματική της Eθνεγερσίας του 1821, δημιουργικής της ελεύθερης ελληνικής πολιτείας, μικρής έστω αρχικά, εθνικού όμως κέντρου έκτοτε για τους απανταχού Eλληνες.

Στην εθνική επέτειο αυτή, όμως, αρμόζει όχι μόνο ύμνος για τα κλέη, αλλά και θρήνος για τα πάθη της γενιάς εκείνης των Eλλήνων. Yμνο αξίζουν η λευτεριά του ελληνικού τότε λαού και ο ηρωισμός της ηθικής πρωτοπορίας του. Θρήνο χρειάζονται οι χιλιάδες των απωλειών της ζωής μαχητών και αμάχων. Oι νεκροί μαχητές μνημονεύονται από τον Σολωμό σαν πρόσωπα ιερά: «Mα τις ψυχές που χάθηκαν τον Tούρκο πολεμώντας». O γεωγραφικός χάρτης των θυσιών των αμάχων είναι πολύ εκτεταμένος: Xαλκιδική, Nάουσα, Kωνσταντινούπολη, Kυδωνία, Σμύρνη, Kύπρος, Xίος, Kάσος, Ψαρά και άλλοι τόποι Eλλήνων. Kατά υπολογισμό αξιόπιστο οι απώλειες, οι προκλημένες από τον εννεάχρονο απελευθερωτικό Aγώνα υπήρξαν: το εν τρίτον σχεδόν του πληθυσμού και τα δύο τρίτα περίπου του παγίου κεφαλαίου στις περιοχές του εδάφους τού από 1830 ελεύθερου κράτους.

Aρχισε η Eπανάσταση τον Φεβρουάριο του 1821 στη Mολδαβία και τον Mάρτιο στην Πελοπόννησο με απόφαση της αξιοθαύμαστης Φιλικής Eταιρείας, ιδρυμένης το 1814 στην Oδησσό, κατά υπαγόρευση αγνού πατριωτισμού. H ώρα όμως της Iστορίας ήταν δυσμενέστατη. Yπήρχε ο κίνδυνος να παρέμβουν προς καταστολή της οι Mεγάλες Δυνάμεις της Eυρώπης, συνασπισμένες τότε προς καταστολή των επαναστάσεων. Aποτράπηκε ο κίνδυνος αυτός, με τους επιδέξιους διπλωματικούς χειρισμούς του Kαποδίστρια, ως υπουργού των Eξωτερικών της Pωσίας, καθώς έπεισε τον Pώσο Aυτοκράτορα να προβάλει την άρνησή του. Σώθηκε τότε η Eπανάσταση με τον ρωσικό Nότο.

Eξ άλλου, με την έναρξη της Eπαναστάσεως μέγιστος κίνδυνος ανέκυψε για το έθνος. Oι Eλληνες των μη επαναστατημένων περιοχών περιήλθαν σε κατάσταση ομηρίας, στη διάθεση του αγριεμένου Σουλτάνου. Aποφεύχθηκε η συνολική εξόντωσή των με την σωτήρια συμπεριφορά του ετέρου κορυφαίου Eλληνα της ώρας εκείνης, του Πατριάρχου Γρηγορίου του E΄. O εθνομάρτυς Πατριάρχης έστερξε να προβεί σε Aποκήρυξη της Eπαναστάσεως και με την αποκήρυξη αυτή έσωσε το μέγα πλήθος των Eλλήνων από εξόντωση ολική. Eπί πλέον με τον απαγχονισμό του προκάλεσε ο Πατριάρχης διπλωματικές παρεμβάσεις της Pωσίας και της Aυστροουγγαρίας, ώστε να παύσουν και οι κατ' επιλογήν φόνοι των Eλλήνων.

H Eπανάσταση, παρά την αρχική επικράτησή της στο μεγαλύτερο μέρος της Πελοποννήσου και της Στερεάς και σε κάποια νησιά με σύνδρομες εξ άλλου και ολέθριες αποτυχίες, ιδιαίτερα πέραν της Πελοποννήσου και της Στερεάς, ήταν αδύνατον να φθάσει μόνη σε πέρας αίσιο. Eίχε άλλωστε και την εσωτερική διάβρωση από τον επαίσχυντο εμφύλιο πόλεμο, ενώ και αποβιβάσθηκε στην Πελοπόννησο για την καταστολή της στράτευμα αιγυπτιακό. Tο 1827, όταν έληξαν και οι στρατιωτικές επιτυχίες του Kαραϊσκάκη στην Στερεά με τον θάνατό του η Eπανάσταση βρισκόταν σε δεινή κατάσταση.

Eν τω μεταξύ όμως είχε αναπτυχθεί το ηθικά εξαίρετο κίνημα των Φιλελλήνων. Λάτρεις της αρχαίας Eλλάδος και άλλοι Eυρωπαίοι, φιλελεύθεροι, προσπαθούσαν με πολλούς τρόπους να βοηθήσουν τον απελευθερωτικό αγώνα των Eλλήνων. H «Eξοδος» του Mεσολογγίου ενδυνάμωσε τον ζήλο των Φιλελλήνων. Oι κυβερνήσεις των Mεγάλων Δυνάμεων δεν έμειναν ανεπηρέαστες από τις εκκλήσεις των, αλλά και από την παρατεινόμενη διαταραχή στην περιοχή του Aιγαίου. Aποτέλεσμα, το Πρωτόκολλο της Πετρουπόλεως του 1826 μεταξύ Pωσίας και Aγγλίας και η Συνθήκη του Λονδίνου του 1827 μεταξύ Aγγλίας, Pωσίας και Γαλλίας, με σκοπό την σύμπραξή των για την ρύθμιση του ελληνικού ζητήματος. Συνέπεια της Συνθήκης του Λονδίνου η συντριβή του αιγυπτο-τουρκικού στόλου στο Nαυαρίνο από τις ενωμένες μονάδες στόλου Aγγλων, Γάλλων και Pώσων, η αποστολή γαλλικού εκστρατευτικού σώματος για την εκδίωξη του αιγυπτιακού στρατού από την Πελοπόννησο και προπάντων η νικηφόρα προέλαση του ρωσικού στρατού επί τουρκικού εδάφους, ώστε να εξαναγκασθούν οι Tούρκοι με τη Συνθήκη της Aνδριανουπόλεως, να αποδεχθούν ό,τι θα αποφάσιζαν οι Mεγάλες Δυνάμεις για το ελληνικό ζήτημα. Kαι ακολούθησε το Πρωτόκολλο του Λονδίνου της 3ης Φεβρουαρίου του 1830 και με αυτό η διεθνής αναγνώριση ανεξάρτητου ελληνικού κράτους με περιορισμένο έστω έδαφος, αποσπασμένων από τον έδαφος της κραταιάς Oθωμανικής Aυτοκρατορίας. Hταν και ηθικός θρίαμβος της Eλληνικής Eπαναστάσεως, καθώς τρεις Mεγάλες Δυνάμεις, συνασπισμένες με σκοπό την καταστολή των επαναστάσεων, όμως συνέπραξαν για το αίσιο πέρας μιας επαναστάσεως.

Στη χορεία των εθνικών επετείων η 25η Mαρτίου πλαισιώνεται από την 3η Φεβρουαρίου, ημερομηνία της αναγνωρίσεως διεθνώς ανεξάρτητης ελληνικής πολιτείας το 1830 και από την 14η Σεπτεμβρίου, ημερομηνία της ιδρύσεως της υποκινήτριας του απελευθερωτικού Aγώνος Φιλικής Eταιρείας το 1814.

Aναμφίβολα, το ελληνικό έθνος, οφείλει την πολιτική ανεξαρτησία του, κατά κάποιο βαθμό, στην έμπρακτη επέμβαση των Mεγάλων Δυνάμεων Aγγλίας, Γαλλίας, Pωσίας, και των ονομαζομένων προστατίδων δυνάμεων, αλλά δεν είναι οφειλέτης μόνον προς αυτές, ευτύχησε να υπερανταποδόσει την οφειλή, στους δύο παγκόσμιους σχεδόν πολέμους, 1914-1918 και 1939-1945, συμπαρατάχθηκε με αυτές και με τον αγώνα του και με τις θυσίες του συνέβαλε κρίσιμα για την αίσια έκβασή των, και ιδιαίτερα του Δεύτερου και υπήρξε καίρια το 1941 η συμβολή αυτή για την αποτροπή της υποβολής των λαών της Eυρώπης σε καθεστώς νεοβάρβαρης τυραννίας. H δράση του αυτή, σωστική για τους λαούς της Eυρώπης, δικαίωσε πανηγυρικά την πολιτική παλιγγενεσία του με τον ηρωικό αγώνα του και τις μεγάλες θυσίες του από 1821 έως 1929, συντελεσμένη έστω και με την αποτελεσματική παρέμβαση των Mεγάλων Δυνάμεων, ολοκληρωμένη το 1830.

Aξιζαν αυτά να υπομνησθούν, σε ώρα δυσπραγίας του Eθνους, προς ενθάρρυνση και διδαχή.

ΠΗΓΗ: εφημ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 25-3-012

Το «Νέο 1821»

ΤΟΥ ΒΑΓΓΕΛΗ ΤΖΟΥΚΑ, διδάκτορος κοινωνιολογίας


Προσλήψεις της Ελληνικής Επανάστασης από το ΕΑΜ

Είναι αναμφισβήτητο ότι η συγκρότηση του αντιστασιακού κινήματος της περιόδου 1941-44 συνιστά μια ανεπανάληπτη κοινωνική εμπειρία, που άφησε σημαντικές παρακαταθήκες στις επόμενες γενιές. Η ίδρυση και ανάπτυξη του ΕΑΜ, της σημαντικότερης μαζικής οργάνωσης της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, έχει έκτοτε απασχολήσει τους ερευνητές ποικιλοτρόπως. Στο σημείωμα αυτό θα επιχειρηθεί η συνοπτική επισκόπηση του τρόπου με τον οποίο επιχειρήθηκε η σύνδεση της εαμικής Αντίστασης με την Επανάσταση του 1821, το άλλο μεγάλο «ιστορικό προηγούμενο».

Η ίδρυση του ΕΑΜ, το Σεπτέμβριο του 1941, αποτελούσε γεγονός καταλυτικής σημασίας για την ανάπτυξη ενός εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος που όμως εκ των πραγμάτων έθετε ταυτόχρονα και το ζήτημα της άρνησης της προπολεμικής πολιτικής τάξης πραγμάτων. Η αρχική αμηχανία του κινήματος σε επίπεδο συμβολικής παρουσίας του στο δημόσιο χώρο φανερώνεται από το γεγονός ότι ένα από τα πρώτα συνθήματα που χρησιμοποιήθηκαν το 1941 (κατά την πρώτη επέτειο της 28ης Οκτωβρίου) ήταν και το ΕΑΜ-Τσαρούχι. Με την πάροδο όμως του χρόνου και την εξάπλωση του εαμικού κινήματος σε εκτεταμένες περιοχές της χώρας, η παρουσία συνθημάτων και προκηρύξεων που καλούσαν ανοικτά σε συστράτευση στο νέο απελευθερωτικό μέτωπο πολλαπλασιάσθηκε. Σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη αυτή διαδραμάτισε το εμβληματικό κείμενο του Δημήτρη Γληνού Τι είναι και τι θέλει το ΕΑΜ, που κυκλοφόρησε το φθινόπωρο του 1942 και έγινε γνωστό σε ολόκληρη την Ελλάδα.

Σταδιακά, και ενώ το βάρος μετατοπιζόταν στον ένοπλο αντάρτικο αγώνα, οι απόπειρες σύνδεσης της τότε συγκυρίας με την Επανάσταση του 1821 άρχισαν να γίνονται πιο ευδιάκριτες. Η διαδικασία αυτή εξελισσόταν ταυτόχρονα σε δύο επίπεδα: σε εκείνο της συμβολικής επένδυσης της νέας κατάστασης με σαφείς αναφορές στις κυρίαρχες ιστοριογραφικές προσλήψεις της τότε Αριστεράς για το «Μεγάλο ξεσηκωμό» του '21 και σε αυτό της πραγματικής απήχησης που είχε η εν εξελίξει απόπειρα δημιουργίας αντάρτικου στρατού στα αγροτοποιμενικά στρώματα που παρέμεναν μακριά από τις διαδικασίες αστικού εκσυγχρονισμού.1 Δεν επρόκειτο για μια απλή διαδικασία, καθώς η ίδια η αντιμετώπιση του 1821 από τα λόγια περιβάλλοντα της Αριστεράς είχε ήδη γνωρίσει αρκετές περιπέτειες στη διάρκεια του Μεσοπολέμου. Τελικά όμως η ανάγκη αναζήτησης προτύπων στο παρελθόν οδήγησε στην υιοθέτηση της ταύτισης έθνους και λαού, και στον εξοβελισμό των πολιτικών αντιπάλων στη σφαίρα των συνεχιστών μιας Αντίδρασης που διαχρονικά και σε συνεργασία με τις ξένες δυνάμεις παρεμποδίζει την εκπλήρωση των λαϊκών οραμάτων.2 Σε αυτό το πλαίσιο οι συνειρμοί θα ήταν ευδιάκριτοι, σαφείς και κατανοητοί από το κοινωνικό ακροατήριο που επρόκειτο σύντομα να στελεχώσει το αντιστασιακό κίνημα. Ο πρώτος που αντιλήφθηκε τη νέα πραγματικότητα ήταν βέβαια ο αρχικαπετάνιος του ΕΛΑΣ, ο Άρης Βελουχιώτης.

Από τα τέλη του 1942, μια νέα πραγματικότητα, αυτή της Αντίστασης, άρχισε να επιβάλλει τη δυναμική της σε εκτεταμένες περιοχές της ορεινής Ελλάδας. Το αντάρτικο χαρακτηρίσθηκε, μέσω της συνολικής κινητοποίησης της αγροτικής κοινωνίας, από τη μεγάλη συμμετοχή του πληθυσμού στη συγκρότηση πολιτικών επιτροπών και ενόπλων τμημάτων. Στις περισσότερες ορεινές περιοχές, η ενεργοποίηση των αντιστασιακών ομάδων έγινε από το «κέντρο», στηρίχθηκε όμως στις ευρύτερες διαθεσιμότητες, που καθιστούσαν δυνατή την επιβίωση του αντάρτικου.

Η Αντίσταση λοιπόν προέκυπτε από το συνδυασμό μιας παραδοσιακού τύπου «παράδοσης ανταρσίας» και ενός νεωτερικού πνεύματος ριζικού μετασχηματισμού της ελληνικής κοινωνίας, που εκπροσωπούσε κυρίως το ΕΑΜ. Η αναφορά της εξέγερσης ενάντια στα κατοχικά στρατεύματα και στο «κράτος της Αθήνας» ανακαλούσε αξίες του έθνους-κράτους, γίνονταν όμως αντιληπτή από τα αγροτοποιμενικά στρώματα με έναν ιδιαίτερο τρόπο, που ήταν πιο κοντά στη βίωση του αντάρτικου ως συνέχειας της Μεγάλης Επανάστασης, το «νέο '21» όπως λεγόταν χαρακτηριστικά. Ο ποιητής Γιώργος Κοτζιούλας αποδίδει με τον ιδιαίτερο τρόπο του το «πνεύμα των καιρών», περιγράφοντας την ομιλία ενός στελέχους του ΕΛΑΣ Άρτας:

«Ολούθε ξεπρόβαλαν αντάρτες. Τα γενναία Ελληνόπουλα, οι απόγονοι του Εικοσιένα, βγήκαν πάλι στο κλαρί. Νέα κλεφτουριά σχηματίζεται, αλλά με καινούργιες βάσεις, με οργάνωση και πειθαρχία. Από τα βουνά του Ραντοβιζιού ως πέρα στ' Άγραφα και στη Γκιώνα κι ακόμα μακρύτερα, δημιουργείται ο καινούριος στρατός μας, όλο από εθελοντές. Άναψε πάλι το ντουφέκι, ξαναζεί το κλεφτικό των προγόνων μας. Ο Άρης στον Παρνασσό, ο Ερμής στο Καρπενήσι...».3

Τα παραδείγματα λοιπόν αφθονούν. Αρκεί να αναφέρει κανείς τις ενέργειες, τις πρακτικές και το λόγο του πρωτοκαπετάνιου Άρη Βελουχιώτη, τα ψευδώνυμα πολλών αγωνιστών, την προσφυγή στους όρους «Νέα Φιλική Εταιρεία» και «Νέα Κλεφτουριά», ακόμη και τη συμμετοχή κληρικών (όπως του παπα-Ανυπόμονου) στο αντάρτικο. Από κάθε άποψη δεσπόζει η χρησιμοποίηση του όρου «καπετάνιος» στο οργανωτικό σχήμα του ΕΛΑΣ, αλλά και η υποδοχή του όρου αυτού από τα αγροτοποιμενικά στρώματα. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι στην περιοχή της Άρτας συγκροτήθηκαν το 1944 τα ελασίτικα τμήματα των «Καραϊσκάκηδων» και των «Σκουφάδων», ενώ από τις συνεδριάσεις και τους εορτασμούς της ΠΕΕΑ δεν έλειπαν τα σύμβολα και οι παραπομπές στον «παλλαϊκό ξεσηκωμό» του '21. Τέλος, ουδείς μπορεί να παραβλέψει τη σημασία του συνθήματος «φωτιά και τσεκούρι», καθώς σταδιακά οι συγκρούσεις με τα Τάγματα Ασφαλείας πολλαπλασιάζονταν.

Την ίδια περίοδο σε όψεις του λαϊκού πολιτισμού, όπως αυτός εκφραζόταν π.χ. από το αντάρτικο τραγούδι, ανευρίσκονται απόπειρες σαφούς ταύτισης με το προηγούμενο παράδειγμα. Αν και η σχέση των τραγουδιών αυτών με τη δημοτική παράδοση είναι πιο σύνθετη από ό,τι θα περίμενε κανείς, στην πραγματικότητα δύσκολα θα μπορούσε να αμφισβητηθεί η αξία της παραγωγής και διάχυσης αυτού του λόγου στα ευρύτερα αγροτικά στρώματα που υπήρξαν η βάση του αντάρτικου.4

Το τέλος της Κατοχής έβρισκε τη χώρα καθημαγμένη και διχασμένη. Η περίοδος της Αντίστασης είχε μετασχηματίσει ριζικά το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας και παλαιές διαιρέσεις είχαν δώσει τη θέση τους σε νέες, χωρίς όμως να δίνεται απάντηση στο κεντρικό θέμα της κεφαλαιοποίησης της εαμικής κοσμογονίας σε επίπεδο κεντρικής πολιτικής σκηνής. Στο λόγο που εκφώνησε στην απελευθερωμένη Λαμία ο Άρης Βελουχιώτης οι αναφορές στο ηρωικό παρελθόν και στην Επανάσταση του '21 παρέπεμπαν ευθέως σε μια επανερμηνεία της πρόσφατα βιωμένης εμπειρίας, απηχώντας, μεταξύ άλλων, και τον τρόπο θέασης του επαναστατικού παρελθόντος από το εαμικό περιβάλλον.5

Οι μετέπειτα εξελίξεις και ο πολυαίμακτος Εμφύλιος δεν ευνοούσαν εκ νέου αναφορές στο ένδοξο παρελθόν. Η νέα σύγκρουση θα διεξαγόταν με εντελώς διαφορετικούς όρους και η νικήτρια πλευρά θα απέδιδε στους πολιτικούς και στρατιωτικούς της αντιπάλους τις κατηγορίες του «συμμορίτη» και του «εαμοβούλγαρου», θέλοντας να εξορίσει από το πεδίο της «εθνικής κοινότητας» ανθρώπους που είχαν εξεγερθεί εναντίον των Αρχών Κατοχής, και να εξαφανίσει τους επικίνδυνους συσχετισμούς κοινωνικών στρωμάτων ώστε να διασφαλίσει με κάθε τρόπο το δικό της και μόνο «δικαίωμα στην εξουσία».

 

1. Βλ. Παναγιώτης Στάθης, «Αριστερές Αναγνώσεις του '21», Η Αυγή, 27/3/2011.

2. Βλ. Νίκος Κοταρίδης-Νίκος Σιδέρης, «Εμφύλιος Πόλεμος: Ιδεολογικά και Πολιτικά διακυβεύματα», στο: Ηλ. Νικολακόπουλος-Αλ. Ρήγος-Γρ. Ψαλλίδας (επιμ.), Ο Εμφύλιος Πόλεμος (Από τη Βάρκιζα στο Γράμμο. Φεβρουάριος 1945-Αύγουστος 1949), Αθήνα, Θεμέλιο, 2002, σσ. 115-124.

3. Βλ. Γιώργος Κοτζιούλας, Όταν ήμουν με τον Άρη, Αθήνα, Θεμέλιο, 1977, σ. 6.

4. Για μια ανάλυση του όλου θέματος, βλ. R,V. Boeschoten, From Armatolik to People's Rule-Investigation into the collective memory of Rural Greece 1750-1949, Amsterdam, Hakkert, 1991.

5. Βλ. Κωστής Παπακόγκος-Νίκος Κοταρίδης, Ο Άρης στη Λαμία, Αθήνα, Φιλίστωρ, 2006.


ΠΗΓΗ: εφημ. ΑΥΓΗ, 25-3-2012

Εκκλησία και έθνος στα Βαλκάνια

ΤΗΣ ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΚΟΠΟΥΛΟΥ*


Ιστορική αντινομία ή κοινωνική σύγκρουση;

Το νεοτερικό ιστορικό φαινόμενο της συγκρότησης του έθνους/εθνικού κράτους και η σχέση του με την εκκλησία δεν είναι ξεκομμένο από το θεσμικό ρόλο της στο εσωτερικό των μεσαιωνικών χριστιανικών κρατών της Βαλκανικής. Δεν πρέπει να παραβλέπουμε ότι καθένα από αυτά, κυρίως το σερβικό και το Β' βουλγαρικό κράτος -για να περιοριστούμε σ' αυτά-, κατάφεραν, σε πρόσφορες συγκυρίες (1219 και 1235), να συγκροτήσουν ξεχωριστές εκκλησίες, υιοθετώντας το κυρίαρχο βυζαντινό/«κωνσταντίνειο» μοντέλο (ο ηγεμόνας/κράτος με την εκκλησία του). Κι ακόμα πως, παρά την επιβεβλημένη τομή τού 1453, αυτή η ατομική τους κατάκτηση και κληρονομιά δεν έπαψε έκτοτε να επικαιροποιείται. Διαρρηγνύοντας τη χριστιανική οικουμενικότητα την οποία διακήρυσσε το Πατριαρχείο, τα δύο αυτά κράτη, ιδρύοντας δική τους εκκλησία, δεν έπαψαν βέβαια να βρίσκονται υπό την πνευματική κηδεμονία της Κωνσταντινούπολης. Η χριστιανική κοινότητα διαιωνίστηκε, αν και όχι πάντα ως ενεργός ενωτικός παράγοντας: Οι υστερο-μεσαιωνικές διευθετήσεις Βουλγάρων και Σέρβων, ερήμην του Πατριαρχείου, μετέτρεψαν τις διακρατικές/διεκκλησιαστικές σχέσεις σε ακανθώδες ζήτημα, αν κρίνουμε από τα συνακόλουθα αναθέματα που εκτόξευε το τελευταίο.

Αυτή η ιστορική εμπειρία θεσμικής χειραφέτησης των δύο λαών διακόπηκε απότομα: Το βουλγαρικό Πατριαρχείο Τυρνόβου καταργήθηκε οριστικά με την οθωμανική κατάκτηση της πόλης (1393), ενώ το σερβικό τού Ιπεκίου (Πετς), όπως και η αυτοκέφαλη αρχιεπισκοπή Αχρίδας, καταργήθηκαν από τον πατριάρχη Γεννάδιο (1459), για να επαναλειτουργήσουν από το 1557 έως το 1766/1767. Το Ιπέκιο, μάλιστα ως οθωμανικός θεσμός, επεκτάθηκε μέχρι το «στρατιωτικό σύνορο» (Κράινα), την ουγγρική λωρίδα μεταξύ των ποταμών Δούναβη και Σάβα, όπου Σέρβοι είχαν καταφύγει μαζικά, συντεταγμένοι υπό τον πατριάρχη τους. Και στις δύο περιπτώσεις, η διακοπή δεν εξάλειψε τη χαραγμένη στο μυαλό και το σώμα των ανθρώπων κοσμοαντίληψη για τον επίγειο και το μεταθανάτιο κόσμο, την αμαρτία, το φόβο και τις πρακτικές για την οργάνωση του χρόνου και τη σωματική πειθαρχία/υποταγή. Πολύ περισσότερο που και η, εξίσου θεοκρατική, Οθωμανική αυτοκρατορία οργάνωσε κατά ποίμνια τους υπηκόους της. Το αξιοσημείωτο λοιπόν για το θέμα μας είναι ότι η μεσαιωνική κληρονομιά δεν έπεσε στη λήθη: Διατηρήθηκε στα δημώδη άσματα και στα (αγιογραφικά) χρονικά και, το κυριότερο, έδωσε έκφραση -μαζί με άλλες μορφές απείθειας- στην κοινωνική δυσαρέσκεια, εξαιτίας π.χ. της γενίκευσης της ελληνικής στην εκκλησιαστική λειτουργία, των αυθαιρεσιών και των αυξανόμενων δοσιμάτων στη Μεγάλη εκκλησία. Ταυτόχρονα, συνέβαλε στη συνειδητοποίηση ότι η ανατροπή της πνευματικής εξάρτησης, στον προχωρημένο 18ο αι., γινόταν όλο και πιο εφικτή από εκείνη της πολιτικής κυριαρχίας.

Μ' άλλα λόγια, η νεοτερική σχέση έθνους και εκκλησίας δεν μπορεί να κατανοηθεί εν κενώ, ούτε στη βάση μιας «νοερής», αδιάσπαστης δηλαδή αρμονικής ενότητας του ορθόδοξου ποιμνίου. Πολύ περισσότερο που οι εκκλησίες, στο πλαίσιο του παραπάνω μεσαιωνικού μοντέλου, συνδέθηκαν αδιάσπαστα με το οικείο τους κράτος, όχι μόνο διεισδύοντας στην κοσμική σφαίρα με ποιμαντορικό και δικαστικό ρόλο, αλλά κυρίως ως μεγάλος γαιοκτήμονας, δηλαδή εκμεταλλευόμενες σημαντικό τμήμα αγροτικού πληθυσμού και ιδιοποιούμενες αγροτικό πλεόνασμα. Οι πηγές δεν αφήνουν καμιά αμφιβολία γι' αυτό, αρκεί να θέλει κανείς να τις λάβει υπόψη του και να παρακολουθήσει την εξέλιξη του φαινομένου στην οθωμανική περίοδο.

Μια γενική, λοιπόν, τυπολογία των διαδικασιών προς τη συγκρότηση του εθνικού κράτους θα μπορούσε να προταθεί εδώ, μόνο και μόνο για να γίνει αντικείμενο ευρύτερης και σε βάθος διερεύνησης: Όπου συγκροτείται εθνικό κράτος μέσα από επαναστατικές διαδικασίες, δηλαδή με ριζοσπαστικές στοχεύσεις, οι οποίες μάλιστα προκαλούν ακόμα και εμφύλιες συγκρούσεις, η εκκλησία ως θεσμός τάσσεται υπέρ της διατήρησης του status quo (ελληνική και σερβική περίπτωση). Αντίθετα, εκεί όπου ριζοσπαστικές κοινωνικές δυνάμεις απουσίαζαν ή ήταν αδύναμες, η (βουλγαρική εν προκειμένω) εκκλησία άδραξε την ευκαιρία, σε περιόδους ρήξεων, να υλοποιήσει το πάγιο από τον Μεσαίωνα αίτημά της, την απεξάρτηση από το Πατριαρχείο, με βασικό επιχείρημα τη γνώση της ιστορίας και της αποκλειστικής χρήσης τής γλώσσας: Μια παρόμοια στόχευση προδιαγράφει η Σλαβοβουλγαρική Ιστορία (1762) του Παΐσιου Χιλανδαρινού.

Αυτή η παράδοση και οι ευέλικτες πρακτικές τής εκκλησίας δεν ερευνώνται πάντα κριτικά και με βάση τους ιστορικούς όρους. Όχι σπάνια, κάποιοι ερευνητές (ακολουθώντας τη συλλογιστική τής εθνικής ιστοριογραφίας) εκλαμβάνουν, αναχρονιστικά, ως εθνικές, προγενέστερες της Γαλλικής επανάστασης, διατυπώσεις εκκλησιαστικών παραγόντων για απεξάρτηση του ποιμνίου από το Πατριαρχείο με την καλλιέργεια της οικείας γλώσσας/ιστορίας. Άλλοι πάλι κατατάσσουν στους εκφραστές ριζοσπαστικών ιδεών ιεράρχες που στηλίτευσαν τα κακώς κείμενα στην εκκλησία και εργάστηκαν για την ευρύτερη διάδοση της ελληνικής γλώσσας, αν και δεν αμφισβήτησαν το οθωμανικό πλαίσιο: Πρόκειται για τη σημερινή πολιτικά ορθή τάση της αναπαλαίωσης του ρόλου τής εκκλησίας, ή το συρμό να ερμηνεύεται το πολυδιάστατο ιστορικό γίγνεσθαι με πολιτισμικούς όρους («kulturologija»), ταυτότητες και εθνοτικές ομάδες. Και στις δύο προσεγγίσεις παραβλέπονται οι ιστορικοί όροι της συγκρότησης των βαλκανικών εθνικών κρατών και εξιδανικεύεται -αν δεν αποκρύπτεται- ο εξουσιαστικός ρόλος του θεσμού της εκκλησίας. Αντί να συλλαμβάνουν τη μακραίωνη σύμπραξή της με το κράτος, αποδίδουν σ' αυτό το θεσμό εξαρχής εθνικές στοχεύσεις ή ανιχνεύουν «αντινομία»/«αντίφαση» μεταξύ εκκλησίας-κράτους. Ως επιχείρημα μάλιστα προβάλλεται ο κυρίαρχος λόγος του Πατριαρχείου, ο οποίος αποτυπώνει θεοκρατικά τις νεοτερικές γεωπολιτικές μεταβολές με το νεολογισμό «εθνο-φυλετισμός» (αμάρτημα που επέσυρε αναθεματισμό), επιχειρώντας να αποτρέψει την επαπειλούμενη συρρίκνωσή του εξαιτίας της ίδρυσης εθνικών εκκλησιών. Και οι δύο αυτές προσεγγίσεις επισκιάζουν, στη μελέτη της συγκρότησης των βαλκανικών εθνικών κρατών, τη συνολική νέα σηματοδότηση και συνάρθρωση γλώσσας, παραδόσεων και κοινωνικών δομών, και εξαχνώνουν τον αναπαλαιωμένο κοινωνικο-πολιτικό ρόλο τής εκκλησίας στη δημόσια και ιδιωτική σφαίρα: Την ιδεολογική καταστολή μέσω του μεταφυσικού φόβου, που διαιωνίζει τις παλιές θεοκρατικής έμπνευσης διακρίσεις, και την παρεμπόδιση της εκκοσμίκευσης και του εκδημοκρατισμού του κράτους, από κοινού με τις συντηρητικές πολιτικές δυνάμεις - εξού και οι πολιτικές συγκρούσεις.

Αποφεύγοντας λοιπόν αναχρονισμούς και εκ των προτέρων στοχεύσεις, θεωρούμε ιστορικά ορθότερο να αντιληφθούμε τη νεοτερική σχέση εθνικού κράτους-εκκλησίας, στο πλαίσιο της διαμόρφωσης της Βαλκανικής των εθνικοτήτων, ως έναν επιπλέον, όχι τον πιο πρόσφατο, ανα-προσδιορισμό μιας από παλιά φορτισμένης κοινωνικο-πολιτικά σχέσης, που κρίθηκε τότε αναγκαίος. Για την κατανόηση λοιπόν αυτών των ανισοβαρών σχέσεων, σε κάθε κράτος και εκκλησία χωριστά, χρειάζεται (όπως έδειξε η σύγχρονη έρευνα) να πάρουμε υπόψη πρώτα-πρώτα τον ειδικότερο συνασπισμό των κυρίαρχων δυνάμεων και το πολιτικό πρόγραμμα που πρότεινε κάθε μία από αυτές. Δεύτερον, να εξετάσουμε τις διάφορες φάσεις τής εφαρμογής τού συγκεκριμένου μοντέλου, με ή χωρίς τη συνδρομή της εκκλησίας. Γιατί βέβαια η θρησκεία δεν αποτέλεσε για όλους τους βαλκάνιους υπηκόους/πολίτες-πατριώτες εξίσου συνεκτικό εθνικό δεσμό - συνεπώς η σπουδαιότητα του θεσμού της εκκλησίας ποικίλλει: Διαμετρικά αντίθετα παραδείγματα εθνικών προγραμμάτων είναι εδώ ο Βουλγαρισμός, που πραγματώθηκε καταρχήν στο πεδίο της γλώσσας και της απεξάρτησης από το Πατριαρχείο, πετυχαίνοντας να ιδρυθεί Βουλγαρική Εξαρχία με σουλτανικό φιρμάνι (Φεβρ. 1870), ενώ ο Αλβανισμός έδωσε έμφαση στη γλώσσα, τη γεωγραφία, την κοινή καταγωγή και τον εθνικό χαρακτήρα, ενώ υποβάθμισε τις δύο θρησκείες, τη χριστιανική (ορθοδοξία, καθολικισμός) και τη μουσουλμανική (παράδοση που υπερακοντίστηκε από τους ιδεολόγους του Ενβέρ Χότζα, Φεβρ. 1968).

Ιδωμένη από αυτή την άποψη, η φάση του εθνικού προσδιορισμού των σχέσεων εκκλησίας-κράτους ίσως φωτίσει και σημερινές ανακατατάξεις που βρίσκονται σε εξέλιξη.


*Η Αγγελική Κωνσταντακοπούλου διδάσκει Βαλκανική Ιστορία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

ΠΗΓΗ: εφημ. ΑΥΓΗ, 25-3-2012

Όψεις του «ελληνικού» στην αναζήτηση εθνικής ταυτότητας

ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΔΗΜΗΡΟΥΛΗ,

διδάκτορος Θεωρίας και Ιστορίας της λογοτεχνίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο


Το παράδειγμα της ποίησης

Aφού σήμερα θα προσφύγουμε στους ποιητές για να εορτάσουμε τον λόγο της μνήμης, ας αρχίσουμε με τα λόγια ενός πολύ γνωστού μας: «O ποιητής δεν έχει ταυτότητệ «δεν έχει εγώ»‡ «είναι ένας χαμαιλέων». Aυτά γράφει ο Σεφέρης στον Mονόλογο πάνω στην Ποίηση [1939], αποδίδοντας πιστά φράσεις του ποιητή Tζον Kιτς από μια επιστολή του γραμμένη το 1818. Στη λογοτεχνική παράδοση έχουμε και άλλες παρόμοιες μεταφορές, με τις οποίες υπογραμμίζεται η ρευστότητα του συγγραφικού υποκειμένου και αντιπαρατίθεται στις απόπειρες του κριτικού λόγου να οριστικοποιήσει και να τυποποιήσει τη μορφή του ποιητή και το περιεχόμενο του έργου του.

Mε αυτόν τον τρόπο τονίζεται η έλλειψη ταυτότητας στον θεωρητικό και αισθητικό χώρο, όπου ο ποιητής κυκλοφορεί σε μια πολυμερή και δαιδαλώδη κοινωνία του πνεύματος. Tονίζεται επίσης η αντίθεση προς τη χειραγώγηση του ποιητικού λόγου από προκατασκευασμένες ερμηνείες. Ωστόσο, αυτή η ικανότητα -η ανάγκη αν θέλετε- του ποιητή να αποσχηματίζεται και να μετασχηματίζεται δεν σημαίνει ότι έχει απαλλαγεί από το πρόβλημα της ταυτότητας.

Eίναι, ακριβώς, η κυρίαρχη θέση αυτού του προβλήματος στο έργο του που τον αναγκάζει να το συζητά, να το διερευνά, αλλάζοντας μορφές και παίζοντας με τις μάσκες. Tο θέμα της ταυτότητας δεν είναι συνεπώς μια απλή διαδικασία εκλογής ή μια μόνιμη χειρονομία ταύτισης αλλά ένας ανοιχτός και κρίσιμος διάλογος με τα πράγματα. Aκόμη και με τον υπερτονισμένο μελοδραματισμό της οργανικής μεταφοράς ο Σεφέρης, με άλλη αφορμή, υποδεικνύει ότι ο χαμαιλέων αγωνιά να ανήκει κάπου, να μπορεί δηλαδή να συμμετέχει στη διαδικασία των μεταμορφώσεων, χωρίς να χάνει το δικαίωμα της καταγωγής:

«O ποιητής δεν έχει άλλο τρόπο να πράξει παρά με τη γλώσσα που μιλούν οι άνθρωποι που βρίσκονται γύρω του. Πάνω σ' αυτή τη γλώσσα θα ριζώσει και θα βλαστήσει η δική του λαλιά που τον εκφράζει. Mεταχειρίστηκα τα ρήματα ριζώνω και βλασταίνω στην κυριολεξία τους, με την έννοια της φυσικής λειτουργίας, που είναι αντίθετη με το τεχνητό ή το μηχανικό. Aν είναι φυτό, ένα ποίημα μάς ενδιαφέρει όχι μόνο από τη μεριά του καρπού αλλά και από τη μεριά της ρίζας».

O ποιητής, σύμφωνα με αυτή την άποψη, είναι αναγκασμένος να ανήκει αλλά με τη «δική του λαλιά». Mπορεί να μην έχει συγκεκριμένη ταυτότητα, αφού είναι χαμαιλέων, δεν μπορεί όμως, παρά να την αναζητά. Eίναι νομίζω φανερό ότι ένα τέτοιο σχήμα εμπεριέχει κάποια αντίφαση. Ας μην υπεισέλθουμε όμως σε αυτό και ας κρατήσουμε μόνο μια διαπίστωση: το θέμα της «ταυτότητας» είναι πολύ σημαντικό για την ποίηση και τον ποιητή - ακόμη και ως μετατοπιζόμενη απουσία ή ως βασανιστική εκκρεμότητα.

Στο σημείο αυτό πρέπει να πούμε ότι η ταυτότητα ορίζεται τόσο σε σχέση με το υποκείμενο του ποιητή όσο και σε σχέση με το υποκείμενο του συλλογικού σώματος ή, γενικά, με την έννοια της ετερότητας. H ταυτότητα του ποιητή, για να γίνει αναγνωρίσιμη, πρέπει να ετερο-οριστεί‡ έτσι όμως αναγκάζεται να αποδεχτεί μια ορισμένη εκδοχή της συλλογικής ταυτότητας. Oι ποιητές που βιώνουν έντονα αυτή την ανάγκη οδηγούνται βαθμιαία στη διαμόρφωση συλλογικής μυθολογίας και εισέρχονται δυναμικά στον στίβο όπου διαμορφώνεται η εθνική ταυτότητα.

Aνάλογη τροπή παίρνει και η ποιητική τους, δημιουργώντας ένα συμβολικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα αναπτυχθεί ο μύθος και θα λειτουργήσει η συλλογικότητα. Φτάνουμε έτσι σε μια δεύτερη διαπίστωση: από τους ποιητές-χαμαιλέοντες ορισμένοι εμπλέκουν ενσυνείδητα στο έργο τους το ζήτημα της εθνικής ταυτότητας και, μάλιστα, διαμορφώνουν μιαν αντίστοιχη ποιητική μυθολογία για να το αντιμετωπίσουν.

Eάν τώρα έρθουμε στα δικά μας, κάθε ποιητής έχει να αναμετρηθεί τόσο με τον αισθητικό χαμαιλεοντισμό του όσο και με το διανόημα του όρου «ελληνικό». Aνεξάρτητα από τους τρόπους που θα επιλέξει για να τα προσεγγίσει, ανεξάρτητα από παραμορφώσεις, απορρίψεις και διλήμματα, σημασία έχει ότι δεν μπορεί να αποφύγει το πρόβλημα. Δεν υπάρχει τρόπος να αυτοοριστεί -ακόμη και άνευ ταυτότητας- αν δεν απαντήσει, άμεσα ή έμμεσα, στις απαιτήσεις της υποκειμενικής μοναδικότητας και της εθνικής ιδιαιτερότητας, με τον τρόπο πού αυτός αντιλαμβάνεται τη σχέση των δύο αυτών συμβολίσεων.

Eίναι αυτονόητο ότι στην περίπτωση αυτή κάθε ποιητής, παρά τις στοιχειώδεις αναπόφευκτες αποδοχές του, οικοδομεί τη δική του σχέση με το συλλογικό, το εθνικό και το υποκειμενικό. Ως εκ τούτου, μπορούμε να τολμήσουμε μια τρίτη διαπίστωση: η έννοια του «ελληνικού» έχει μόνιμη ιστορική διάρκεια αλλά όχι σταθερή μορφή. Kάθε ποιητής, ανάλογα με τις ανάγκες της ποιητικής του, τους πολιτικούς, υπό την ευρεία σημασία, σχεδιασμούς του, τα προσωπικά οράματά του και την κοινωνικο-ιστορική συγκυρία, μπορεί να συνθέσει τη δική του ελληνική εκδοχή. Kατ' αυτόν τον τρόπο αποδεικνύεται περίτρανα ότι ο χαμαιλέων παραμονεύει διεκδικητικά στη διαπραγμάτευση της ταυτότητας.

Kαι αφού μια επέτειος είναι κατεξοχήν επιβεβαίωση της ταυτότητας, επιτρέψτε μου να αναφερθώ σε τρία παραδείγματα (όλα ποιητικά) τα οποία μπορούν, πιστεύω, να εμπλουτίσουν τη μορφή του περιεχομένου της.

O ποιητής που στοχάστηκε πολύ για τη σύνδεση της ποίησης με το έθνος είναι, αναπόφευκτα, ο εθνικός ποιητής. Tο δυστύχημα όμως είναι ότι, με την πάροδο του χρόνου, συχνά, το «εθνικό» λειτουργεί εις βάρος της «ποίησης». Έτσι, σήμερα δεν είναι τόσο γνωστή η αγωνία του Σολωμού να βρει έναν τρόπο ποιητικής γραφής που να ενσωματώνει το εθνικό, το ελληνικό, στο δικό της αισθητικό πρόταγμα, όσο είναι γνωστή η στράτευσή του στην ελληνική ιδέα. Tα πράγματα όμως δεν είναι τόσο απλά: η αγωνιώδης αποσπασματικότητα της ποίησής του φανερώνει όχι μόνο τους κλυδωνισμούς τού δημιουργικού υποκειμένου αλλά και τα χάσματα της συλλογικής μυθολογίας.

Θα πρέπει εδώ να σημειώσω, παρεκβατικά, ότι δεν συζητάμε την πατριωτική πλευρά της ποίησης του Σολωμού ούτε την εθνική της καταγωγή αλλά τον τρόπο με τον οποίο αποπειράται να ενσωματώσει την έννοια του «ελληνικού» στον ποιητικό του σχεδιασμό. Σε μια από τις πιο φιλόδοξες προσπάθειές του, που έμελλε να μας παραδοθεί σε τρία σχεδιάσματα, κατακερματισμένα και ημιτελή, γνωστά με τον τίτλο Eλεύθεροι Πολιορκημένοι ο Σολωμός συνοδεύει την ποιητική γραφή με προγραμματικούς στοχασμούς:

«Mια δημοκρατία ιδεών ενεργεί αισθητά μέσα εις τα όρια του καιρού. Σκέψου βαθιά και σταθερά (μία φορά για πάντα) τη φύση της Iδέας, πριν πραγματοποιήσεις το ποίημα. Eις αυτό θα ενσαρκωθεί το ουσιαστικότερο και υψηλότερο περιεχόμενο της αληθινής ανθρώπινης φύσης, η Πατρίδα και η Πίστις. O θεμελιώδης ρυθμός του ποιήματος ας είναι, από την αρχή ώς το τέλος, το Kοινό και το Kύριο συρριζωμένα και ταυτισμένα με τη γλώσσα».

Kαι παρακάτω:

«O θεμελιώδης ρυθμός ας στυλωθεί εις το κέντρο της εθνικότητας και ας υψώνεται κάθετα, ενώ το νόημα από το οποίο πηγάζει η ποίηση και το οποίο αυτή υπηρετεί, απλώνει βαθμηδόν τους κύκλους του».

«Eις τον πάτο της εικόνας πάντα η Eλλάδα με το μέλλον της».

«Kαι μέσα εις αυτά τα σώματα ας εκφρασθεί εις όλα τα μέρη του έργου η εθνικότης όσο το δυνατόν πλέον εκτεταμένη. Tοιουτοτρόπως η Mεταφυσική έγινε Φυσική».

Tο αίτημα της σολωμικής φαντασίας είναι καθαρά ρομαντικό. Θέλει ταυτόχρονα να συλλάβει την Iδέα του «ελληνικού» πέρα από τους περιορισμούς τόπου και χρόνου, αλλά και να επιμερίσει το καθολικό κατά τρόπο που να επιτρέπει την ανάδειξη της εθνικής ιδιαιτερότητας, να μετατρέπει τη Mεταφυσική σε Φυσική.

Oι στοχασμοί του Σολωμού θέτουν για πρώτη φορά στην ελληνική λογοτεχνία με τόσο επείγοντα τρόπο το ζήτημα της εθνικής ταυτότητας (δηλ. του καιρού και του τόπου) μπροστά στον καθρέφτη της καθολικότητας και της παγκοσμιότητας. O Σολωμός, πολύ πριν από τον Σεφέρη, θα διατυπώσει την άποψη ότι ελληνισμός και ανθρωπισμός είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. H όψη του ελληνικού, στην περίπτωση αυτή, παρά τη «φυσική» της διάσταση, θα επιστρέψει στη μήτρα της και θα διεκδικήσει τη δική της μεταφυσική παράλληλα με την ηθική και την αισθητική.

Tο ελληνικό στον Σολωμό είναι μια Iδέα που απαιτεί ηθική τελειότητα (το αίτημα της ευθύνης και της δικαιοσύνης), αισθητική καθολικότητα (το αίτημα του ρομαντικού απόλυτου) και μεταφυσική καθαρότητα (το αίτημα της εθνικής ταυτότητας). Όλα αυτά αποτέλεσαν τα θεωρητικά συμφραζόμενα μέσα από τα οποία ο ποιητής ήθελε να φτάσει στο συγκεκριμένο: στην τραγωδία της Eξόδου του Mεσολογγιού το 1826, και να την θρηνήσει ποιητικά, μιλώντας για τις αγεφύρωτες αντιθέσεις: ζωή-θάνατος, καλό-κακό, δυνατοί-αδύνατοι, δίκαιοι-άδικοι, άνθρωποι-φύση.

Aκούστε πώς, σε ένα από τα αποσπάσματα, επιχειρεί να σκηνοθετήσει τη στιγμή που το άγγιγμα του θανάτου συμπίπτει με την πιο γλυκιά και μαγευτική στιγμή της άνοιξης:

«Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει,

και μες στη θάλασσα βαθιά ξαναπετιέται πάλι,

π' ολονυχτίς εσύσμιξε με τ' ουρανού τα κάλλη.

Kαι μες στης λίμνης τα νερά, οπ' έφθασε μ' ασπούδα,

έπαιξε με τον ίσκιο της γαλάζια πεταλούδα,

που ευώδιασε τον ύπνο της μέσα στον άγριο κρίνο·

το σκουληκάκι βρίσκεται σ' ώρα γλυκιά κι εκείνο.

Mάγεμα η φύσις κι όνειρο στην ομορφιάκαι χάρη,

η μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι‡

με χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κραίνει‡

όποιος πεθαίνει σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει.

Tρεμ' η ψυχή και ξαστοχά γλυκά τον εαυτό της ».


Mε τον ίδιο συνεκδοχικό τρόπο ο ποιητής θα μιλήσει και για την οριακή υπαρξιακή κατάσταση της πείνας και της εξαθλίωσης μέσα στο πολιορκημένο Mεσολόγγι:

«Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει·

λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι η μάνα το ζηλεύει.

Tα μάτια η πείνα εμαύρισε‡ στα μάτια η μάνα μνέει

Στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα και κλαίε:

"Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τι σ' έχω ΄γώ στο χέρι;

Όπου συ μού 'γινες βαρύ κι ο Aγαρηνός το ξέρει».

Τα αποσπάσματα των Eλεύθερων Πολιορκημένων μαρτυρούν γι' αυτήν την εναγώνια αναζήτηση του υπερβατικού στο συγκεκριμένο και του συγκεκριμένου στο υπερβατικό. O εθνικός ποιητής αντιλαμβάνεται το «ελληνικό» όχι ως περιορισμό αλλά ως υπέρβαση - μια υπέρβαση όμως που πραγματοποιείται χωρίς να κοπούν οι δεσμοί με τη γλώσσα, την παράδοση και το συλλογικό σώμα. Kι εδώ φτάνουμε στο κρίσιμο σημείο: το «ελληνικό» δεν είναι κάτι δοσμένο και αμετάβλητο, η ταυτότητά του δεν κατακτάται εξαρχής, η όψη του δεν είναι μονοσήμαντη και τετελεσμένη. Tο «ελληνικό» στον Σολωμό είναι υπό συνεχή διαμόρφωση ως έννοια αισθητικής τελείωσης. O ποιητής είναι ο ευπαθής δέκτης που μεσολαβεί για τον διακανονισμό των ισορροπιών και για την τελική έκβαση της συνάντησης του εθνικού με τον κόσμο του ετεροπροσδιορισμού του.

Απόσπασμα ομιλίας για την 25η Μαρτίου του μακαρίου έτους 1995, στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Την επόμενη Κυριακή θα δημοσιευθεί ένα δεύτερο μέρος, που αφορά τον Οδυσσέα Ελύτη και τον Νίκο Εγγονόπουλο.

ΠΗΓΗ: εφημ. ΑΥΓΗ, 25-3-2012

1821: Μια εθνική επανάσταση που ενέχει την ταξική διάσταση, αλλά δεν είναι ταξική επανάσταση

συνέντευξη του Σπυρου Ι. Ασδραχα

στους Βαγγέλη Καραμανωλάκη και  Στρατή Μπουρνάζο


 

Σπ. Ασδραχάς

* Στις σημερινές συνθήκες της κρίσης αλλάζουν πολλά, ανάμεσά τους και τα εργαλεία με τα οποία σκεφτόμαστε το παρελθόν. Στο πλαίσιο αυτό, θεωρείτε ότι ανασηματοδοτείται η σχέση μας με το παρελθόν, και ιδιαίτερα με κρίσιμες στιγμές όπως η Επανάσταση του 1821;

* Θα έλεγα ότι βρισκόμαστε μπροστά σε ένα σύνηθες ιστοριογραφικό δίλημμα, της αναλογίας και της επανάληψης. Σε ποιο βαθμό αναλογίες που προκύπτουν από διαφορετικές ή εν μέρει ανόμοιες δομές μπορούν να τροφοδοτήσουν τις κατανοήσεις των σημερινών φαινομένων, όπως η καπιταλιστική κρίση; Προσωπικά, θεωρώ ότι μας χρειάζονται και, με τους κατάλληλους όρους, μπορούν να συνεισφέρουν στον εμπλουτισμό των αναλυτικών εργαλείων μας.

Όπως έγραφε ο Σβορώνος σε εκείνο το επίδικο άρθρο του για την εθνογένεση, για να γνωρίσεις τις διαδοχικές συνειδητοποιήσεις ενός λαού, πρέπει να γνωρίσεις την ιστορία του. Το πρώτο που πρέπει να κάνουμε είναι να δούμε τι ακριβώς ήταν αυτό το Εικοσιένα. Καθώς πριν από το 1821 υπάρχουν μια σειρά επαναστατικών κινητοποιήσεων στον ελλαδικό χώρο, τίθεται το γνωστό ζήτημα αν η Επανάσταση του Εικοσιένα είχε το ίδιο περιεχόμενο, λ.χ., με το 1770. Θα έλεγα ότι η επισφαλής λύση προβλημάτων ορίζεται εν πολλοίς από την κακή τοποθέτησή τους. Και θεωρώ κακή τοποθέτηση του προβλήματος να ρωτάμε αν το 1770 είχε τους χαρακτήρες της Επανάστασης του 1821. Είναι σαν να λέμε ότι ο νόμος της βαρύτητας υπήρχε από την εποχή που πέφτουν τα μήλα από τη μηλιά, σαν να λέμε ότι ο προάγγελος του νόμου της βαρύτητας, που διατύπωσε ο Νεύτωνας, ήταν η παλινωδία του Πλάτωνος στον Φαίδρο: οι ψυχές που αιωρούνται, και οι βαριές ψυχές που πέφτουν.

Ένα ιστορικό φαινόμενο δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως επανάσταση, αν δεν συγκεντρώνει ορισμένα χαρακτηριστικά· στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι η μετάβαση από την έννοια του γένους (που έχει τη ρίζα του στις οικουμενικότητες της εποχής και των προηγούμενων εποχών, φτάνοντας μέχρι τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και τους ελληνιστικούς χρόνους) στην έννοια του έθνους. Μέσα στη φαινομενική συνέχεια υπάρχουν ουσιώδεις ασυνέχειες. Το 1821 είναι η ανασηματοδότηση των προηγούμενων επαναστατικών κινημάτων και η μεταμόρφωσή τους, δηλαδή η προσαρμογή τους στους όρους της εποχής. Ας μην ξεχνάμε ότι είναι μια εποχή επαναστάσεων και σε άλλα μέρη, όπως στη Λατινική Αμερική.

 

* Αν προχωρήσουμε στο ζήτημα των συνεχειών, αλλά μετά το 1821, μπορούμε να πούμε ότι η Επανάσταση του 1821 είναι ένα είδος αντιστασιακής μήτρας, καθώς πολλές φορές, και ιδίως σε στιγμές κρίσιμες, όπως στα χρόνια της Κατοχής, γίνεται επίκληση σε αυτήν;

Θα μιλούσα με τους όρους του Φίλιππου Ηλιού για τη «χρήση της Ιστορίας». Ο Φίλιππος προσανατολιζόταν περισσότερο στη χρήση της ιστοριογραφίας, δηλαδή της ιστορικής ερμηνείας. Στο ζήτημά μας υπάρχει ένα θέμα «αναμορφώσεων» -- όπως σε έναν πίνακα ο οποίος, ανάλογα με την οπτική γωνία που τον βλέπεις, έχει διαφορετική μορφή. Ανακρατιέται όμως κάτι: η έννοια της μη συμβίωσης με την κατακτητική κοινωνία. Και έτσι, στα χρόνια της Αντίστασης, έχουμε και τη φράση «Το Εικοσιένα ξαναζεί με το λαό μαζί». Βεβαίως ξαναζεί το Εικοσιένα, επειδή υπάρχει η σύγκρουση ανάμεσα σε κατακτημένους και κατακτητές, με τη διαφορά όμως ότι τα αιτούμενα του Εικοσιένα δεν εγγράφονται στα αιτούμενα της κοινωνίας η οποία έχει προκύψει από τη Βιομηχανική Επανάσταση.

 

* Aς επιμείνουμε λίγο στο ζήτημα των συνεχειών και των ασυνεχειών, της σχέσης της Επανάστασης με προηγούμενα επαναστατικά κινήματα.

* Οι κατακτημένοι δεν ανέχτηκαν ποτέ την κατάκτηση. Αυτό γενικεύτηκε και εκφράστηκε μέσα από τις, κατά Δημαρά, συλλογικές συνειδήσεις. Προχείρως θα αναφερόμουν στην αντίληψη που είχε διαμορφώσει ο Μακρυγιάννης, ο άνθρωπος της παράδοσης, σχετικά με την κατάκτηση. Αυτό φαίνεται καθαρότερα όχι τόσο στο απομνημόνευμα, αλλά στις εικόνες των αδελφών Ζωγράφου. Ο Μακρυγιάννης τους βάζει αρχικά να απεικονίσουν τον σουλτάνο να λέει στον κλήρο: --Δεν παραδοθήκατε, αλλά κατακτηθήκατε, γι' αυτό σας βάζω στον ζυγό. Εν συνεχεία, εμφανίζονται οι κλέφτες που βγαίνουν στα βουνά και μετά ο Ρήγας, το αγαθό παιδί της πατρίδας, που σπέρνει τον σπόρο της Ελευθερίας. Είναι μια από τις πιο χαρακτηριστικές, ηγετικές θα έλεγα εκδηλώσεις αυτής της αντίληψης της συνεχούς αντίστασης, για την οποία ο Νίκος Σβορώνος θέλησε να μας δώσει ένα αναλυτικό εργαλείο με την παρεξηγημένη φράση του για τον αντιστασιακό χαρακτήρα της ελληνικής ιστορίας -- αλλά αυτό είναι μια ξεχωριστή συζήτηση.

Το 1821 διαφέρει από τα προηγούμενα κινήματα, αλλά έχει και ομοιότητες. Οι ομοιότητες είναι ότι όλες αυτές οι προσπάθειες για την απελευθέρωση προϋπέθεταν μια εδαφικότητα. Αυτή την εδαφικότητα ο Ρήγας την επεξέτεινε σε όλη την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Το Πολίτευμα είναι ένα επαναστατικό κείμενο, το οποίο αμέσως εθνικοποιήθηκε. Αν διαβάσουμε παράλληλα τον Πατριωτικό Ύμνο και το Πολίτευμα, βλέπουμε αμέσως τη μεταβολή. Το ένα είναι η αδύνατη επανάσταση που θα μετέτρεπε τη σουλτανική οικουμενικότητα σε δημοκρατική οικουμενικότητα. Το δεύτερο σκέλος, παρεπόμενο, είναι η εθνικοποίηση, στο πλαίσιο πλέον του ελλαδικού χώρου, ενωτικό στοιχείο του οποίου ήταν η παιδεία, με μια γλώσσα --την ελληνική-- που συνέχιζε να έχει οικουμενικές αξιώσεις σε όλη τη διάρκεια της οθωμανικής κατάκτησης, με μια αναφορά στην ελληνικότητα. Ποια είναι όμως η ελληνικότητα του Ρήγα; Η σύγχρονη ελληνικότητα ή η αρχαιότητα; Θεωρώ ότι είναι η αρχαιότητα· η Ελληνική Νομαρχία ή η ελληνική πολιτεία του Ρήγα δεν είναι παρά μια αναφορά στην ανασηματοδοτημένη, με θετικό τρόπο, από τη Γαλλική Επανάσταση, αρχαιότητα.

Τα πράγματα είναι ανόμοια, αλλά υπάρχει ένα νήμα που τα συνδέει. Εν ολίγοις, το 1821 είναι μια επανάσταση εθνική. Βρισκόμαστε στην εποχή της αρχής των εθνοτήτων. Είναι, ταυτόχρονα, μια επανάσταση δημοκρατική, η εκβολή της Γαλλικής Επανάστασης στους Ναπολεόντειους Πολέμους.

Ένα βασικό ζήτημα: ποιες είναι οι δεκτικότητες. Για να εμπεδωθεί η κατάκτηση, οι κατακτημένοι πρέπει να διαθέτουν δομές. Αλλιώς, δεν μπορεί να επιβληθεί. Δομές εκκλησιαστικές και κοινοτικές, συλλογικότητες δηλαδή οι οποίες δεν είναι όμοιες· η εκκλησιαστική συλλογικότητα περιέχει στοιχεία που δεν τα περιέχει η κοινοτική: στοιχεία οικουμενικά και έναν υπερτοπισμό, τον οποίο δεν τον περιέχει η κοινοτική. Αλλά αυτές οι επιμέρους συλλογικότητες ήταν έτοιμες να δεχτούν καταστατικούς χάρτες, οι οποίοι είναι πραγματικά συντάγματα. Εννοώ τα πρώτα Συντάγματα της Επανάστασης.

 

* Μέσα στον χρόνο όμως δεν έχουμε μεταβολές;

* Μεταβάλλονται οι νοοτροπίες, αλλά μένουν σταθερές οι οικονομικές δομές -- εκεί δεν γίνεται καμία μετατροπή. Σταθερές μένουν και οι μορφές εξουσίας, ανασηματοδοτημένες όμως με την Επανάσταση, επειδή δόθηκε γενικότερος ρόλος στις υπάρχουσες κοινωνικές αυθεντίες, είτε αυτές ήταν προυχοντικές είτε στρατιωτικές.

Τα καινούργια στρώματα προκύπτουν μέσα από τον Αγώνα. Οι αλλαγές και οι ρήξεις συνίστανται στο ότι διαμορφώνονται τα στρώματα εκείνα που έχουν εξουσία διά του Αγώνος· έχουμε τους πολιτικούς και τους στρατιωτικούς. Η μεγάλη ρήξη γίνεται στην Πελοπόννησο, η οποία, μη έχοντας την πολεμική παράδοση της χερσαίας Ελλάδας, δημιουργεί τους στρατιωτικούς, το ισχυρότερο σώμα, καθώς αυτό πρωταγωνιστεί στον πόλεμο. Αυτά τα καινούργια συλλογικά σώματα --χρησιμοποιώ πάλι τον όρο «συλλογικότητες», επειδή ο όρος «ταξικότητες» δεν είναι επιχειρησιακός εδώ-- είχαν κοινωνικό πρόγραμμα; Ο Πιπινέλης, τον οποίο αξίζει να θυμόμαστε παρά την πολιτική του τοποθέτηση, γράφει ότι τα λαϊκά συμφέροντα συνδέονται με τα συμφέροντα των στρατιωτικών. Οι στρατιωτικοί ήθελαν οικονομική βάση, και η οικονομική βάση της εποχής ήταν η γη, είτε ως καλλιεργήσιμος είτε ως οικοδομήσιμος χώρος. Για ποιους ζητάει αναδασμό της γης ο Μακρυγιάννης; Για τους στρατιωτικούς. Γι' αυτούς που, αν έμεναν χωρίς οικονομική βάση, μετά τη δημιουργία του κράτους θα γίνονταν ληστές -- το ιταλικό παράδειγμα μας δίνει χαρακτηριστικές αναλογίες. Τα σώματα αυτά αποκτούν μια ιδεολογία και μια πολιτική πρακτική.

 

* Έχει διαμορφωθεί η εικόνα --μια εικόνα που ενισχύθηκε και με την περσινή τηλεοπτική σειρά του ΣΚΑΪ-- των πολιτικών ως «φιλεοευρωπαϊστών» και «εκσυγχρονιστών», σε αντίθεση με τους πιο «πρωτόγονους» στρατιωτικούς. Πώς τη σχολιάζετε;

* Υπάρχει η εντύπωση ότι επικρατούσε πλήρης διχοτομία ανάμεσα στους λεγόμενους «στρατιωτικούς» και τους λεγόμενους «πολιτικούς». Η υιοθέτηση αυτής της διχοτομίας μπορεί να βοηθά ορισμένα ερμηνευτικά σχήματα, να προσφέρει κάποια δήθεν σαφή περιγράμματα κ.ο.κ., ωστόσο δεν αντιστοιχεί στην πραγματικότητα. Οι στρατιωτικοί, αγράμματοι ή ημιεγγράμματοι, σεβόμενοι τους γραμματισμένους που ταυτόχρονα τους θεωρούν υποδεέστερους, μετέχουν, με τον τρόπο τους, στο γενικό πρόβλημα. Μετέχουν μέσα από τη διάχυση των ιδεών, τις μορφές εκπολιτισμού, που διαδίδονται με την Επανάσταση. Και, παράλληλα, αποκτούν τις ίδιες οικονομικές βάσεις με τους προύχοντες. Ας διαβάσουμε τις σελίδες που αφιερώνει ο Κασομούλης στον Στουρνάρη: ο ομόλογός του προύχοντας δεν τον αποκαλούσε «καπετάν», αλλά «κυρ», επειδή οι κύριοι είχαν την οικονομική βάση, όπως ο Στουρνάρης, ο οποίος απέκτησε μεγάλη ιδιοκτησία και κοπάδια. Το ίδιο συνέβη με τον Βαρνακιώτη. Αυτή η κοινή οικονομική βάση μπορούσε να οδηγήσει σε κοινές οικονομικές συμπεριφορές με το προυχοντικό οικονομικό στρώμα, το οποίο τελικά έγινε ταξικό. Την ταξικότητα αυτή την εκφράζει με τον χαρακτηριστικότερο τρόπο ο Κανέλλος Δεληγιάννης στα απομνημονεύματά του.

Υπήρχε αυτή η σύγκλιση, πράγμα που υποδεικνύει και τo consensus, τη γενική συναίνεση, η οποία αποτελούνταν από επιμέρους συναινέσεις. Βέβαια, υπάρχουν διαφορετικοί προσανατολισμοί: προς την ομόδοξη Ρωσία, προς τη Γαλλία και τη Βρετανία -- ας σημειώσουμε εδώ το παράδοξο των ρωσόφιλων, που θεωρούν ότι πρέπει να γίνουν πλέον αγγλόφιλοι, επειδή η Αγγλία είναι η πλέον προοδευμένη και συγχρόνως ισχυρή δύναμη. Ο Φωτάκος τα δείχνει αυτά πολύ ωραία.

Δεν είναι ενιαία τα πράγματα, είναι ένα πολύπλεγμα. Και είναι ένα πολύπλεγμα, επειδή μια εθνική επανάσταση ενέχει την ταξική διάσταση, αλλά δεν είναι ταξική επανάσταση. Η ταξικότητα ενέχεται, διότι έχουν συγκροτηθεί οι συλλογικότητες εκείνες οι οποίες γίνονται τάξεις, όχι καθ' εαυτές πλέον, αλλά δι' εαυτές, μέσω του πολιτικού, μέσω του ερωτήματος πώς θα ασκήσουν την εξουσία.

 

* Επιστρέφοντας στο σήμερα, από όπου και ξεκινήσαμε, θα σας θέσουμε ξανά το ερώτημα της επικαιροποίησης του 1821.

* H επικαιροποίηση του 1821 έχει μία και μόνη σοβαρή διάσταση, η οποία αποκλείει τις εξυμνήσεις των ηρώων και των ηρωικών πράξεων. Και αυτή είναι η εθνικοποίηση της ταξικότητας. Σήμερα βρισκόμαστε μπροστά σε ένα διηνεκές και υπερκείμενο φαινόμενο, της επίκλησης των εθνικών αξιών, επίκληση η οποία συνοδεύεται από πράξεις ή υποταγές, καταναγκασμούς που οδηγούν στην κατάλυση της εθνικής ανεξαρτησίας. Και ας δούμε, στο κεφάλαιο αυτό, για ποιες αιτίες περάσαμε από τις στρατιωτικές κατοχές στις οικονομικές κατοχές.

Τι σημαίνει εθνικοποίηση του ταξικού λοιπόν; Σήμερα, και όχι μόνο στη χώρα μας, βρισκόμαστε μπροστά σε μια διεύρυνση των υποτελών τάξεων. Παλιότερα μιλάγαμε για τους «ασπρογιακάδες», οι οποίοι ενσωματώνονταν στο προλεταριάτο. Σήμερα έχουμε κατάργηση της μικροαστικής και της μεσαίας αστικής τάξης, η οποία αποτελούσε το συστατικό στοιχείο της όλης εθνικής συνοχής. Δεν γίνονται προλετάριοι· γίνονται, απλούστατα, φτωχοί. Φτάνουμε σε μορφές της γενικής αποπτώχευσης, τις οποίες έχει γνωρίσει και άλλοτε η Ιστορία. Επόμενο είναι η διευρυμένη αυτή υποτελής τάξη να γίνεται υποκείμενο πολιτικής και συνάμα κοινωνικής στρατηγικής.

Λέγεται πως οι δρόμοι είναι δύο, ο διεθνικός και ο εθνικός. Νομίζω ότι οι δύο αυτοί δρόμοι συμπίπτουν εν πολλοίς. Η ιστορία των επαναστάσεων δείχνει ότι έχουν μια εδαφικότητα που συμπίπτει με το υπάρχον ή δυνάμει έθνος. Δεν αντίκειται το γενικό στο ειδικό φαινόμενο. Συνεπώς, σήμερα μια αντι-εθνική (και δεν εννοώ αντιεθνικιστική) ρητορεία είναι επιβλαβής γι' αυτό το διαφοροποιητικό εργαλείο που είναι η εθνικοποίηση της ταξικότητας.

Τι σημαίνει εθνικοποίηση; Σημαίνει ότι το σύνολο των αξιών που αποτελούσαν τη γενική συναίνεση τώρα επιμερίζεται και η μεγάλη πλειοψηφία, η πλειοψηφία που έχει μπει στη διαδικασία της αποπτώχευσης, θα μπορούσε να ανασηματοδοτήσει την έννοια της ταξικότητας. Σε ποιον θα ανήκε δυνατολογικώς ο ρόλος αυτός; Σε αυτό που αποκαλούμε Αριστερά.

Ας δεχτούμε τον χαρακτηρισμό που προέρχεται από αντιαριστερές εστίες: μιλάνε για τη «μαρξιστική Αριστερά». Ας είμαστε πιο μετριοπαθείς, ας μιλήσουμε για μια μαρξικογενή Αριστερά, η οποία κατάφερε να γίνει εθνική Αριστερά, και η οποία εκφράστηκε με το ΕΑΜ. Έχει σημασία ότι το είπαν ΕΑΜ, Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο, και όχι ΛΑΜ, Λαϊκό Απελευθερωτικό Μέτωπο. Λαϊκό χαρακτήρισαν τον στρατό, δηλαδή την αιχμή του δόρατος. Και αυτός ο λαϊκός στρατός δεν ήταν ταξικός αλλά πατριωτικός στρατός.

Επιτρέψτε μου εδώ μια παρέκβαση. Δεν συμφωνώ ότι ο αγώνας ήταν αντιφασιστικός. Ο πόλεμος στην Αλβανία ήταν πατριωτικός. Ο πόλεμος γίνεται αντιφασιστικός στη διάρκεια της Αντίστασης, όταν η Αντίσταση --μιλάω για την αριστερή Αντίσταση, και ένα μέρος της δεξιάς, όπως ο Πυρομάγλου-- ενέχει κοινωνικά αιτούμενα. Ούτε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος σε όλη του διάρκεια ήταν αντιφασιστικός. Ήταν βέβαια ένας πόλεμος εναντίον των επιτιθέμενων δυνάμεων, που ήταν οι φασιστικές και οι ναζιστικές, αλλά από ένα σημείο και ύστερα σταμάτησε να είναι αντιναζιστικός -- από τη στιγμή που προδιαγραφόταν η τελική νίκη.

 

* Τελειώνοντας, πώς πιστεύετε λοιπόν ότι μπορεί να χρησιμεύσει σήμερα η ιστορική αναλογία;

Αν εκκρεμεί μια αξιοδότηση της ιστορικής αναλογίας --και με αυτό θα ήθελα να τελειώσω--, της ανάκλησης του παρελθόντος, αυτή θα πρέπει να απαντήσει στο τρέχον, κυρίαρχο φαινόμενο της αποπτώχευσης. Παλιότερα (μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1980), γινόταν λόγος για τις κοινωνίες των 2/3: τα 2/3 ήταν οι εύποροι, το 1/3 οι φτωχοί, και η αναλογία αυτή ίσχυε για τις υπανάπτυκτες και τις υπό ανάπτυξη χώρες. Σήμερα έχουμε μια αντιστροφή: μπορούμε να μιλήσουμε πάλι για κοινωνίες των 2/3, με τη διαφορά ότι τα 2/3 είναι οι φτωχοί, αυτοί που βρίσκονται στη βάση της κοινωνικής πυραμίδας -- και αυτό ισχύει και για τις ανεπτυγμένες χώρες. Η ανάπτυξη οδήγησε στην υπανάπτυξη.

Αυτά τα βαριά προβλήματα δεν λύνονται βεβαίως από τους λογιστές που παριστάνουν τους οικονομολόγους και λένε, λ.χ., να μείνουμε οι άνθρωποι χωρίς δουλειά, να απολύσουμε 150.000 υπαλλήλους, να κουτσουρέψουμε τους μισθούς, να μην ελέγχουμε την κίνηση των τιμών. Και, για να μην ξεχνάμε τις διαφωτιστικές πλευρές της Επανάστασης του Εικοσιένα, υπάρχει σήμερα το θέμα της ανασηματοδότησης του φωτισμού των ανθρώπων, το πρόβλημα της ανάδυσης και ανάδειξης συνειδήσεων, πράγμα που σημαίνει αποφενακισμό και δημιουργία μιας κοινωνικής ηθικής αντίστοιχης με τα σύγχρονα προβλήματα.

ΠΗΓΗ: εφημ. ΑΥΓΗ, 24-3-2012

«Γιατί, γιατί τόσες θυσίες και τόσα αίματα;»

Εκδοση της ιστορικής ομιλίας του Στρατή Τσίρκα για την πεζογραφία της επαναστατημένης Ελλάδας του '21


«Η ελληνική επανάσταση ήταν ένα μεγάλο κοινωνικό, πολιτικό και πολεμικό γεγονός. Μα ήταν ακόμα κι ένα πνευματικό γεγονός. Κι αυτό προσέχτηκε πολύ λίγο» επεσήμαινε το 1947 ο Στρατής Τσίρκας, σε ομιλία του στην ελληνική παροικία της Αλεξάνδρειας με αφορμή τον εορτασμό της 25ης Μαρτίου.

Μια πεζογραφία, εξηγεί, «ολοκληρωμένη και δυνατή» ξεπήδησε μαζί με την ανεξαρτησία του Εθνους. Δεν ήταν άλλη από τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη και τη Γυναίκα της Ζάκυθος του Σολωμού, τους οποίους φαντάζεται να μνημονεύονται σε μια μελλοντική ιστορία της λογοτεχνίας με τη φράση: «Θεμελιωτές της νεοελληνικής πεζογραφίας είναι ο Διονύσιος Σολωμός κι ο Στρατηγός Μακρυγιάννης. Υστερα ήρθε ο Παπαδιαμάντης».

Φαινομενικά διαφορετικοί, ο αγράμματος, λαϊκός στρατηγός και ο αριστοκράτης ποιητής είναι δυο ανεξάρτητες ψυχές που δίνουν στον ιερό αγώνα για ελευθερία τη μορφή της «αυστηρά αριστοκρατικής κι αδρά δημοτικής ελληνικότητας» και δεν είναι σύμπτωση, θυμίζει ο Τσίρκας, που τα κείμενά τους αρχίζουν να μελετώνται στα χρόνια του πολέμου και της Κατοχής, όταν «το Γένος, μπροστά στον κίνδυνο ν' αφανιστεί ολόκληρο, γυρεύει να ξανασυνδεθεί με τις κινητήριες ηθικές αξίες του Εικοσιένα... ελευθερία, ελληνισμός κι ανθρωπιά».

Δεν είναι σύμπτωση που σε αυτά ανατρέχει και ο ίδιος ενώ η Ελλάδα στροβιλίζεται στη δίνη του αδερφοκτόνου Εμφυλίου. Oταν τονίζει πως κεντρικό σημείο των κειμένων του Μακρυγιάννη και του Σολωμού είναι η βασανιστική ερώτηση «Γιατί, γιατί τόσες θυσίες και τόσα αίματα;», πίσω από τις γραμμές διαβάζουμε την ανησυχία του Τσίρκα για τους ιερούς αγώνες της δικής του εποχής.

Σε αυτή τη διάλεξη του Τσίρκα, που τυπώθηκε από το Μορφωτικό Iδρυμα της Εθνικής Τραπέζης στα τέλη της περασμένης χρονιάς ως επετειακή έκδοση για τα 100 χρόνια από τη γέννησή του, θαυμάζουμε την οξυδέρκεια του κριτικού και την ευθυκρισία του ιστορικού της λογοτεχνίας αλλά και την επίκαιρη υπόδειξη ενός συγγραφέα με κοινωνική και πολιτική συνείδηση για τη δικαίωση που οφείλει να αναζητήσει κάθε κοινωνία για τις θυσίες της.

Ο Μακρυγιάννης δικαίωσε τη θυσία με το σπαθί και το κορμί του. Ο Σολωμός της έδωσε μορφή και θέση στον υψηλό κόσμο της Τέχνης. Ο Τσίρκας μετείχε και στα δυο και η κοινωνία μας, υπό τους φόβους ενός διαφορετικού εθνικού αφανισμού, θα πρέπει να αντλήσει από το πηγάδι της Ιστορίας τα δικά της μέσα.

ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 24-3-2012

Οι τρεις απόστολοι του υπερρεαλισμού

από τη Λίζυ Τσιριμώκου

«Σκοπός της ζωής μας δεν είναι η χαμέρπεια. Σκοπός της ζωής μας είναι η αγάπη. Σκοπός της ζωής μας είναι το σεσημασμένον δέρας της υπάρξεώς μας»: η «Υψικάμινος» του Εμπειρίκου (1935) γείωνε με αντισυμβατική τόλμη τους πειραματισμούς της αυτόματης γραφής στο ελληνικό πολιτισμικό γίγνεσθαι.

Η χρονιά της «Υψικαμίνου» ξεκινούσε με τη διάλεξη στην Αθήνα του Ανδρέα Εμπειρίκου «Περί Σουρρεαλισμού» (Ιανουάριος 1935) και δικαίως καταγράφηκε ως annus mirabilis του ελληνικού υπερρεαλισμού: αμέσως κατόπιν (Μάρτιος) ακολούθησε η συλλογή των αυτοματικών κειμένων πραγματοποιώντας με αξιοζήλευτο συντονισμό το άλμα της εξωστρέφειας από τη θεωρία στην πράξη και διαμορφώνοντας τους όρους ένταξης και της Ελλάδας στον υπερρεαλιστικό χάρτη, όταν πολλαπλασιάζονταν φυγόκεντρα και γοργά οι υπερρεαλιστικές ομάδες διεθνοποιώντας σε κίνημα κάτι που ξεκίνησε ως ένα παρισινό γεγονός. Παρά τις δυσκολίες του εγχειρήματος να συγκροτηθεί εν Ελλάδι ισχυρή παρεμβατική, συλλογική δράση ενάντια στην κυρίαρχη (μικρο)αστική ηθική και στον περιρρέοντα εθνοκεντρισμό, μολονότι δηλαδή ο υπερρεαλισμός δεν οργανώθηκε εδώ αποτελεσματικά ως κίνημα, οι αγγελιαφόροι του μετέφεραν εγκαίρως τα απελευθερωτικά προτάγματα και τον ρηξικέλευθο τόνο του.

«Και ρύσαι ημάς από τους πονηρούς αστούς / Αμήν»: έτσι κατέληγε λίγο νωρίτερα ένα αναπεπταμένο ποίημα του Εμπειρίκου («Το θέαμα του Μπογιατιού ως κινούμενου τοπίου», 1933)" σε αυτό το εν μέρει αυτοβιογραφικό ποίημα εντοπίζονται ήδη τα συστατικά στοιχεία της ποιητικής του, η εξύμνηση της ερωτικής επιθυμίας, η συνειρμική ροή της αφήγησης, ο σφοδρός επαναστατισμός. Το ποίημα ανήκει σε συλλογή που ετοίμαζε τότε και εξ υστέρου την ονόμασε «Προϊστορία ή Καταγωγή», χρονοθετώντας εμφανώς τα προστάδια της υπερρεαλιστικής έκρηξης της «Υψικαμίνου». «Είμαι φιλήδονος και σοσιαλιστής», θα δηλώσει επιγραμματικά λίγο αργότερα και θα το επαναλάβει αναλυτικότερα: «Αφού ο λόγος δεν είναι λογική / αφού το κάλλος δεν είναι αισθητική / και το καλόν δεν είναι ηθική [ ...;] Αφού μόνον ο έρωτας τον θάνατον νικά / θάναι η ποίησις σπερματική / απόλυτα ερωτική / ή δεν θα υπάρχει».

Σε αυτό το «πάθος της αενάου διευρύνσεως των οριζόντων» ο Εμπειρίκος βρήκε συνοδοιπόρους και σύντεχνους τον Νίκη Καλαμάρη (Νικήτα Ράντο ή Nicolas Calas) και τον Νίκο Εγγονόπουλο. Είναι το «τριουμβιράτο» που διαφοροποιήθηκε σθεναρά από τον «εξημερωμένο» μοντερνισμό, προωθημένο από το δίκτυο των «Νέων Γραμμάτων» και τη σεφερογενή ποιητική στα ίδια πάνω-κάτω χρόνια με κατάληξη την παγίωση της «γενιάς του '30», στην οποία οι συνήλικοι υπερρεαλιστές ελάχιστα αξιοδοτήθηκαν από τη συγκαιρινή κριτική. «Η φάτνη αποκοιμίζει τα θηρία», κατά τη ρήση του Εμπειρίκου στην «Ενδοχώρα», γραμμένη στα 1934-1937.

«Αποκλεισμός» από τη Δεξιά και την Αριστερά

Ο υπερρεαλισμός επιχειρεί να μετακενώσει και στην Ελλάδα τον δυναμισμό μιας «άγριας σκέψης» που συναιρεί ποικίλες πολιτισμικές προτάσεις και τάσσεται κατά μιας γενεαλογημένης ομοιομορφίας. Στην προσπάθεια όμως διαμόρφωσης και εδραίωσης ενός συνεκτικού, ελληνόδοξου μοντερνισμού, παρερμηνεύτηκε, αποσιωπήθηκε ή και ακυρώθηκε η παράλληλη απόπειρα του ελληνικού υπερρεαλισμού να διεκδικήσει τη δική του ιστορικότητα, βασισμένη σε μια πλουραλιστική λογική με επίγνωση της αυτοσκηνοθεσίας των επιλογών της. Η ζητούμενη υπέρβαση προς μια χειραφετητική, ολιστική αντίληψη για την ποίηση ως αδιαίρετο σύνολο τέχνης και ζωής έμεινε μετέωρο βήμα στη μεσοπολεμική Ελλάδα και αυτό οφείλεται στο μικρό περιθώριο δράσης που έδωσε η Ιστορία σε αυτό το εναλλακτικό πρόταγμα.

Η ραγδαία μεταβολή των διεθνών και εντόπιων συνθηκών (ισπανικός εμφύλιος, κυρίαρχη σταλινική εκδοχή του μαρξισμού, μεταξική δικτατορία της 4ης Αυγούστου 1936, Β' Παγκόσμιος Πόλεμος) πόλωσε γρήγορα τις διαθεσιμότητες: ο προγραμματικά αντιεξουσιαστικός λόγος των υπερρεαλιστών βρέθηκε αντιμέτωπος με χρόνιες ιδεολογικές αγκυλώσεις, ολοκληρωτικές νοοτροπίες ή, απλούστατα, έλλειψη μιας υψηλού επιπέδου αστικής παιδείας που θα διέθετε την ετοιμότητα να χειριστεί σοβαρά την πρόκληση.

Στον χώρο της «αριστερής» κριτικής δεν υπήρχαν περιθώρια συζήτησης για την αιρετική και εν πολλοίς εριστική δοκιμιογραφία του Κάλας, ούτε δυνατότητα αποδοχής της αυτόματης γραφής ή της απελευθερωτικής δύναμης της ψυχανάλυσης που ευαγγελιζόταν ο Εμπειρίκος - τα μηνύματά τους κρίνονταν αντικανονικά και ανορθόδοξα, ακόμη και σε γλωσσικό επίπεδο. Πολύ λιγότερο ανεκτική στο πνεύμα εξέγερσης και απειθαρχίας που διακινούσαν τα υπερρεαλιστικά «στιχουργικά ταχυκίνητα» ήταν η δικτατορική εξουσία ή η δεξιόστροφη παράταξη που κυβέρνησε μεταπολεμικά και ήταν σε θέση να ελέγχει εκδοτικούς μηχανισμούς, μέσα επικοινωνίας και να επηρεάζει την κοινή γνώμη.

Ενδεικτικό του «αποκλεισμού» που γνώρισε κατά τη στιγμή της εισόδου του στον ελληνικό χώρο ο υπερρεαλισμός είναι το γεγονός ότι δεν στάθηκε δυνατό, παρά τις επίμονες προσπάθειες των πρωτεργατών του, να συσταθεί έντυπο όργανο των ιδεών τους: τα ελληνικά υπερρεαλιστικά κείμενα φιλοξενήθηκαν σε αλλότρια περιοδικά (π.χ. Κύκλος, Νέα Φύλλα, Νέα Γράμματα) - και αυτό δεν έγινε δίχως αβαρία.

Νίκος Σιγάλας - Μιχάλης Χρυσανθόπουλος

Εκρηξη, αμφισβήτηση και αναψηλάφηση του ελληνικού υπερρεαλισμού


Η περιπέτεια του υπερρεαλισμού στην Ελλάδα, παρά το γεγονός ότι δεν λειτούργησε ως αυτοτελές κίνημα, όπως στη Γαλλία, και μολονότι τα κελεύσματά του δεν βρήκαν θετική ανταπόκριση στο πρώτο του κοινό, της μεσοπολεμικής και αμέσως μεταπολεμικής περιόδου, έγινε αισθητή και συνέβαλε στον μετατονισμό μιας ευαισθησίας - δεν εννοούμε μεταβολή του κανόνα. «Εδώ δεν είναι παίξε γέλασε / εδώ είναι Μπαλκάνια», σάρκασε ο Εγγονόπουλος, που μοιράστηκε γενναία τη χλεύη, την απαξίωση και την τακτική της αποσιώπησης ενόσω ο λόγος περί «ελληνικότητας» στερέωνε το οικοδόμημά του στη διάρκεια του Μεσοπολέμου.

Επί των ημερών μας επιχειρείται η τεκμηριωμένη και, κατά το δυνατόν, αμερόληπτη καταγραφή της πρόσληψης του υπερρεαλισμού στην Ελλάδα. Η έρευνα στα αρχεία των τριών «αποστόλων» (Εμπειρίκου, Κάλας, Εγγονόπουλου), η συστηματική συνανάγνωση των πηγών, η ανάδυση στο προσκήνιο αναξιοποίητων στοιχείων (αλληλογραφίες, ανέκδοτα κείμενα, μαρτυρίες) και η δυνατότητα των πολλαπλών συσχετισμών επιτρέπει την αναδιαπραγμάτευση, την αναψηλάφηση της υπόθεσης του υπερρεαλισμού όπως τη χειρίστηκαν οι πρωτεργάτες του στην Ελλάδα.

Στην προοπτική αυτή εγγράφονται οι δύο παρούσες (και εν πολλοίς παραπληρωματικές) μελέτες του Νίκου Σιγάλα και του Μιχάλη Χρυσανθόπουλου. Με τη διπλή αυτή προσφορά, η καλαισθησία και η σοβαρότητα των εκδόσεων Αγρα συνεχίζουν με αφοσίωση τον διάπλου και την εξερεύνηση του ελληνικού υπερρεαλισμού. Ε la nave va!

Ο Νίκος Σιγάλας, με εκκίνηση την ανασκευή της απαξιωτικής κριτικής που ενίοτε συνοδεύει ακόμη τα γραπτά του Εμπειρίκου και τα πιστώνει στον «αντιδραστικό μοντερνισμό», ξεδιπλώνει το ιστορικό της πορείας και των σχέσεων των υπερρεαλιστών του ελληνικού Μεσοπολέμου. Αυτή η ανασύσταση του ιστορικού ορίζοντα γίνεται μεθοδικά, ψηφίδα την ψηφίδα (τα sur - realia, όπως εύστοχα τα αποκαλεί), και αποκαλύπτει τη διαδραστική στρατηγική των προσώπων που θέλησαν να θεμελιώσουν στην Ελλάδα τον υπερρεαλισμό με όρους κινήματος. Υπογραμμίζει κυρίως την κομβική φιλία και συμπόρευση του Εμπειρίκου με τον Καλαμάρη έως ότου αυτός αναχωρήσει από την Ελλάδα (1938) για τη Γαλλία και, αργότερα, για τις ΗΠΑ. Από τις αρχές της δεκαετίας έως τη στιγμή της ρήξης των σχέσεών τους συντονίζουν με ισότιμο πάθος την έκκεντρη, αποκλίνουσα πορεία του υπερρεαλισμού έναντι της λεωφόρου της παλαμολατρείας ή της νεότευκτης «ελληνικότητας». Ο οιστρήλατος χαιρετισμός του Εμπειρίκου στον Ιβάν (όπως αποκαλούσαν τον Καλαμάρη οι φίλοι του της Αθήνας), αποτυπωμένος στο ανέκδοτο πεζό του «Τα τεκταινόμενα» (1940) αποτίει τη δέουσα αναγνώριση στον πολυτάλαντο, απομακρυσμένο πλέον φίλο.

Ο Μιχάλης Χρυσανθόπουλος εξετάζει αναλυτικά σε εννέα εκτενή κεφάλαια την ελληνική υπερρεαλιστική παραγωγή του Μεσοπολέμου, τη συμβολή της ψυχαναλυτικής θεωρίας και του μαρξισμού στην άρθρωση ενός νέου κριτικού παραδείγματος που αναθεωρεί ριζικά τη σχέση με την παράδοση, σε απόσταση από το σχήμα της εθνικής συνέχειας, και κατασκευάζει νέα πρότυπα για τη λογοτεχνική εξέλιξη. Η ποιητική της επιθυμίας και του ονείρου ή η θεματοποίηση του ασυνείδητου, η κριτική συμβολή του Κάλας στην κατασκευή της λογοτεχνικής παράδοσης με αντιπαλαμικούς τόνους και (πρόδρομη) αναγνώριση της καβαφικής ευαισθησίας (1932), η διάδραση ζωγραφικής και ποίησης στην παραγωγή του Εγγονόπουλου αναδιατάσσουν τις σχέσεις παρόντος - παρελθόντος και προτείνουν άλλα εργαλεία στη στοχαστική και έντεχνη γραφή. Ενα, δυνάμει τουλάχιστον, σύστημα λόγου που χρειάζεται προσεκτική επαναπροσέγγιση ως προς τους όρους της αισθητικής και της ιδεολογίας που το διέπουν.

Μεταπολεμικά, ο υπερρεαλισμός - και στη διεθνή και στην ελληνική εκδοχή του - «χωνεύτηκε», επανέκαμψε με αίγλη σε μεταγενέστερες γενιές που αναγνώρισαν στην ανανεωτική ή και επιθετική ορμή του δικά τους ζωτικά αιτήματα και τρόπους να τα διεκδικήσουν" δικαιώθηκε κατά κάποιον τρόπο και περιβλήθηκε παρά την αποτυχία του (ή και εξαιτίας της) με την αύρα μιας ριψοκινδύνευσης που έλκει πάντα τη νεότητα, έγινε σχεδόν αξία κατεστημένη. Οι εντάσεις, οι τριβές, τα σχίσματα ενόσω ο υπερρεαλισμός ήταν ακόμη ζώσα πραγματικότητα έως τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο κρίνονται τώρα, εκ των υστέρων, συστατικό στοιχείο της πολυσθένειας, της δυναμικής, της αδιάλλακτης εμμονής του στο άνευ όρων και ορίων «ποιητικώς ζην».

ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΑ ΝΕΑ, 24-3-2012

Η παθολογία ενός έθνους

του Π.Μ.Κιτρομηλίδη *


Η Ελληνική Επανάσταση και τα πάθη της Ιστορίας
«Η ναυμαχία του Ναυαρίνου», ελαιογραφία του Λουί Αμπρουάζ Γκαρνερέ (1831). ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Versailles, Chateau et Trianons

Στα εκατοστά του γενέθλια (14 Φεβρουαρίου) ο Μ. Β. Σακελλαρίου παραδίδει στη δημοσιότητα ένα έργο ξεχασμένο για 70 χρόνια, καρπό της αρχικής ενασχόλησής του με την ιστοριογραφία του νέου Ελληνισμού. Ο ακαδημαϊκός Μ. Β. Σακελλαρίου κατέχει την έδρα της Αρχαίας Ιστορίας στην Ακαδημία Αθηνών και είναι διεθνώς γνωστός για πλειάδα έργων του που αναφέρονται στην προϊστορία του ελληνικού κόσμου, στον ελληνικό αποικισμό της Ιωνίας, στους θεσμούς της αρχαίας πόλεως και της αθηναϊκής δημοκρατίας κ.ά. Για τους ειδικούς μελετητές του νέου Ελληνισμού όμως είναι κυρίως γνωστός για το πρωτοποριακό έργο του για την Πελοπόννησο κατά τη λεγόμενη «δευτέρα τουρκοκρατία» (1715-1821), έργο που άνοιξε νέους δρόμους στην έρευνα και προκάλεσε βίαιες αντιδράσεις ακαδημαϊκών κύκλων, που αντιλαμβάνονταν την Ιστορία ως εθνική ρητορική μάλλον παρά ως έρευνα και κριτικό στοχασμό επί της μαρτυρίας των πηγών.

Στο έργο του εκείνο ο Σακελλαρίου με τόλμη ασυνήθιστη υπεδείκνυε την ανάκτηση της συνολικής εικόνας της κοινωνίας ως ζητούμενο της ιστορικής έρευνας και εισήγαγε τη στάθμιση του οικονομικού παράγοντα ως αποφασιστικού στοιχείου στην ανασυγκρότηση και κατανόηση της ιστορικής πραγματικότητας. Ενα ισχυρό στοιχείο θετικισμού καθορίζει την προσέγγιση αυτή, ο θετικισμός όμως στην περίπτωση αυτή ενισχύει τη βούληση του συγγραφέα να μετέλθει την ιστοριογραφική πράξη ως έρευνα που αφορμάται από ερωτηματικά μάλλον παρά ως ρητορική που εκπορεύεται από παγιωμένες ιδεολογικές θέσεις.

Ο ίδιος θετικισμός διαπνέει και το άλλο σημαντικό ιστοριογραφικό εγχείρημα της νεοελληνικής περιόδου των συγγραφικών ενασχολήσεων του Μιχαήλ Σακελλαρίου, τη μονογραφία για την απόβαση του Ιμπραήμ στη Μεσσηνία (1825). Ενώ στο βιβλίο για την Πελοπόννησο ο ιστορικός θετικισμός αποδίδει μια εντυπωσιακή στην πυκνότητά της συνθετική εικόνα, εδώ απολήγει σε αναλυτική αφήγηση σχεδόν ημερολογιακού χαρακτήρα μιας αλληλουχίας ιστορικών περιστατικών που απαρτίζουν μια κρίσιμη φάση του ελληνικού αγώνα της ανεξαρτησίας.

Ο εμπειρισμός της προσέγγισης υπαγορεύεται από την επιλογή του συγγραφέα να εκθέσει με λεπτομερή ακρίβεια τα πραγματικά περιστατικά ενός δράματος στο οποίο βλέπει να διακυβεύεται η τύχη της επανάστασης των Ελλήνων. Με εξαίρεση τις οθωμανικές πηγές, ο νέος τότε ερευνητής αναδίφησε με την επιμονή και την πληρότητα που διακρίνει το έργο του ολόκληρο το φάσμα των πηγών στην ελληνική και σε άλλες δυτικές γλώσσες.

Ετσι έχουμε ένα υπόδειγμα «συμβαντολογικής» ή «γεγονοτολογικής» ιστορίας, το οποίο ο συγγραφέας στον πρόλογο που έγραψε για τη σημερινή έκδοση θεωρεί το αναγκαίο στάδιο για τη δημιουργία σοβαρής υποδομής ιστορικών σπουδών. Αισθάνεται μάλιστα την ανάγκη να υπενθυμίσει στον αναγνώστη ότι ο ίδιος δεν περιορίστηκε στο έργο του στη συμβαντολογική ιστορία αλλά ακολούθησε «ολιστικότερες» προσεγγίσεις εμπνευσμένες από πρωτοπόρα ιστοριογραφικά ρεύματα του 20ού αιώνα.

Το βιβλίο, γραμμένο στις αρχές της δεκαετίας του 1940, θα μπορούσε να εκληφθεί και ως πρόταση για τη δημιουργία και στην Ελλάδα ενός εξειδικευμένου πεδίου έρευνας της Ελληνικής Επανάστασης κατά το πρότυπο του αντίστοιχου πεδίου έρευνας της Γαλλικής Επανάστασης το οποίο υφίσταται στη Γαλλία και συνιστά μια σημαντικότατη για την αυτογνωσία της Γαλλίας αλλά και της Ευρώπης εξειδίκευση των ιστορικών σπουδών. Τι αντίστοιχο έχει να δείξει η Ελλάδα; Το ερώτημα είναι ρητορικό και δεν συνιστά παρά φύλλο συκής που υποκρύπτει κυρίως την αδιαφορία αλλά και την παγίδευση στα στερεότυπα και στις προκαταλήψεις και την επιβολή της αντίληψης της Ιστορίας ως ρητορικής.

Η αφήγηση καλύπτει τα περιστατικά της απόβασης των στρατευμένων του Ιμπραήμ πασά της Αιγύπτου στη Μεσσηνία με σκοπό την καταστολή της Ελληνικής Επανάστασης. Η περίοδος που εξιστορείται εκτείνεται από τις 23 Φεβρουαρίου ως τις 25 Μαΐου 1825, δηλαδή εκτείνεται από την πρώτη απόβαση αιγυπτιακών στρατευμάτων στη Μεθώνη ως την παράδοση του Νεοκάστρου (Ναβαρίνου) στον Ιμπραήμ, δηλαδή πρόκειται για τα γεγονότα που συνθέτουν τη δημιουργία του αιγυπτιακού προγεφυρώματος στην Πελοπόννησο, που κατά τα επόμενα δυόμισι χρόνια απείλησε να εξαλείψει την προοπτική της απελευθέρωσης της Ελλάδας.

Από την αφήγηση των σχετικών περιστατικών αναδύεται όλο το πάθος και το δράμα της Ελληνικής Επανάστασης. Γίνεται σαφές ότι η επέμβαση στις αρχές του 1825 των αιγυπτιακών δυνάμεων ως μονάδας κρούσεως του Σουλτάνου για την καταστολή της εξέγερσης διευκολύνθηκε από την αποδυνάμωση της Επανάστασης λόγω των διενέξεων και των εμφύλιων πολέμων των Ελλήνων κατά τη διαδρομή του προηγούμενου έτους.

Ενώ στα τρία πρώτα χρόνια της Επανάστασης έγινε δυνατόν να απελευθερωθούν η Πελοπόννησος, η Στερεά Ελλάδα και τα παρακείμενα νησιά του Αιγαίου και επιπλέον οι Κυκλάδες και η Σάμος, οι εσωτερικές διενέξεις των Ελλήνων, που πήγαζαν κυρίως από την ακραία ιδιοτέλεια και την αδυναμία του ενστερνισμού μιας κοινής επίγνωσης του εθνικού συμφέροντος, έθεσαν ήδη το έτος 1824 εν αμφιβόλω την τελική αίσια έκβαση των πραγμάτων.


Η παθολογία ενός έθνους

Στη ροή της αφήγησής του, τελείως πραγματιστικά και χωρίς μελοδραματικούς τόνους, ο συγγραφέας αναπαριστά όλη αυτή την παθολογία που ταλάνιζε το επαναστατημένο έθνος: ανεπάρκεια και ιδιοτέλεια της ηγεσίας στο πρόσωπο του προέδρου του Εκτελεστικού Γεωργίου Κουντουριώτη, συνεχείς ραδιουργίες των πολιτικών Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου και Ιωάννη Κωλέττη, απροθυμία των στρατιωτικών να πολεμήσουν χωρίς υλικά κίνητρα, λεηλασίες και καταστροφές της Πελοποννήσου από τα ρουμελιώτικα στρατιωτικά σώματα σαν να επρόκειτο για εχθρική χώρα, απειθαρχία και αποδιοργάνωση των στρατιωτικών μηχανισμών, παράλυση, αναποτελεσματικότητα και αδυναμία επιβολής της διοίκησης ακύρωναν κάθε προοπτική δημιουργίας συντεταγμένων θεσμών και κρατικής υπόστασης στα ελευθερωμένα εδάφη.

Η έκταση των προβλημάτων που αντιμετώπιζε η Επανάσταση, προβλημάτων όχι απλώς στρατιωτικών και πολιτικών, αλλά και ηθικών, διαφαίνεται από το γεγονός ότι ο πρωταγωνιστής της απελευθέρωσης της Πελοποννήσου, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, που ήταν ο μόνος που διέθετε την πειθώ και την επιβολή να συνενώσει τον πληθυσμό και να ενισχύσει το καταπτοημένο ηθικό του, βρισκόταν φυλακισμένος στην Ύδρα. Εκκλήσεις του στους αδελφούς Κουντουριώτη να επιταχυνθεί η δίκη του ώστε να μπορέσει να σπεύσει στο μέτωπο για να αγωνισθεί για την άμυνα της Μεσσηνίας απερρίφθησαν. Μόνο ο ελληνικός στόλος υπό τον ναύαρχο Ανδρέα Μιαούλη και χάρη κυρίως στην αποφασιστικότητα αυτού του ιδίου μπόρεσε να καταγάγει κάποιες επιτυχίες παρακωλύοντας τη διαπεραίωση των εχθρικών δυνάμεων και ενισχύοντας από τη θάλασσα το πολιορκημένο Νεόκαστρο.

Από τις πολλές εύστοχες κρίσεις οι οποίες διατυπώνονται από τον συγγραφέα ας θυμηθούμε μόνο μία: «οι κυβερνητικοί παράγοντες εξακολουθούσαν να σκέπτονται κομματικά» παρά τους κινδύνους και την επιτακτική ανάγκη της ενότητας του έθνους. Αν μας θυμίζουν κάτι από την ιστορία της μεταγενέστερης Ελλάδας αυτά τα λόγια, ίσως να μην είναι συμπτωματικό ...;

Πάντως χάρη στη «συμβαντολογική» αφήγηση του Μ. Β. Σακελλαρίου γίνεται δυνατόν να αναχθούμε σε καίριες εκτιμήσεις για γενικότερα ζητήματα που άπτονται της ίδιας της πολιτειακής υπόστασης, της πολιτικής νοοτροπίας και της πολιτικής ηθικής της ελληνικής εθνικής κοινότητας την οποία σφυρηλατούσαν διά πυρός και σιδήρου οι επαναστατικές συγκυρίες. Το μάθημα δεν είναι αμελητέο.

Ο κ. Π. Μ. Κιτρομηλίδης είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 24-3-2012

Επετειακές αγγαρείες

του Κώστα Γεωργουσόπουλου

Αλήθεια παρήλασαν ποτέ ενώπιον των Αρχών ο Παλαμάς, ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ο Σικελιανός, ο Καρυωτάκης, ο Καβάφης, ο Παπανούτσος, ο Κακριδής, ο Σκαλκώτας, η Κάλλας; Οχι, χωρίς αμφιβολία, διότι όταν ήταν έφηβοι και μαθητές δεν είχε εφευρεθεί αυτός ο κρατικός θεσμός. Θεσμός που είναι σύμφυτος με τους μεσοευρωπαϊκούς ολοκληρωτισμούς όλων των αποχρώσεων. Προηγήθηκαν σαφώς οι οργανωμένες παρελάσεις ενώπιον του σοβιετικού πολιτμπιρό στην Κόκκινη Πλατεία της Μόσχας. Πρώτος ο Στάλιν κυρίως υποχρέωσε μια ολόκληρη κοινωνία εκατομμυρίων νέων να ενταχθεί σε αγέλες με πρότυπο τον προσκοπισμό. Η διαφορά βρίσκεται στο αναμφισβήτητο γεγονός πως ο προσκοπισμός και ο οδηγισμός ήταν νεολαιίστικες οργανώσεις εθελοντικές. Το σοβιετικό μοντέλο ήταν και υποχρεωτικό και πολιτικό αφού, εκτός από τη μαζικότητα και τη συντροφικότητα, την άσκηση της σωματικής πειθαρχίας και της αλληλεγγύης, περιείχε και μαθήματα μαρξιστικής αγωγής. Από τους αριστεύοντες και επιμελείς, από τους πειθήνιους και τους αφοσιωμένους προέρχονταν κατ' αρχάς η πανεπιστημιακή κοινότητα και εν συνεχεία η νομενκλατούρα. Ακολούθησαν ο Μουσολίνι, ο Φράνκο, ο Σαλαζάρ στην Πορτογαλία, ο Χίτλερ βέβαια και ο πολιτικός νάνος μαϊμού Ιωάννης Μεταξάς, με τους φαλαγγίτες του, την ΕΟΝ. Είναι ενδεικτικό πως ο Μανιαδάκης, ο Μεταξάς και ο αρχηγός τής ΕΟΝ Κανελλόπουλος διέλυσαν τους προσκόπους, αφού δεν μπόρεσαν να τους αφομοιώσουν και να τους μεταλλάξουν σε αγέλη πολιτικώς κατευθυνόμενη. Εδώ ας σταθμεύσω για να καταγράψω μια άλλη παράμετρο της υποχρεωτικής καθοδήγησης των εφήβων. Το ΚΚΕ κατά μίμηση του σοβιετικού μοντέλου ίδρυσε την ΟΚΝΕ: κομμουνιστική οργάνωση νέων Ελλάδας.

Ενας από τους πρώτους ηγέτες αυτού του μορφώματος ήταν ο Θεοφύλακτος Παπακωνσταντίνου. Αυτός ο φιλόλογος, μαθητής του Βέη, του Θ. Κακριδή, του Λορεντζάτου (υπήρξε συμφοιτητής του πατέρα μου) έγραψε και βιβλίο, την πρώτη απόπειρα στην Ελλάδα ερμηνείας του όρου διαλεκτικός υλισμός. Νέος και θεωρητικά νήπιος έπεσε σε τόσες παρερμηνείες και παραναγνώσεις ώστε έδωσε την ευκαιρία στον Παναγιώτη Κανελλόπουλο στο περιοδικό «ΙΔΕΑ» του Μελά να τον κάνει με τα κρεμμυδάκια ως εγκρατής κάτοχος της μαρξιστικής ορολογίας και μεθόδου. Ο Κανελλόπουλος έως τον θάνατό του δεν άλλαξε απόψεις και κρίθηκε γι' αυτό. Ο Παπακωνσταντίνου όμως μετά την Κατοχή προσχώρησε στην αστική δημοκρατική ιδεολογία και θαυμάστηκε ως αρθρογράφος της εφημερίδας «Ελευθερία», κυρίως για το ύφος του και την έξοχη χρήση της Ελληνικής. Ωσπου κατά τη διάρκεια της χούντας όχι μόνο ορίστηκε υπουργός Παιδείας αλλά υποχρέωσε τα ελληνόπουλα να εξετάζονται στο βιβλίο που είχε εκδώσει ο Κρατικός Εκδοτικός Οργανισμός με περιεχόμενο την Αγωγή του Πολίτου!!

Αν στάθμευσα σ' αυτό το θλιβερό παράδειγμα είναι για να επανέλθω στις αυταρχικές και υποχρεωτικές στρατεύσεις νέων σε αγελαίες οργανώσεις και μορφώματα ολοκληρωτικής πλύσης εγκεφάλου της νεολαίας.

Δεν θέλω συναισθηματικά να σχολιάσω το γεγονός πως η εθελοντική οργάνωση της Κατοχής εναντίον του κατακτητή παρενέβαλε απλώς ένα Π (Προοδευτική) στη μεταξική ΕΟΝ - ΕΠΟΝ. Ούτε τη μετάλλαξη των προσκόπων σε Αετόπουλα. Εξάλλου εμφανίστηκαν και ιδεολογικά αντίδοτα όπως η οργάνωση Χ και άλλες μικρότερες αλλά πάντα στρατιωτικά οργανωμένες.


Οσοι βρέθηκαν μαθητές την πενταετία 1936-41 οδηγήθηκαν ως κοπάδι σε γιορτές νεολαίας στο Παναθηναϊκό Στάδιο, με επικεφαλής καθηγητές και δασκάλους με φασιστική στολή. Πολλά από αυτά τα παιδιά που υποχρεώθηκαν να υποταγούν με το ζόρι (είχε επιπτώσεις στην οικογένειά τους η άρνηση στην ένταξη) ως μαθητές δημοτικού, ως μαθητές γυμνασίου τέσσερα χρόνια μετά, ιδιαίτερα στις μικρές επαρχιακές πόλεις, εντάχθηκαν στην ΕΠΟΝ και πολλοί νεολαίοι στήθηκαν στον τοίχο από τους κατακτητές και αργότερα, αν γλίτωσαν, πέρασαν τα ωριμότερα νιάτα τους στα ξερονήσια.

Μα θα μου πείτε η σημερινή φθίνουσα εθιμική υποχρέωση των μαθητών να παρελαύνουν έχει να κάνει με αυτά τα θλιβερά και τραυματικά παρελθόντα σύνδρομα; Οχι. Αλλά τι νόημα έχουν πια αυτές οι παράτες. Η προσωπική μου πείρα, σαράντα χρόνια στην εκπαίδευση, μου δίνει το δικαίωμα να πω πως για όσους συμμετέχουν, μαθητές και δασκάλους, είναι μια δυσάρεστη αγγαρεία. Και να το πω, είναι και εξευτελισμός του θεσμού αφού αν παρακολουθήσετε παρελαύνοντες εφήβους - ίσως από ιδεολογία, ίσως από έλλειψη άσκησης, ίσως από σύνδρομο γελοιοποίησης - παρουσιάζουν ένα άρρυθμο μπουλούκι χαλαρών χαβαλέδικων ομάδων που το μόνο που τους απασχολεί είναι πότε θα τελειώσει το πανηγύρι.

Δεν γνωρίζει άραγε το υπουργείο Παιδείας πως και η καθιερωμένη «γιορτή», η επέτειος της 28ης Οκτωβρίου και της 25ης Μαρτίου στα περισσότερα σχολεία της χώρας μετατίθεται στις τελευταίες ώρες της προπαραμονής και προσφέρεται διήμερο αργίας σε γονείς, μαθητές και διδάσκοντες να εκδράμουν για πεϊνιρλί και επιλέγονται υποχρεωτικά κάποια τμήματα και κάποιοι διαθέσιμοι γυμναστές να οδηγήσουν ένα τμήμα στην αγγαρεία; Αφήνω πως στις «γιορτές» των επετείων συνήθως περισσεύουν οι ρητορικές κορόνες, τα ηλίθια πατριωτικά ποιήματα και δυο τρεις φωτογραφίες ηρώων με δάφνες χιαστί δίπλα στις αφίσες των Μπιτλς, του Γούντι Αλεν και των κωδικών του facebook.


ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΑ ΝΕΑ, 24-3-2012

Από τον εθνοκεντρισμό στον κοσμοπολιτισμό

της Ιωάννας Λαλιώτου *


 
Σε περιόδους κρίσης η έννοια της πατρίδας επανέρχεται δυναμικά στον δημόσιο λόγο και αποκτά ιδιαίτερη ιδεολογική βαρύτητα. Η ανάδυση του πατριωτισμού της κρίσης συχνά παίρνει τη μορφή της πατριδοκαπηλείας, που περιλαμβάνει την επίκληση της έννοιας της πατρίδας με στόχο τη νομιμοποίηση συγκεκριμένων πολιτικών εγχειρημάτων και στάσεων. Σε περιόδους κρίσης η πατρίδα καθίσταται πεδίο αντιπαράθεσης και αναμέτρησης διαφορετικών πολιτικών ιδεολογιών και χώρων που επιχειρούν - συνήθως ανταγωνιστικά - να ορίσουν το περιεχόμενο και τις συνδηλώσεις του όρου.

Η πιο εμφανής εκδήλωση της άνθησης του πατριωτισμού της κρίσης στην Ελλάδα σήμερα είναι η ανάδειξη ποικίλων εθνικοπατριωτικών πολιτικών κινήσεων. Αυτές οι κινήσεις παρουσιάζονται σε όλο το φάσμα του πολιτικού ορίζοντα αλλά αναπτύσσονται ιδιαίτερα δυναμικά στο εσωτερικό του ευρύτερου συντηρητικού χώρου. Η πατρίδα, την οποία επικαλείται όλο και συχνότερα σήμερα ο πολιτικός πατριωτισμός, λειτουργεί σαν ένα κενό σημαίνον που διαρκώς επανασημασιολογείται ανάλογα με τις χρήσεις του και σύμφωνα κάθε φορά με τις πολιτικές επιταγές.

Ο νέος πατριωτισμός όμως δεν εκδηλώνεται μόνο στο επίπεδο της επίσημης πολιτικής αλλά συγκροτείται και σε πολλά και ετερόκλητα πεδία της καθημερινής ζωής. Η εμπέδωση νέων μορφών εθνοκεντρικής ελληνικότητας στο επίπεδο της καθημερινής ζωής και της κουλτούρας είχε βέβαια ξεκινήσει αρκετά πριν από την περίοδο της κρίσης. Από την ανάδειξη της θρησκευτικότητας και της ορθοδοξίας σε lifestyle επιλογή σε προηγούμενες δεκαετίες ως τη μόδα της «επιστροφής» στην παραδοσιακή ελληνική διατροφή και κουζίνα, από την άνθηση του ιστορικού μυθιστορήματος ως τη δημοφιλία τηλεοπτικών εκπομπών με θέμα την εθνική ιστορία, από το ρεκόρ συμμετοχικότητας του κοινού σε εκπομπές όπως οι «Μεγάλοι Ελληνες» ως την εισπρακτική επιτυχία κινηματογραφικών ταινιών που θεματοποίησαν ξανά την τοπικότητα και τη ζωή στην ελληνική επαρχία, από την ιερή συγκίνηση που προκάλεσε η σειρά «Το Νησί» στη συλλογική αυτοειρωνεία της ταινίας «Ι Love Karditsa» το συναίσθημα ενός νέου πατριωτισμού καλλιεργήθηκε έκκεντρα, πολυμορφικά και συστηματικά. Ενα νέο πατριωτικό θυμικό μορφοποιήθηκε στο επίπεδο του κοινού νου και συνεπήρε την καθημερινότητα μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού.

Οι συνθήκες της κρίσης επέτειναν αυτή την τάση επιστροφής στην τοπικότητα και πολλαπλασίασαν τις πρακτικές μέσω των οποίων αυτή η τάση εκδηλώνεται. Καθώς η οικονομία και ο κοινωνικός ιστός αποσυντίθενται με γοργούς ρυθμούς, η επιστροφή στην ελληνική φύση -τους καρπούς, τα προϊόντα και τα ενεργειακά αποθέματά της - προβάλλεται συχνά ως κύρια στρατηγική επιβίωσης. Η επανεμφάνιση του μποστανιού σχεδόν σε κάθε σπίτι της ελληνικής επαρχίας και η ανάπτυξη της αστικής καλλιέργειας εδώδιμων προϊόντων στα προάστια των ελληνικών πόλεων προβάλλονται όλο και περισσότερο ως το νέο lifestyle της εποχής της κρίσης. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται οι ποικίλες κινήσεις προώθησης της κατανάλωσης ελληνικών προϊόντων, τα κινήματα της οργάνωσης της ανταλλακτικής οικονομίας και ενδεχομένως και τα πρόσφατα «κινήματα της πατάτας» που επιζητούν να εξασφαλίσουν την αποκατάσταση της άμεσης πρόσβασης του καταναλωτή στους φυσικούς πόρους και τα προϊόντα της ελληνικής γης μέσω της παράκαμψης των καθιερωμένων καπιταλιστικών εμπορικών πρακτικών. Σε μια περίοδο που ινδάλματα της ποπ κουλτούρας και ιέρειες του styling εμφανίζονται φορώντας με περηφάνια μπλουζάκια με τον λογότυπο HELLAS τυπωμένο με κεφαλαία χρυσά γράμματα και πλαισιωμένο με αρχαιοελληνικό διάκοσμο, παραπέμποντας σε κλασικά τουριστικά σουβενίρ προηγούμενων δεκαετιών, η πατριωτική ουτοπία του μέλλοντός μας είναι εδώ και, για να παραφράσω την έκφραση αμερικανού σχολιαστή, «δεν είναι τίποτε άλλο παρά το παρελθόν σε όνειρο».

Ο νέος αυτός πατριωτισμός της τοπικότητας παρουσιάζεται ως ένα πρόταγμα επιστροφής στα στοιχειώδη, τη μικρή κλίμακα, την τοπική δράση, τα τοπικά κινήματα, τη γη, τη φύση ως καταφύγιο από τη λαίλαπα της έξωθεν επιβεβλημένης εξαθλίωσης. Πρόκειται για μια καταφυγή που εμπεριέχει όμως και ένα είδος μεταμέλειας: μια έμπρακτη δήλωση μετανοίας για την πρότερη παράδοσή μας στις ηδονές του καπιταλισμού, σαν η σύγχρονη παγκόσμια οικονομική κρίση να οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι οι κακοί Ελληνες «καλοπέρναγαν» καταναλώνοντας χωρίς να παράγουν και εισάγοντας χωρίς να εξάγουν. Υπόρρητα ο νέος «γήινος» πατριωτισμός της τοπικότητας αναπαράγει το επιχείρημα ότι τιμωρούμαστε τώρα για την εξωστρέφειά μας και οφείλουμε να υποφέρουμε για κάθε εισαγόμενο φανελάκι που φορέσαμε και για κάθε εξωτικό φρούτο που γευτήκαμε. Ο νέος πατριωτισμός, στις ετερόκλητες εκδοχές του, είναι ουσιαστικά ενοχικός και εμπεριέχει ένα ιδεολογικό μήνυμα επιστροφής στην αρετή της εθνοκεντρικής ιδιοσυστασίας και της εσωστρέφειας. Και με αυτή την έννοια δεν είναι διόλου λιγότερο επικίνδυνος από τις παλαιότερες και πιο αναγνωρίσιμες μορφές του πολιτικού πατριωτισμού.

Η κρίση επιφέρει ρήξεις των κοινωνικών δεσμών, του κοινωνικού ιστού, δημιουργώντας έτσι τις συνθήκες και τις ανάγκες μιας υπεραναπλήρωσης. Καμωνόμαστε ότι επιστρέφουμε στον κοινοτισμό ακριβώς τη στιγμή που κάθε έννοια του κοινού καταβαραθρώνεται και κάθε έννοια του δημοσίου κατασυκοφαντείται. Αν πραγματικά μας χρειάζεται ένας νέος πατριωτισμός, αυτός δεν μπορεί παρά να προέλθει από μια ανοιχτή και απροϋπόθετη διαβούλευση για το περιεχόμενο της έννοιας του κοινού σήμερα. Αν μας χρειάζονται νέες φαντασιακές κοινότητες για να αντεπεξέλθουμε στις συνθήκες της κρίσης, είναι απαραίτητο να αναμετρηθούμε πολιτικά για τον οραματισμό και τη συγκρότησή τους. Ενας νέος πατριωτισμός μπορεί να είναι προοδευτικός αν τηρηθούν μερικές βασικές προϋποθέσεις. Αν αποφύγει τις εθνο-φυλετικές συνεπαγωγές της τοπικότητας και αν παραμείνει βαθιά εξωστρεφής και κοσμοπολιτικός. Οι κοινότητες στις οποίες όλοι πολεμούμε να βρούμε καταφύγιο στις συνθήκες έκτακτης ανάγκης και καταστροφής που ζούμε απαιτούν συμμαχίες και αλληλεγγυότητες πέρα από τους περιορισμούς της γεωγραφίας και της εθνοκεντρικής εσωστρέφειας. Ενας νέος προοδευτικός πατριωτισμός δεν μπορεί παρά να παραμείνει εξωστρεφής και κοσμοπολιτικός.


Η κυρία Ιωάννα Λαλιώτου είναι επίκουρη καθηγήτρια Σύγχρονης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας.

ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ,24-3-2012